ο Γιώργος Τσιώλης γράφει για το βιβλίο: Μια Μικρή Άγνωστη Λύπη

  • από

Μια μικρή άγνωστη λύπη: Μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική παρουσίαση

Αποτέλεσμα εικόνας για Μια μικρή άγνωστη λύπη

Γιώργος Τσιώλης[1]
Βιβλιοπαρουσίαση: Ηλίας Γκότσης, Μια μικρή άγνωστη λύπη, Αρμός, 2018.
Το μυθιστόρημα του Ηλία Γκότση – «πολυφωνικό μετα-αφήγημα» το αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας – έχει τίτλο «Μια μικρή άγνωστη λύπη». Ξεκινά με την αφήγηση ενός προσώπου, το οποίο μένει ανώνυμο μέχρι το τέλος του βιβλίου. Πρόκειται για έναν συλλέκτη («κλέφτης», αυτοπροσδιορίζεται εκείνος) ιστοριών. Θεωρώντας πως ο ίδιος δεν διαθέτει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, πλησιάζει άλλους ανθρώπους για να υφαρπάξει τις δικές τους και να γράψει ένα βιβλίο με αυτές. Οι άνθρωποι που πλησιάζει είναι άστεγοι και απόκληροι της ζωής, στην Αθήνα της οικονομικής κρίσης. Τους προσεγγίζει, δε, μεταμφιεσμένος σε άστεγο, παριστάνοντας δηλαδή πως είναι ένας από αυτούς. Εκεί γνωρίζει τον Μιχάλη, του οποίου την ιστορία προσπαθεί να ανακατασκευάσει, ενώνοντας τις ψηφίδες των σκόρπιων βιογραφικών αφηγήσεων που καταφέρνει να εκμαιεύσει. Ο Μιχάλης κουβαλά μια ανεπούλωτη απώλεια, τον θάνατο του πατέρα του, που έφυγε από τη ζωή όταν ο ίδιος ήταν δώδεκα χρονών. Ο πατέρας του, αρχιτέκτων, αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο του σπιτιού τους καθώς για χρόνια πάλευε με την κατάθλιψη. Αφορμή της προσωπικής του αποδιοργάνωσης είχε αποτελέσει ο θάνατος μιας κοπέλας που έπεσε από την οικοδομή, την οποία εκείνος κατασκεύαζε. Για  το δυστύχημα αυτό θεώρησε υπαίτιο τον εαυτό του. Με αφετηρία την αφήγηση του Μιχάλη, ξετυλίγονται πλήθος εξιστορήσεων, με την τεχνική της «ρώσικης κούκλας», όπου η μια αφήγηση εντίθεται μέσα στην άλλη. Οι χρόνοι της αφήγησης και οι χρονολογικές οπτικές (η παρελθοντική οπτική της εξέλιξης των γεγονότων και η παροντική οπτική του αφηγητή) εναλλάσσονται και συγχέονται. Επίσης, χάνεται η αίσθηση του ποιος μιλά κάθε φορά σε πρώτο πρόσωπο. Διαβάζουμε στη σελίδα 384: «Συνεχίζω το διάβασμα λαίμαργα, δεν μου αρέσει έτσι όπως έχει γράψει την ιστορία, μου φαίνεται μπερδεμένη, ότι μπερδεύονται και οι χρόνοι και τα πρόσωπα». Αυτό που βάζει στο στόμα του αφηγητή του, το κάνει έντεχνα ο ίδιος ο συγγραφέας, θέλοντας να δείξει την διαπερατότητα των αφηγήσεων, των χρόνων και των οπτικών.
Οι εξιστορήσεις είναι κατά βάση ιστορίες απώλειας, οδύνης, τραυμάτων, προσωπικής αποδιοργάνωσης, διάρρηξης του κοινωνικού δεσμού αλλά, ταυτόχρονα, είναι και ιστορίες αγώνα για την επίτευξη μιας επισφαλούς και ετοιμόρροπης ισορροπίας. Οι αφηγήσεις θέτουν στο επίκεντρο το βίωμα της απώλειας λόγω του θανάτου αλλά και λόγω της εγκατάλειψης, της αποξένωσης ή της συνειδητής απομάκρυνσης από προσφιλή πρόσωπα. Πραγματεύονται το ζήτημα της ηθικής στάσης και της ευθύνης απέναντι στους άλλους, των κυρώσεων και των ενοχών, που επιφέρει η συνειδητοποίηση δυσμενών συνεπειών των πράξεών μας σε άλλους καθώς και η παραβίαση των δικών μας ηθικών κανόνων και αρχών. Θεματοποιείται ακόμη, η αυτοκτονία, όχι ως ανομική πράξη, αλλά περισσότερο ως λύτρωση από την οδύνη ή ως συνέπεια του χαμένου αγώνα με τους μύχιους φόβους και την κατάθλιψη. Διαβάζω ένα σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 59 του βιβλίου: «Τότε είδα τον Παρδαλό [ο Παρδαλός είναι η προσωποποίηση του φόβου] να έχει πιάσει αγκαζέ τον κύριο Τάκη και να τον τραβολογά από το μανίκι του και νόμισα πως είδα τον κύριο Τάκη να σπρώχνει τον Παρδαλό και πως θα ήταν αυτός που θα έπεφτε στο κενό, αλλά όχι, δεν ήταν. Ήταν ο κύριος Παναγιώτης που έπεφτε και ακουγόταν η κραυγή του: «Θα σε πάρω μαζί μου, ρε κερατααά, δεν θα μου γλυτωωώσεις».    
Στις στρατηγικές της διαχείρισης και του ελέγχου συναισθημάτων, όπως η λύπη, η μοναξιά και ο φόβος, ανήκει ο εξανθρωπισμός τους∙ η παρουσίασή τους με ανθρώπινη μορφή, έτσι ώστε να δοθεί στα άτομα η δυνατότητα της προσοικείωσης, της συνδιαλλαγής ίσως και της συμφιλίωσης μαζί τους. Διαβάζουμε στη σελίδα 50: «Βλέπετε οι λύπες όσο γερνάνε, τόσο πιο μυστηριώδεις και γοητευτικές γίνονται, ίσως γιατί με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αγριάδα που έχουν οι πιτσιρίκες· αυτές συνήθως μπλέκονται, γίνονται κουβάρι με τον θυμό και τον φόβο και δεν μπορείς να τις ξεχωρίσεις εύκολα». Όταν η συνδιαλλαγή μαζί τους δεν πετυχαίνει, τότε τα συναισθήματα αυτά παίρνουν τη μορφή του λύκου ή του φιδιού. Επίσης, στο κείμενο αποδίδεται πολύ γλαφυρά η σωματοποίηση των συναισθημάτων – που παρουσιάζονται ως εάν να έχουν φυτρώσει μέσα στο σώμα και να έχουν γίνει αναπόσπαστα με αυτό, αίροντας τον δυϊσμό σώματος και ψυχής. Σελ. 45: «Από την άλλη, η λύπη έχει φυτρώσει μέσα μου και έχει ριζώσει τόσο γερά που αν ο γιατρός ή τα φάρμακα κατόρθωναν να την ξεριζώσουν, σίγουρα θα τραβούσαν μαζί και ένα κομμάτι από μένα. Θα με άφηναν τότε λειψό, με μια τρύπα στο κορμί, όπως όταν ξεριζώνεις ένα δέντρο και αναπόφευκτα παίρνει μαζί και λίγο χώμα που δεν του ανήκει, πληγώνοντας τη γη που το φιλοξενεί».    
Το μυθιστόρημα θέτει – έτσι τουλάχιστον το διάβασα – τρία θεμελιώδη ζητήματα στα οποία θα ήθελα να αναφερθώ στη συνέχεια: το πρώτο έχει να κάνει με τη σχέση αφήγησης – πραγματικότητας∙ το δεύτερο σχετίζεται με τη λειτουργία της αφήγησης, και ειδικότερα της αφηγηματικής πράξης, στη συγκρότηση ταυτότητας του εαυτού∙ και το τρίτο αναφέρεται στο ζήτημα της κυριότητας της αφήγησης: σε ποιον ανήκει η εξιστορούμενη ιστορία; ποιος έχει τη δικαιοδοσία να την ερμηνεύσει και να την αναδιηγηθεί; 
Θα ξεκινήσω από το πρώτο ζήτημα που αφορά τη σχέση αφήγησης – πραγματικότητας. Αν, για να ψηλαφίσουμε τη σχέση αυτήν, ορίσουμε σχηματικά ένα δίπολο, όπου στη μια άκρη βρίσκεται μια ρεαλιστική θέση, η οποία υποστηρίζει ότι η αφήγηση αποδίδει ή αναπαριστά την πραγματικότητα, και στην άλλη άκρη τοποθετείται η κονστρουξιονιστική άποψη πως η αφήγηση κατασκευάζει την πραγματικότητα, το μυθιστόρημα που συζητάμε σήμερα εδώ κλίνει προς τη δεύτερη άποψη. Τα συμβάντα αποκτούν νόημα και μετασχηματίζονται σε εμπειρίες στο σύστημα συνάφειας μιας ιστορίας. Ο συγγραφέας δεν φαίνεται να υιοθετεί την απλοϊκή θεώρηση πως η βίωση και η αφήγηση μιας εμπειρίας είναι δυο διαφορετικές στιγμές, που η μια προηγείται της άλλης: ότι υπάρχει, δηλαδή, μια έξω από την αφήγηση συγκροτημένη εμπειρία, που έρχεται εκ των υστέρων η αφήγηση να την περιγράψει. Η μορφοποίηση των βιωμάτων μας σε εμπειρίες αξιοποιούν  αφηγηματικές φόρμες και σχήματα ως θεμελιακές οργανωτικές μορφές.  Άρα οι εμπειρίες μας είναι εξαρχής αφηγηματικά συγκροτημένες. Ο Henry James γράφει χαρακτηριστικά: «Οι ιστορίες συμβαίνουν σε εκείνους που ξέρουν πώς θα τις αφηγηθούν».  Ο Ηλίας Γκότσης, μέσω του μυθιστορήματός του, μας προτείνει να απομακρυνθούμε από μια θετικιστικού τύπου πρόσληψη του πραγματικού, που υποστηρίζει τη ριζική ασυμμετρία μεταξύ αφήγησης και αφηγούμενης πραγματικότητας. Ένα από τα κεφάλαια του ΙΙ μέρους ξεκινά με το απόφθεγμα: «Αν κάτι είναι αληθινό στο μυαλό σου, τότε οι συνέπειές του στην πραγματικότητα είναι εξίσου αληθινές». Εδώ ο συγγραφέας θυμάται την κοινωνιολογική του εκπαίδευση και παραφράζει ελαφρώς το γνωστό θεώρημα του W. Thomas: «Εάν τα άτομα ορίζουν κάποιες καταστάσεις ως πραγματικές, αυτές είναι πραγματικές ως προς τις συνέπειές τους». Υπό αυτή την έννοια και οι επινοημένες ιστορίες είναι λειτουργικές για αυτόν που τις αφηγείται αλλά και για αυτόν που τις ακούει. Γράφει στη σελ. 81: «Θα μπορούσα να σκεφτώ πως είναι απατεώνας – ήταν φανερό πως όλα ήταν ψέματα, άλλαζε κιόλας την ιστορία του, σε αυτήν την εκδοχή τα ζώα-δολοφόνοι γινόντουσαν εύκολα θηράματα -, θα μπορούσα, θα είχα το δικαίωμα να αμφιβάλλω ακόμα έστω και για την πιθανότητα να υπήρχε ένας ξεροπόταμος στο χωριό, αλλά είχα τόση ανάγκη να μου πει ιστορίες, να τον εμπιστευτώ ύστερα από τόσο καιρό, που έκανα τον χαζό, αφέθηκα στην αθωότητα και απόμεινα βουβός, συνεχίζοντας να ακούω μαγεμένος την μπερδεμένη του ιστορία».  
Μέσα από τις αφηγηματικές αναπλαισιώσεις της εμπειρίας μας, συγκροτούμε την αφηγηματική μας ταυτότητα, έναν τρόπο αυτοπροσδιορισμού, με τον οποίο διεκδικούμε να αναγνωριζόμαστε από τους άλλους. Και εδώ φθάνουμε στο δεύτερο θεμελιακό ζήτημα που μπορούμε να συζητήσουμε με έναυσμα το βιβλίο: τη συμβολή της αφηγηματικής πράξης στη διαδικασία της υποκειμενοποίησης. Είναι πια αποδεκτό από πολλές κατευθύνσεις, κοινωνιολόγους όπως ο Α. Giddens και ο U. Beck ή αφηγηματικούς ψυχολόγους, όπως ο J. Bruner και ο D. McAdams, ότι τα άτομα συγκροτούν ταυτότητα στον βαθμό που από την εκάστοτε παροντική τους οπτική κατασκευάζουν αφηγηματικά μια συνεκτική περιγραφή του εαυτού τους με τη μορφή μιας βιογραφίας. Αυτές οι αφηγηματικές κατασκευές δεν είναι σταθερές: μεταβάλλονται είτε όταν αλλάζει η οπτική του ατόμου είτε όταν βιώνει νέα γεγονότα, των οποίων η ένταξή τους στη βιογραφική αφηγηματική κατασκευή επιβάλλει την επανερμηνεία και την αναπλαισίωση άλλων πρότερων γεγονότων του βίου. Αυτή η διαλεκτική κίνηση του πώς οι νέες εμπειρίες μορφοποιούνται υπό το φως των προηγουμένων αλλά ταυτόχρονα και του πώς η ενεργή προσοικείωση νέων εμπειριών δύναται να φωτίσει με νέο τρόπο προγενέστερες εμπειρίες, φτιάχνοντας νέες συναρθρώσεις, είναι κάτι που το δείχνει πολύ γλαφυρά στο βιβλίο του ο Ηλίας Γκότσης. Η θεώρηση της ταυτότητας ως αφηγηματικής κατασκευής, όπως γραφεί η Ruth Wodak «δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ενσωματώσει πολυσχιδείς, διαφορετικές, ως ένα μέρος αντιφατικές καταστάσεις και εμπειρίες, σε μια συνεκτική δομή που έχει χρονολογικό χαρακτήρα, και έτσι να αναδείξει την ταυτότητα του προσώπου ως το δυναμικό εκείνο πρότυπο που διασφαλίζει την αίσθηση της διάρκειας, συνυπολογίζοντας τις αλληλεξαρτήσεις του βίου ενός ανθρώπου. Η έννοια της αφηγηματικής ταυτότητας μπορεί με αυτόν τον τρόπο να ξεπεράσει το μονόπλευρο μοντέλο μιας αδιαφοροποίητης και ταυτόσημης με τον εαυτό της οντότητας. Μπορεί να επικυρώσει τη διαπίστωση ότι ο εαυτός δεν δύναται να γίνει κατανοητός χωρίς τον Άλλο και χωρίς το στοιχείο της μεταβολής». Αυτήν τη διάσταση ενός διαλογικού εαυτού, που εμπεριέχει τόσο τον «άλλον» ως οργανικό στοιχείο του, όσο και τη διάσταση της μεταβολής, αναδεικνύει στο βιβλίο του ο Ηλίας Γκότσης.  
Είμαστε όμως ελεύθεροι να κατασκευάσουμε την αφηγηματική μας αλήθεια κατά το δοκούν; Μπορούμε απεριόριστα να επινοούμε ιστορίες για τον εαυτό μας; Προφανώς όχι. Διαβάζοντας το βιβλίο, οι περιορισμοί γίνονται εύκολα ορατοί. Η πάλη των πρωταγωνιστών του βιβλίου με γεγονότα, που σημάδεψαν τους ίδιους ή αγαπημένα τους πρόσωπα και εμμονικά τους απασχολούν στον ξύπνιο και στον ύπνο τους, δείχνει πως από την οικογενειακή και προσωπική μας βιωμένη ιστορία δεν μπορούμε να «δραπετεύσουμε», να αποδεσμευτούμε πλήρως. Μπορούμε, βεβαίως, όψεις της να τις επανερμηνεύσουμε και να τις αναπλαισιώσουμε – να φτιάξουμε νέες συναρθρώσεις, αλλά η διαδρομή μας σε έναν προσδιορισμένο ιστορικά και κοινωνικά χώρο και τα όσα ζήσαμε μας ακολουθούν και μας προσδιορίζουν. 
Και έρχομαι τώρα στο τρίτο σημείο: Γράφει στη σελ. 376 ο Η. Γκότσης: «Προχθές το βράδυ, όταν γύρισα στο σπίτι μου στο Παγκράτι, το πρώτο πράγμα, που έκανα ήταν να διαβάσω τις σελίδες που μου έδωσε. Το κείμενο είναι περίεργο, η ιστορία μπερδεμένη κι εγώ προσπαθώ να καταλάβω τι ακριβώς φανταζόταν πως θα μπορούσε να κάνει κλέβοντας τα λόγια μου. Η εικόνα μου, η ταυτότητά μου, είναι παραμορφωμένη. Είμαι εγώ και την ίδια στιγμή δεν είμαι αυτός για τον οποίο μιλούν οι λέξεις του. Προσπαθώ να μην θυμώσω. Δεν έχει σημασία. Είναι οι δικές του λέξεις, όχι οι δικές σου επαναλαμβάνω στον εαυτό μου, όμως… Όμως αναρωτιέμαι αν ήμουν εγώ που αφηγήθηκα μια παραμορφωμένη ιστορία ή αν ήταν αυτός ένας κακός ακροατής, που δεν άκουγε στ΄ αλήθεια τίποτα από όσα έλεγα».
Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ερμηνεύουμε και αναδιηγούμαστε την ιστορία του άλλου; ποιος δικαιούται να ερμηνεύσει μια βιογραφική αφήγηση; Είναι ο φορέας της βιογραφίας ο αποκλειστικός κάτοχος ή γνώστης της σημασίας της ιστορίας του; Είναι δείκτης εγκυρότητας το να αναγνωρίσει ο βιογραφούμενος στην ερμηνεία του ερευνητή τον ίδιο του τον εαυτό; Μήπως αν αποδεχτούμε κάτι τέτοιο, προσχωρούμε σε μια άποψη περί ενός, μοναδικού και αληθούς νοήματος και συνεπώς σε μια αντίληψη για μια μονοδιάστατη και σταθερή ταυτότητα; Μήπως επίσης προσχωρούμε σε μια άποψη σύμφωνα με την οποία το νόημα υπάρχει αφ΄ εαυτού, αποδεσμευμένο από την ίδια την ερμηνευτική διαδικασία; Μια δυνατότητα διεξόδου από αυτόν τον φαύλο κύκλο μας παρέχει η θεώρηση, τόσο της παραγωγής των αφηγήσεων όσο και της ερμηνείας τους, ως συμμετοχικής, διαλογικής και διαλεκτικής διαδικασίας. Η ερμηνεία συνιστά την εμπλοκή αυτού που ερμηνεύει σε έναν διάλογο πολλών κατευθύνσεων: με την οπτική των ανθρώπων που μελετά, με τις δικές του πεποιθήσεις αλλά και με εκείνες των ομοτέχνων του. Το δε νόημα που προκύπτει κατά την πράξη της ερμηνείας είναι αμοιβαίως διαπραγματεύσιμο και όχι κάτι που απλώς μένει να αποκαλυφθεί. Το βιβλίο καθιστά σαφές κάτι που το ξέρουμε καλά όλοι όσοι ασχολούμαστε με την παραγωγή και την ανάλυση αφηγήσεων ζωής: ότι η συσχέτιση με τον άλλον στο πλαίσιο μιας διαδικασίας όπου μας διηγείται την ιστορία του δημιουργεί τους όρους για μια πολύ ιδιόμορφη συνάφεια – από τη μια παράγει μια ιδιότυπη οικειότητα και εγγύτητα και την ίδια στιγμή μια ανάγκη αποστασιοποίησης. Σε κάθε περίπτωση είναι μια έντονη και συναισθηματικά φορτισμένη εμπειρία που αλλάζει και εμάς τους ίδιους, μια σχέση που τη φέρουμε μαζί μας. Διαβάζουμε στη σελίδα 391 του βιβλίου: «Είχα γράψει μια ιστορία και νόμιζα πως την είχα κλέψει αλλά εκείνη είχε μπει μέσα μου. Η φωνή του, τα λόγια του, οι κινήσεις του, τα βλέμματά του είχαν εισβάλει μέσα μου, δίχως να το καταλάβω, με τον ίδιο τρόπο που τα φίδια τρύπωναν στη συμπαγή ύλη του τραπεζιού
Ο προβληματισμός γύρω από αυτά τα ενδιαφέροντα ζητήματα τροφοδοτείται από την ανάγνωση του βιβλίου του Ηλία Γκότση, το οποίο εύχομαι να είναι καλοτάξιδο.
Το κείμενο αποτελεί προφορική παρουσίαση που έκανε ο Γιώργος Τσιώλης στο πλαίσιο εκδήλωσης παρουσίασης του βιβλίου στο Ρέθυμνο στις 15 Μαρτίου 2019.


[1] Ο Γιώργος Τσιώλης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *