ΟΝΕΙΡΟΤΟΠΙΑ: Οι περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας ως μια αναστοχαστική πρακτική για την τοποθέτηση του εαυτού σε περιόδους κρίσεων!



Λίγες μέρες μετά την κήρυξη της καραντίνας ένας άντρας μοιράστηκε μαζί μου τον ακόλουθο προβληματισμό: «Πώς γίνεται να είμαι πολύ λειτουργικός όταν ασχολούμαι με τα ζητήματα του γραφείου και να μην έχω πανικοβληθεί καθόλου, παρότι αυτή την περίοδο δεν λειτουργεί τίποτα; Αντίθετα, όταν επιστρέφω σπίτι, είμαι πανικοβλημένος, φοβάμαι ότι θα μεταδώσω τον ιό στους δικούς μου, ανησυχώ πολύ για την ηλικιωμένη μητέρα μου και παθαίνω συνέχεια κρίσεις άγχους.».

Αυτός ο άντρας μιλά για μια συνηθισμένη κατάσταση, την οποία βιώνουν πολλοί άνθρωποι με τους οποίους συνομιλώ τούτο τον καιρό. Προσπαθώ, έτσι, να τον προσκαλέσω να σκεφτεί πώς στο παρελθόν έμαθε να διαχειρίζεται πιο εύκολα τα πρακτικά ζητήματα στα οποία δεν είναι συναισθηματικά εμπλεγμένος.

Στην δική μου οπτική αυτό είναι μια συνθήκη που τη συναντώ πολύ συχνά και προσπαθώ να την ερμηνεύσω με βάση το ακόλουθο σχήμα:[1]

Σε αυτό το σχήμα  η βασική ιδέα είναι πως κάθε εμπειρία μας βιώνεται ταυτόχρονα σε τρία πεδία (ή περιοχές):

– Στο πεδίο της επεξήγησης, εκεί που κατανοούμε ή ερμηνεύουμε το περιβάλλον μας,  που προσπαθούμε να  καταλάβουμε μια συνθήκη, να την  αφομοιώσουμε και να την εντάξουμε στην υφιστάμενη γνώση μας

– Στο πεδίο της δράσης, το οποίο συγκροτείται από  τις πράξεις μας και τις αντικειμενικές συνθήκες

-Στο πεδίο της αισθητικής, που χαρακτηρίζεται από τις ποιότητες, τις συναισθηματικές διεργασίες, τις αξίες και την ηθική, από το πώς κινούμαστε  στα άλλα δύο πεδία

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι όταν βιώνουμε μια κρίση, ανεξάρτητα από τη μορφή ή την έντασή της, συμβαίνουν διάφορες διεργασίες ταυτόχρονα και στις τρεις περιοχές.

Έτσι, στο πεδίο της αισθητικής νιώθουμε πολλά συναισθήματα, τα οποία μπορεί να ξεκινούν από το θυμό για μια απώλεια και να εκτείνονται μέχρι την ευγνωμοσύνη για όσα ζούμε,  όσα ακόμα έχουν αξία στη ζωή μας.

Επίσης, υπάρχουν ορισμένες  ποιότητες που συνδέονται με τις δράσεις μας, με τα όνειρά μας, με  το πώς αντιμετωπίζουμε τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα ή την αποσύνδεση από τους άλλους, όπως και με το πώς βιώνουμε την απόσταση ή την εγγύτητα. Τούτες οι ποιότητες  διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη μορφή των πράξεων μας.

Ακόμα, η ηθική και οι αξίες μας, το αν τα  κίνητρά μας  συνδέονται με τον ατομισμό ή τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη, αποτελούν πολύ ουσιώδεις παραμέτρους, ιδιαίτερα στις κοινωνικές κρίσεις.

Στο πεδίο της επεξήγησης είναι που κατανοούμε σειρά από θεματικές και αυτό που έχει σημασία είναι να αντιληφθούμε  πώς εγγράφονται μέσα μας ή πώς αντιλαμβανόμαστε  ζητήματα όπως η  απειλή και η αποσταθεροποίηση, ο  θάνατος, η  απώλεια, ο έλεγχος και η έλλειψή του, αλλά και πώς ερμηνεύουμε μια  κρίση.

Περαιτέρω, είναι βασικό στοιχείο το πώς κατανοούμε όσες διεργασίες συνδέονται με τις αλλαγές και τους μετασχηματισμούς. Στις συλλογικές κρίσεις έχει ιδιαίτερη σημασία εάν είναι τοπικές ή παγκόσμιες, καθώς επιφέρουν μια σειρά από αλλαγές και μετασχηματισμούς στη ζωή μας, συχνά παρά τη θέλησή μας.

Το πιο σπουδαίο, όμως,  συνίσταται στο αν διαθέτουμε ενημερότητα και αυτεπίγνωση ότι είμαστε πολυφωνικές υπάρξεις.

Στο πεδίο της πράξης  αναδύονται οι δράσεις και οι πρακτικές μας, οι οποίες συνδέονται με την ατομική και συλλογική ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους, σημαντικούς παράγοντες συνιστούν οι αντικειμενικές συνθήκες, το όριο και το πλαίσιο, όπως και οι συγκρούσεις, η συνεργασία και ακόμα διάφορες αξίες, με πιο βασική εκείνη  της συμπερίληψης.

Πράγματι, οι πράξεις μας μπορεί να μας οδηγήσουν στην εγκατάλειψη ή στη φροντίδα, στην αποδοχή ή στην άρνηση του πολυφωνικού μας εαυτού  και έχει μεγάλη αξία αυτό που έχει σημασία είναι αν θα διακατεχόμαστε από μια ολιστική οπτική για τη ζωή.

Στο ίδιο πεδίο μας απασχολεί τέλος το πώς οι αλλαγές και οι μετασχηματισμοί συνδέονται με τη δομή και την οργάνωση ενός συστήματος και οι επιπτώσεις που ενδέχεται να έχουν στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο από τη στιγμή που οι συλλογικές κρίσεις φέρουν στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν τη δημοκρατία και  τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα.

Καθώς μελετάμε τις περιοχές οργάνωσης της ανθρώπινης εμπειρίας, αυτό που έχει εδώ ενδιαφέρον  σε σχέση με την ανθεκτικότητα και την ευαλωτότητα, είναι πως  ενδέχεται σε κάποιο πεδίο να διατηρούμε ισχυρή ανθεκτικότητα, ενώ σε κάποιο άλλο να βιώνουμε αποδυνάμωση. Έτσι, αναρωτιόμαστε, λ.χ., πώς ενώ διαθέτουμε σημαντικές δεξιότητες για να αντιμετωπίσουμε μια κρίση στο πεδίο της κατανόησης ή της διαχείρισης της καθημερινότητας, αισθανόμαστε αποδυναμωμένοι όταν χρειάζεται να ελέγξουμε τις επιδράσεις της στο συναισθηματικό πεδίο.

Αυτό σε ένα βαθμό συνδέεται με το γεγονός ότι   μεταφέρουμε στο παρόν λύσεις και επιλογές, από την περιοχή του πράττειν, τις οποίες στο παρελθόν είχαμε συνδέσει με μια θέση επιβίωσης.

Αυτές οι θέσεις είναι κυρίαρχες σε σχέση με άλλες βιωμένες εμπειρίες μας και, καθώς μεγαλώνουμε, αποτελούν ένα είδος καταφυγίου, το οποίο ενδεχομένως να μην είναι πλέον λειτουργικό ή προστατευτικό.

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τι συμβαίνει στην ακόλουθη περίπτωση. Μια γυναίκα, πολύ αποφασιστική, καθώς διαχειρίζεται αποτελεσματικά την καραντίνα και μια έντονη κρίση στο εργασιακό πλαίσιο που μπορεί να την καταστρέψει, διηγείται πώς κατορθώνει να παραμένει ψύχραιμη, μολονότι η δουλειά της πλήττεται άμεσα από την επιδημία και τον κορονοϊό.

Αυτό είναι δίχως αμφιβολία σημαντικό, αλλά εδώ έχει νόημα να διερευνήσουμε αν είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένη με τους βαθύτερους φόβους της. Όταν την προσκαλώ, λοιπόν, σε μια συνομιλία σχετικά με το πώς φροντίζεται η ευάλωτη πλευρά της, αναφέρει ότι έχει μάθει στο παρελθόν να απωθεί τις αρνητικές εμπειρίες («τις βάζω στην άκρη», λέει χαρακτηριστικά) και εξηγεί ότι ήταν μια πρακτική που την προστάτευε στο παρελθόν, ώστε να μην καταρρεύσει ενόσω ζούσε σε ένα κακοποιητικό πλαίσιο.

Καθώς την καλώ να σκεφτεί εάν αυτή η θέση επιβίωσης παραμένει βοηθητική στο παρόν, αρχίζει να αναρωτιέται και να κάνει συνδέσεις, διαπιστώνοντας ότι σε άλλες περιοχές σχετικές με τη φροντίδα του εαυτού της νιώθει αποσυνδεδεμένη και ανήμπορη να προστατεύσει τον εαυτό της.

Αυτή η γυναίκα ανατρέχει σε μια παλαιότερη πρακτική και την αξιοποιεί στο παρόν, αλλά στην πραγματικότητα βιώνει, εξαιτίας της κρίσης και του φόβου, μια παλινδρόμηση, καθώς αισθάνεται ότι αδυνατεί να αναγνωρίσει τις εσωτερικές συνέπειες της κρίσης, παρότι ψυχικά έχει εξελιχθεί και έχει αποκτήσει δυνάμεις που δεν διέθετε στο παρελθόν.

Σε άλλες περιπτώσεις με τις οποίες εργάζομαι αυτές τις ημέρες αντιλαμβάνομαι ότι οι άνθρωποι ζουν μια αντιφατική συνθήκη: Από τη μια θυμώνουν με την απώλεια του ελέγχου, από την άλλη τον αναθέτουν σε κάποιους παντοδύναμους άλλους, όπως ακριβώς όταν ήταν παιδιά!

Αισθάνομαι, τότε, την ανάγκη να τους καλέσω να αναπτύξουν τη δημιουργικότητά τους, να συνδεθούν με τα αποθέματά τους και να ανακαλύψουν ή και να συγκροτήσουν μηχανισμούς ελέγχου της κρίσης.

Πρόκειται για πολύ σημαντική διεργασία, καθώς μέσα στην κρίση, και ειδικότερα όσο αυτή κορυφώνεται, πολλοί/ές αισθανόμαστε ανίσχυροι/ες. Στην πράξη, όμως, μπορεί να είμαστε πολύ πιο δυνατοί από όσο πιστεύουμε, αλλά η απειλή ή ο φόβος μάς αποσυνδέει από το σύνολο της βιωμένης εμπειρίας μας και εγκαθιστά την αδύναμη πλευρά μας στο προσκήνιο, ως τη μοναδική και αδιαφιλονίκητη ταυτότητα.

Έτσι, τελικά, το αίσθημα ότι είμαστε ανίσχυροι δεν αφορά μόνο ένα ερέθισμα και μια συγκεκριμένη συνθήκη, όπως ο κορονοϊός και η καραντίνα, αλλά το πώς βιώνουμε και το πώς τοποθετούμε τον εαυτό μας μέσα σε όλο το φάσμα των εμπειριών μας. Θα ήταν χρήσιμο να διακρίνουμε πώς οι κρίσεις και η δυσκολίες επιδρούν σε διαφορετικά πεδία της ζωής μας.

Υπάρχουν, λ.χ., δυσκολίες που δεν μπορούμε πραγματικά να διαχειριστούμε, που ανήκουν σε ό,τι ονομάζουμε «πεδίο της αντικειμενικότητας», όπως το παράδειγμα της γυναίκας που ό άντρας της βρίσκεται σε κώμα ή του άντρα που ξαφνικά κλείνει το μαγαζί του και δεν μπορεί να ξεπληρώσει τα χρέη του.

Βέβαια, ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί κανείς να προσκαλέσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν ότι ίσως δεν μπορούν να αλλάξουν αυτό που συμβαίνει, μπορούν όμως να μην το αφήσουν να τους διαλύσει συναισθηματικά ή ψυχικά. Η συγκεκριμένη γυναίκα προσκαλείται να συνδεθεί με τη φροντίδα των παιδιών της και του εργασιακού της πλαισίου, ενώ ο άντρας να φροντίσει τον εαυτό του, τη σύντροφό του και το μικρό παιδί τους.

Σε όλες τις ιστορίες των ανθρώπων με τους οποίους συνομιλώ, όπως άλλωστε και στον εαυτό μου, διακρίνω έναν τεράστιο κίνδυνο να υπάρξουν εντροπικά[2] φαινόμενα. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί, ώστε να μη μεταφερθεί η απώλεια του ελέγχου σε όλες τις περιοχές της ζωής μας και η απειλή, η αίσθηση του κινδύνου, η αγωνία, το άγχος, ο φόβος, η αδυναμία να μη μεταδίδονται από τη μια περιοχή στην άλλη.

Δυνητικά, αυτό που ίσως βοηθήσει είναι η εξασφάλιση του χώρου και του χρόνου για τη φροντίδα αρχικά του εαυτού και κατόπιν του άλλου. Μέσα στην κρίση χρειαζόμαστε, ενδεχομένως περισσότερο από κάθε άλλη φορά και ταυτόχρονα με την ευελιξία, να συνδεθούμε με σταθερά σημεία, με τελετουργίες, με τη δημιουργικότητα, με κοινωνικές σχέσεις και, βέβαια, να ανασύρουμε στο προσκήνιο όλες τις αδύναμες πλευρές του εαυτού, ώστε να τις κατανοήσουμε και να τις φροντίσουμε!

Αναγνωρίζω ότι δεν πρόκειται για αλλαγή ή ανταπόκριση που συμβαίνει αυτονόητα και αυτόματα.

Καθημερινά, μέσα από τις συζητήσεις που αναπτύσσονται στο Διαδίκτυο, παρατηρώ ότι διαρκώς συσσωρεύουμε αρνητικές εμπειρίες και ότι η προερχόμενη από το ευρύτερο πλαίσιο απειλή τροφοδοτεί τον εσωτερικό μας διάλογο με μια αλυσίδα «παθογόνων» σκέψεων, καθεμία από τις οποίες είναι πιο σκοτεινή από την άλλη.

Πολλοί, ενδεχομένως οι περισσότεροι, από μας βρεθήκαμε ξαφνικά λόγω της καραντίνας σε ένα κενό χρόνου, σε ένα χρόνο που δεν γνωρίζουμε πώς να διαχειριστούμε. Είναι ο χρόνος που περιορίζεται τόσο από τις εξωτερικές συνθήκες όσο και από το πώς βιώνεται εσωτερικά από εμάς.

Μέσα σε αυτό τον άδειο χρόνο προσπαθούμε να διακρίνουμε τι είναι ζωντανό, τι έχει ακόμα αξία και νόημα, τι μπορεί να αποχρωματιστεί από το φόβο. Σε αυτή την προσπάθεια συχνά συνομιλούμε και κοινοποιούμε μόνο τους φόβους μας και όχι τις δυνάμεις μας. Δεν πρόκειται για διάλογο αλλά για μηρυκασμό, συνεχή επανάληψη, κατά την οποία μοιραζόμαστε τις δυσκολίες χωρίς την προοπτική να συνδεθούμε με δυνάμεις και αποθέματα, κάτι που το έχουμε περισσότερο από ποτέ ανάγκη, για να διαχειριστούμε τους φόβους μας.

Εδώ μια μετακίνηση στη γλώσσα μπορεί να αποκτήσει κομβική σημασία.

Τι θα συμβεί αν από το ερώτημα «Πώς μπορούμε να μετακινηθούμε από τον έλεγχο του φόβου;» προχωρήσουμε στο «Πώς μπορώ να φροντίζω τον εαυτό μου όταν φοβάμαι;»;

Τότε, πιστεύω, πως θα καταφέρουμε να τροποποιήσουμε το πλαίσιο της σκέψης μας, το οποίο μας προσκαλεί στην αποδοχή του φόβου, και μαζί να αφουγκραστούμε τις ανάγκες μας και να τις διαχειριστούμε.

Επιπλέον, αυτή η μετακίνηση θα συμβάλει στο να ξεκινήσουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά και θα αλλάξει τη μορφή του εσωτερικού διάλογου. Δεν είμαι πια ένα παιδί που συζητά με έναν μεγάλο, αλλά μετέχω σε έναν ισότιμο διάλογο ώριμων προσωπικοτήτων.

Προσπαθώ να ολοκληρώσω αυτές τις σημειώσεις, όταν μου τίθεται ένα ερώτημα σχετικά με το πώς χειριζόμαστε τη ροή της πληροφορίας σε περίοδο έντονης κρίσης.

Καθώς στην πλειονότητά μας σπαταλάμε όλο και περισσότερες ώρες στο Ίντερνετ, έχουμε ήδη εκτεθεί σε υπερπληροφόρηση, γεμάτη αντιφάσεις, fake news, υπερβολές, θεωρίες συνωμοσίας. Οι πληροφορίες που λαμβάνουμε άλλοτε ενισχύουν το φόβο κι άλλοτε μας καθησυχάζουν.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το βασικό ζήτημα είναι ότι καθώς γύρω μας και μέσα μας οι πληροφορίες ρέουν ταχύτατα, δεν αφήνουμε, παρότι φαινομενικά έχουμε πολλές ώρες διαθέσιμες, κενό χρόνο για αναστοχασμό. Ως αποτέλεσμα, δεν συνομιλούμε με τον εαυτό μας ή με τους άλλους για τις ποιότητες και την αισθητική με την οποία βιώνουμε αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη.

Τα φαινόμενα που συνδέονται με τη βία αυξάνονται[3] και ανησυχώ πολύ για το αν τελικά θα επικρατήσουν οι ποιότητες που προωθούν τη φροντίδα και τη συνεργατικότητα ή εκείνες που σχετίζονται με τη βία και την κακοποίηση.

Φαντάζομαι ότι θα υπάρξουν άτομα, ομάδες και ευρύτερα συστήματα αρκετά ευέλικτα ώστε να αφεθούν σε μια αυτοαναφορική διεργασία, να επεξεργαστούν την καινούργια πληροφορία και να συμμετάσχουν σε ένα διάλογο που θα οδηγήσει σε νέες και εναλλακτικές θεωρήσεις της πραγματικότητας.

Εκτιμώ, τέλος, ότι άλλα συστήματα θα αναπτύξουν τη βία και την επιθετικότητα, αντί να εστιάσουν στην ανθρωπινότητα, και θα αξιοποιήσουν την καραντίνα και την πανδημία ως ευκαιρία να καταλύσουν βασικά δικαιώματα και να αναλάβουν όλο τον έλεγχο της κίνησής μας στο χώρο και το χρόνο!


1.Δες σχετική αναφορά στο κεφ. 1 («Η καταξιωτική συστημική διερεύνηση στην καθημερινή ζωή»).

[2] Την έννοια της

[3] Δες κεφάλαιο 3, συνομιλίες για το σπίτι και τον ασφαλή χώρο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *