Σκέψεις για τις συζητήσεις γύρω από την εμφάνιση ρατσιστικών συμπεριφορών στο νησί της Λέσβου μετά την ανακοίνωση δημιουργίας κλειστών δομών υποδοχής μεταναστών. Το Ερώτημα του Ενός Εκατομμυρίου Ευρώ

‘Ελενα Καραγεωργίου

Ψυχολόγος

Είμαστε πλέον στο χορό του Κορονοϊού. Έχουν παρέλθει περίπου δύο εβδομάδες και μια σαρωτική πανδημία από το διάστημα που στο νησί της Λέσβου καταγράφηκαν ορισμένα πρωτόγνωρα βίαια περιστατικά εναντίον προσφύγων-μεταναστών, υποστηρικτών τους και μελών ΜΚΟ. Οι κάτοικοι της Λέσβου κατηγορήθηκαν από πολλά διεθνή και εγχώρια ΜΜΕ ως ρατσιστές και ξενοφοβικοί. Πολλοί «ειδικοί» επίσης των ανθρωπιστικών και πολιτικών επιστημών τοποθετήθηκαν με θέρμη εναντίον των ντόπιων, υποστηρίζοντας ότι με τους ρατσιστές δεν μπορεί να υπάρξει κανένας διάλογος και ότι θα πρέπει με κάποιο τρόπο να απομονωθούν. Παραδόξως δε, πολλοί από τους ντόπιους δεν ενοχλήθηκαν από τον τίτλο αυτό. Αντιθέτως, φαίνεται να αποδέχτηκαν ευχαρίστως αυτή την ταμπέλα και μάλιστα να οχυρώθηκαν πεισματικά πίσω από αυτή! Έχοντας την απαραίτητη απόσταση (και αποστείρωση) που προσφέρει απλόχερα μια ίωση τέτοιων διαστάσεων θα ήθελα να καταθέσω ορισμένες σκέψεις, κυρίως επιφυλάξεις για τους κινδύνους που προκαλεί η χρήση ταμπελών, και ειδικότερα η χρήση των όρων «ρατσιστής» και «αλληλέγγυος» για την ερμηνεία ενός εξαιρετικά παράδοξου, κατά τη γνώμη μου φαινομένου. Πριν αρχίσω να ξεδιπλώνω το συλλογισμό μου γύρω από αυτό το θέμα, θα σπεύσω να δηλώσω το αυτονόητο: για οποιαδήποτε ρατσιστική πράξη, για οποιαδήποτε συμπεριφορά που επιτίθεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια ενός ή πολλών προσώπων η απάντηση οφείλει να είναι κρυστάλλινα ξεκάθαρη: μηδενική ανοχή. Στο χαρακτηρισμό όμως μιας μεγάλης μερίδας των κατοίκων του νησιού ως ρατσιστών μου προκαλεί εντύπωση ένα ιδιαίτερα παράξενο φαινόμενο: πώς είναι δυνατόν μέσα σε πέντε χρόνια από την έναρξη της προσφυγικής κρίσης στο νησί, να έχει ο ίδιος πληθυσμός που υπήρχε η ιδέα να προταθεί για νόμπελ ειρήνης και χαρακτηριζόταν υπόδειγμα αλληλεγγύης, οι ίδιοι άνθρωποι που δέχονταν τα συγχαρητήρια διεθνών πολιτικών αρχηγών, διασημοτήτων και του Πάπα του ίδιου να έχουν μεταστραφεί σε αυτόκλητους διώκτες και να εξυβρίζουν και προπηλακίζουν άλλους ανθρώπους, με τρόπους που θα έκαναν επαγγελματίες μπράβους της νύχτας να φοβηθούν; Και αυτό είναι κατά τη δική μου άποψη το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου ευρώ: Τι μεσολάβησε από τη στιγμή που το χέρι απλωνόταν για να προσφέρει νερό και ρούχα στους «πρόσφυγες» που έβγαιναν κατά εκατοντάδες από τη θάλασσα, μέχρι τη στιγμή που το ίδιο χέρι στάθηκε απέναντί στους «λαθρομετανάστες» και πέταξε την πέτρα εναντίον τους; Ή, για να το θέσω αλλιώς, πώς ο «αλτρουιστής» νησιώτης μεταλλάχθηκε σε «ρατσιστής», έγινε με άλλα λόγια απάνθρωπος;Είμαστε μπροστά σε κάποιου τύπου ψυχιατρική διαταραχή που έχει διασπαρθεί μαζικά; Έχουμε να κάνουμε με κάποιο γονίδιο τύπου Τζέκιλ και Χάιντ που έκανε το μάτι των νησιωτών να γυρίσει σε δεδομένο χρόνο και να μετατραπούν σε ανάλγητους ψυχοπαθείς; Ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο; Στο νησί της Λέσβου παρακολουθούμε με δέος εδώ και πολλά χρόνια τη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Βιώνουμε τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, των πολέμων, της κλιματικής αλλαγής, των γεωπολιτικών παιχνιδιών δύναμης, της φτωχοποίησης ολόκληρων ζωνών του πλανήτη ως ατέλειωτες ορδές ανθρώπων που ναυαγούν στις ακτές μας. Για τη διάσωση αυτών των ανθρώπων νιώσαμε, αλλά και μας είπαν ότι είμαστε εμείς υπεύθυνοι. Έτσι απέναντι στο ανθρώπινο δράμα αντιδράσαμε καταρχάς με το αντανακλαστικό της προσφοράς βοήθειας και της αλληλεγγύης. Αυτό άλλωστε μας ενθάρρυναν να κάνουμε. Απλώσαμε το χέρι και βοηθήσαμε εκείνους που πνίγονταν. Και εισπράξαμε επαίνους και πολλά ευχαριστώ. Και κάπως έτσι, χωρίς να τα καταλάβουμε, εγκλωβιστήκαμε στην προνομιακή (όσο και ψευδαισθητική πολλές φορές με όρους δύναμης) θέση του διασώστη και τη σισύφεια πρακτική της διάσωσης, ενώ η δυνατότητα να αποστασιοποιηθούμε και να σταθούμε κριτικά στα όσα συμβαίνουν και όσα φυσικά μπορεί να επακολουθήσουν απομακρύνθηκε επικίνδυνα. Πλέον βιώνουμε όμως και κάτι ακόμη: την πραγματικότητα της εγκατάλειψης μας. Τα παιδιά που έχουν γεννηθεί τα τελευταία πέντε χρόνια στο νησί έχουν εξοικειωθεί με τις εικόνες ανθρώπων που κυκλοφορούν ως εκκρεμείς υπάρξεις στην πόλη της Μυτιλήνης, όχι όμως και οι κάτοικοι που έχουν μνήμες ενός τόπου όπου κάποτε υπήρχε το δικαίωμα στην ανεμελιά, πριν δεσμευθούν οι άνθρωποι και οι χώροι στην ανάθεση της φύλαξης των ναυαγισμένων ανεπιθύμητων της Ευρώπης. Και τώρα πια που οι αριθμοί μας κατακλύζουν (καθώς γράφεται αυτό το κείμενο η αναλογία ντόπιου πληθυσμού και μεταναστών-προσφύγων στην πόλη της Μυτιλήνης είναι 1:1) νιώθουμε ότι συμπαρασυρόμαστε μαζί με αυτά τα φαντάσματα σε ένα παράλληλο ζοφερό κόσμο εγκατάλειψης. Υπάρχει πλέον μια πολύ μεγάλη μερίδα του κόσμου που νιώθουν στο πετσί τους την ασφυξία της συμφόρησης και της εγκατάλειψης. Πολλοί νησιώτες επίσης νιώθουν κενοί, μουδιασμένοι και θα -τολμήσω να πω- βαθιά ενοχοποιημένοι. Και ορισμένοι από αυτούς προτείνουν μια λύση που φαντάζει εφικτή (αντλώντας το δικαίωμα και από το γεγονός ότι για τη διαχείριση των μεταναστών έχουν πειστεί ότι οι ίδιοι έχουν την ευθύνη): το αδιέξοδο και το ζοφερό της συνθήκης που συνολικά βιώνει ο τόπος μετατίθεται και προσωποποιείται στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Αν αυτοί φταίνε επομένως για την κατάντια τους και την κατάντια αυτού του τόπου, τότε μάλλον ως διαχειριστές του προβλήματος δικαιούμαστε να τους φερθούμε απάνθρωπα και να λύσουμε μαγικά τα προβλήματά μας. Το νησί θα επιστραφεί στους ανθρώπους του… Υπάρχει βέβαια και η μερίδα των ανθρώπων που επιμένουν απαρέγκλιτα στην ιδέα της αλληλεγγύης. Είναι ως επί το πλείστον εκείνοι που στέκονται στην πρώτη γραμμή διαχείρισης του προσφυγικού- μεταναστευτικού προβλήματος σφίγγοντας τα δόντια, θυσιάζοντας την προσωπική τους ηρεμία, δίνοντας πολλές φορές το αίμα τους το ίδιο για να βοηθήσουν τον άλλο να διασωθεί. Θεωρούν ότι είναι δική τους υπόθεση η διαχείριση του μεταναστευτικού και προσφυγικού προβλήματος τη στιγμή που όλοι οι άλλοι συμπαίκτες τους εγκαταλείπουν τον αγώνα. Έτσι οι ίδιοι οι αλληλέγγυοι μεροληπτούν κατά του εαυτού τους αρνούμενοι τις αρνητικές επιπτώσεις του προσφυγικού-μεταναστευτικού προβλήματος για τους ίδιους και για τον ντόπιο πληθυσμό. Επιπλέον, η συσπείρωση λειτουργεί αρνητικά και με άλλους τρόπους. Αν υπάρχουν οι κακοί ρατσιστές τότε υπάρχουν και οι καλοί αλληλέγγυοι και αυτά είναι σταθερά ατομικά χαρακτηριστικά, όπως θα λέγαμε καλοί και κακοί άνθρωποι. Αλλά, αν είμαστε εμείς (οι καλοί) και οι άλλοι (οι κακοί δηλαδή), όποια πληροφορία αμφισβητεί αυτό το δίπολο απορρίπτεται πριν καν περάσει από έλεγχο. Επιπλέον αυτός ο διαχωρισμός, περιορίζει τη θέα. Το άτομο αδυνατεί να δει τη θέση του στο παιχνίδι στο οποίο συμμετέχει ως μέρος του προβλήματος. Ποιος είναι αυτός που διασώζει και προστατεύει από ποιους και γιατί; Ο ίδιος ο προστάτης δε χρειάζεται προστασία; Και εκείνοι που προστατεύονται, από τι προστατεύονται και για πόσο; Και κάπως έτσι η «καλοσύνη» μπορεί να γίνει μέρος του προβλήματος. Αν έπρεπε να δοκιμάσω μια ερμηνεία για την ακραία πόλωση που εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα στο νησί, θα μιλούσα για το συλλογικό τραύμα ενός τόπου, ενός νησιού που αντικρύζει μια πραγματικότητα που ξεπερνά τις δυνατότητές των ανθρώπων του να κατανοήσουν, να αφομοιώσουν και ασφαλώς να διαχειριστούν. Για όσους δεν έχουν περπατήσει στις ακτές μας τα τελευταία πέντε χρόνια αυτά που ζούμε και νιώθουμε ίσως φαντάζουν αδιανόητα: Βρέφη, παιδιά και ενήλικες που ξεβράζονται νεκροί στις ακτές, άνθρωποι σκιές των αλλοτινών τους ταυτοτήτων, ιστορίες βασανισμών, πολέμου, αποχωρισμών που κυκλοφορούν ως ψίθυροι και συγχρονίζονται σε ένα συλλογικό θρήνο σε ένα νησί που κατακλύζεται από τον ανθρώπινο πόνο. Βέβαια, θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι απέναντι στον πόνο δεν υπάρχει αντίδραση. Ότι οι άνθρωποι ντόπιοι και ξένοι μπορεί να μείνουν για πάντα στον πάτο του βαρελιού περιμένοντας παθητικά το χαμό τους. Αυτό ήδη φωνάζουν πολλοί νησιώτες, ορισμένοι από αυτούς νομίζοντας αφελώς ίσως ότι μπορούν να λύσουν το προσφυγικό σαν να μετακινούν μια σακούλα με σκουπίδια έξω από το σπίτι τους, στο δρόμο. Δεν μπορείς απέναντι στο απάνθρωπο να προτείνεις ως λύση κάτι περισσότερο απάνθρωπο, γιατί έτσι το νομιμοποιείς και το δυναμώνεις. Και ποιος μπορεί να πιστεύει στ’ αλήθεια σήμερα ότι οι σημερινοί ευάλωτοι, τα σημερινά σκουπίδια του παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, δε θα διεκδικήσουν αύριο με παρόμοιο τρόπο το δικό τους μερίδιο από αέρα και φως; Δεν είναι επομένως το τραύμα το σημαντικότερο πρόβλημα αυτού του τόπου. Είναι η απουσία επίλυσης. Είναι η παντελής απουσία ενός υπερεθνικού πολιτικού σχεδίου διαχείρισης του προσφυγικού και μεταναστευτικού προβλήματος, με τρόπους που να αποκαθιστούν την αξιοπρέπεια, και την ασφάλεια των ανθρώπων ώστε να μην χρειαστεί να μετακινηθούν, αλλά και στις περιπτώσεις που αναγκάζονται να μετακινηθούν, τόσο γι΄ αυτούς όσο και για τους τόπους υποδοχής τους.Και θα προσθέσω ακόμη τα εξής:Εκείνος που προσφέρει ελεημοσύνη, εξαγοράζει τον ήσυχο ύπνο του τα βράδια. Το προσφυγικό και μεταναστευτικό είναι ένα πρόβλημα που κανένας δε φαίνεται πρόθυμος, τουλάχιστον προς το παρόν, να διαχειριστεί στη ρίζα του. Μέσω της επιλογής της λύσης του διαχωρισμού του κόσμου σε ζώνες όπου φυλάσσονται οι ανεπιθύμητοι, οι ισχυροί του κόσμου διασφαλίζουν την αδιατάραχτη συνέχεια της δικής τους προόδου, σε βάρος άλλων περιοχών που υποβαθμίζονται ραγδαία. Μέχρι το σημείο βέβαια που εμφανίζεται μια ίωση και αποσταθεροποιεί τα πάντα. Χρειαζόμαστε ένα νέο πολιτικό Διά-Λογο. Η παγκοσμιοποίηση, όπως αποδεικνύεται με δραματικό τρόπο από τις αρχές του 2020, αλλά και νωρίτερα, με τα προβλήματα της κλιματικής κρίσης, του προσφυγικού-μεταναστευτικού και πιο πρόσφατα τον Κορονοϊό, μας προσκαλεί να επανεξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους σκεφτόμαστε, ταυτιζόμαστε και λειτουργούμε σε τοπικό επίπεδο σε σχέση με το παγκόσμιο. Επίσης τις προτεραιότητες που έχουμε θέσει ως κοινωνίες. Χρειαζόμαστε επομένως ένα τολμηρό Διάλογο που δε βιάζεται να χρησιμοποιήσει ταμπέλες και κλισέ για να ερμηνεύσει σύνθετα σύγχρονα πολιτικά προβλήματα. Ένα διάλογο επίσης που μπορεί να απελευθερώνει από ασφυκτικά διλήμματα και να υπερβαίνει έγκαιρα τα αδιέξοδα. Επομένως δεν γράφω αυτό το κείμενο για να προτείνω λύση. Γράφω αυτό το κείμενο γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι θα μπορούσαμε να επωφεληθούμε σημαντικά αν στεκόμασταν με σεβασμό απέναντι στον εαυτό μας όσο και απέναντι σε εκείνους που φαίνεται να διατηρούν μια εκ διαμέτρου διαφορετική θέση από εμάς, αν συνομιλήσουμε μαζί τους και αναγνωρίσουμε τις ανάγκες και τις αξίες που η κάθε πλευρά εκπροσωπεί. Ας γίνουμε λίγο πιο τολμηροί, ας μετακινηθούμε έστω ελάχιστα η κάθε ακραία πλευρά από τη ζώνη των βεβαιοτήτων της, τώρα που αυτό φαντάζει λίγο πιο εύκολο λόγω της πανδημίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *