Featured Video Play Icon

Ριζική παρουσία: Ριζοσπαστική παρουσία: Μια εναλλακτική στην θεραπευτική συνθήκη

Sheila McNamee

Μετάφραση: Μυρσίνη Νοχού

Επιστημονική επιμέλεια: Γιώργος Κεσίσοσγλου

ISSN: 1364-2537 (Print) 1469-5901 (Online) Journal homepage: http://www.tandfonline.com/loi/rejp20

Παράθεση του άρθρου: Sheila McNamee (2015) Radical presence: Alternatives to the therapeutic state, European Journal of Psychotherapy & Counselling, 17 (4), 373-383, DOI: 10.1080/13642537.2015.1094504

Σύνδεσμος του άρθρου http://dx.doi.org/10.1080/13642537.2015.1094504

Πλαίσιο κειμένου: Downloaded by [Sheila McNamee] at 14:47 16 December 2015European Journal of Psychotherapy & Counselling, 2015

Vol. 17, No. 4, 373–383, http://dx.doi.org/10.1080/13642537.2015.1094504

Ριζοσπαστική παρουσία:  Μια εναλλακτική στην θεραπευτική συνθήκη

Sheila McNamee*

Τμήμα Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο NewHampshire, Durham, ΗΠΑ

(Αποστολή προς δημοσίευση 8 August 2015,  Αποδοχή δημοσίευσης 12 August 2015)

Αυτό το άρθρο εισαγάγει την ιδέα της ριζοσπαστικής παρουσίας ως μια εναλλακτική στην τρέχουσα θεραπευτική συνθήκη (το λεγόμενο σύμπλεγμα-ψυ), η οποία επικρατεί σήμερα. Η ριζοσπαστική παρουσία απαιτεί από εμάς να αντιμετωπίσουμε την κυριαρχία των ψυχολογικών συστημάτων που καθορίζουν, ελέγχουν και περιορίζουν τους τρόπους με τους οποίους ζούμε. Μας προσκαλεί να μετατοπίσουμε την προσοχή μας από τη διάγνωση και από την θεραπεία ατόμων στην διερεύνηση των ευρύτερων σχεσιακών και θεσμικών πλαισίων και στους τρόπους με τους οποίους οι επαγγελματίες  και οι απλοί άνθρωποι μπορούν να είναι δεκτικοί, παρόντες, και ανοικτοί σε μια πολλαπλότητα των μορφών της ζωής.

Λέξεις κλειδιά: Ριζοσπαστική παρουσία, Σχεσιακό είναι, ψυ-σύμπλεγμα ψυχολογικός λόγος, Θεραπευτικό κατεστημένο

Εισαγωγή

Ένας χρήσιμος τρόπος για να αντιληφθούμε την θεραπευτική κατάσταση περιγράφεται  στο Governing the soul: The shaping of the private self (1990) και στο Inventing ourselves: Psychology, power and personhood (1998) του Nikolas Rose. Σε αυτούς τους κλασικούς πλέον τόμους, ο Rose βασίζεται στο έργο του Foucault (1965, 1972, 1973, 1977). Ο Foucault και άλλοι μετα-στρουκτουραλιστές υποστηρίζουν ότι η αίσθηση του εαυτού, που τοποθετείται κατά βάση στην ιδεολογία της ατομικότητας, της αυτονομίας, της ελεύθερης επιλογής και της ελευθερίας του 20ου αιώνα, οικοδομήθηκε μέσα από την άνοδο και την εξέλιξη των κοινωνικών επιστημών και των επιστημών που ασχολούνται με την ψυχική υγεία. Αυτοί οι κλάδοι (ψυχολογία, ψυχιατρική, ψυχοθεραπεία, ψυχανάλυση, κοινωνιολογία και ανθρωπολογία) έχουν εμφανιστεί ως κυρίαρχα συστήματα λόγου που ρυθμίζουν τη ζωή μας. Συγκεκριμένα, αυτό που θεωρεί ένας πολιτισμός ή μια κοινωνία «φυσιολογικό» ρυθμίζεται από τους κλάδους των κοινωνικών επιστημών και των επιστημών που ασχολούνται με την ψυχική υγεία και περιλαμβάνει την φυσιολογική σεξουαλικότητα, την οικογενειακή ζωή και αυτό που θεωρείται λογικό.
    Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι ζούμε μέσα σε μια «θεραπευτική συνθήκη» (Szasz, 1984) τον τελευταίο αιώνα. Πρόκειται για μια θεραπευτική κατάσταση καθώς όλοι, ανεξάρτητα από τον επαγγελματικό τομέα στον οποίο έχει δεσμευτεί ο καθένας,  προσφέρόμαστε να μας παρακολουθούν οι ειδήμονες – ειδήμονες γιατροί, ειδήμονες μελετητές, ειδήμονες θεραπευτές, ειδήμονες πολιτικοί, ειδήμονες διευθυντές κ.λπ. Η κίνηση να προχωρήσουμε πέρα ​​από τη θεραπευτική συνθήκη δεν είναι μια ένδειξη εκμηδένισης της ψυχοθεραπείας ή οποιασδήποτε επιστήμης που ασχολείται με την ψυχική υγεία, ούτε κατάργησης κάθε μορφής εμπειρογνωμοσύνης. Είναι περισσότερο μια ανάγκη να οραματιστούμε εναλλακτικές λύσεις για τους δημοφιλείς, κυρίαρχους, εστιασμένους στην ατομικότητα και συχνά παθολογικούς τρόπους ζωής. Πρόκειται για μια κίνηση να εξερευνήσουμε και να φανταστούμε εναλλακτικές λύσεις στην εξατομικευμένη παθολογία. Σε μερικούς ανθρώπους αυτό μπορεί να φαίνεται ως ένα παράξενο εγχείρημα, ενώ σε άλλους μπορεί να μοιάζει ως ένα αιρετικό εγχείρημα. Τελικώς, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν διαγνωστεί με ψύχωση, με ‘ελλείψεις’  στον χαρακτήρα, γνωστικούς περιορισμούς και παραβατικές συμπεριφορές. Η κοινή πεποίθηση είναι ότι αυτά τα προβλήματα που παρουσιάζονται σε ένα άτομο, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα και ξεχωριστά. Αλλά τι γίνεται αν η ψύχωση, η προσωπικότητα και η ιδιαιτερότητα σε γνωστικό και συμπεριφορικό επίπεδο δεν θεωρούνταν ότι προέρχονται και ενυπάρχουν σε ένα άτομο αλλά εναλλακτικά να γίνονταν αντιληπτές ως εκφράσεις διαφορετικών αξιών και πεποιθήσεων  – που όλες αναδύονται και διαφαίνονται μέσα σε διαφορετικές κοινότητες  που έχουν ξεχωριστό γλωσσικό κώδικα; Αυτό το άρθρο θα διερευνήσει αυτήν την αλλαγή εστίασης ως μια κίνηση πέρα ​​από τη θεραπευτική συνθήκη.

Συστήματα λόγου που «παθολογικοποιούν»


Ο Foucault καθιστά σαφές ότι το πειθαρχικό σύστημα λόγου που αναφέρεται στο « σύμπλεγμα-ψυ» (Rose, 1990) είναι – ακριβώς αυτό – ένα σύστημα λόγου. Είναι ένας τρόπος για να συνομιλούμε, ένας τρόπος  να υπάρχουμε στον κόσμο. Και προεκτείνοντας αυτή την σκέψη, προτείνει ότι υπάρχουν ή θα μπορούσαν να υπάρχουν και να είναι διαθέσιμοι σε εμάς, εναλλακτικοί τρόποι συνομιλίας και ύπαρξης στον κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιστημονικοί λόγοι αναφορικά με την ψυχική υγεία είναι λανθασμένοι ή μη χρήσιμοι. Αντίθετα προτείνεται ότι, όταν εμπλεκόμαστε στην θεραπεία, θα πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο χρήσιμο είναι το συνοδό λεξιλόγιο που προέρχεται από τις επιστήμες της ψυχικής υγείας   – αναφέρομαι στο λεξιλόγιο που περιλαμβάνει την «διάγνωση», την «παθολογία» και την «ψυχική ασθένεια». Τα παραπάνω συνήθως εντοπίζονται σε ένα σύστημα λόγου που εστιάζει στην ατομικότητα -ένας λόγος που τοποθετεί το πλέγμα της ύπαρξης ενός ατόμου μέσα στις ιδιωτικές/προσωπικές κοιλότητες του μυαλού /της ψυχής (McNamee, 2002).
Η επικέντρωση στο άτομο μέσα στη σύγχρονη κοινωνία είναι το παραπροϊόν αυτών των αναδυόμενων και τελικά κυριαρχικών συστημάτων λόγου. Και όταν η παραπάνω συνθήκη γίνεται αντιληπτή σε ιστορικά, πολιτιστικά και κοινωνικά πλαίσια, καθίσταται δυνατή η αναγνώριση του ότι όλοι είμαστε ενεργοί συμμετέχοντες στη δύναμη και την κυριαρχία του  συμπλέγματος-ψυ. Μια μικρή εικονογράφηση των όσων περιγράφονται, οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν απερίσκεπτα μια επαγγελματική θεραπευτική βοήθεια, όταν αντιμετωπίζουν προκλήσεις στις σχέσεις τους ή προβλήματα στη ζωή τους. Στην πραγματικότητα, αυτό που φτάνει να αναγνωριστεί ως «πρόβλημα» ή «πρόκληση» είναι ήδη εγγεγραμμένο στο άτομο λόγω της φυσιολογικοποίησης του  συμπλέγματος-ψυ.Aν ένα άτομο δεν είναι διαρκώς χαρούμενο και ικανοποιημένο, πρέπει να υπάρχει κάποιο λάθος. Αν ένα μέλος ενός ερωτικού ζευγαριού αναζητήσει συντροφικότητα εκτός της σχέσης, η ενότητα του ζευγαριού κινδυνεύει. Αν ένα άτομο είναι δυσαρεστημένο με τη δουλειά κάποιου, πρέπει να υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το κίνητρο αυτού. Στην ουσία όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην σύγχρονη κοινωνία εντοπίζονται σε κάποια προσωπική αποτυχία ή κάποιο λάθος με βάση μια μοντερνιστική και ατομικιστική άποψη. Επιπρόσθετα, όταν ένα άτομο «δουλεύει» πάνω στα προβλήματά του με έναν επαγγελματία, η κοινή πεποίθηση είναι ότι η πιο σοφή κίνηση για όσους βρίσκονται στο στενό δίκτυο των σχέσεων του είναι να μείνουν μακριά και να αφήσουν τον επαγγελματία να κάνει τη δουλειά.
   Σε αυτές τις απλές απεικονίσεις, βλέπουμε την επιδείνωση των δεσμών των σχέσεων. Πού είναι η κοινότητα για να υποστηρίξει ένα άτομο που υποφέρει; Ποιος – αν υπάρχει κάποιος – μπορεί να είναι σε θέση να προσφέρει εναλλακτικές οπτικές του βιώματος ενός ατόμου, οπτικές που δεν παθολογικοποιούν; Τα εργασιακά προβλήματα οφείλονται πραγματικά στην έλλειψη κινήτρων ενός ατόμου ή μπορεί η «έλλειψη κινήτρου» να είναι μια λογική απάντηση – αντίδραση απέναντι σε ένα αυταρχικό αφεντικό ή σε ανταγωνιστικούς συναδέλφους; Μια κίνηση πέρα ​​από την θεραπευτική συνθήκη απαιτεί αυτό που έχω αποκαλέσει «ριζοσπαστική παρουσία» (McNamee, press-a), δηλαδή μια πολλαπλότητα πόρωνπροσανατολισμένων στη δράση. Αυτή θεωρώ ότι ’κουμπώνει’ με την απαραίτητη προσοχή στις καθημερινές, ενσώματες αλληλεπιδράσεις μας. Μια ηθική του λογοθετικού μας δυναμικού μας παρέχει «την αναστοχαστική δυνατότητα να αναρωτηθούμε σχετικά με τις κοινές πρακτικές και να αμφισβητήσουμε το ‘καθεστώς αλήθειας’ τους ». Μια σχεσιακή ηθική εμπεριέχει επίσης τη διαφορετικότητα και την πολυπλοκότητα, αποφεύγοντας την αναζήτηση τυποποιημένων πρακτικών» (McNamee, press-b). Το να εναρμονιστούμε με μια σχεσιακή ηθική απαιτεί να εγκαταλείψουμε την εμπιστοσύνη σε αφηρημένες αρχές και σε επίσημους κώδικες· δεν πρόκειται για μια προσπάθεια χάους ή αναρχίας, αλλά μια προσπάθειας να αποδώσουμε προσοχή σε αυτό που ξεδιπλώνεται στα συγκεκριμένα πλαίσια και στις σχέσεις μέσα στις οποίες βρισκόμαστε. Επίσης, είναι σημαντικό να θεωρήσουμε αυτά τα τοπικά πλαίσια σε σχέση με το ευρύτερο σύνολο των αφηρημένων κωδίκων ηθικής, οι οποίοι έχουν αναδυθεί σε κυρίαρχα συστήματα λόγου. Δεν πρόκειται για μια ηθική του «anything goes». Αντίθετα, πρόκειται για μια ηθική απόκρισης στον εαυτό, στους άλλους και στο περιβάλλον και με βάση την οποία απαιτείται το κάθε σύνολο πρακτικών, πεποιθήσεων ή αξιών να ληφθεί υπόψη υπό το πρίσμα των κυρίαρχων κοινωνικών πρακτικών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια παραγωγική κίνηση πέρα ​​από τη θεραπευτική συνθήκη μια απομάκρυνση από το σύμπλεγμα-ψυ και από τα διάφορα συστήματα λόγου που συνδέονται με αυτό, προς την  εστίαση σε διαδραστικές διεργασίες (επικοινωνία). Αυτό ανοίγει τον χώρο για την ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο οι εμπλεκόμενοι συμμετέχοντες μπορούν να μετακινηθούν πέρα ​​από κανονιστικές αντιλήψεις καθώς και  μορφές πρακτικής προς την συνκατασκευή παραγωγικών και ανταποκρινόμενων εναλλακτικών λύσεων.

   Για να γίνει περισσότερο σαφές, συχνά ο λόγος της επιστήμης της ψυχολογίας και της διάγνωσης μπορεί να είναι πολύ χρήσιμος. Ταυτόχρονα μερικές φορές μπορεί να είναι και επικίνδυνα καταστροφικός. Εάν απλώς χρησιμοποιούμε τα εργαλεία του κλάδου (δηλαδή την διάγνωση) στην ψυχοθεραπεία, επειδή «έτσι γίνονται τα πράγματα», δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια ριζοσπαστική παρουσία. Δεν μπορούμε να αναστοχαστούμε σχετικά με το πώς συνεργαζόμαστε στο πλαίσιο της συνκατασκευής της θεραπευτικής διεργασίας.


Έχω παρουσιάσει ξανά (McNamee, 2004) μια οπτικοποίηση της  διαλογικής εστίασης σε διαδραστικές διεργασίες και στον τρόπο με τον οποίο η ανταπόκριση του ενός προσώπου στο άλλο αλλά και στο περιβάλλον τους μπορεί να δημιουργήσει αυτό που «γνωρίζουμε», αυτό που «καταλαβαίνουμε» και αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως «πραγματικό». Ας σκεφτούμε τον τρόπο μέσω του οποίου αναδύονται συγκεκριμένοι τρόποι κατανόησης του κόσμου. Το νόημα αναδύεται καθώς οι κοινότητες των ανθρώπων συντονίζουν τις δραστηριότητές τους. Αυτά τα νοήματα, με τη σειρά τους, δημιουργούν την αίσθηση μιας ηθικής τάξης. Ο συνεχής συντονισμός που απαιτείται σε κάθε σχέση ή κοινότητα δημιουργεί τελικά μια αίσθηση κοινών πρακτικών που θεωρούνται δεδομένες και αυτονόητες και οι οποίες είναι αλλιώς γνωστές ως κυρίαρχα (και σε μεγάλο βαθμό αδιαμφισβήτητα) συστήματα λόγου.

    Καθώς οι άνθρωποι συντονίζουν τις δραστηριότητές τους με άλλους ανθρώπους, αναδύονται άμεσα τελετουργίες και μοτίβα. Αυτές οι τελετουργίες γεννούν μια αίσθηση ανάπτυξης προτύπων και προσδοκιών που χρησιμοποιούμε για να αξιολογήσουμε τις δικές μας πράξεις αλλά και τις πράξεις των άλλων. Μόλις τεθούν σε εφαρμογή τα εν λόγω πρότυπα ξεκινά η δημιουργία αξιών και πεποιθήσεων (η ηθική τάξη). Συνεπώς, ξεκινώντας από την πολύ απλή διαδικασία του συντονισμού των μεταξύ μας δραστηριοτήτων, αναπτύσσουμε ολόκληρα συστήματα πεποιθήσεων, ηθικής και αξιών. Φυσικά, το σημείο εκκίνησης για την ανάλυση κάθε δεδομένης ηθικής τάξης (πραγματικότητα) δεν περιορίζεται στους σχεσιακούς μας συντονισμούς. Μπορούμε να διερευνήσουμε, εξίσου, τα μοτίβα αλληλεπίδρασης ή την αίσθηση υποχρέωσης (πρότυπα και προσδοκίες) που αναφέρουν οι συμμετέχοντες ανά πάσα στιγμή. Μπορούμε επίσης να ξεκινήσουμε με τις ίδιες τις αναδυόμενες ηθικές τάξεις (με τα κυρίαρχα συστήματα λόγου όπως πολλοί θα τις αποκαλούσαν) και να επιχειρήσουμε μια φουκωική αρχαιολογία της γνώσης (1969), δηλαδή να εξετάσουμε τον τρόπο μέσω του οποίου προέκυψαν ορισμένες πεποιθήσεις, αξίες και πρακτικές (κάτι που μας επιστρέφει στον απλό συντονισμό των ανθρώπων και των πλαισίων τους σε συγκεκριμένες ιστορικές, πολιτιστικές και χωρικές στιγμές). Η σχεσιακή διεργασία δημιουργίας μιας κοσμοθεωρίας μπορεί να απεικονιστεί στο Σχήμα 1 που ακολουθεί παρακάτω.
   Αυτός είναι ένας απλοποιημένος τρόπος απεικόνισης της σχέσης μεταξύ των συντονισμένων δράσεων, των αναδυόμενων προτύπων, της αίσθησης των προσδοκιών και της δημιουργίας κυρίαρχων λόγων. Η υιοθέτηση μιας ριζοσπαστικής παρουσίας εστιάζει την προσοχή μας στην ιδιαιτερότητα και στην μοναδικότητα της κάθε αλληλεπίδρασης και ταυτόχρονα μας επιτρέπει να παρατηρούμε τα διάφορα μοτίβα των αλληλεπιδράσεων στον χρόνο, στον τόπο και στον πολιτισμό.

Από την «εξόρυξη» των ζητημάτων ψυχικής υγείας στην  ριζοσπαστική παρουσία: εικονογραφήσεις


Μέχρι στιγμής, η συζήτηση για την ριζοσπαστική παρουσία υπήρξε αόριστη. Η ελπίδα μου είναι ότι η ιδέα στην οποία αναφερόμαστε δεν είναι εννοιολογικά ή φιλοσοφικά ασαφής, αλλά μπορώ να φανταστώ ότι σε αυτό το σημείο είναι πραγματιστικά ασαφής – ασαφής ως προς την εφαρμογή της. Ωστόσο, δεν υπάρχει τεχνική, μέθοδος ή συγκεκριμένη στρατηγική που να συνοδεύει την ριζοσπαστική παρουσία. Αντί αυτών, υπάρχει ένας τρόπος τοποθέτησης στον κόσμο. Οι Stewart και Zediker (2000), στην περιγραφή τους για τον διάλογο (μια μορφή αλληλεπίδρασης που ισχυρίζομαι ότι απαιτεί και ενσωματώνει τη ριζοσπαστική παρουσία), την ορίζουν ως «το να επιτρέπει κανείς στον άλλο να του ‘συμβεί’ ενώ διατηρεί τον δικό του χώρο» (σελ. 232). Εάν το σκεφτείτε, θα μπορέσετε να αναγνωρίσετε μια σημαντική μετατόπιση από τον τυπικό, ατομικιστικό τρόπο ύπαρξης στον κόσμο. Συνήθως, διδασκόμαστε το πως να «διατηρούμε τον δικό μας χώρο». Η πειστική ρητορική της καθημερινής ζωής απαιτεί από εμάς να διατηρήσουμε τον χώρο μας. Συχνά η μετάβαση σε έναν σχεσιακό προσανατολισμό, όπως αυτή που παρουσιάζω εδώ, γίνεται αντιληπτή από τους κριτικούς ως μια θέση υπέρ του ανεξέλεγκτου σχετικισμού. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η διατήρηση του χώρου ενός ατόμου δεν θα μπορούσε με τίποτα να επιτευχθεί μέσω μιας σχεσιακής στάσης. Ωστόσο, όπως μπορούμε να δούμε, η διαφορά που κάνει τη διαφορά (όπως θα έλεγε ο Gregory Bateson), είναι ότι ο καθένας διατηρεί τον χώρο του ενώ είναι δεκτικός στην υποδοχή του προσανατολισμού κάποιου άλλου. Μια τέτοια στάση δεν προωθεί ούτε διαλογικές μορφές αλληλεπίδρασης, ούτε αλληλεπιδράσεις που απαιτούν πλήρη παράδοση. Η θέση μου (χώρος) μετασχηματίζεται από την θεώρηση της δικής σου θέσης. Δεν είμαι πλέον εγώ και η άποψή μου εναντίον σας και εναντίον της άποψής σας.

Κατασκευάζοντας έναν κόσμο

Σχήμα 1. Κατασκευάζοντας έναν κόσμο.

Είναι η άποψή μου σε σχέση με την δική σου. Ο διάλογος, ως μια μορφή ριζοσπαστικής παρουσίας, ενθαρρύνει την περιέργεια για κάθε τι διαφορετικό, την ανοιχτότητα στη διαμόρφωση νέων αντιλήψεων και την μετακίνηση πέρα από την συμφωνία ή την επίκριση των διαφόρων οπτικών. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: πώς μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτή την ιδέα στην πράξη; Παρακάτω ακολουθούν ορισμένες εικονογραφήσεις της εφαρμογής της ριζοσπαστικής παρουσίας στην πράξη.

FamilyCareFoundation1


Η Carina Håkansson είναι η ιδρυτής και επικεφαλής του Family Care Foundation στη Σουηδία. Έχει αναφερθεί στο έργο του εν λόγω ιδρύματος στο βιβλίο της, «Ordinary life therapy» (Håkansson, 2009). Το ίδρυμα δημιουργεί δίκτυα τα οποία μπορούν, με πολύ απλούς τρόπους, να βοηθήσουν πραγματικά άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Παρατηρώντας ότι οι τυπικοί τρόποι διαχείρισης των ατόμων που βιώνουν ψυχική δυσφορία (συχνά τα εν λόγω άτομα χαρακτηρίζονται ως ψυχωτικοί) δεν ήταν επιτυχημένοι, η Håkansson και οι συνεργάτες της τόλμησαν να φανταστούν τι θα γινόταν αν τοποθετούσαν τα εν λόγω άτομα σε σπίτια τυπικών οικογενειών. Σημείωσε ότι τα νοσοκομεία, οι φυλακές και τα ιδρύματα δεν έκαναν το ελάχιστο (ή τίποτα) για να υποστηρίξουν ένα άτομο να ανακτήσει την ζωή του/της. Ωστόσο, κατά την δημιουργία μιας κοινότητας υποστήριξης και σεβασμού με την τοποθέτηση  των «ασθενών» στα σπίτια των τυπικών οικογενειών, η Håkansson και οι συνεργάτες της κατέδειξαν την δύναμη της ριζοσπαστικής παρουσίας.

Η Håkansson (2009) δεν ισχυρίζεται ότι όσοι έχουν διαγνωστεί ως ψυχωτικοί είναι «φυσιολογικοί». Αυτό που ισχυρίζεται είναι ότι όλοι οι άνθρωποι είναι «φυσιολογικοί» και «μη φυσιολογικοί» με διαφορετικούς τρόπους, σε διαφορετικά περιβάλλοντα και σε διαφορετικούς χρόνους. Για παράδειγμα, ένας νεαρός άνδρας ο οποίος βρίσκεται σε σύγχυση σε σχέση με το μέλλον του και αισθάνεται «χαμένος»θα έχει μια κακή αντίδραση σε μια διαφωνία με έναν φίλο, ή με ένα μέλος της οικογένειας του ή με τον σύντροφό του… ή ίσως να έχει αυτό έχει αυτό που φαίνεται να ορίζεται ως ένα ψυχωτικό επεισόδιο μετά από κατανάλωση αλκοόλ ή κάποιας ψυχοτρόπου ουσίας με σκοπό την διασκέδαση. Οποιαδήποτε από τις παραπάνω περιπτώσεις απομονωθεί στον χρόνο, είναι επαρκής για την τοποθέτηση της ετικέτας της ψύχωσης και εφόσον συμβεί αυτό ο νεαρός άνδρας είναι πιθανό να εισαχθεί στο τοπικό ψυχιατρικό ίδρυμα με συνοδεία. Μόλις φτάσουν εκεί, οι συνεντεύξεις (που λαμβάνουν χώρα εντός του  ιατρικού πλαισίου της ψύχωσης) φαίνεται να αποδεικνύουν μόνο τη διάγνωση. Όσο περισσότερο αντιστέκεται ο νεαρός άνδρας, τόσο πιο ταραγμένος θεωρείται, όσο περισσότερο βίαιος γίνεται, τόσο πιο «σωστή» είναι η διάγνωση. Η επακόλουθη εισαγωγή στο ψυχιατρικό νοσοκομείο συνοδεύεται με μεγάλες δόσεις βαρέων ηρεμιστικών φαρμακευτικών αγωγών. Κάθε φορά που ο νεαρός αναστατώνεται  ή «δυσκολεύεται», χορηγούνται περισσότερα φάρμακα και παράγονται περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν την ορθότητα της διάγνωσης.

Πώς μπορεί ένα άτομο να ξεφεύγει από αυτόν τον κύκλο; Θα μπορούσε η πραγματικότητα να μην είναι ακριβώς όπως περιγράφεται στο παραπάνω σενάριο. Ο νεαρός άνδρας (ή γυναίκα) θα μπορούσε να μεταφερθεί στη φυλακή αντί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο. Μέσα στη φυλακή, η καταδίκη, η απομόνωση, ο φόβος και η ταπείνωση παρέχουν άφθονη υποστήριξη για την επιμονή αυτού που ταυτοποιείται ως εγκληματική ή ψυχωτική συμπεριφορά.
   Το σπάσιμο αυτού του μοτίβου απαιτεί τη ριζοσπαστική παρουσία. Απαιτεί να τεθούν (τουλάχιστον προσωρινά) σε παύση οι γρήγορες εξηγήσεις οι οποίες παρέχονται από κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με το τι σημαίνει να έχει ένα άτομο ψύχωση ή να είναι εγκληματίας . Σημαίνει ότι χρειάζεται να αμφισβητηθεί αυτό που φαίνεται να παρουσιάζεται ως το προφανές πλαίσιο μιας κατάστασης και να διευρυνθεί το πλαίσιο, να επεκταθεί η ιστορία πέρα ​​από τη στιγμή της εμφάνισης της αποκλίνουσας συμπεριφοράς και να ανοιχτεί ο δρόμος για την πρόσκληση εναλλακτικών τρόπων κατανόησης μέσα στη συζήτηση.
Όταν το Family Care Foundation τοποθετεί ένα άτομο στο σπίτι μιας οικογένειας, αυτό το άτομο αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Αντιμετωπίζεται ως ένα  «τυπικό» μέλος του νοικοκυριού. Αυτό σημαίνει ότι ο νεοεισερχόμενος αναμένεται ότι θα συνεισφέρει και θα κάνει δουλειές όπως κάνουν τα άλλα μέλη του νοικοκυριού. Δεν γίνεται καμία προσπάθεια να αποσαφηνιστεί το λάθος στον «ξένο» αλλά γίνεται μια προσπάθεια να ενσωματωθεί στη ροή της ζωής της οικογένειας.
   Σε αυτό το σημείο μπορούμε να δούμε μια όμορφη απεικόνιση της ριζοσπαστικής παρουσίας. Τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι οικογένειες φιλοξενίας λειτουργούν βασιζόμενοι στην υπόθεση ότι η ανταπόκριση, ο σεβασμός, η ευαισθησία στον διαφορετικό τρόπο διαχείρισης του χρόνου και του χώρου μπορούν να προσκαλέσουν ένα «ψυχωτικό» άτομο στην υιοθέτηση μιας «κανονικής» ταυτότητας. Πρόκειται για μια απεικόνιση του να διατηρεί κανείς τον χώρο του ενώ επιτρέπει σε ένα άλλο άτομο να του ‘συμβεί’.

Απομόνωση και εθισμός

Ο Johann Hari (2015) έχει γράψει ένα συναρπαστικό βιβλίο για την  τοξικοεξάρτηση. Ταξίδεψε στον κόσμο διερευνώντας αυτό το κοινωνικό πρόβλημα. Το έργο του επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την έρευνα που διεξήγαγε ο ψυχολόγος Bruce Alexander την δεκαετία του 1970 (Alexander, 2008). Ο Alexander (2008, στο Hari, 2015) σημείωσε ότι τόσο ο εθισμός όσο και η απόσυρση από τα ναρκωτικά δεν ήταν μια χημική αντίδραση όπως είχε διαδοθεί από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Κατά την διάρκεια των πειραμάτων του Alexander υπήρχε μια δημοφιλής διαφήμιση κατά των ναρκωτικών στην τηλεόραση. Η διαφήμιση απεικόνιζε έναν αρουραίο σε ένα κλουβί με ένα μπουκάλι νερό στο οποίοι είχε προστεθεί κοκαΐνη –η οποία θεωρούταν ένα θανατηφόρο φάρμακο. Ο αρουραίος φαίνεται να επιστρέφει ξανά και ξανά στη φιάλη για να καταναλώσει περισσότερο από το νερό που περιείχε κοκαΐνη. Τελικά, ο αρουραίος πέφτει κάτω νεκρός. Ο Alexander (2008, στο Hari, 2015), σημείωσε ένα χαρακτηριστικό αυτής της διαφήμισης που απέβη χρήσιμο για να εμπνεύσει τη δημιουργική προσέγγιση της έρευνάς του: ο αρουραίος ήταν μόνος στο κλουβί. Αμφισβήτησε την κοινή σοφία σε σχέση με τον εθισμό βάσει τωνπαρατηρήσεων του και της εργασίας του με τοξικομανείς. Η πρότασή του ήταν ότι η τοξικοεξάρτηση σχετίζεται λιγότερο με τις με τις πραγματικές χημικές ουσίες και με την αντίδραση αυτών των χημικών ουσιών στον εγκέφαλο. Πρότεινε ότι ο εθισμός σχετίζεται περισσότερο με το περιβάλλον και με τις σχέσεις και παρατήρησε κάτι…

… οι αρουραίοι είχαν τοποθετηθεί σε ένα άδειο κλουβί Ήταν όλοι μόνοι, χωρίς παιχνίδια, χωρίς δραστηριότητες και χωρίς φίλους. Δεν υπήρχε τίποτα για να κάνουν παρά μόνο το να πάρουν το φάρμακο. (Alexander, 2008, στο Hari, 2015, σελ. 171)

Ο Alexander (2008, στο Hari, 2015) ξεκίνησε να διερευνά την επίδραση του περιβάλλοντος στον εθισμό. Στη μελέτη του υπήρχαν δύο κλουβιά αρουραίων. Ένα που περιείχε έναν απομονωμένο αρουραίο με δύο μπουκάλια: ένα με νερό και ένα με μορφίνη. Στο δεύτερο κλουβί, το οποίο ο Alexander ονόμασε  «Πάρκο Αρουραίων », παρείχε τροχούς, μπάλες, καλό φαγητό και αντί να τοποθετήσει μόνο έναν αρουραίο, έβαλε μαζί αρκετούς αρουραίους. Στο δεύτερο κλουβί, όπως και στο πρώτο, είχαν τοποθετηθεί δύο μπουκάλια: ένα με νερό και ένα με μορφίνη. Αυτό που παρατήρησε ο Alexander ήταν ότι οι αρουραίοι στο «Πάρκο Αρουραίων» έπιναν «λιγότερο από 5 χιλιοστόγραμμα» της μορφίνης, ενώ οι αρουραίοι που βρίσκονταν απομονωμένοι στα κλουβιά «κατανάλωναν έως και 25 χιλιοστόγραμμα μορφίνης την ημέρα» (Alexander, 2008, στο Hari, 2015, σελ 172).

Ακόμα πιο ενδιαφέρον ήταν το παρακάτω:

Οι ερευνητές πήραν μια ομάδα αρουραίων και τους ανάγκασαν να πίνουν το διάλυμα μορφίνης για πενήντα επτά ημέρες, μένοντας μόνοι μέσα στο κλουβί τους. Aν τα ναρκωτικά μπορούν να «καταλάβουν» τον εγκέφαλο, αυτό θα συνέβαινε σίγουρα στην παραπάνω συνθήκη. Στη συνέχεια, τοποθέτησε τους εξαρτημένους πλέον αρουραίους στο «Πάρκο Αρουραίων». Θα συνέχιζαν να κάνουν χρήση όλοι μαζί συλλογικά, ακόμη και όταν το περιβάλλον τους βελτιώθηκε; … Στο Πάρκο Αρουραίων οι εξαρτημένοι αρουραίοι φάνηκαν να έχουν σπασμούς στο πλαίσιο ενός στερητικού συνδρόμου – αλλά αρκετά γρήγορα σταμάτησαν να πίνουν μορφίνη. Ένα χαρούμενο κοινωνικό περιβάλλον, φάνηκε να τους απελευθέρωσε από τον εθισμό τους (Alexander, 2008, στο Hari, 2015, σελ. 172)

Υπάρχουν πολλά να πούμε για αυτό το ζήτημα και στον αναγνώστη που ενδιαφέρεται, προτείνεται να διαβάσει το βιβλίο του Hari (2015). Ωστόσο το ερώτημα για εμάς είναι, ποιο σημείο της εν λόγω συνθήκης σχετίζεται με την ριζοσπαστική παρουσία και με  τις εναλλακτικές διαδρομές στην θεραπευτική συνθήκη; Τα πάντα. Στην περιγραφή του Hari για την έρευνα του Alexander βλέπουμε μια έντονη υποστήριξη σε μια κοινωνική, σχεσιακή προσέγγιση των ανθρώπινων προβλημάτων. Πρόκειται για μια προσέγγιση που αποκλίνει από τη συνήθη μέθοδο  μιας εξατομικευμένης διάγνωσης και θεραπείας. Η προσοχή στο σχεσιακό περιβάλλον ενός ανθρώπου – όχι μόνο με τους άλλους ανθρώπους αλλά και με το φυσικό περιβάλλον – προσφέρει πληθώρα μέσων για τον μετασχηματισμό των προβλημάτων. Όταν επεκτεινόμαστε πέρα ​​από την εξατομικευμένη, ιατρική προσέγγιση, αναγνωρίζουμε ότι εκείνοι που υποφέρουν έχουν εναλλακτικές δυνατότητες. Ίσως οι εναλλακτικές  αφορούν στην επιλογή της συμμετοχής σε ορισμένες σχέσεις έναντι άλλων. Ή ίσως αφορούν σε εναλλακτικούς τρόπους εξήγησης οι οποίοι μπορούν να παραχθούν μόλις επεκτείνουμε την προσοχή μας πέρα ​​από το κάθε άτομο ως μονάδα. Η παραπάνω συνθήκη επίσης σχετίζεται με τη ριζοσπαστική παρουσία. Απαιτεί μια περιέργεια, μια αποκριτικότητα και μια επιθυμία να κατανοήσουμε πέρα ​​από αυτό που εμφανίζεται ως «προφανές». Ο Alexander (2008, στο Hari, 2015) ανέδειξε μια τόσο ριζοσπαστική παρουσία στην παρατήρηση – την τόσο απλή πράξη της παρατήρησης –ενός μικρού αλλά σημαντικού παράγοντα: της απομόνωσης έναντι της δέσμευσης σε μια σχέση.

Κοινοτική προσέγγιση

Ως μια άλλη απεικόνιση της ριζοσπαστικής παρουσίας στη πράξη, η Holzman (2015a) αναφέρει μερικά πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα μιας κοινοτικής έρευνας που επικεντρώνεται στις απόψεις των καθημερινών ανθρώπων για την διάγνωση και την φαρμακευτική αγωγή. Αναφέρει ότι τα τελευταία χρόνια, η ίδια και οι συνάδελφοί της έχουν περάσει χρόνο στους δρόμους της Νέας Υόρκης, ερευνώντας τους «καθημερινούς» ανθρώπους σε σχέση με την διάγνωση που βασίζεται σε βιολογικούς παράγοντες. Ήθελαν να μάθουν ποιοι θα ήταν «οι αποτελεσματικοί τρόποι εμπλοκής των ανθρώπων στην μάθηση εναλλακτικών δυνατοτήτων και για όσους ήθελαν περισσότερες επιλογές, εμπλοκής αυτών στην διαμόρφωση νέων προσεγγίσεων σε συνεργασία με επαγγελματίες με παρόμοιο τρόπο σκέψης » (Holzman, 2015b). Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι


Όλοι προσέφεραν μια εναλλακτική  επιλογή [σε σχέση με την διάγνωση και την φαρμακευτική αγωγή], με τους περισσότερους να προτείνουν περισσότερες από μία επιλογές. Στις πιο συχνές απαντήσεις συμπεριλαμβάνονταν η συζήτηση με άλλους ανθρώπους, η θεραπεία, η συμβουλευτική και η ομαδική θεραπεία που ήταν η πιο συνηθισμένη απάντηση (συμπεριλαμβανομένης της απάντησης: «Ένας χώρος στον οποίο μπορεί κανείς να πάει χωρίς να λάβει διάγνωση»), ακολουθούμενη από την οικογένεια, τους φίλους και τις ομάδες αυτοβοήθειας και υποστήριξης.

Προτάθηκε μια ποικιλία κοινωνικών δραστηριοτήτων και  αλλαγών του τρόπου ζωής –όπως: εθελοντισμός, χόμπι, μουσική, χορός, γραφή, διαλογισμός, άσκηση, γιόγκα, διατροφή, προσευχή και δημιουργία κοινότητας… (Holzman, 2015b)


Αυτό που προτείνουν οι ερωτηθέντες στην μελέτη της Holzman είναι ότι, όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα, η αλληλεπίδραση με άλλα άτομα είναι συχνά πιο χρήσιμη από τη διάγνωση. Όπως υποδεικνύει ο Hari (2015), στην περίπτωση του εθισμού, προβλήματα που περιγράφονται αυτή την στιγμή ως «χημικά», «βιολογικά» ή «νευρολογικά», στην πραγματικότητα είναι συνήθως το υποαπροϊόν των κοινωνικών σχέσεων. Εγείρεται έτσι ένα σημαντικό ερώτημα:  Έχουμε την υποχρέωση να διερευνήσουμε μια εναλλακτική κατανόηση της ανθρώπινης οδύνης; Τι θα συνέβαινε εάν η προσοχή μας απομακρυνόταν από την αναζήτηση της σωστής διάγνωσης, αξιολόγησης, εκτίμησης ή απάντησης και επικεντρωνόταν στην εξέταση ευρύτερων κοινωνικών συνθηκών και του πως τα «προβλήματα» θα μπορούσαν πραγματικά να είναι λογικές απαντήσεις σε αυτές τις συνθήκες; Αυτός είναι ο φακός εστίασης που θα μας κατευθύνει πέρα ​​από την θεραπευτική συνθήκη. Όπως η Håkansson (2009), ο Hari (2015), ο Alexander (2008), έτσι και η κοινοτική προσέγγιση με επικεφαλής την Holzman (2015a, 2015b) και τους συνάδελφους της πηγάζει από μια ριζοσπαστική παρουσία.


Η ριζοσπαστική παρουσία ως ένα εναλλακτικό μονοπάτι για να μπορέσουμε να συμπορευόμαστε


Είναι σαφές για μένα ότι η ριζοσπαστική παρουσία μας τοποθετεί σε μια θέση να αναγνωρίσουμε και να υιοθετήσουμε μια σχεσιακή αντίληψη του κοινωνικού κόσμου. Με τόσες πολλές παραδόσεις, πεποιθήσεις και αξίες που χρειάζεται να συντονίσουμε, πώς θα μπορούσε να είναι δυνατή η ομοφωνία, πώς θα μπορούσε να είναι δυνατή κάποια αφαιρετική μορφή κατανόησης / γνώσης; Ο κόσμος είναι περίπλοκος, όχι απλός. Είναι καιρός να «αγκαλιάσουμε» αυτήν την πολυπλοκότητα και να αναπτύξουμε τρόπους συντονισμού αυτής, αντί να την εξαλείψουμε παρέχοντας «ειδικές διαγνώσεις» σε αποπλαισιωμένες  ή σε μερικώς ενταγμένες στο πλαίσιο δράσεις. Αυτό μας οδηγεί στην υιοθέτηση μιας ριζοσπαστικής παρουσίας στις καθημερινές, κοινότοπες ανταλλαγές  της ζωής. Άλλωστε, δεν θα ήταν πιο παραγωγικό να αντικαταστήσουμε την τάση να καταφεύγουμε σε κανονικοποιημένες πρακτικές  οι οποίες έχουν κατασκευαστεί από τα κυρίαρχα συστήματα λόγου, με την τάση να είμαστε περίεργοι για κάθε τι διαφορετικό;  Ας μην ορίσουμε τον συντονισμό των διαφορετικών ως συμφωνία· ας τον ορίσουμε ως κατανόηση (όπου η κατανόηση δεν σημαίνει συμφωνία, αξιολόγηση ή κρίση – απλά σημαίνει δημιουργία περιέργειας για κάθε τι διαφορετικό). Οι γεμάτες σεβασμό προσπάθειές μας να κατανοήσουμε μπορεί να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη νέων μορφών συντονισμένης δραστηριότητας και αυτός ο συντονισμός μπορεί να επικεντρωθεί στην ανοχή της διαφοράς – μια ριζοσπαστική παρουσία.
Εάν εστιάσουμε την προσοχή μας στον τρόπο με τον οποίο η διαιώνιση ανεπιθύμητων καταστάσεων δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα ενός συγκεκριμένου ατόμου, αλλά είναι το παράπλευρο αποτέλεσμα συγκεκριμένων μορφών ζωής – δηλαδή τρόπων ζωής μέσα στην κοινότητα – μπορεί να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε και το πως θα μπορούσαμε να μεταμορφώσουμε αυτά τα μοτίβα σε νέους τρόπους συμπόρευσης στον κόσμο αλλά και το πως θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την διαφορά ως ένα φυσικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής –και όχι απαραίτητα ως κάτι που πρέπει να καταπιεσθεί, να αποφευχθεί ή να ελαχιστοποιηθεί. Χρειάζεται να διευρύνουμε τον φακό μας· χρειάζεται να δούμε και να αξιολογήσουμε τι συμβαίνει μέσα στις κοινότητές μας, στους θεσμούς μας και στον πολιτισμό μας. Μεταξύ των σημαντικών ερωτήσεων που χρειάζεται να τεθούν συμπεριλαμβάνονται: Πώς η θεραπεία για τα προβλήματά μου με βοηθά στη δημιουργία ισχυρών σχεσιακών δεσμών; Πώς η διάγνωση, η εκτίμηση και η αξιολόγηση με βοηθούν να αναγνωρίζω τις σχέσεις που προσφέρουν υποστήριξη και φροντίδα; Μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη δυνατότητα συντονισμού των διαφορών για να προχωρήσουμε πέρα ​​από απλές λύσεις και καθολικές αποφάσεις; Τι θα γινόταν αν αρχίζαμε να αντιλαμβανόμαστε την έννοια της διαφοράς ως μια πηγή δημιουργικότητας, καινοτομίας και κοινωνικού μετασχηματισμού;


Εφ ‘όσον προστατεύουμε τους εαυτούς μας μέσα στο σύστημα λόγου της ψυχολογίας, αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε μερικές από τις πιο ενοχλητικές προκλήσεις του σήμερα. Όταν τα προβλήματα γίνονται αντιληπτά ως ατομικά προβλήματα, μπορούμε να φροντίσουμε, να τιμωρήσουμε ή να εκπαιδεύσουμε τα άτομα να «χωρέσουν» στην επιθυμητή αντίληψη της κοινωνικής ζωής. Εάν αντίθετα αναρωτηθούμε σχετικά με το πως οι διευρυμένες κοινωνικές δομές μας και τα μέσα διατήρησης αυτών των κοινωνικών δομών συμβάλλουν στην αλλοτρίωση, την αποδέσμευση, την ταπείνωση, την υποβάθμιση και την αρνητική αξιολόγηση, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε τη δική μας συμμετοχή στη διαιώνιση της εξατομικευμένης παθολογίας. Με την υιοθέτηση μιας ριζοσπαστικής παρουσίας μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα ​​από τη θεραπευτική συνθήκη και να αξιοποιήσουμε τους τεράστιους διαθέσιμους πόρους που υπάρχουν όταν ποικίλες κοινότητες συντονίζονται μαζί για να δημιουργήσουν τρόπους «να συμπορευτούμε μαζί» (Wittgenstein, 1953).

Σημείωση
1. Για να μάθετε περισσότερα για το Ίδρυμα Οικογενειακής Φροντίδας, μεταβείτε στη διεύθυνση http: //www.familjevardsstiftelsen.se/

Σημειώσεις σχετικά με την συγγραφέα του άρθρου

Η Sheila McNamee είναι καθηγήτρια Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του New Hampshire (ΗΠΑ) και συνιδρυτής και αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Taos (taosinstitute.net). H καθηγήτριαMcNamee έχει διδάξει στο City University (Χονγκ Κονγκ), στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης (Ολλανδία), στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο (Βραζιλία) και στο Πανεπιστήμιο της Πάρμα (Ιταλία). Είναι επίσης καθηγήτρια Πολιτιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Tilburg (Ολλανδία). Η δουλειά της επικεντρώνεται στον διαλογικό μετασχηματισμό μέσα σε ποικίλα κοινωνικά και θεσμικά πλαίσια, συμπεριλαμβανομένων και των πλαισίων της ψυχοθεραπείας, των οργανώσεων και των κοινοτήτων. Το πιο πρόσφατο βιβλίο της σε συνεργασία με την Dian Marie Hosking είναι το Research and Social Change: A Relational Constructionist Approach (Routledge, 2012).

Βιβλιογραφία

Alexander, B. (2008). The globalization of addiction: A study in poverty of the spirit. Oxford: Oxford University Press.

Foucault, M. (1965). Madness and civilization. (R. Howard, Trans.). New York, NY: Random House.

Foucault, M. (1972). Archeology of knowledge. (A. M. Sheridan Smith, Trans.). New York, NY: Pantheon.

Foucault, M. (1973). The birth of the clinic. (A. M. Sheridan Smith, Trans.). New York, NY: Pantheon.

Foucault, M. (1977). Discipline and punish. (A. Sheridan, Trans.). New York, NY: Pantheon.

Håkansson, C. (2009). Ordinary life therapy. Chagrin Falls, OH: Taos Institute Publications.

Hari, J. (2015). Chasing the scream: The first and last days of the war on drugs. New York, NY: Bloomsbury.

Holzman, L. (2015a). Survey on emotional distress and mental health diagnosis: An international campaign to include “regular people” in the conversation. Retrieved from Mad in America: http://www.madinamerica.com/2015/07/survey-on-emotional-distress-and-mental-health-diagnosis-an-international-campaign-to-include-regular-people-in-the-conversation/.

Holzman, L. (2015b). A report on community outreach: Lay opinions on emotional dis- tress and diagnosis. Retrieved from DxSummit.org: http://dxsummit.org/archives/2249.

McNamee, S. (2002). The social construction of disorders: From pathology to potential. In J. D. Raskin & S. K. Bridges (Eds.), Studies in meaning: Exploring constructivist psychology (pp. 143–168). New York, NY: Pace University Press.

McNamee, S. (2014). Research as relational practice: Exploring modes of inquiry. In G. Simon & A. Chard (Eds.), Systemic inquiry: Innovations in reflexive practice research (pp. 74–94). London: Everything is Connected Press.

McNamee, S. (in press-a). The ethics of relational process: John Shotter’s radical presence. In T. Corcoran & J. Cromby (Eds.), Joint action: Essays in honor of John Shotter. London: Routledge.

McNamee, S. (in press-b). Ethics as discursive potential. The Australian and New Zealand Journal of FamilyTherapy.

Rose, N. (1990). Governing the soul: The shaping of the private self. New York, NY: Routledge.

Rose, N. (1998). Inventing ourselves: Psychology, power and personhood. Cambridge: Cambridge University Press.

Stewart, J., & Zediker, K. (2000). Dialogue as tensional, ethical practice. Southern Communication Journal, 65, 224–242.

Szasz, T. (1984). The therapeutic state: Psychiatry in the mirror of current events. New York, NY: Prometheus Books.

Wittgenstein, L. (1953). Philosophical investigations. Oxford: Blackwell.

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *