τα σπίτια ως τόποι ασφάλειας και προοπτικής. Η σημασία του χώρου στη Συστημική καταξιωτική διερεύνηση

  • από

Τα σπίτια ως τόποι ασφάλειας και προοπτικής.                                                   Η σημασία του χώρου στη Συστημική Καταξιωτική Διερεύνηση

Ηλίας Γκότσης[1], Κωστούλα Μάκη[2]                                                                                                   με τη συνεργασία της  Βασιλικής Σιφοστρατουδάκη[3]

Το Μάιο του 2017 εργαζόμασταν εκπαιδευτικά με μια ομάδα εργαζομένων στο χώρο της Παιδικής Προστασίας (εκπαιδευτική δράση σε φροντιστές στα Παιδικά Χωριά SOS, στη Βάρη) και αναζητούσαμε έναν τρόπο που θα συνέδεε τη δουλειά μας, που βασίζεται στην αξιοποίηση της Καταξιωτικής Συστημικής Διερεύνησης (Κ.Σ.Δ.), με αυτήν.

Η Κ.Σ.Δ είχε επιλεγεί ως εκπαιδευτική πρόταση, καθώς μέσα από τις ιδέες της μας έδινε τη δυνατότητα να συνομιλήσουμε με τους εργαζόμενους για τη σημασία της γλώσσας με την οποία οι ίδιοι περιγράφουν τα παιδιά και την αξία που έχει ένα καταξιωτικό βλέμμα για την ταυτότητα που αυτά διαμορφώνουν. Ακόμα, με την Κ.Σ.Δ εκτιμούσαμε ότι είχαμε τη δυνατότητα να προσκαλέσουμε τους φροντιστές να σκεφτούν με εναλλακτικούς τρόπους τη διαχείριση των δυσκολιών και τους μελλοντικούς όρους που αφορούν στην καθημερινή ζωή στα σπίτια που ζουν τα παιδιά.

Εξερευνώντας τη βιβλιογραφία διαπιστώσαμε ότι στην Αυστραλία, σε έναν Οργανισμό Παιδικής Προστασίας[i], αξιοποιούσαν ιδέες από την Κ.Σ.Δ. και μέσω αυτών των ιδεών προσκαλούσαν τα παιδιά να μιλήσουν χρησιμοποιώντας απλές ζωγραφιές για τα σπίτια των επιθυμιών, των αναγκών και της ανησυχίας. Οι φροντιστές εκεί εργάζονταν με τα παιδιά σε διάφορα επίπεδα, τα οποία αφορούσαν σε διαφορετικά συναισθηματικά πεδία και σε διαφορετικά σημεία στο χρόνο (παρελθόν, παρόν, μέλλον) διερευνώντας τόσο τους συμβολικούς όσο και τους  υλικούς όρους διαβίωσης των παιδιών. 

Η παραπάνω δράση μάς ενθουσίασε και μέσα σε αυτό το πλαίσιο το Τμήμα Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού του ΟΚΑΝΑ είχε την ιδέα να διοργανωθεί ένα εργαστήριο, στο οποίο οι συμμετέχοντες/συμμετέχουσες (στελέχη κυρίως των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας από όλη την Ελλάδα) θα επεξεργάζονταν βιωματικά τα σπίτια ως τόπους ασφάλειας και προοπτικής, κινητοποιώντας τις δικές τους μνήμες από τα σπίτια που έχουν αγαπήσει στο πέρασμα των χρόνων. Έτσι, θα παραγόταν ένα εκπαιδευτικό υλικό, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην εκπαίδευση των φροντιστών που εργάζονται σε Οργανισμούς Παιδικής Προστασίας, ξενώνες εφήβων ή σε χώρους που φιλοξενούν αστέγους.

Παράλληλα, θεωρήσαμε ότι διαφορετικές εκδοχές του υλικού θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στη δουλειά με εκπαιδευτικούς ή μαθητές, καθώς και στη δουλειά με ομάδες γονέων.

 Η ιδέα του εργαστηρίου για τα σπίτια συνδέθηκε με την εκπαίδευση που παρείχε το Κέντρο Εκπαίδευσης του ΟΚΑΝΑ πάνω στη μέθοδο της Καταξιωτικής Συστημικής  Διερεύνησης (Γκότσης 2016· Cooperider & McQuaid, 2012· Lang & McAdam, 1997). Έτσι, ξεκίνησε μια συνεργασία ανάμεσα στους τρεις συγγραφείς του άρθρου, με στόχο να δομήσουν αρχικά ένα σύντομο βιωματικό εργαστήρι, που θα στηριζόταν στην Καταξιωτική Συστημική Διερεύνηση.

Στόχος μας ήταν μέσα από το εκπαιδευτικό υλικό να προσκαλέσουμε τους συμμετέχοντες να εργαστούν σε πολλαπλά επίπεδα, όπως αυτά αναδύονταν από το διαρκή εξωτερικό διάλογό τους, αλλά αναπόφευκτα και από τους εσωτερικούς διαλόγους που πυροδοτούνταν.

Αυτά τα επίπεδα συνδέονταν με διάφορα ερωτήματα σχετικά με το αν οι κατασκευές για το σπίτι συνδέονται με τις κατασκευές και τις νοηματοδοτήσεις που αφορούν στην ταυτότητα και τον εαυτό, με τα σχήματα και τις διεργασίες στην επικοινωνία ή τη σύνδεση και τη συνάντηση με τον άλλο, τα όρια, την παραβίαση ή την ασφάλεια.

Μας απασχόλησε επίσης έντονα ο διάλογος στο εσωτερικό του σπιτιού, στον εξωτερικό του χώρο (την κοινότητα) και ιδιαίτερα το σημείο που συναντώνται αυτοί οι δυο υλικοί και συμβολικοί χώροι.

Μέσα σε αυτό το «εντός και εκτός σημείο», εκεί που οι διάλογοι ανάμεσα στο μέσα και στο έξω δημιουργούν πεδία συν-κατασκευών,  αναγνωρίσαμε ότι μπορεί να περιλαμβάνονται συμφωνίες και διαπραγματεύσεις που αφορούν στην κουλτούρα, το οικείο και το ανοίκειο, το παραδοσιακό, το σύγχρονο και τις  αμφισβητήσεις τους.

Ιδιαίτερα βοηθητική υπήρξε η θέση του Bakhtin σχετικά με τη Διαλογικότητα και την Αρχιτεκτονική (Holquist, 2014). Ο Bakhtin εκτιμούσε πως η Αρχιτεκτονική βασίζεται σε ένα διαρκή διάλογο των υλικών σημείων. Οι συνδυασμοί τους είναι δυνητικά άπειροι (όπως εξάλλου και οι επιλογές των συστημάτων). Ανάλογα με αυτούς θα μπορούσαν να παραχθούν χώροι που διευκολύνουν, πχ., τη διαφοροποίηση ή τη συγχώνευση. Και αυτό είναι μόνο ένα από τα παραδείγματα που μας απασχόλησαν. 

Από την αρχή αυτού του διαλόγου μάς απασχόλησε επίσης ο συντονισμός και η σύνθεση τριών διαφορετικών γλωσσών: Οι γλώσσες της Εικαστικής Τέχνης, της Συστημικής θεωρίας και του Κριτικού Αναστοχασμού έρχονταν να εμπλουτίσουν αυτόν το διάλογο, άλλοτε με αντιπαραθέσεις και άλλοτε με συμφωνίες.

Μέσα από την εικαστική τέχνη μάς δόθηκε η δυνατότητα να αντιληφθούμε τη δύναμη των εκφραστικών και εικαστικών μέσων ως προς τους βασικούς μας στόχους. Η χρήση των εικαστικών μέσων έγινε με στόχο την υπέρβασή τους ως προς το συμβολισμό τους. Εστιάσαμε στην υλικότητά τους και τη μεταφορική τους ιδιότητα ως μέσο επικοινωνίας και όχι μόνο ως εικονογραφικό εργαλείο.

Με τη Συστημική προσέγγιση και ειδικότερα την Κ.Σ.Δ., βρήκαμε το πεδίο να συζητήσουμε για ζητήματα που συνδέονται με το πώς μπορεί να συνδεθεί η ιδέα του σπιτιού με τα αποθέματα, τις παραβιάσεις των ορίων, την ιδιαιτερότητα των ονείρων που συνδέονται με ανάγκες και επιθυμίες και τη σημασία της διαδικασίας για το σχεδιασμό υλικών χώρων που θα ενισχύουν την πραγμάτωση αυτών των αναγκών.

Τέλος, μέσα από τον Κριτικό Αναστοχασμό, την Ανάλυση Λόγου και την Κριτική θεωρία διευκολυνθήκαμε να εξετάσουμε τα ζητήματα που συνδέονται με το φύλο, τη σεξουαλικότητα, τις σχέσεις εξουσίας, τις επιδράσεις και τα όρια που θέτουν στις πρακτικές μας τα κυρίαρχα κανονιστικά πρότυπα.

Ο βασικός στόχος του διαλόγου που αναπτύξαμε δεν αφορούσε μόνο στην επεξεργασία των συγκεκριμένων θέσεων, αλλά περιελάμβανε το διάλογο για διάφορα  ερμηνευτικά ρεπερτόρια (Wetherell, 1998) για τα σπίτια.

Μέχρι την υλοποίηση του εκπαιδευτικού εργαστηρίου, τον Ιούνιο του 2017, η θεματική του σπιτιού κινητοποίησε μια ευρεία πλειονότητα επαγγελματιών ψυχικής υγείας από διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους.

Οι άνθρωποι αυτοί, με αφορμή προσωπικά τους βιώματα και συναισθήματα, συμμετείχαν στο σχεδιασμό του εργαστηρίου προτείνοντας κείμενα, ιδέες για ασκήσεις και θεματικές ενότητες. Στο άρθρο που ακολουθεί θα παρουσιαστεί η θεωρητική δομή που ακολουθήθηκε στην προετοιμασία του εργαστηρίου για τα σπίτια, η οποία περιλαμβάνει τη σύνδεση του σπιτιού με τη θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού (Burr, 1995, 2003· Gergen, 2009), τα διαφορετικά ερμηνευτικά ρεπερτόρια του σπιτιού, την Καταξιωτική Συστημική Διερεύνηση και την Κοινωνική Ψυχολογία  (Potter & Wetherell, 1987· Potter & Wetherell, 1995· Potter & Edwards, 2001). 

Ωστόσο, ας σημειωθεί εδώ ότι το θεωρητικό κομμάτι θέτει περισσότερο ερωτήματα παρά δίνει σαφείς απαντήσεις. Μέσα από μια κονστρουξιονιστική οπτική, η ταυτότητα και οι αφηγήσεις για αυτήν –και επομένως και ο εαυτός στο χώρο και το χρόνο μέσα από τις ιστορίες για τα σπίτια- βρίσκονται σε διαρκείς μετατοπίσεις και αλλαγές. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να οριστικοποιηθούν οι μεταξύ τους σχέσεις ή να οριστούν με γραμμικό τρόπο. Το αντίθετο μάλλον. Οι διάλογοι  και οι σχέσεις συμβαίνουν μέσα σε μη γραμμικά πλαίσια.

Από τη φύση τους οι υλικές κατασκευές, όπως τα σπίτια, είναι πάντοτε φθαρτές, ευάλωτες στο χρόνο ή στις επιδράσεις μη προβλέψιμων συνθηκών (πχ. φωτιές, σεισμοί, πλημμύρες κτλ.) παρά την κυρίαρχη κουλτούρα. Στο πλαίσιο του βασικού επιχειρήματος του κοινωνικού κονστρουξιονισμού (Burr, 1995, 2003· Gergen, 2009) ότι η γνώση κατασκευάζεται κοινωνικά, η θέση των συγγραφέων είναι ότι οι κατασκευές για το σπίτι εμπεριέχουν ατομικές και συλλογικές θέσεις και αλλάζουν διαρκώς ανάλογα με το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο και τις συνομιλίες των ανθρώπων. Με εκκίνηση τη θέση της λογοκοινωνιοψυχολογίας[4], ότι ο λόγος δεν είναι απόθεμα αλλά ερευνητικό εργαλείο, που με αυτό μπορούμε να εξετάσουμε στο «εδώ και τώρα» τους τρόπους με τους οποίους τα άτομα λογοδοτούν και επιχειρηματολογούν για την έννοια του σπιτιού, στο εργαστήριο επιλέχθηκαν και αφηγηματικές τεχνικές για να αναδειχθεί ποιες εκδοχές ταυτότητας συγκροτούνται μέσα από τις διαφορετικές εκδοχές σπιτιών.

Η μεθοδολογική προσέγγιση ως προς την οργάνωση των εργαλείων που αξιοποιούνται στα προτεινόμενα εργαστήρια στηρίζεται στη θέση ότι το σπίτι και ο εαυτός αρθρώνονται στο πλαίσιο του κοινωνικού κονστρουξιονισμού ως διαρκώς μεταβαλλόμενες και ενίοτε αλληλοεξαρτώμενες έννοιες. Η σχέση σπιτιού-εαυτού δημιουργεί ένα σύνθετο δίκτυο. Το δίκτυο αυτό προκαλεί αλλαγές στην ταυτότητα που συγκροτείται, σε συνάρτηση με το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται. Η ανάδειξη του σπιτιού ως χώρου ασφάλειας και επαναπροσδιορισμού του εαυτού στο χώρο και στο χρόνο σε ένα βιωματικό εργαστήριο δίνει έμφαση στην πολύπλευρη νοηματοδότηση και λειτουργία του σπιτιού στο Δυτικό πολιτισμό. Αυτήν τη θέση συμμερίζονται και οι Birdwell-Pheasant και Lawrence-Zuniga (1999, σ. 28), που επισημαίνουν ότι το σπίτι είναι εν δυνάμει ένας «πράκτορας» που επεκτείνει τη Δυτική ηγεμονία περισσότερο και από τη τηλεόραση. Η θέση τους αυτή στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η επανασύνθεση των πιο προσωπικών στιγμών των ανθρώπων στο οικογενειακό τους περιβάλλον έχει άμεσες συνέπειες στη ζωή τους και τη σχέση με τους άλλους. Στο άρθρο επιχειρηματολογείται ότι τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια για τα σπίτια και η συγκρότηση ταυτότητας, σε ένα διαρκές αναστοχαστικό πλαίσιο, περιέχουν το στοιχείο της επιτελεστικότητας μέσω της μνήμης. Η μνήμη εννοιολογείται και αυτή σε ένα κονστρουξιονιστικό πλαίσιο ως κοινωνική κατασκευή, ως μια ενεργητική διαλογική εμπειρία που πυροδοτείται μέσα στο διάλογο και τη συνάντηση με τον άλλον και τα εξωτερικά πλαίσια.

Όπως επισημαίνει ο Μωραΐτης (2017, σ. 148), η μνήμη «αποτελεί πάντα κατασκευή στο βαθμό που υπάρχουν κοινωνικοί σχηματισμοί, κατασκευή προορισμένη να προβάλλει κοινωνικούς συσχετισμούς». Αυτές τις σχέσεις που ορίζουν τα όρια του εαυτού και των σχέσεων με τους άλλους διερευνούμε με το εργαστήριο για τα σπίτια. Στόχος είναι η κινητοποίηση ενός ονείρου, με ρίζες στην πραγματικότητα, όπου στο πλαίσιο της Κ.Σ.Δ αναγνωρίζεται η δυνατότητα το σπίτι να μπορεί να αποτελεί έναν τόπο ασφάλειας με τους όρους που επιλέγει ο καθένας μας.

Μέσα σε αυτόν τον τόπο, για να παραφράσουμε τον Bahktin όταν αναφέρεται στην ανάσταση των νοημάτων (Βολοσίνοφ, 1998, σ.44), κάθε έννοια, κάθε συναίσθημα που συνδέεται με όσα οι άνθρωποι δυνητικά μπορούν να νιώσουν μέσα σε ένα σπίτι, θα έχει ένα χώρο και ένα πεδίο έκφρασης, μια δυνατότητα να αναδυθεί και να διερευνηθεί η σημασία του νοήματός της.

Έτσι, η πρότασή μας είναι ότι τα σπίτια αποτελούν χώρους που μπορούν να απαρτιώσουν διαλογικά αντιφάσεις (Γκότσης, 2007, 2008) ανάμεσα στις επιθυμίες, τις ανάγκες και τα συναισθήματα όσων τα κατοικούν. Τα σπίτια κατασκευάζονται εμπειρικά μέσω της μνήμης ή των αφηγήσεων, ακόμα και όταν δε μένουμε σε αυτά.

Το σπίτι ως ταυτότητα και χώρος ασφάλειας

Στη δράση που υλοποιήσαμε στο χώρο της Παιδικής Προστασίας, αφορμή για το παρόν κείμενο, προσκαλέσαμε τους φροντιστές να μοιραστούν ιστορίες  πάνω σε απλές καθημερινές εμπειρίες, όπως, πχ., «πώς λέτε καλημέρα στα σπίτια;», «πώς τρώτε φαγητό;», «υπάρχουν κάποιες τελετουργίες;», «πώς διαβάζετε παραμύθια ή λέτε καληνύχτα;».

Το αποτέλεσμα αυτής της πρόσκλησης είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς μέσα από τις αφηγήσεις τους αναδύθηκε ένα πλήθος εννοιών και θεμάτων. Με τις ιστορίες μπορούσε κανείς να εντοπίσει πρακτικές που συνδέονται με την ασφάλεια και τις τελετουργίες ως προς την ταυτότητα. Αναδείχθηκαν επίσης καθαρά οι διεργασίες που αφορούν στα όρια (ο χώρος, ο χρόνος, η εγγύτητα και η απόσταση κτλ.), που συνδέονται τόσο με τις ενδο-συστημικές όσο και με τις δια- συστημικές συναλλαγές.

Χαρακτηριστικές ήταν επίσης οι αναφορές στις πράξεις φροντίδας που συνδέονται με ατομικές ή συλλογικές εμπειρίες, στις συνδέσεις με μνήμες εγκατάλειψης ή κακοποίησης, όπως επίσης και την επανάληψη εκ μέρους των  φροντιστών ή των παιδιών σχημάτων που αφορούν στη σύνδεση και τη συνάντηση με τον άλλο.

Οι φροντιστές ανέφεραν πως οι δράσεις τους με τα παιδιά ήταν επηρεασμένες από την ανάκληση στη μνήμη των δικών τους εμπειριών από τη ζωή στα δικά τους σπίτια. Εμείς εκτιμήσαμε αντίστοιχα ότι οι αποκρίσεις των παιδιών σε αυτές τις δράσεις συνδέονταν άμεσα με τις εμπειρίες τους σε αυτά.

  Στο βιβλίο του για την ιστορία του σπιτιού στο χώρο και το χρόνο ο Bryson (2010) επιβεβαιώνει πόσο σημαντικό είναι να ενταχτούν στο διάλογο οι απλές καθημερινές πρακτικές αναφέροντας ότι: «αυτό είναι κυρίως η ιστορία: πλήθη ανθρώπων που κάνουν καθημερινά πράγματα», για να καταλήξει ότι τα συμβάντα και η ιστορία καταλήγουν πάντα στην έννοια του σπιτιού.

Πραγματικά, όπως είδαμε και από τις ιστορίες των ανθρώπων που μαζί τους εργαστήκαμε με αυτό το θεωρητικό και εκπαιδευτικό υλικό, το σπίτι λειτουργεί ως ένας ζωντανός μεταβαλλόμενος χώρος, στον οποίο βιώνονται οι καθημερινές εμπειρίες των ανθρώπων.

Τόσο η έννοια του σπιτιού όσο και το σπίτι ως ζωντανός χώρος,  περιλαμβάνει αφηγήσεις για τις βιωμένες εμπειρίες που συνδέονται με την ταυτότητα (Lang, McAdam, 2016 ), τις μετατοπίσεις στο χώρο και το χρόνο. Περιλαμβάνει επίσης ιστορίες για τις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους, μνήμες από την παιδική ηλικία, επιθυμίες και ματαιώσεις.

Το σπίτι παράλληλα είναι ένας ζωντανός χώρος που χαρακτηρίζεται από τη δράση, από ένα αμέτρητο πλήθος ενεργητικών εμπειριών, ενώ πολλαπλά βιώματα παράγονται σε κάθε στιγμή αυτού του παλλόμενου ζωντανού οργανισμού Ταυτόχρονα, οι επιθυμίες και τα όνειρα των ανθρώπων που το κατοικούν ξεδιπλώνονται μέσα σε αυτήν την εμπειρία που κυριαρχείται από το end in view («τελικό στόχο»), δηλαδή, από διαρκείς προβολές στο μέλλον (Lang, McAdam, 2016).

Στην Κ.Σ.Δ. αυτές οι προβολές είναι σημαντικές, καθώς καθιστούν το μέλλον  ένα εν δυνάμει παρόν. Την ίδια στιγμή που γίνονται οι προβολές στο μέλλον, οι υπόλοιπες διαστάσεις του χρόνου είναι επίσης παρούσες: Την ίδια στιγμή που οι συνομιλίες για το σπίτι εμπεριέχουν ανάγκες και επιθυμίες, δυνατότητες για εξέλιξη και αλλαγές, μετακινήσεις και όνειρα για το μέλλον, ανακινούν θέματα μνήμης αλλά και εμπειρίες του παρόντος, που συνδέονται με τις σχέσεις, τις ανησυχίες ή τις δυσκολίες των εμπλεκομένων.  

Το σπίτι επίσης συνδέει το άτομο με το περιβάλλον του και σηματοδοτεί τη διαφορά ανάμεσα στον προσωπικό και το δημόσιο χώρο (Wilson, 1988). Τα συναισθήματα για το σπίτι αλλάζουν ανάλογα με τα βιώματά μας και ορίζουν πού νιώθουμε οικεία και πού όχι. Ορίζουν επίσης ποιους θέλουμε δίπλα μας και ποιους αποφεύγουμε, πόσο οριοθετούμε τις σημαντικές σχέσεις, αλλά και πόσο μπορούμε να προσαρμοζόμαστε στις αλλαγές και να αξιοποιούμε τις ικανότητες και τα αποθέματα, επαναπροσδιορίζοντας την πορεία μας.

Αυτές οι τοποθετήσεις δεν είναι άσχετες με τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια και τις κυρίαρχες νοηματοδοτήσεις. Για παράδειγμα, ένα από τα κυρίαρχα ερμηνευτικά ρεπερτόρια του σπιτιού στην ιστορία της Δυτικής κουλτούρας είναι η κατασκευή του σπιτιού ως τόπου ασφάλειας και «καταφυγίου». Ενδεικτικά ας σκεφτούμε το ακόλουθο παράδειγμα:

Πολλοί έχουμε μεγαλώσει με ιστορίες από ένα τηλεοπτικό αμερικάνικο σήριαλ που παιζόταν χρόνια κάθε βράδυ στην ελληνική τηλεόραση, «το Μικρό Σπίτι στο λιβάδι». Σε κάθε επεισόδιο οι ήρωες έλεγαν μια γλυκιά καληνύχτα και τα φώτα έσβηναν σιγά-σιγά, το ένα μετά το άλλο, αφήνοντας μια υπόσχεση ότι οι ήρωες παρά τις μικρές τους διαφωνίες είχαν μπορέσει τελικά να ολοκληρώσουν την μέρα τους μέσα σε μια ειρηνική συνθήκη.

Χρόνια αργότερα μετά το τέλος του τηλεοπτικού σήριαλ αποκαλύφθηκε ότι στο πραγματικό σπίτι που μεγάλωσε η συγγραφέας, οι απειλές ήταν πανταχού παρούσες (ερωτικά τρίγωνα, βία, αντιζηλίες και αλκοολισμός ήταν μέσα στο ρεπερτόριο των συμπεριφορών των ανθρώπων του σπιτιού). Πολλές αντίστοιχες εκδοχές μπορεί να συναντήσουμε στις ιστορίες των παιδιών που έχουν μεγαλώσει μέσα σε σπίτια, όπου η έλλειψη φροντίδας ή η συναισθηματική και σωματική κακοποίηση ήταν τα κυρίαρχα στοιχεία. Σε αυτές τις ιστορίες καταρρίπτονται πολλές από τις κυρίαρχες αφηγήσεις που αφορούν στην καθημερινή ζωή μέσα σε ένα σπίτι. Πολλές από τις εκδοχές αυτών των ιστοριών είναι ακραίες, επιτρέποντάς μας να μιλούμε για εξαιρέσεις ή ακρότητες. Άλλες όμως απέχουν ελάχιστα από το μέσο όρο των καθημερινών εμπειριών, θέτοντας ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα ή την καθολικότητα των αφηγήσεών μας.

Συχνά το σπίτι απεικονίζεται στις διαφημίσεις, αποσιωπώντας τις άλλες εκδοχές, ως ένας χώρος στον οποίο οι άνθρωποι μένουν μαζί με αγαπημένους ανθρώπους και μπορούν να χαλαρώσουν νιώθοντας ο εαυτός  τους. Η αναγνώριση, ωστόσο, των παράλληλων αλλά περιθωριοποιημένων αφηγήσεων, δεν ακυρώνει στην πραγματικότητα αυτήν την απεικόνιση, αλλά μάλλον δημιουργεί τις δυνατότητες να συνομιλήσουμε σχετικά με τους περιορισμούς, τις αντιφάσεις ή τις συγκρούσεις, που ενδεχομένως μπορούν πολύ συχνά να συνυπάρχουν (Γκότσης, 2008).

Καθώς έχουμε εργαστεί με έφηβους που περνούσαν πολύ χρόνο σε ένα Ανοικτό Κέντρο Ημέρας (ΑΤΡΑΠΟΣ) και οικογένειες που έχουν ζήσει μέσα σε σπίτια που τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν τα μέλη τους έχουν ζήσει δύσκολες εμπειρίες, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτές οι συνομιλίες δεν μπορούν να υπάρξουν εάν πρωθύστερα δεν έχουν δημιουργηθεί διαλογικά πεδία ασφάλειας (Γκότσης, 2016).  

Αυτοί οι χώροι χαρακτηρίζονται από τη σύνδεση, το συντονισμό και τη συν-κατασκευή των όρων που διασφαλίζουν ότι μέσα στην ενεργητική εμπειρία του διαλόγου δε θα επαναληφθούν αντίστοιχα σχήματα. Αντίθετα, η διεργασία του διαλόγου και η σχέση είναι σημαντικό να αποτελέσει από μόνη της μια επανορθωτική εμπειρία.

Σε μια τέτοια συνομιλία ο Ζ., ένας έφηβος χρήστης ουσιών που έζησε μαζί μας για αρκετά χρόνια (σχεδόν τέσσερα) στο Ανοικτό Κέντρο Ημέρας, αφηγήθηκε ότι πέρασε διαδοχικά από πολλά διαφορετικά στάδια: αρχικά ήταν επιφυλακτικός και συμμετείχε ελάχιστα στις κοινές δραστηριότητες και στη συνέχεια συμμετείχε με πάθος σε όλες τις δράσεις που συνδέονταν με τη φροντίδα, όπως η καθαριότητα ή το μαγείρεμα.

Αυτή η μετακίνηση κορυφώνεται τον τελευταίο χρόνο της θεραπείας του, όταν σε μια κρίση που ξεσπά στο εσωτερικό του Ανοικτού Κέντρου ο ίδιος τοποθετείται ξεκάθαρα υπέρ του πλαισίου, αναφέροντας ότι έχει επιτέλους καταλάβει τι σημαίνει η λέξη σπίτι: «Επιτέλους για πρώτη φορά ένιωσα τι σημαίνει να ζεις σε ένα σπίτι. Σημαίνει να σε ακούν, να σε βλέπουν, να αναρωτιούνται τι χρειάζεσαι, να μπορείς να φροντίζεις τους άλλους, όπως αυτοί εσένα». Με αυτόν τον τρόπο ο Ζ. αναφέρεται στις εσωτερικές διεργασίες που συνδέονται με την ασφάλεια ή την απειλή.

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, οι διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σε ένα σπίτι  οριοθετούν το δημόσιο από τον ιδιωτικό χώρο, την έννοια της οικειότητας και της συναισθηματικής εγγύτητας, το μέσα και το έξω, τις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους, τις σχέσεις ανάμεσα στα υποσυστήματα. Ο ποιητής Robert Frost (2012) σε ένα απόσπασμα ποιήματός του[5] έγραψε ότι «το σπίτι είναι το μέρος όπου, όταν πρέπει να πας εκεί, πρέπει να σε δεχτούν».

Ας σημειωθεί εδώ ότι το σπίτι ως χώρος ασφάλειας και «οικογενειακής γαλήνης» συνδέεται άμεσα με το φύλο. Οι ηγεμονικές κατασκευές της θηλυκότητας συνέδεαν μέχρι πρόσφατα τη θέση της γυναίκας με το σπίτι, τον ιδιωτικό χώρο και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Η Bahloul (1999) εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους τα σπίτια και οι μορφές τους όχι μόνο εκφράζουν τις σχέσεις εξουσίας, αλλά τις αναπαράγουν επίσης. Σε ένα εργαστήριο λοιπόν που εξετάζει πώς συγκροτείται η ταυτότητα των ανθρώπων καθώς μιλούν για τα σπίτια, ένα από τα ερωτήματα είναι και το αν και με ποιους τρόπους επιδρά το φύλο στη διαμόρφωση των επιθυμιών για το σπίτι των ονείρων ή στις επιλογές για τη διαμόρφωση του σπιτιού στο παρόν.

Επιστρέφοντας στην εμπειρία του πεδίου, διαπιστώσαμε μέσα στην καθημερινή ζωή του Ανοικτού Κέντρου Ημέρας πως τα μοντέλα ταυτότητας που συνδέονται με το φύλο, αναπαράγονται από τους φιλοξενούμενους μέσα από την κατανομή των καθημερινών εργασιών που συνδέονται με τη φροντίδα των χώρων.

O Foucault περιέγραφε την έννοια των λόγων (discourses) ως αυτών που διαμορφώνουν ποιες συνθήκες και με βάση ποιες αναλυτικές τεχνικές κάποιοι από τους λόγους νομιμοποιούνται. Σύμφωνα με αυτήν την οπτική, οι λόγοι είναι πρακτικές που «συστηματικά σχηματίζουν τα αντικείμενα για τα οποία μιλάνε» (Foucault, 1972, σ.49). Η πραγματικότητα λοιπόν διαμορφώνεται στο λόγο και επομένως, σε ένα εργαστήριο για τα σπίτια ένα κομβικό ζήτημα είναι το ακόλουθο: ποιοι είναι οι ηγεμονικοί λόγοι για το σπίτι, πώς επιδρά η έννοια της ασφάλειας στο πεδίο δυνατοτήτων του κάθε ατόμου να ορίσει την επιθυμία για το σπίτι που ονειρεύεται;

 Εξάλλου, καθώς εξετάζονται οι σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται στους λόγους και τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια για τα σπίτια, διαμορφώνονται και πυρήνες αντίστασης, αφού, όπως έλεγε ο Foucault (1980, σ.142), δεν υπάρχουν σχέσεις εξουσίας χωρίς πυρήνες αντίστασης.

Η σύνδεση του σπιτιού με μετατοπίσεις ταυτότητας στο χώρο και στο χρόνο δίνει έμφαση στη διαδικασία συγκρότησης ταυτότητας, τονίζει την έννοια της πολυφωνίας και της αλλαγής και απομακρύνει από μια γραμμική ανάγνωση για τον εαυτό, τονίζοντας την υποκειμενικότητα και την αλληλεπίδραση με τους σημαντικούς άλλους (Holquist, 2014).

Ο κριτικός αναστοχασμός για τις αλλαγές που συμβαίνουν καθώς μεγαλώνουμε με αφηγήσεις που περιέχουν πολλαπλούς τρόπους νοηματοδότησης της έννοιας του σπιτιού μέσα από μια αέναη συμπλοκή επιθυμιών, ματαιώσεων, δυσκολιών και αλλαγών, αξιοποιεί την εμπειρία της ζωής μέσα στα σπίτια ως μια δυνατότητα να υπάρξουν διάλογοι που συνδέονται με τις μεταβάσεις και τις αλλαγές. Ο τρόπος που τοποθετούμαστε στην έννοια του σπιτιού, καθώς και όλες οι συνομιλίες για τα σπίτια που ζήσαμε, οδηγούν στην έννοια του σπιτιού ως πλαισίου πάνω στο οποίο είναι εφικτό να συλλογιστούμε αναστοχαστικά στις αλλαγές που μας έχουν συμβεί στο παρελθόν και στο παρόν, ενώ παράλληλα κατευθυνόμαστε στη διατύπωση ονείρων για το πού φανταζόμαστε τον εαυτό μας στο μέλλον. Ωστόσο, το σπίτι ως μεταβατικός χώρος δεν είναι μόνο συμβολικός, δεν περιγράφει μόνο το πού ο καθένας αισθάνεται οικεία και άνετα, αλλά περιέχει την έννοια της υλικότητας και του πραγματικού.

Τα σπίτια έχουν υλική υπόσταση, συνδέονται με συγκεκριμένους χώρους, τόπους και αντικείμενα. Οι αφηγήσεις για τα σπίτια στο χώρο και στο χρόνο δεν αναφέρονται σε μια αόριστη αφαιρετική εκδοχή του σπιτιού, το οποίο εμπλέκει το σπίτι μόνο ως χώρο ασφάλειας και φροντίδας. Ως προς τους τρόπους που συγκροτείται η αρχιτεκτονική του οντότητα στις αναφορές των Birdwell Pheasant και Lawrence Zuniga (1999) είναι άμεσα συνδεδεμένη με αλλαγές της Δυτικής κοινωνίας στις κοινωνικές δομές, τις κατασκευές για το φύλο, την τάξη, την ιεράρχηση στις σχέσεις εξουσίας και τη νοηματοδότηση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. 

Στο βιωματικό εργαστήριο για τα σπίτια τα διάφορα ερμηνευτικά ρεπερτόρια που καταθέτουν οι άνθρωποι συνδέουν το σπίτι με την υλικότητα. Οι άνθρωποι ανακαλούν συγκεκριμένα περιστατικά, συγκεκριμένους τόπους και χώρους. Στο εργαστήριο, για παράδειγμα, πολλές από τις συμμετέχουσες έκαναν αναφορές στα σπίτια της παιδικής τους ηλικίας ταυτίζοντάς τα με την ασφάλεια. Το σπίτι συνδέεται με την αρχιτεκτονική του δομή, την τοποθέτησή του στο φυσικό και αστικό τοπίο, τα δωμάτια που έχει, τα αντικείμενα που περιέχει, τους ανθρώπους που το κατοικούν, καθώς και αυτούς που το επισκέπτονται. Η οργάνωση χώρου και αντικειμένων είναι επίσης καθοριστική, καθώς ορίζουν όχι μόνο τη χρήση του χώρου αλλά και την κίνηση μέσα σε αυτόν. Η υλικότητα των σπιτιών εμπλέκει κατασκευές για την οικογενειακή ζωή που είναι κομβικές για την εξέταση των τρόπων με τους οποίους αναπαράγεται η οικογένεια βιολογικά, κοινωνικά, οικονομικά και ηθικά (Birdwell-Pheasant και Lawrence-Zuniga, 1999).

Η υλικότητα του σπιτιού, οι συγκεκριμένες κατασκευές σπιτιών, είναι σημαντικές σε ένα εργαστήριο για το σπίτι. Είναι λοιπόν ανάγκη να εξετάζεται από τους συμμετέχοντες/τις συμμετέχουσες και τους συντονιστές/τις συντονίστριες ποιες διαφορετικές νοηματοδοτήσεις που συνδέονται με την υλικότητα του σπιτιού κινητοποιούνται ατομικά και συλλογικά και με ποιους τρόπους αυτές εμπλέκονται στη διαμόρφωση της ταυτότητας και τον προσανατολισμό στο μέλλον για κάθε άτομο. Το πώς συγκροτεί ο καθένας/η καθεμία το σπίτι ως υλική οντότητα εμπλέκει αυτονόητα και το συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο, καθώς και κατασκευές για το ποια χαρακτηριστικά σπιτιού είναι αυτά που δημιουργούν το πλαίσιο ασφάλειας και οικειότητας. Παράλληλα, το σπίτι μπορεί να είναι προσωρινό ή απρόσωπο σηματοδοτώντας είτε τις συχνές μετακινήσεις των κατοίκων, είτε την άρνησή τους να επενδύσουν σε αυτό, είτε τη ριζική αλλαγή των ενοίκων του από ένα πλαίσιο σε ένα άλλο. Το σπίτι ως χώρος ασφάλειας προκύπτει από το συνδυασμό των ατομικών επιθυμιών για το σπίτι και των κυρίαρχων κατασκευών για αυτό στο συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο, όπως ειπώθηκε παραπάνω, με βάση τα πολιτισμικά αποθέματα κάθε κοινότητας.

Το σπίτι επίσης παραπέμπει άμεσα σε σκέψεις και συναισθήματα για εμάς και τους άλλους, το δημόσιο και το ιδιωτικό, καθώς και για το κατά πόσο η βιωμένη εμπειρία βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις προαναφερθείσες κατασκευές του σπιτιού, κατά πόσο δηλαδή αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας και τους άλλους στις ιδιωτικές στιγμές και στο χώρο. Την ίδια στιγμή οι αναφορές σε «ιδανικές κατασκευές» του σπιτιού, που αναπαράγουν κανονιστικά πλαίσια σχέσεων, κινητοποιούν αισθήματα ματαίωσης, όταν οι κοινωνικές προσδοκίες ή οι προσωπικές επιθυμίες για το «ιδανικό σπίτι» δεν υλοποιούνται και οι άνθρωποι αισθάνονται διαψευσμένοι.

Τίθεται επίσης ένα δίλημμα ταυτότητας, καθώς προσκαλούμε τους ανθρώπους να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους με τα σπίτια και να θυμηθούν τον εαυτό τους στη διάρκεια του χρόνου. Το δίλημμα αυτό συνδέεται με το κατά πόσο ο καθένας μπορεί να υποστηρίξει εναλλακτικές αφηγήσεις απέναντι στις ηγεμονικές εκδοχές σπιτιών και οικογένειας, αν δηλαδή μπορεί το άτομο να διεκδικήσει τις επιθυμίες του, να υποστηρίξει εναλλακτικές εκδοχές ταυτότητας και να διαμορφώσει το δικό του πλαίσιο επικοινωνίας και διαβίωσης, όταν αυτά συγκρούονται λιγότερο ή περισσότερο με τα κοινωνικά ιδανικά. Παρόλο που στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη καθημερινότητα η πυρηνική οικογένεια δεν είναι το μοναδικό μοντέλο στο δυτικό τρόπο ζωής, οι ηγεμονικές εκδοχές συνεχίζουν να είναι ισχυρές. Η Πετσίνη (2003) αναφέρει ότι το σπίτι και οι διάφορες απεικονίσεις του στην τέχνη λειτουργούν ως κοινωνικό ντοκουμέντο, μια και επιδεικνύουν τις κοινωνικές πρακτικές πάνω σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με το πώς συγκροτείται η οικειότητα και τι συνιστά σπίτι για τον καθένα από μας. Ο Putnam (1985) αναφέρει ότι η έννοια του σπιτιού δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί από κοινωνικές, υλικές και πολιτισμικές πηγές και τονίζει ότι η μελέτη των σπιτιών είναι αναπόφευκτα μια μελέτη για τις σχέσεις που συντηρούν και ενδυναμώνουν αυτές τις πηγές.

Επομένως, όταν το σπίτι συνδέεται με ζητήματα ταυτότητας είναι ανάγκη να δούμε το κοινωνικό πλαίσιο και ποιες πρακτικές για την οικογένεια αρθρώνονται μέσα από τις αφηγήσεις για το σπίτι. Το σπίτι περιγράφεται ως «προέκταση του εαυτού στους διάφορους τόπους» (Fuhrer και Kaiser, 1992, σ. 105) και συνδέεται με την αίσθηση συνέχειας με σημαντικά μέρη και ανθρώπους του παρελθόντος. Το σπίτι είναι μια έννοια που αλλάζει διαρκώς καθώς οι άνθρωποι περιγράφουν τις μνήμες και τις προσωπικές ιστορίες της ζωής τους. Το σπίτι νοηματοδοτείται λοιπόν από ιστορίες και δυνατότητες, ως χώρος γεμάτος μνήμες (Cooper-Marcus, 2006, σ.37). Οι διάφοροι λόγοι και ρεπερτόρια για τα σπίτια περιλαμβάνουν μια περίπλοκη συμπλοκή πολιτικών, πολιτισμικών και προσωπικών ιδανικών που βρίσκονται σε μόνιμη διαπραγμάτευση.

Το σπίτι αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο για κάθε άνθρωπο από τη στιγμή που αυτός ή αυτή έχουν διαφορετικές ανάγκες και οπτικές. Για έναν πρόσφυγα, για παράδειγμα, η επανασύνδεσή του με την έννοια του σπιτιού στην καινούρια χώρα που ζει συνδέεται με το ερώτημα πού βρίσκεται το σπίτι και πώς είναι αυτός/η τοποθετημένος/η απέναντί του (Haene και Rober, 2017). Στις κοινωνικές επιστήμες σύμφωνα με την Cooper-Marcus (2006) οι ψυχολόγοι, οι αρχιτέκτονες και οι ανθρωπολόγοι δεν έχουν μελετήσει επαρκώς πόσο σημαντική συναισθηματικά είναι η έννοια του σπιτιού, ούτε πώς αυτή αλλάζει ανάλογα με το σε ποια φάση της ζωής του βρίσκεται το άτομο. Η συγγραφέας μίλησε με πολλούς ανθρώπους για τα σπίτια που έζησαν, τα σπίτια που αγάπησαν, τα σπίτια που άλλαξαν και το σπίτι που ονειρεύονται και κατέληξε ότι οι άνθρωποι «χρησιμοποιούν» τα σπίτια για να εκφράσουν κάτι για τον εαυτό τους.

Στην εμπειρία μας με τους ανθρώπους με τους οποίους εργαζόμαστε σχετικά με αυτά τα θέματα, διαπιστώνουμε ότι πολλές από τις διαπραγματεύσεις παραπέμπουν στις αντιλήψεις του Bowen (Bowen M., 1988) σχετικά με τη διαφοροποίηση και τη συγχώνευση, καθώς μοιάζει ότι όσο πιο κοντά συναισθηματικά βρίσκονται οι άνθρωποι στην οικογένεια προέλευσης τόσο δεν «κατέχουν» πραγματικά το χώρο που ζουν, όχι μόνο ως προς τη διαμόρφωσή του, αλλά και ως προς την οριοθέτησή του σχετικά με τους σημαντικούς άλλους.

 Οι άνθρωποι λοιπόν διαμορφώνουν το χώρο σε συνάρτηση με την κοινωνική ταυτότητα που θέλουν να υιοθετήσουν, ενώ παράλληλα το σπίτι δεν είναι αποκομμένο από ζητήματα που συνδέονται με την τάξη, το φύλο ακόμα και την εθνική ταυτότητα (βλ. τις ελληνικές σημαίες στα μπαλκόνια στον εορτασμό των εθνικών γιορτών). Η Cooper-Marcus (2006) αν και μελετά το σπίτι ως καθρέφτη του εαυτού διαφοροποιείται μεθοδολογικά από την προσέγγιση του παρόντος άρθρου. Εκείνη εξετάζει το σπίτι μέσα από μια Γιουνγκιανή οπτική, που θεωρεί ότι οι άνθρωποι αλλάζουν τον τρόπο που βλέπουν τα σπίτια τους καθώς αναζητάνε τρόπους να γίνουν πιο πλήρεις και ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Στη δική μας θεωρητική πρόταση και με εκκίνηση το βασικό επιχείρημα του κοινωνικού κονστρουξιονισμού ότι δεν υπάρχει μία μοναδική αλήθεια, αλλά η πραγματικότητα κατασκευάζεται κοινωνικά μέσα από μόνιμες διαπραγματεύσεις και επανατοποθετήσεις, το σπίτι εξετάζεται ως κατασκευή που δομείται στο λόγο και στις σχέσεις των ανθρώπων.

Ταυτόχρονα, μέσα από τις αφηγήσεις στις οποίες προσκαλούμε τους ανθρώπους να γίνουν μάρτυρες,  μέτοχοι και συν-δημιουργοί ιστοριών σχετικά με το σπίτι, δημιουργούνται οι δυνατότητες για επαναφηγήσεις και επανανοηματοδοτήσεις των εμπειριών που έχουν συμβεί (White M., 1995, 2000).

Αυτές οι δυνατότητες μετατοπίζουν τους ανθρώπους σχετικά με τον έλεγχο και τη δυνατότητα των επιλογών τους.  Οι ιστορίες σχετικά με τα τοπία ασφάλειας ή τα τοπία απειλών μπορούν πάντοτε να διευρυνθούν, να επαναδιατυπωθούν και να εμπλουτιστούν με την αφήγηση σε ένα δημόσιο πλαίσιο, όπως αυτό μιας ομάδας.

Έτσι, με βάση μια λογοκοινωνιοψυχολογική προσέγγιση (Potter & Wetherell, 1987· Wetherell, 1998) το βασικό επιχείρημα είναι ότι μπορούμε να δούμε ποια ερμηνευτικά ρεπερτόρια εκφράζουν οι άνθρωποι στο λόγο, μέσα από ποιες θέσεις υποκειμένου μιλούν, ποια ρητορικά-ιδεολογικά διλήμματα διατυπώνονται για τα σπίτια, ποιες κατασκευές για το σπίτι είναι διαθέσιμες ως απόθεμα κουλτούρας τη συγκεκριμένη κοινωνικο-ιστορική στιγμή και ποιες είναι οι συνέπειες των όσων λένε στις καθημερινές πρακτικές και στην ευρύτερη κοινωνική ζωή.

 Έτσι, η κατασκευή των σπιτιών κινητοποιεί σύνθετα ζητήματα. Τα ζητήματα αυτά όμως δε θεωρούνται συναισθηματικές καταστάσεις που βρίσκονται στο ασυνείδητο και μένει να αποκαλυφθούν. Η θέση είναι ότι στο λόγο συγκροτούνται και τροποποιούνται οι διάφορες συνδέσεις του σπιτιού με ζητήματα ταυτότητας. Καθώς λοιπόν οι άνθρωποι αφηγούνται και επαναδιαπραγματεύονται την ιστορία τους, θυμούνται τους χώρους από τους οποίους έχουν περάσει, τα αντικείμενα και τα σπίτια που έχουν ζήσει και τους ανθρώπους που έχουν γνωρίσει. Θυμούνται επίσης εμπειρίες που συνδέονται με τη φροντίδα, την προστασία, τις διαφοροποιήσεις και τις α-συνέχειες που οι ίδιοι παράγουν. Μέσα από τις αφηγήσεις τους οι άνθρωποι διαπραγματεύονται το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, ενώ την ίδια στιγμή επανατοποθετούνται για το πώς βλέπουν τους εαυτούς τους και τους άλλους και διαμορφώνουν νέες εκδοχές σπιτιών και εαυτών στο μέλλον.

Καθώς λοιπόν εγγράφονται οι αφηγήσεις για τις μνήμες, τα γεγονότα και τις επιθυμίες που συνδέονται με τα σπίτια, κινητοποιούνται ιστορίες που αναφέρονται σε κοινωνικές σχέσεις, σε διεργασίες που συνδέονται με τη σύνδεση και την επικοινωνία, με συντονισμούς, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις. Ας σημειωθεί ωστόσο εδώ, ότι το σπίτι ως ταυτότητα και ως χώρος δεν μπορεί ποτέ να εννοηθεί μόνο ατομικά. Μέσα από συνεχείς αλληλεπιδράσεις και μετατοπίσεις επανεξετάζονται οι σχέσεις μας με τους άλλους και τον εαυτό. Η διαδικασία αυτή είναι πάντα συλλογική και επομένως, καθώς προσκαλούμε τους ανθρώπους να μιλήσουν για τα σπίτια και πώς αυτά συνδέονται με τον εαυτό, είναι ανάγκη να λαμβάνουμε υπόψη τους τρόπους με τους οποίους οι αφηγήσεις για τα δικά μας σπίτια περιλαμβάνουν και τα σπίτια των άλλων. Καθώς συγκροτείται η εικόνα για το σπίτι και δημιουργούνται θέσεις υποκειμένου[6] και διαπραγματεύσεις ταυτότητας, την ίδια ώρα συγκροτούνται θέσεις και διλήμματα για τους άλλους και για τα «διπλανά» σπίτια. Τίθεται συνεπώς μόνιμα το ερώτημα πώς συνομιλούν τα διάφορα σπίτια μεταξύ τους στο πλαίσιο, για παράδειγμα, λειτουργίας μιας βιωματικής ομάδας, όπως αντίστοιχα συνομιλούν τα σπίτια στο πλαίσιο μιας κοινότητας. Αν λοιπόν το ατομικό με το συλλογικό βρίσκονται σε συνθήκες μόνιμης συνομιλίας, τότε τίθεται διαρκώς το θέμα για το ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό.

Το σπίτι στο χώρο και το χρόνο

Οι άνθρωποι διεκδικούν το χώρο αλλάζοντας το περιβάλλον τους. Ο χώρος είναι δεμένος με την ταυτότητα. Αλλάζοντας το χώρο τίθενται διλήμματα οριοθέτησης και κανόνων που ορίζουν και περιορίζουν τη σχέση με τον εαυτό και τους άλλους. Με τον ίδιο τρόπο το πώς κάνουμε εσωτερικές αλλαγές στο σπίτι αλλάζοντας τη θέση των αντικειμένων ή ανακαινίζοντας το χώρο συνδέεται και με αλλαγές στον εαυτό μας. Συχνά διατυπώνεται η επιθυμία για «μια καινούρια αρχή», για αυτό και μια μετακόμιση μπορεί να σηματοδοτήσει αλλαγές στον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, αλλά και σαν ευκαιρία να επανεξεταστούν οι επιθυμίες, τα όρια και οι διεκδικήσεις (Cooper-Marcus, 2006).
Η ένταξη του σπιτιού στο χώρο κινητοποιεί ερωτήματα που συνδέονται με το «μέσα» και το «έξω». Στη χωρική έννοια του σπιτιού αναδεικνύεται ο τρόπος που τοποθετούμαστε στον προσωπικό και τον ιδιωτικό χώρο, καθώς και το πώς αλληλεπιδρούμε με τους άλλους σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Έτσι, οι έννοιες του «μέσα» και του «έξω» στις συνομιλίες για το σπίτι οδηγούν και σε ερωτήματα για το ποιες σχέσεις εγκαθιδρύονται μέσα από αυτούς τους ορισμούς.

Η δική μας ιδέα είναι ότι αυτά τα ζητήματα αποτελούν κεντρικό θέμα στη δουλειά που κάνουμε με ομάδες γονέων παιδιών και εφήβων. Στις οικογένειες και στις αλλαγές που συμβαίνουν στον κύκλο ζωής, τα ζητήματα που συνδέονται με την υλικότητα του σπιτιού και τις ατομικές ή συλλογικές επιθυμίες είναι πάντοτε παρόντα και εξαιρετικά σημαντικά για την ανάπτυξη των παιδιών. Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να εξεταστεί στην ομάδα η αλληλεπίδραση ανάμεσα στις ατομικές εκδοχές του σπιτιού και στις κυρίαρχες κοινωνικές κατασκευές του. Κατά συνέπεια, αν τα σπίτια είναι μηχανισμοί επικοινωνίας (Blanton, 1994), είναι επίσης και πολιτισμικές κατασκευές που φέρουν συμβολικά μηνύματα για εμάς και τους άλλους, το δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο (Wilson, 1988). Οι Bourdier και AlSayyad (1989) συνέδεσαν την υλικότητα των σπιτιών με την ανάπτυξη δεσμών των ανθρώπων και τους τρόπους με τους οποίους μεταδίδονται η κοινωνική γνώση και οι κοινωνικές πρακτικές.

Η υλικότητα του σπιτιού και τα διαφορετικά ερμηνευτικά ρεπερτόριά του, που κινητοποιούνται στις διάφορες αφηγήσεις[7] για τα σπίτια, περιλαμβάνουν και την έννοια της ετεροτοπίας του Foucault (1984). Η θέση στο χώρο (emplacement) προσδιορίζεται από τις σχέσεις γειτονίας μεταξύ σημείων. Με αυτήν την έννοια ο χώρος γίνεται αντιληπτός με τη μορφή σχέσεων θέσης. Τα σπίτια στο χώρο και το χρόνο εμπλέκουν, κινητοποιούν και περιλαμβάνουν διαφορετικές θέσεις υποκειμένων, καθώς γίνονται μετατοπίσεις στον τρόπο που βλέπουμε εμείς και οι άλλοι τον εαυτό και τους χώρους που ζούμε και ονειρευόμαστε. Σύμφωνα με τον Foucault (1984) και τη συστημική θεωρία, δε ζούμε σε ένα κοινωνικό κενό, αλλά σε ένα σύνολο που περιλαμβάνει σχέσεις που προκαλούν συνεχείς μετατοπίσεις και αλληλεπιδράσεις. Επομένως, ο τρόπος που μιλάμε για τα σπίτια υλοποιείται σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο, που συγκροτείται από τις θέσεις και τις μετατοπίσεις ταυτότητας, τις δικές μας και των άλλων.

Την ίδια στιγμή τα σπίτια και οι διαφορετικές κατασκευές τους βρίσκονται μέσα και έξω από ένα συγκεκριμένο χρόνο και χώρο, καθώς επενδύονται διαφορετικά από αυτούς που τα περιγράφουν. Έτσι, παρόλο που το σπίτι έχει πάντα μια υλικότητα, το ομιλούν υποκείμενο τοποθετεί το σπίτι σε ένα χώρο που είναι αλλά και δεν είναι, μιας και μέσα από την αφήγηση η αναφορά σε ένα σπίτι του παρελθόντος εμπλουτίζεται με στοιχεία από το φαντασιακό ή σχηματίζεται ανάλογα με τη συγκεκριμένη θέση και τα συγκεκριμένα συναισθήματα του ατόμου που το περιγράφει. Κατά συνέπεια, οι αφηγήσεις για τα σπίτια συμπλέκουν παρόν, παρελθόν και μέλλον συγκροτώντας το σπίτι ως ενδεχόμενη ετεροτοπία. Το σπίτι μπορεί να είναι ένας τόπος που βρίσκεται έξω από τόπους, να συνδέει πραγματικά και φαντασιακά στοιχεία, να τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, αλλά και να το ξεπερνά. Όπως περιέγραψε την έννοια ο Foucault (1984), το σπίτι ως ετεροτοπία έχει τη δυνατότητα να αντιπαραθέσει σε έναν πραγματικό τόπο πολλούς χώρους, πολλές θέσεις. Επομένως, ως ετεροτοπία το σπίτι γίνεται αντικείμενο πραγματικής και μυθικής διεκδίκησης του χώρου όπου ζούμε (Foucault, 1984), αντικείμενο διαπραγμάτευσης και αλλαγών ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους.

Το σπίτι στο χώρο και τον τόπο, όπως διαμορφώνεται στις αφηγήσεις των ανθρώπων, δεν περιλαμβάνει μόνο την κανονικοποιημένη εκδοχή της ασφάλειας. Το σπίτι μπορεί σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή να είναι ανοίκειο και απειλητικό, να είναι ένας χώρος δυσοίωνος, που εμποδίζει το άτομο να αισθανθεί ωραία στον προσωπικό του χώρο. Εξάλλου, καθώς το σπίτι κινητοποιεί συμβολισμούς για το «μέσα» και το «έξω», συχνά χρειάζεται η απομάκρυνση από αυτό και η δράση του ατόμου στον κοινωνικό χώρο, ώστε η επιστροφή στο σπίτι να τροφοδοτεί την αίσθηση ασφάλειας. Μια ζωή περιορισμένη αποκλειστικά μέσα στο σπίτι, όπως αυτή που έκανε για αιώνες η πλειονότητα των γυναικών, δημιουργεί μάλλον την αίσθηση του εγκλεισμού παρά της ασφάλειας. Ο Ceronetti (1987), παραθέτει τη θέση του Esquirol (1838), που αναφέρει ότι υπάρχουν άτομα που βρίσκουν τη λογική τους βγαίνοντας από το σπίτι τους και τη χάνουν πάλι όταν επιστρέψουν. 

Σε ένα χώρο διαλογικής ασφάλειας, όπως είναι ένα βιωματικό εργαστήριο, είναι σημαντικό να υπάρχουν τα περιθώρια να έρθουν στο διάλογο οι αφηγήσεις που συνδέονται με τα συναισθήματα ή τις εμπειρίες απειλής. Πρέπει ωστόσο να διαφυλαχθεί η βασική αίσθηση ασφάλειας που προκαλεί η ομάδα, ώστε να μην αισθανθεί το άτομο μεγαλύτερη απειλή ή να μην απειληθούν αντίστοιχα πιο προσωπικές λεπτομέρειες για τη ζωή του, που επιθυμεί να μην αποκαλύψει στην ομάδα.

Οι αφηγήσεις  για τα σπίτια στη χρονική τους διάσταση με τελική εκδοχή ένα μελλοντικό ασφαλές και ιδανικό σπίτι, έτσι όπως το ονειρεύεται ο καθένας, μπορεί να λειτουργήσει ως μια ευκαιρία να ξανακερδηθεί ο χαμένος χρόνος, αφού οι ιστορίες των σπιτιών γίνονται αναστοχαστικό εργαλείο και συντελούν στον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας, της επιθυμίας και των σχέσεων με τους άλλους. Εξάλλου, όπως αναφέρει ο Rapοport (1969, σ. 47), αυτό που δίνει την τελική μορφή στο σπίτι και συγκροτεί τη δομή του, είναι το όραμα που οι άνθρωποι έχουν για το τι συνιστά ιδανική ζωή.

Το σπίτι ως μνήμη

Καθώς αφηγούμαστε την πορεία μας στο χώρο και το χρόνο, αναζητάμε συχνά μνήμες από την παιδική ηλικία. Οι αναμνήσεις για αυτά τα μέρη της παιδικής ηλικίας λειτουργούν ως ένα είδος ψυχικής άγκυρας για να αναζητηθούν τα σημαντικά γεγονότα και οι σημαντικοί άλλοι που διαμόρφωσαν την ταυτότητά μας.

Η Τζιμογιάννη (2009) αναφέρει ότι το τοπίο δεν υποδέχεται τις δράσεις των ανθρώπων, αλλά είναι κυρίαρχο συστατικό της ανάπτυξης αυτών των δράσεων. Οι πράξεις, οι τελετουργίες και το τοπίο παράγουν μέσω της μνήμης νέες πιθανές πρακτικές, που δίνουν νέες σημασίες και νόημα στο τοπίο. Αντίστοιχα, το σπίτι μέσω της μνημονικής διαδικασίας επανακατασκευάζεται και νοηματοδοτείται με νέους τρόπους. Η μνήμη είναι λοιπόν συνδεδεμένη με τις αφηγήσεις για τα σπίτια στο χώρο και το χρόνο. Η μνήμη έχει πολλές εννοιολογήσεις (Τζιμογιάννη, 2009). Στο παρόν άρθρο η μνήμη αντλεί το περιεχόμενό της από τη θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού. Θεωρείται μια μόνιμα ζωντανή αναστοχαστική διαδικασία, στην οποία το παρόν συγκρίνεται με το παρελθόν και σχεδιάζεται το μέλλον ως όνειρο και επένδυση. Η ανάκληση του παρελθόντος, ο τρόπος που μιλάμε για τα σπίτια που ζούμε και τις αλλαγές ως προς αυτά, αναδιαμορφώνεται διαρκώς, επειδή βρισκόμαστε και εμείς σε μια διαρκή διαδικασία αλλαγής. Για αυτό η μνήμη προκαλεί στην κονστρουξιονιστική θεωρία δράση, αναδιάρθρωση και άνοιγμα στις μελλοντικές πιθανότητες. Η μνήμη, δηλαδή, είναι αντικείμενο κοινωνικής κατασκευής και προσλαμβάνεται τόσο ατομικά όσο και συλλογικά «μέσα στα κοινωνικά συμφραζόμενα του χώρου και του χρόνου» (Πορτάλιου, 2006, σ.2, όπως αναφέρεται στην Τζιμογιάννη, 2009).

Οι αναφορές στα σπίτια κινητοποιούν και την έννοια της ρωγμής στις κατασκευές για τον εαυτό, τη σχέση με τους άλλους, το χώρο και την αλληλεπίδραση όλων αυτών των εννοιών. Η μνήμη τροποποιείται ανάλογα με τις δικές μας τοποθετήσεις στο χώρο και το χρόνο, τις αλλαγές στις επιθυμίες και τις επιλογές που υποστηρίζουμε. Όλα αυτά παράγουν δράσεις και δημιουργούν εναλλακτικούς κόσμους, τους οποίους καλούμαστε να υποστηρίξουμε ή να αλλάξουμε. Οι διαδικασίες μνήμης ως προς τα σπίτια στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον συνδέονται άμεσα με την κινητοποίηση, τον προσανατολισμό στη δράση και την ανάληψη ευθύνης για όσα συμβαίνουν στον καθένα/στην καθεμία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προσκαλούμε τους ανθρώπους που συμμετέχουν να θυμηθούν τους ανθρώπους στους οποίους έχουν επενδύσει και νιώθουν οικεία μαζί τους, τα σπίτια στα οποία έχουν μεγαλώσει, αυτά που έχουν αλλάξει καθώς μεγαλώνουν, αλλά και τα σπίτια που ονειρεύονται στο μέλλον.

 Ένα βιωματικό εργαστήριο για τα σπίτια κινητοποιεί τη μνήμη ως αναστοχαστική διαδικασία σε ζητήματα ταυτότητας με τη δημιουργία ενός χώρου στον οποίο τα άτομα μπορούν να εξετάσουν τα όρια του ατομικού και του συλλογικού, να αναλάβουν την ευθύνη για όσα έχουν συμβεί και να σχεδιάσουν το μέλλον που ονειρεύονται με τους δικούς τους όρους. Μέσω των αισθήσεων και της γλώσσας επιτυγχάνεται η σωματοποίηση της μνήμης, συνδέεται η ιστορική στιγμή με τα βιώματα των ανθρώπων και με αυτόν τον τρόπο η κουλτούρα γίνεται υλική και αποτελεί αντικείμενο αναστοχασμού και ταυτότητας (Σερεμετάκη, 1997). Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι καθώς κινητοποιούνται μνημονικές διαδικασίες, το ατομικό με το συλλογικό δεν μπορούν να διαχωριστούν με αυστηρό τρόπο, αφού η μνήμη συνδέεται με αποθέματα κουλτούρας, προσδοκιών, επιθυμιών και κοινωνικών πρακτικών.

Το σπίτι ως τοπίο γίνεται μνημονικό ίχνος, συγκρίνοντας μόνιμα το παρόν με το παρελθόν και συγκροτώντας τις μελλοντικές πιθανότητες με αυτόν τον τρόπο. Έτσι, με τις αφηγήσεις για τα σπίτια οι άνθρωποι «κατοικούν» στις μνήμες των σπιτιών. Οι αφηγήσεις για τα σπίτια είναι τελικά αφηγήσεις ζωής, αφηγήσεις για τους εαυτούς και τους σημαντικούς άλλους. Μνήμη, αφήγηση, πράξη και διαλογικότητα είναι τα τέσσερα κομβικά στοιχεία για την επαναδιαπραγμάτευση των βιωμάτων και την οριοθέτηση των σχέσεων με τους άλλους. Οι αφηγήσεις δημιουργούν νέους χώρους και νέες εκδοχές ταυτότητας με την κινητοποίηση της ζωντανής μνήμης.

Το εργαστήριο μέσω του οποίου εργαζόμαστε με αυτές τις έννοιες έχει ως στόχο να προσκαλέσουμε τους ανθρώπους να εργαστούν σε αυτά τα πεδία που έχουμε ονομάσει Ενδιάμεσους Μεταβατικούς Χώρους της Αλλαγής (Γκότσης, 2016), ανάμεσα στα στάδια των μεταβάσεων και των αλλαγών, όπως αυτά προτείνονται στην Κ.Σ.Δ και συγκεκριμένα μέσω της ανάπτυξης και της εφαρμογής του μοντέλου των  4 D (Γκότσης, 2016).

Αυτοί οι χώροι χαρακτηρίζονται από διαλογικές πράξεις που διερευνούν ιστορικά στοιχεία, υποκειμενικές κατασκευές και αντικειμενικές παραμέτρους των εμπειριών. Καθώς και διαπροσωπικές διεργασίες από μια πληθώρα συνομιλιών με συντονισμούς και συγκρούσεις για την κουλτούρα, τον πολιτισμό, τα αξιακά πλαίσια και τις ηθικές στάσεις.

Στο εργαστήριο προσκαλούμε τελικά τους ανθρώπους να αναστοχαστούν κριτικά το παρελθόν τους και να σχεδιάσουν το μέλλον με ρεαλιστικούς όρους. Τα εργαλεία για την αναστοχαστική αυτή διαδικασία είναι η μνήμη, η σύνδεση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος με καταξιωτικό τρόπο, ο προφορικός και γραπτός λόγος, τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια του σπιτιού και οι διάφορες εκδοχές των ταυτοτήτων.

Στις αφηγήσεις για τα σπίτια και στις αναμνήσεις των ανθρώπων σημαντικός είναι και ο ρόλος της φαντασίας, καθώς οι άνθρωποι επανακατασκευάζουν το παρελθόν με δημιουργικό τρόπο, ενθυμούμενοι κάποια περιστατικά και ξεχνώντας άλλα. Οι μνήμες για τα σπίτια δημιουργούν δρόμους για την κριτική επανεξέταση του εαυτού και την αξιολόγηση των σχέσεων με τους σημαντικούς άλλους μέσα από μια διαδικασία που ανοίγει νέες δυνατότητες και είναι πολυφωνική, αφού συνδέει τις φωνές στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον. Οι αφηγήσεις για τα σπίτια δημιουργούν μνημονικούς τόπους ταυτότητας που ανασυγκροτούνται διαρκώς στο πλαίσιο μιας κίνησης «στα όρια του χρόνου και του τόπου, του έσω και του έξω» (Μπαρτσίδης, 2017, σ. 54). Η επιθυμία να αφηγηθεί κανείς σε ένα ομαδικό πλαίσιο ιστορίες για τα σημαντικά σπίτια της ζωής του σηματοδοτεί μια κίνηση προς τα μπρος και κινητοποιεί την επιθυμία για αλλαγή, ενώ παράλληλα λειτουργεί και ως ανάγκη για επικοινωνία. Κατά μία έννοια, κάθε αφήγηση σε μια ομάδα δημιουργεί το χώρο να επενδύσουμε συναισθηματικά στο χρόνο και να διεκδικήσουμε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σε μια διαδικασία, όπου όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές. Καθώς αφηγούμαστε εκδοχές του εαυτού, είναι εφικτή η τροποποίηση και η αλλαγή αυτών των εκδοχών μέσα από τη διεκδίκηση νέων επιθυμιών και εναλλακτικών ερμηνευτικών ρεπερτορίων για τον εαυτό και τις κοινωνικές σχέσεις.

Σημαντική σε αυτήν τη διαδικασία είναι η έννοια της μεταμόρφωσης. Καθώς το υποκείμενο ανακαλεί τα σπίτια που το «σημάδεψαν» και τα αποτυπώνει εικαστικά, τα μεταμορφώνει προκαλώντας μεταμορφώσεις και στους τρόπους που βλέπει τον εαυτό του, τους άλλους και τη ζωή του. Η ανασκευή του παρελθόντος χωρο-χρονικά στις αφηγήσεις για τα σπίτια και η παράλληλη επιθυμία κάθε ανθρώπου για ένα «καταφύγιο», για ένα σπίτι, είναι μια δημιουργική διαδικασία που συνδέεται και με την έννοια της ουτοπίας ως λειτουργίας συνέχισης της ζωής. Σύμφωνα με τον Galeano[1]  οι επιθυμίες χρειάζονται εκπαίδευση και η ουτοπία είναι μια κινούμενη δύναμη που βοηθά τους ανθρώπους να συνεχίσουν τη ζωή τους διεκδικώντας όσα ονειρεύονται. Η μνήμη εξάλλου συνδέεται και με έναν άλλο τρόπο με τα σπίτια, αφού γίνεται «τοπολογική», συγκροτεί έναν «τοπολογικό σχηματισμό, συσχετισμένο με την ανάλογη τοπολογική ποιότητα της επιθυμίας» (Μωραΐτης, 2017, σ.145). Τέλος, στο πλαίσιο της κονστρουξιονιστικής θεωρίας, που εξετάζει τη μνήμη ως κοινωνική κατασκευή, η μνήμη και η συντήρησή της, προϋποθέτουν την έννοια του τόπου.  Χωρίς την κινητοποίηση του χρόνου και του τόπου, δεν μπορεί να μιλάμε για συγκρότηση μνήμης και εαυτού. Η μνήμη ως κοινωνική κατασκευή στις αφηγήσεις των ανθρώπων για τα σπίτια και τους εαυτούς τους συνδέεται επίσης με την Καταξιωτική Συστημική Διερεύνηση, επειδή η μνήμη λειτουργεί ως ένα πεδίο ανάδειξης αυτού που δυνητικά μπορεί να υπάρξει  (Σταυρίδης, 2017). 

Μνήμη, ταυτότητα, λογοδοσία και διλημματικότητα

Οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι αφηγούνται τις ιστορίες της ζωής τους με αφορμή τα σπίτια δεν εξαρτώνται βέβαια αποκλειστικά από την ατομική τους επιλογή. Τα διαθέσιμα ερμηνευτικά ρεπερτόρια για τα σπίτια και το περιεχόμενό τους εξαρτώνται από τις επικρατούσες αξίες στο στενό (σπίτι) και στο ευρύτερο περιβάλλον τους (κοινότητα). Εξαρτώνται επίσης από τους διαθέσιμους πολιτισμικούς πόρους μέσα από μια ενεργή διαπραγμάτευση ανάμεσα στα υποκείμενα και τις κοινωνικές συνθήκες. Η λογοδοσία και οι διαπραγματεύσεις σε ζητήματα ταυτότητας, με αφορμή τις μνήμες για τα σπίτια και τα διαφορετικά ερμηνευτικά ρεπερτόρια, γίνονται πάντα με τρόπο διλημματικό. Ο Billig και οι συνεργάτες του (1988) θεωρούν ότι η σκέψη και η ιδεολογία είναι πάντα διλημματικές. Η σκέψη και η γλώσσα είναι πάντα ρητορικά οργανωμένες. Κάθε επιχείρημα οργανώνεται ρητορικά και αποκτά τη σημασία και το περιεχόμενό του από τη θέση την οποία επιχειρεί να «ανατρέψει». Έτσι, η επιχειρηματολογία των ατόμων για τα σπίτια και τις σχέσεις τους με αυτά δεν είναι αποκλειστικά ατομικά τους ζητήματα, αλλά μέρη ευρύτερων πολιτισμικά προσδιορισμένων κοινωνικών διαμαχών για τον εαυτό, τις σχέσεις και τις κατασκευές για τα σπίτια. Οι κοινωνικές αυτές λογοδοτήσεις είναι πάντα ενταγμένες σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Η κοινωνική επομένως λογοδοσία δομείται στο πλαίσιο αντιθετικών θεμάτων και η ιδεολογική αναπαραγωγή εντοπίζεται στο λόγο των ανθρώπων με τη συγκρότηση των ρητορικών-ιδεολογικών διλημμάτων. Με αυτόν τον τρόπο τα άτομα δε θεωρούνται παθητικοί δέκτες των ιδεολογικών επιδράσεων, αλλά συν-διαμορφωτές των ιδεολογικών κατασκευών και διλημμάτων. «Η ιδεολογία λοιπόν ως έννοια δεν δομείται έξω από τον λόγο των ανθρώπων, οι οποίοι συμμετέχουν, αλλά έχει έννοια διλημματική και συγκροτείται στη συνομιλιακή περίσταση» (Μάκη, 2015, σ.103).

Οι άνθρωποι αφηγούνται ιστορίες για τα σπίτια, τις ζωές τους, τις σχέσεις με τους άλλους και τις επιθυμίες μέσα από τις μνήμες τους. Μέσα από τη διαδικασία αυτή περιέχεται το στοιχείο της ταξινόμησης, καθώς γίνεται εκλεκτικά μια επιλεκτική ανακατασκευή των γεγονότων. Το τι θυμούνται οι άνθρωποι και τι όχι, αποκαλύπτει σημαντικές πληροφορίες για τη σχέση των ανθρώπων με τα ιδεολογικά διλήμματα του παρελθόντος και τις εκάστοτε πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές περιστάσεις. Η μνήμη συνδέεται επίσης με διάφορα σχήματα και μοτίβα σύνδεσης, επικοινωνίας και συναισθηματικής επεξεργασίας. Τα σχήματα αυτά αναδύονται στο λόγο, καθώς τα ομιλούντα υποκείμενα κατασκευάζουν τις εκδοχές για τα σπίτια. Αν η έννοια του σπιτιού εμπεριέχει κίνηση, αφού πυροδοτεί τη σύνδεση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, τότε η μνήμη ορίζει τη νοηματοδότηση μέσα από τα συναισθήματα και τις πρακτικές κατοίκησης. Ωστόσο, στο πλαίσιο της διλημματικότητας κάθε μνήμη για τα σπίτια που εμπλέκει διλήμματα και μετατοπίσεις ταυτότητας παράγει νέα διλήμματα ρητορικά, ηθικά και ιδεολογικά. Στο πλαίσιο αυτό, η μνήμη αυτόματα εμπεριέχει και τη λήθη, καθώς ανασυγκροτούνται τα διλήμματα ταυτότητας και οι άνθρωποι λογοδοτούν πάνω στα ερμηνευτικά ρεπερτόρια του σπιτιού και των διλημμάτων που παράγονται με βάση τα αντιθετικά θέματα της κοινής λογικής για αυτά.

Η μνήμη κατά συνέπεια δεν είναι γραμμική ούτε ακολουθεί επαναληπτικά μοτίβα, αλλά είναι επιτελεστική και διαλογική, αφού συνδέει τόσο τους πολυφωνικούς εαυτούς μας, αλλά και το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, ανοίγοντας νέες δυνατότητες συγκρότησης ταυτότητας στο μέλλον και διευρύνοντας τα πεδία επικοινωνίας με τους άλλους με αφηγήσεις αλληλοσυμπλεκόμενες. «Σε κάθε θεωρία συγκρότησης του υποκειμένου, μνήμη και φαντασία ανήκουν στην ίδια περιοχή», αναφέρει ο Μπαρτσίδης (2017, σ. 53), επισημαίνοντας τους τρόπους με τους οποίους η ταυτότητα συνδέεται με τους μνημονικούς τόπους. Καθώς το υποκείμενο συγκροτεί τον εαυτό του μέσα στα σπίτια καλείται μόνιμα και διαρκώς να «επιλέξει» και να «λογοδοτήσει» πάνω σε διλήμματα. Είναι αυτή η διλημματικότητα που γίνεται αντικείμενο δημιουργικής επεξεργασίας με τη χρήση της φαντασίας και του αναστοχασμού. Σε αυτήν τη διαδικασία οι τρόποι που αλληλεπιδρά η μνήμη με τη λήθη, ο εαυτός με τους άλλους, το παρόν με το παρελθόν, είναι αυτοί που δημιουργούν νέες πιθανότητες ταυτότητας μέσα από τη σύνθεση.  

Η διλημματικότητα ως κεντρικό σημείο της σκέψης και της συγκρότησης ταυτότητας, καθώς το άτομο αναστοχάζεται κριτικά και ανασυνθέτει το «τοπίο» της ζωής του με τις αφηγήσεις για τα σπίτια, οδηγεί στη σύνθεση ζωής και φαντασίας στο πλαίσιο μιας «σχεσιακής οντολογίας» (Μπαρτσίδης, 2017, σ. 55). Ο Μπαρτσίδης περιγράφει την έννοια ως μια «ταυτόχρονη κίνηση σε μια χωρική διαλεκτική… μια έρευνα της εικόνας εν σχέσει με το χρόνο» (Μπαρτσίδης, 2017, σ. 55). Η διλημματικότητα σκέψης, ιδεολογίας και ταυτότητας είναι αυτή που συγκροτεί και συνθέτει τους όρους με τους οποίους οι άνθρωποι θα «λογοδοτήσουν» για όσα τους αφορούν, ορίζοντας πού νιώθουν καλά και πού όχι, ποιοι χώροι είναι ασφαλείς και ποιοι όχι, καθώς και ποιοι είναι οι σημαντικοί άλλοι με τους οποίους θέλουν να είναι μαζί. 

Καταξιωτική Συστημική Διερεύνηση: το σπίτι και η μνήμη

Μέχρι τώρα έχει γίνει ήδη αναφορά στο πώς συνδέονται οι αφηγήσεις για τα σπίτια με τη μνήμη και πώς οι αφηγήσεις για αυτά στο πλαίσιο ενός εργαστηρίου για τα σπίτια, όπου οι άνθρωποι ανταλλάσσουν συλλογικά ιστορίες από τη ζωή τους, από τους χώρους που έχουν ζήσει, συνδιαλέγεται με διάφορα ερμηνευτικά ρεπερτόρια του σπιτιού και με τη διαδικασία κριτικού αναστοχασμού για ζητήματα ταυτότητας. Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να τονιστεί ένα άλλο στοιχείο της μνήμης, που όρισε το θεωρητικό μέρος του εργαστηρίου για τα σπίτια. Η μνήμη λοιπόν είναι αυτή που προσανατολίζει σε νέες δυνατότητες συνδέοντας παρόν, παρελθόν και μέλλον. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό η μνήμη πρέπει να λειτουργεί μόνιμα αναστοχαστικά και να μην είναι γραμμική.

Ο Σταυρίδης (2017) αναφέρει ότι στη νεοτερική και μετανεοτερική σκέψη η μνήμη που είναι αποκλειστικά προσανατολισμένη είτε στο μέλλον, είτε στο παρελθόν εμποδίζει την αυτεπίγνωση των ατόμων. Αντίθετα, «όσο η αναφορά στο παρελθόν αναγνωρίζεται ως το πεδίο της κριτικής ανασύστασης των δυνάμεων που το έπλασαν, αλλά και των δυνατοτήτων που δεν υλοποιήθηκαν, η μνήμη θα είναι πηγή κριτικής και δημιουργίας» (Σταυρίδης, 2017, σ. 177).

Η δημιουργική ανακίνηση ζητημάτων ταυτότητας στο εργαστήριο για τα σπίτια με τη συνεισφορά της Καταξιωτικής Συστημικής Διερεύνησης κάνει εφικτό το αίτημα του Σταυρίδη (2017) για ανάκτηση του κριτικού δημιουργικού ρόλου της μνήμης. Αυτή η ιδιότητα της μνήμης ως αναστοχαστικού εργαλείου που μπορεί να μετασχηματίζει παρόν, παρελθόν και μέλλον μέσα από την αξιοποίηση των ικανοτήτων και των αποθεμάτων του κάθε ατόμου και με την παράλληλη σύνδεση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, καθιστά τη μνήμη δημιουργική και ικανή να δημιουργεί νέες εκδοχές στο μέλλον, πιθανότητες αλλαγών που μπορεί να επιτευχθούν. Μνήμη, τόπος, χρόνος, άτομα και κοινότητες ορίζουν την ιστορικότητα των συμβάντων και μέσα από τις μεταξύ τους σχέσεις δημιουργούνται οι πιθανότητες μελλοντικών ανατροπών, ατομικών και συλλογικών, στο πλαίσιο διεκδίκησης ενός καλύτερου κόσμου.

Ο Σταυρίδης (2017) ορίζει την ασυνέχεια με τις δυνατότητες που υπήρχαν στο παρελθόν και δεν αξιοποιήθηκαν ως προς αυτά που δεν κατάφεραν να εκπληρωθούν στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «το παρελθόν ως εκκρεμότητα αφορά λοιπόν εκείνους που αναζητούν στο σήμερα δυνατότητες. Εκείνοι μόνο μπορούν να δουν το παρελθόν ως πεδίο δυνατοτήτων, δυνατοτήτων που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν» (σ. 177).

Η Καταξιωτική Συστημική Διερεύνηση μάς προσφέρει τις δυνατότητες να εργαστούμε μέσα από το μοντέλο του 4 D  και τις διεργασίες που συμβαίνουν στους Ενδιάμεσους Μεταβατικούς Χώρους της Αλλαγής προς την κατεύθυνση της δημιουργίας των πεδίων ασφάλειας, που θα μας επιτρέψουν να συνομιλήσουμε με τα μέλη των ομάδων σχετικά με τα ζητήματα που αναφέρθηκαν.

Ταυτόχρονα προσκαλεί τους συμμετέχοντες να συνδεθούν με τα αποθέματα, τις ικανότητες και τις δεξιότητες που τους έχουν επιτρέψει στο παρελθόν είτε να διαχειριστούν αποτελεσματικά δυσκολίες που συνδέονται με την καθημερινή ζωή μέσα σε ένα σπίτι, είτε να συνδεθούν με τις δεξιότητες που τους επέτρεψαν να συνεισφέρουν οι ίδιοι στη δημιουργία  χώρων ασφάλειας. Χώροι που τους έδωσαν την ευκαιρία να αναγνωρίσουν την ανάληψη ευθύνης για τα σπίτια και τους χώρους που ονειρεύονται να ζήσουν και να διαχειριστούν αποτελεσματικά καθημερινές δυσκολίες μέσα σε ένα σπίτι.

Τα αποθέματα σε αυτήν την περίπτωση δεν αφορούν μόνο συναισθηματικές  ή ψυχικές δεξιότητες, αφορούν επίσης γνωστικές και πρακτικές δεξιότητες (πχ., η μαγειρική, η καθαριότητα ως βασική παράμετρος για τη φροντίδα του εαυτού και των άλλων).

Η  αξιοποίηση της Κ.Σ.Δ σε ένα εργαστήριο για τα σπίτια είναι, κατά τη γνώμη μας, ο τρόπος για να συζευχθεί δημιουργικά παρόν, παρελθόν και μέλλον με στόχο το μετασχηματισμό του κόσμου και την επίτευξη ατομικών και συλλογικών οραμάτων. Με τη μνήμη οργανώνεται το κοινωνικό ως προϋπόθεση του ατομικού και θεμελιώνεται η ικανότητα να ορίζουμε το δυνατό από το πραγματικό (Σταυρίδης, 2017) και  να επιθυμούμε να διεκδικήσουμε τα όνειρά μας. Με αυτήν την έννοια η καταξιωτική διερεύνηση συνδέεται με την προσπάθεια του Benjamin (1992) να βρει στο παρελθόν τα στοιχεία εκείνα που θα διατηρήσουν εφικτή την ελπίδα για αλλαγή. Η μνήμη λοιπόν κατ’ αυτήν τη θεώρηση κατασκευάζεται όχι ως «αποθήκη αναμνήσεων, αλλά ως τόπος γέννησης του μέλλοντος» (Σταυρίδης, 2017).

Η Κ.Σ.Δ. στο εργαστήριο για τα σπίτια προσθέτει, όπως αναφέραμε με το παράδειγμα για τη μαγειρική και την καθαριότητα, υλικότητα στον τρόπο που συνδέει τον εαυτό, τους άλλους, τον τόπο και τη μνήμη. Τα σπίτια δε συγκροτούν απλώς αναστοχαστικές διαδικασίες για τον εαυτό μας και τις σχέσεις με τους άλλους, αλλά συνδέονται με τον τρόπο που βιώνουμε σωματικά τα όσα συμβαίνουν. Η αξιοποίηση των αποθεμάτων και των ικανοτήτων δε γίνεται αόριστα, αλλά αναφέρεται στην υλικότητα των χώρων και των σωμάτων. Έτσι, όπως αναφέρει και η Βοζάνη (2017, σ. 200), «το σώμα έχει κατοικήσει τον τόπο, αλλά έκτοτε κατοικεί και ο τόπος μέσω της μνήμης στο σώμα». Η μνήμη, λοιπόν, στο εργαστήριο για τα σπίτια σωματικοποιείται. Οι συμμετέχουσες στο εργαστήριο ανέφεραν ότι θυμούνταν γεύσεις και αρώματα της παιδικής ηλικίας. Ανέφεραν επίσης ότι οι αναμνήσεις τους για τα σπίτια τις έκαναν να αισθάνονται πάλι παιδιά. Η γλώσσα και τα αισθητηριακά βιώματα γίνονται ιστορία σε μια διαδικασία που η Σερεμετάκη όρισε ως «συμποσιακότητα» (Σερεμετάκη, 1997, σ. 99). Μέσω αυτής της έννοιας είναι που προσκαλούνται οι συμμετέχοντες/συμμετέχουσες να αφηγηθούν πλούσιες ιστορίες για συναισθήματα, μυρωδιές, γεύσεις, αντικείμενα, όπως και ιστορίες για το εγώ και το εμείς, τη δυνατότητα για την ατομικότητα αλλά και τη συλλογική ταυτότητα του ανήκειν.

Η ανασύνθεση και ανακατασκευή παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, καθώς και η ανασυγκρότηση διαχρονικά του εαυτού και των άλλων με την αξιοποίηση της Κ.Σ.Δ. και της ανάλυσης λόγου σε ένα εργαστήριο για τα σπίτια, θυμίζει επίσης τη μέθοδο του μοντάζ για την οποία μιλούσε ο Benjamin (1978) και που μπορεί να οδηγήσει σε «συλλογική, πολιτική πράξη» (Hill, 2017) ανακατασκευής του χρόνου και της ταυτότητας. Στο πλαίσιο αυτό, το εργαστήριο για τα σπίτια συντελεί στον προσανατολισμό στο όνειρο με υλικούς ρεαλιστικούς όρους, από τη στιγμή που η διαδικασία κινητοποίησης και ανάκλησης των σπιτιών και των εαυτών γίνεται μέσα από τη συγκρότηση της μνήμης με καταξιωτικούς όρους στη γλώσσα.

Επίλογος

Από την αρχή που ξεκίνησαν οι συνομιλίες ως προς το σχεδιασμό ενός δομημένου εργαστηρίου, άρχισε παράλληλα ένας διάλογος σχετικά με τις δυνατότητες που υπάρχουν για την «ανοικοδόμηση» ενός σπιτιού, το οποίο θα αποτελεί έναν τόπο ασφάλειας και προοπτικής. Σε αυτό το διάλογο η αναγνώριση και οι συνομιλίες με τα «φαντάσματα, τις απειλητικές φιγούρες ή τους ανεπιθύμητους άλλους» (τα  πρόσωπα, δηλαδή, που συνδέονται με εμπειρίες που δε θα επιθυμούσαμε να έχουν συμβεί) ήταν παράλληλα με τις εμπειρίες ή τις προοπτικές ασυνέχειας,  τα όνειρα και τις επιθυμίες.

Μια σειρά από διηγήματα, παραμύθια, λογοτεχνικά αποσπάσματα,  πίνακες ζωγραφικής, ποιήματα, αρχιτεκτονικά κείμενα και πολιτικά βιβλία μάς κινητοποιούσαν  και έθεταν ερωτήματα για αυτά τα ζητήματα. Τα ερωτήματα που ανέκυπταν, ωστόσο, άνοιγαν παρά έκλειναν τον προβληματισμό, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα συνεχιζόμενο διάλογο.

Οι ιδέες των συμμετεχόντων  σε αυτόν το διάλογο έμοιαζαν να κουβαλούν τα αποθέματα από τα «θεωρητικά και βιωματικά σπίτια» που είχαν ζήσει, εμπλουτίζοντας και προσκαλώντας σε συντονισμούς και συν-κατασκευές των νοημάτων και των ιδεών. Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των θεωρητικών στοιχείων και ο μετασχηματισμός τους σε πρακτικές εφαρμογές σε πεδία όπως η θεραπεία, η πρόληψη, οι Οργανισμοί Παιδικής Προστασίας (Κιβωτός του Κόσμου) και η εκπαίδευση σε στελέχη Κέντρων Πρόληψης σχετικά με τη Διαπολιτισμικότητα, εμπλούτιζαν τα αρχικά κείμενα.

Σε όλην αυτήν τη διαδρομή οι ιδέες και οι πρακτικές της Καταξιωτικής Συστημικής Διερεύνησης ήταν διαρκώς παρούσες. Αρχικά ήταν οι συνομιλίες για τα αποθέματα. Στη συνέχεια η αποτύπωση των δυνατοτήτων και των ικανοτήτων που συνδέονται με εμπειρίες και μνήμες, οι οποίες έχουν βιωθεί μέσα στο σπίτι. Ακολούθησε η πρόσκληση να αναδυθούν όνειρα για τα μελλοντικά σπίτια και τέλος το κάλεσμα για σχεδιασμό και δράση.

Στις εφαρμογές στη θεραπεία είδαμε ότι η πρόσκληση να μιλήσουν οι άνθρωποι για τον τρόπο που θα επέλεγαν να φτιάξουν οι ίδιοι ένα μελλοντικό σπίτι, κινητοποιούσε τις δυνατότητες  για την αναγνώριση όλων εκείνων των στοιχείων, τα οποία δυνητικά οδηγούν στην αναπαραγωγή σχημάτων εγκλωβισμού ή σε πράξεις διαφοροποίησης, ενώ παράλληλα θέτουν διλήμματα σχετικά με την ταυτότητα.

Οι δυνατότητες αυτές είναι, όπως ειπώθηκε, πάντοτε ανοιχτές. Μπορούν  να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την επανάληψη παραβιάσεων και την αίσθηση για την έλλειψη αυτονομίας και προσωπικού χώρου ή αντίστροφα να ενισχύσουν τις πιθανότητες για ατομική και συλλογική διαφοροποίηση από τα κληροδοτημένα μοντέλα.

Σε αυτήν την πρόσκληση αξιοποιήθηκε ένα ρεπερτόριο πρακτικών, όπως η άσκηση με τα σημεία που συναντώνται διαλογικά στο χώρο (η οποία είναι εμπνευσμένη από το έργο και τις αναφορές του  M. Bakhtin).

Στην ιστορία του Μ. η αφορμή δόθηκε από την προοπτική να μετακομίσει και να ζήσει μαζί με τη σύντροφό του.

Μια σειρά από ερωτήματα τέθηκαν: Ποιο ήταν το μοντέλο του σπιτιού που θα επέλεγε αυτός ο άντρας, που καλούνταν σε ηλικία 39 ετών να ζήσει για πρώτη φορά με μια σύντροφο; Ο ίδιος δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν ήθελε να αναπαραγάγει το μοντέλο των γονιών του αλλά οι μέχρι τώρα επιλογές του οδηγούσαν σε εγκλωβιστικά σχήματα:

«Η σύντροφός μου λέει πως ζω μέσα σε μια σπηλιά και έχει δίκιο. Το σπίτι μου ήταν σκοτεινό, με κλεισμένα παντζούρια, σαν να μην ήθελα να αντιμετωπίσω τον κόσμο, μου χρησίμευε για να απομονώνομαι από τον κόσμο», ανέφερε, όταν περιέγραφε το σπίτι που ζει μόνος του.

Όταν του λέγεται πως έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει ή να θέσει καινούργια σημεία σύνδεσης, πέρα από αυτά που έχουν τεθεί από τον θεραπευτή, απελευθερώνεται, διευρύνει τους χώρους και έχει τη δυνατότητα να μιλήσει για την ανάγκη του να διαφοροποιηθεί από το οικογενειακό πρότυπο.

Λίγο καιρό αργότερα, όταν μετακομίζει, περνά μια έντονη κρίση στη σχέση του, καθώς  κατά τη μετακόμιση κουβαλά μαζί του πρακτικές που είχε ζήσει μέσα από τη σχέση των γονιών του, νιώθει το σπίτι της συντρόφου του να είναι μικρό και ο ίδιος να μην έχει χώρο εκεί. Εκείνη την περίοδο είναι θυμωμένος και προσβλητικός προς τη σύντροφό του. Ωστόσο, μετά από την επεξεργασία αυτής της κρίσης ο Μ. αναφέρει:

«Είναι σαν να ζω πραγματικά, τώρα έχω περάσει στην πράξη. Υπάρχει μια μετατόπιση στον τρόπο που ζω, αντιλαμβάνομαι τις οικονομικές δυσκολίες, φροντίζω το χώρο, μαγειρεύω και καθαρίζω για τον άλλο. Θέλω να ζω έτσι».

Και παρακάτω:

«Κατάλαβα γιατί ήμουν επιθετικός. Δεν το ένιωθα δικό μου, μου ήταν ξένο, τώρα, αρχίζω να το νιώθω σπίτι μου. Όταν το νιώσω τελείως θα πάω στο επόμενο βήμα. Θα σηματοδοτήσω το χώρο, θα σκεφτώ εάν είναι μικρός, θα έρθει τότε μια επιθυμία να αποφασίσουμε από κοινού εάν το σπίτι μας είναι μικρό και αν θα μετακομίσουμε».

Σε μια επόμενη φάση ο Μ. θα προσκληθεί να μιλήσει για το πώς ονειρεύεται το σπίτι ως χώρο ασφάλειας και τι προοπτικές ανοίγονται για αυτόν και την σύντροφό του.

Τέλος, σε μια άλλη ιστορία, εργαστήκαμε με την αφηγηματική ελεύθερη γραφή (εμπνευσμένη από τους σουρεαλιστές), όπως π.χ.,  η συγγραφή γραμμάτων σε σημεία του σπιτιού που αποτύπωναν τις μελλοντικές επιθυμίες σχετικά με τα όσα θα ήθελε η κάτοικος του σπιτιού να ζήσει σε αυτά (η ιστορία της Ν.).

Στο χώρο της εκπαίδευσης προσκαλέσαμε τους συμμετέχοντες σε ένα εργαστήριο για τη διαπολιτισμικότητα να συνδεθούν με τις αναπαραστάσεις που έχουν οι ίδιοι για το σπίτι και στη συνέχεια τους προσκαλέσαμε με οδηγό την άσκηση της H. Anderson «σαν να» (Anderson, 2014) να μπουν στη θέση των προσφύγων που έχασαν την εστία τους. Με αυτόν τον τρόπο αναδύονται συνομιλίες  σχετικά με τις μνήμες και τις απώλειες, αλλά και για τις δυνατότητες να υπάρξουν εμπειρίες επανόρθωσης.

Στο  χώρο της Παιδικής Προστασίας έχει σχεδιαστεί  η εφαρμογή μιας σειράς δράσεων από το Τμήμα Εκπαίδευσης στην Κιβωτό του Κόσμου.

Κλείνοντας, θα επιθυμούσαμε να περιγράψουμε την πιλοτική εφαρμογή ενός εργαστηρίου που πραγματοποιήσαμε στο follow up της Κ.Σ.Δ., που έγινε τον Ιούνιο του 2017, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αιγάλεω για στελέχη Κέντρων Πρόληψης. Με βάση αυτό το εργαστήριο πραγματοποιείται αυτήν την περίοδο   δράση πρόληψης στο Κέντρο Πρόληψης Αιτωλοακαρνανίας «Οδυσσέας», αντίστοιχης θεματικής ενότητας, διάρκειας 14 συναντήσεων.

                                            Το εργαστήριο

Το εργαστήριο υλοποιήθηκε στις 29 Ιουνίου στον εξωτερικό χώρο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αιγάλεω και είχε διάρκεια τρεις ώρες.

Οι στόχοι του εργαστηρίου ήταν να συνδεθεί το σπίτι και οι διαδικασίες μνήμης των ανθρώπων με την Καταξιωτική Συστημική Διερεύνηση, να συνδεθούν οι συμμετέχουσες με τις δικές τους εκδοχές για το σπίτι, να χρησιμοποιήσουν το σπίτι ως ταυτοτικό υλικό  που διαμορφώνει και κινητοποιεί τη διαδικασία του ονείρου και της αλλαγής, εξετάζοντας τις δικές τους υποκειμενικές κατασκευές απέναντι στις εκδοχές σπιτιού που αξιοποιούν για να εργαστούν στην ομάδα.

Οι συμμετέχουσες κλήθηκαν σε αυτό το εργαστήριο να συνδεθούν συναισθηματικά με την έννοια του σπιτιού, να εξετάσουν κριτικά πώς το σπίτι συνομιλεί με την ατομική και συλλογική μνήμη, την κοινότητα, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, τα αποθέματα και τον πολυφωνικό εαυτό. Στο πλαίσιο αυτό οι συμμετέχουσες κλήθηκαν να αφηγηθούν ιστορίες με αφορμή τα σπίτια της ζωής τους.

Κατά το σχεδιασμό του εργαστηρίου το σπίτι ήταν για τους σχεδιαστές του εργαστηρίου ένα ζωντανό – εξελισσόμενο πεδίο, στο οποίο ξετυλίγονται χωρο-χρονικές εμπειρίες που σχετίζονται με τις ανησυχίες, τις δυσκολίες τις επιθυμίες και τα όνειρα. Το σπίτι λοιπόν αντιμετωπίστηκε με την έννοια του μοντάζ, όπως χρησιμοποιήθηκε από τον Benjamin, ως ένα παζλ που περιλαμβάνει εμάς και τους άλλους στο επίπεδο του υλικού, του συναισθηματικού, του πραγματικού, του συμβολικού και του φαντασιακού.

Στην αρχή προβλήθηκε power point με φωτογραφίες σπιτιών.

Ακολούθησε μια περιγραφή του εργαστηρίου και των στόχων του και έγινε μια σύντομη γνωριμία ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Στη συνέχεια μοιράστηκαν και διαβάστηκαν στην ομάδα: το ποίημα του Παλαμά «Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι»[1] και ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Περέκ «Χορείες χώρων»[1]. Ζητήθηκε από τις συμμετέχουσες να κατασκευάσουν ένα σπίτι που αγαπούν από το παρόν, το παρελθόν ή το μέλλον, που τους δημιουργεί ασφάλεια. Τους ζητήθηκε επίσης να χρησιμοποιήσουν όποια υλικά θέλουν, να γράψουν έναν τίτλο και ένα συναίσθημα. Η διάρκεια της άσκησης ήταν 20 λεπτά. Στην πορεία οι συμμετέχουσες μίλησαν για τα έργα και τις αναμνήσεις τους.

Πριν την ολοκλήρωση του εργαστηρίου σκορπίστηκαν στο χώρο εικόνες από σπίτια (γύρω στις 100 έγχρωμες πλαστικοποιημένες εικόνες Α4). Ζητήθηκε πριν την ολοκλήρωση του εργαστηρίου να διαλέξουν μια εικόνα που τους εκφράζει και αποτυπώνει το συναίσθημα με το οποίο φεύγουν από το εργαστήριο.

Ας σημειωθεί εδώ, ότι στο πλαίσιο της θεωρητικής τεκμηρίωσης του εργαστηρίου που παρουσιάστηκε στις προηγούμενες σελίδες, είχε σχεδιαστεί και μια αφηγηματική άσκηση, στην οποία οι μνήμες για τα σπίτια θα συνέδεαν το ατομικό με το συλλογικό στοιχείο. Λόγω χρόνου η άσκηση αυτή δεν έγινε. Έγινε όμως η περιγραφή της, ώστε αν θέλουν να τη μεταφέρουν οι συμμετέχουσες στο εργασιακό τους πλαίσιο και να μπορέσουν να την κάνουν. Για τον ίδιο λόγο περιγράφεται η άσκηση και σε αυτό το άρθρο:

Ζητείται από την ομάδα να χωριστεί σε μικρότερες ομάδες (5-6 άτομα σε κάθε ομάδα). Στο χώρο σκορπίζονται εικόνες από σπίτια (είναι ανάγκη να περιλαμβάνονται πολλές εικόνες με διαφορετικά ερμηνευτικά ρεπερτόρια σπιτιών, αλλά και σπίτια διαφορετικής αισθητικής και από διαφορετικές κουλτούρες και χώρες). Κάθε άτομο επιλέγει τρεις εικόνες. Ζητείται από κάθε ομάδα να βάλει τις εικόνες σε μια σειρά και να φτιάξει μια ιστορία που να περιέχει το σπίτι στη θεματική του. Στη συνέχεια οι ιστορίες διαβάζονται στην ομάδα και συζητείται πώς φάνηκε σε κάθε ομάδα η διαδικασία.

            Μετά την ολοκλήρωση του εργαστηρίου προσκλήθηκε να συμμετάσχει ολόκληρη η ομάδα εκπαιδευόμενων στην καταξιωτική διερεύνηση (περίπου 70 άτομα). Στον εξωτερικό χώρο του Πνευματικού Κέντρου είχε απλωθεί ένα μεγάλο καραβόπανο περίπου τρία μέτρα, στο οποίο είχε σχεδιαστεί το πλαίσιο ενός σπιτιού. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να «γεμίσουν» το σπίτι με τις δικές τους μνήμες από τα σπίτια της ζωής τους. Οι συμμετέχοντες δεν περιορίστηκαν να παρέμβουν εικαστικά μόνο στον καμβά, αλλά έκαναν παρεμβάσεις και στο χώρο γύρω από αυτόν, στην αυλή του Πνευματικού Κέντρου. Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώθηκε όχι μόνο η μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό, αλλά και η ενεργή χρήση του τόπου και του τοπίου στη δημιουργική επεξεργασία της μνήμης ως συγκρότησης ταυτότητας στην απόπειρα των ανθρώπων να συνθέσουν έναν τόπο ασφάλειας και προοπτικής.  

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, εκτιμούμε ότι υπάρχει ένα ευρύ περιθώριο δράσεων και εφαρμογών, παρόλο που είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι το «σπίτι» που έχει γεννηθεί μέσα από αυτόν το διάλογο παραμένει σκόπιμα ημιτελές, ανοικτό στην επίδραση των διαλόγων στους οποίους προσκαλεί με την παρουσία του τους μελλοντικούς αναγνώστες και αποδέκτες της πρόσκλησης που απευθύνει.

Βιβλιογραφία

Anderson, H. (2014). Στο   Anderson, H.  & Gehart, D.    Συνεργατική Θεραπεία. Σχέσεις και συζητήσεις που κάνουν τη διαφορά. Μετ. Ε. Σαμαρά, Ε. Σιλβιστοπούλου. Θεσσαλονίκη : University Studio Press.

Bahloul, J. (1999). The Memory House: time and Place in Jewish Immigrant Culture in France. Στο D. Birdwell-Pheasant and D. Lawrence-Zuniga (eds.), House Life: Space, Place and Family in Europe. Oxford: Berg.

Benjamin, W. (1978). Reflections: Essays, Aphorisms, Autobiographical Writings. New York: Schocken Books.

Benjamin, W. (1992). Illuminations. London: Collins/Fontana.

Billig, M., Condor, S., Edwards, D., Gane, M., Middleton, D. and Radley, A.R. (1988). Ideological Dilemmas. London: Sage Publications.

Birdwell-Pheasant, D. and Lawrence-Zuniga, D. (1999). Introduction: Houses and Families in Europe. Στο D. Birdwell-Pheasant and D. Lawrence-Zuniga (eds.), House Life: Space, Place and Family in Europe. Oxford: Berg.

Blanton, R. E. (1994) Houses and Households: A Comparative Study. New York: Plenum.

Bourdieu, P. and AlSayyad N. (1989). Prologue. Στο Bourdieu, P. & AlSayyad (eds.), Dwellings, Settlements and Tradition: Cross-Cultural Perspectives, pp. 5-26, Berkley, CA: International Association for the Study of the Traditional Environments; New York: University Press of America.

Bowen, M. (1988). Τρίγωνα στην οικογένεια. Μετ. Γκίκα Έ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Βοζάνη, Α. (2017). Μνημεία… από τις «Μηχανές εκπομπής μνήμης» στα «Δωμάτια με τους παραμορφωτικούς καθρέπτες». Στο Σ. Λαδά, Κ. Τσουκαλά, Κ. Παπαϊωάννου (επιμ.) Χωρικές αφηγήσεις της μνήμης, Αθήνα: Επίκεντρο.

Βολοσίνοφ, Β. Ν. (1998). Μαρξισμός και φιλοσοφία της γλώσσας. Αθήνα: Παπαζήσης.

Bryson, B. (2010). At home: A short history of private life. London: Penguin.

Burr, V. (1995). An Introduction to Social Constructionism. London: Routledge.

Burr, V. (2003). Social Constructionism. London: Psychology Press.

Γκότσης, Η. (2004) Η εμπειρία της εκπαίδευσης με τον Peter Lang, Μετάλογος, 30.

Γκότσης, Η. (2007).Ο διάλογος και η πολυφωνία, μέσω της αναστοχαστικής διαδικασίας, ως αντίβαρο στον «εξαρτητικό λόγο». Ανακοίνωση στο Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο: Προοπτικές και όρια της διαλογικότητας στον Mikhail Bakhtin. Εφαρμογές στην ψυχολογία, την τέχνη, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Ρέθυμνο 25-27 Μαΐου 2007.

Γκότσης, Η. (2008): Η Αξιοποίηση των Απόψεων του Μιχαήλ Μπαχτίν σε Αντιπαράθεση με τη Μονολογική Φύση της Εξάρτησης. Μετάλογος,14.

Γκότσης, Η. (2016): Οι ενδιάμεσοι μεταβατικοί χώροι των αλλαγών 2016. Εκπαιδευτικές σημειώσεις. Τμήμα Εκπαίδευσης και ΑΑ Δυναμικού ΟΚΑΝΑ.

Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος. Αθήνα: Ροές.

Cooperider, M., McQuaid, M. (2012). How Appreciative Inquiry and Sustainable Designing can Bring Out the Best, Human Systems. Ανακτήθηκε από: http://www.taosinstitute.net/Websites/taos/files/Content/5692926/Cooperrider-AI_Design_Summit_Large_Scale_Systemic_Planning_and_Design.pdf

Cooper-Marcus, C. (2006). House as a mirror of self. Berwick: Nicolas-Hays.

Edley, N. (2001). Analysing masculinity: Interpretative repertoires, subject positions and ideological dilemmas. Στο M. Wetherell, S. Taylor and S. Yates (eds.), Discourse as Data: A Guide for Analysis. London: Sage.

Esquirol, J.E., D.(1838). De maladies mentales conaiderees, τόμος 1, όπως αναφέρεται στον Ceronetti, G. (1987).

Lang, R., & McAdam, E. (1997). Narrative-acting: Future dreams in present living jotting on an honoring theme. Human Systems: The journal of systemic consultation and management, 8 (1), 3-12.

Lang, R., & McAdam, E. (2016). Ιστορίες, προοπτικές και θέσεις. Τροφοδοτώντας και ενισχύοντας τους ανέμους της δημιουργικής φαντασίας στις συζητήσεις. Μετάλογος, 30.

Lang, R., & McAdam, E. (2016). Το αφηγείσθαι: Μελλοντικά όνειρα στο ζην του παρόντος. Σημειώσεις για ένα τιμητικό θέμα. Μετάλογος, 30.

Fuhrer, U., & Kaiser, F. G. (1992). Bindung an das Zuhause: Die emotionalen Ursachen [Attachment to the home place: The emotional bases]. Zeitschrift für Sozialpsychologie, 23(2), 105-118.

Foucault, M. (1972). The Archaeology of Knowledge and the Discourse on Language. New York: Pantheon.

Foucault, M. (1980). Power/knowledge: Selected interviews and other writings 1972-1977. Στο C. Gordon (ed.). New York: Pantheon Books.

Foucault, M. (1984) Dits et ecrits, 360, Des espaces autre. Διάλεξη στον Κύκλο Αρχιτεκτονικών Ερευνών, 14 Μαρτίου 1967, Architecture, Mouvement, Continuite, τχ. 5, Οκτώβριος 1984, σ.σ. 46-49. http://eclass.uth.gr/eclass/modules/document/file.php/MHXD108/%CE%95%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%82_M.%20Foucault.pdf. Προσπελάστηκε στις 29/10/2017.

Frost, R. (2012) North of Boston. London: Create Space Independent Publishing Platform.

Gergen, K. (2009). An Introduction to Social Constructionism. London: Sage.

Haene, L. and Rober, P. (2017) Αναζητώντας ένα σπίτι – Μια εξερεύνηση της έννοιας της φιλοξενίας του Jacques Derrida στις πρακτικές της οικογενειακής θεραπείας με τους πρόσφυγες. Μετάλογος, 31.

Harré, R., and Langenhove, L. (1992). Varieties of positioning. Journal for the Theory of Social Behaviour, 21 (4), pp. 393-407.

Harré, R. and Moghaddam, F. M. (eds.) (2003). The Self and Others: Positioning Individuals and Groups in Personal, Political and Cultural Contexts. Westport, CT: Praeger.

Hill, J. (2017) Μνήμη, Μνημείο και Ερείπιο. Στο Σ. Λαδά, Κ. Τσουκαλά, Κ. Παπαϊωάννου (επιμ.) Χωρικές αφηγήσεις της μνήμης, Αθήνα: Επίκεντρο.

Holquist, M. (2014)Διαλογικότητα. Ο Μπαχτίν και ο κόσμος του. Μτφ: Ι. Σταματάκη. Αθήνα: Gutenberg.

Μάκη, Κ. (2015). Κατασκευάζοντας έμφυλες ταυτότητες: η ρητορική του φύλου στο λόγο εργαζομένων σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις για τη διακίνηση και εμπορία γυναικών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, ηλεκτρονικό βιβλίο. http://ebooks.epublishing.ekt.gr/index.php/ekke/catalog/book/2. Προσπελάστηκε στις 29/10/2017.

Μπαρτσίδης, Μ. (2017). Room: η φαντασία (einsbildungkraft) στην τοπική του «εσωτερικού ορίου». Στο Σ. Λαδά, Κ. Τσουκαλά, Κ. Παπαϊωάννου (επιμ.) Χωρικές αφηγήσεις της μνήμης, Αθήνα: Επίκεντρο.

Μποζατζής, Ν. (2011) Η στροφή στον λόγο στην κοινωνική ψυχολογία: Τέσσερις κομβικές διαμάχες. Στο Ν. Μποζατζής και Θ. Δραγώνα (επιμ.) Κοινωνική Ψυχολογία: Η στροφή στο λόγο, Αθήνα: Μεταίχμιο.

Μποζατζής, Ν. και Δραγώνα, Ν. (επιμ.), (2011). Κοινωνική Ψυχολογία: Η στροφή στο λόγο, Αθήνα: Μεταίχμιο.

Μωραϊτης, Κ. (2017) Τοπία της μνήμης: Τοπία της κοινωνικής απώθησης και τοπία διαμόρφωσης της μνήμης. Στο Σ. Λαδά, Κ. Τσουκαλά, Κ. Παπαϊωάννου (επιμ.), Χωρικές αφηγήσεις της μνήμης, Αθήνα: Επίκεντρο.

Πετσίνη, Π. (2003). Αναπαριστώντας το οικείο: Ιδιωτικές εικόνες στη νέα ελληνική φωτογραφία. Θέσεις, 85. http://www.theseis.com/index2.php?option=com_content&do_pdf=1&id=831. Προσπελάστηκε στις 29/10/2017.

Potter, J. and Wetherell, M. (1987). Discourse and Social Psychology: Beyond Attitudes and Behaviour. London: Sage [ελλ. εκδ.: Potter, J. και Wetherell, M. (2009). Λόγος και Κοινωνική Ψυχολογία: Πέρα από τις στάσεις και τη συμπεριφορά. Αθήνα: Μεταίχμιο].

Potter, J., & Wetherell, M. (1995). Discourse analysis. Στο J. Smith, R. Harré and van L. Langenhove (eds.), Rethinking Methods in Psychology. London: Sage.

Potter, J. and Edwards. D. (2001). Discursive Social Psychology. Στο W. P. Robinson, and H. Giles (eds.), The New Handbook of Language and Social Psychology. London: John Wiley and Sons Ltd.

Πορτάλιου Ε. (2006) Σημειώσεις από το μάθημα: «Πόλη και Μνήμη», «Τα κοινωνικά πλαίσια της Μνήμης». Όπως αναφέρεται στην Τζιμογιάννη, Ν. (2009).

Rapoport, A. (1969). House Form and Culture. Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall.

Σερεμετάκη Ν. (1997). Παλιννόστηση των αισθήσεων. Αντίληψη και μνήμη ως υλική κουλτούρα στη σύγχρονη εποχή, Αθήνα: Νέα σύνορα Λιβάνη.

Σταυρίδης, Σ. (2017). Από τη μνήμη της ασυνέχειας στη μνήμη του δυνατού. Στο Σ. Λαδά, Κ. Τσουκαλά, Κ. Παπαϊωάννου (επιμ.), Χωρικές αφηγήσεις της μνήμης, Αθήνα: Επίκεντρο.

Τζιμογιάννη Ν. (2009) Η Μνήμη Νοηματοδοτεί το Τοπίο. Το Λαύριο μέσα από το Ντοκιμαντέρ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΕΜΠ, Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία. https://akea2011.com/2014/04/15/mnimitopiolavrio/. Προσπελάστηκε στις 29/10/2017.

Wetherell, M. (1998). Positioning and interpreting repertoires: Conversation analysis and post –structuralism. Discourse & Society, 9 (3), pp. 387–412.

White, M. (1995). Reflecting Teamwork as Definitional Ceremony
Chapter 7 from:White, M. (1995).  Re-Authoring Lives: Interviews and Essays. Adelaide. Dulwich Centre Publications.

White, M. (2000) Reflecting Teamwork as Definitional Ceremony revisited 
Chapter 4 from:White, M. 2000: Reflections on Narrative Practice: Essays and Interviews. Adelaide: Dulwich Centre Publications.

Wilson, P. J. (1988). The Domestication of the Human Species. New Haven, CT: Yale University Press.


[1] Προϊστάμενος Τμήματος Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού του ΟΚΑΝΑ συστημικός ψυχοθεραπευτής. E-mail: ilgotsis@gmail.com  

[2] Ψυχολόγος, M.A, Ph.D, τριετής εκπαίδευση στην εικαστική ψυχοθεραπεία. E-mail: kostoulam22@gmail.com

[3] Εικαστικός, Μ.Α. E-mail: vasilikisi@gmail.com

[4] Η λογοκοινωνιοψυχολογία εντάσσεται στην Κοινωνική ψυχολογία και στην Ανάλυση Λόγου. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Billig, Condor, Edwards, Gane, Middleton and Radley (1988), Potter και Wetherell (1987) και Μποζατζή (2011).

[5] Το ποίημα είναι απόσπασμα από το ποίημα του «The Death of a Hired Man».

[6] Για τις θέσεις υποκειμένου βλ. Edley, 2001· Harré & Langenhove, 1992· Harré & Moghaddam (eds.), 2003.

[7] Ενδεικτικά κάποια από τα ρεπερτόρια σπιτιών που εντοπίστηκαν ήταν τα εξής: το σπίτι ως απώλεια, το σπίτι ως αλλαγή, το σπίτι ως επιθυμία, το σπίτι ως απειλή, το σπίτι ως ασφάλεια, το σπίτι ως οι άνθρωποι που το κατοικούν. Τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια για τα σπίτια τροποποιούνται διαρκώς ανάλογα με το πού δίνουν έμφαση αυτοί που μιλάνε για το σπίτι.


[i] Αναλυτική παρουσίαση στο : https://www.dcp.wa.gov.au/Resources/Documents/Policies%20and%20Frameworks/SignsOfSafetyFramework2011.pdf).

ς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *