Η Μεταμοντέρνα Ηθική στην Ψυχοθεραπεία: Η Σχεσιακή Ευθύνη στην Πρακτική, Sheila McNamee

Κοινοποίηση

Η Μεταμοντέρνα Ηθική στην Ψυχοθεραπεία: Η Σχεσιακή Ευθύνη στην Πρακτική, Sheila McNamee

Human Systems: The Journal of Therapy, Consultation & Training

Τμήμα Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο New Hampshire, ΗΠΑ

Μετάφραση: Μυρτώ Νόχου ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ- Διαλογικό Κέντρο Ψυχοθεραπείας και εκπαίδευσης

Πηγή: https://mypages.unh.edu/sites/default/files/sheilamcnamee/files/postmodern_ethics_-_human_systems.pdf

Είναι σαφές ότι η ηθική δεν μπορεί να    

διατυπωθεί (Wittgenstein).

Ο τομέας της ψυχοθεραπείας (όπως οι περισσότεροι επαγγελματικοί τομείς) διακρίνεται από την ανησυχία για την ύπαρξη ηθικής στις δράσεις του, όπου συνήθως μια δράση ηθική συνδέεται με το «να κάνεις το σωστό». Ωστόσο, όταν λειτουργούμε υπό το πρίσμα μιας μεταμοντέρνας ευαισθησίας  – ένας κόσμος που αγκαλιάζει την αβεβαιότητα σε αντίθεση με την βεβαιότητα, τις συνεχείς αλλαγές σε αντίθεση με την σταθερότητα και τα απρόβλεπτα ενδεχόμενα σε τοπικό / ιστορικό / πολιτιστικό επίπεδο σε αντίθεση με τους καθολικούς νόμους – η απάντηση στο ερώτημα ΄τι θεωρείται ως μια ηθική πρακτική’ απαιτεί εντελώς διαφορετική εστίαση της προσοχής. Παραδοσιακά, επικρατούσε η πεποίθηση ότι μπορούμε να κρίνουμε τα άτομα και τις ενέργειες αυτών μέσω της αξιολόγησης της καταλληλόλητας  ή της ηθικής ποιότητας αυτών των ενεργειών. Τα κριτήρια για μια ηθική δράση υπό το πρίσμα ενός παραδοσιακού προσανατολισμού, θεωρείται ότι υποστηρίζονται εμπειρικά και μπορούν να εφαρμοστούν σε όλα τα πλαίσια. Στον μεταμοντερνισμό, ωστόσο, μετακινούμε την εστίασή από δύο καίρια σημεία : (1) από το να πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένα ενιαίο σύνολο κριτηρίων για την αξιολόγηση της ηθικής σε οποιασδήποτε συγκεκριμένη δράση και (2) από την τοποθέτηση της σχεσιακής διαδικασίας στο κέντρο της προσοχής, αντί των ατόμων και των ενεργειών αυτών. Αυτές οι μετατοπίσεις απαιτούν να προσεγγίσουμε το ζήτημα της ηθικής δράσης με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο.

Οι Παραδόσεις της Ψυχοθεραπείας

Όπως κάθε άλλος πολιτιστικός θεσμός, η ψυχοθεραπεία είναι διαποτισμένη με ένα ευρύ φάσμα προσδοκιών. Μια ύπουλη προσδοκία είναι η ιδέα μιας ανεπάρκειας ή αδυναμίας μέσα στο άτομο. Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι ξεκινούν μια  ψυχοθεραπεία επειδή έχουν «κάποιο εσωτερικό ελάττωμα / ψεγάδι». Δεν έχει σημασία αν το ψεγάδι είναι μία ψύχωση ή συζυγικά προβλήματα. Αυτό που έχει την ύψιστη σημασία είναι η διόρθωση των ελλείψεων του ατόμου. Αν και η επιλογή μιας θεραπευτικής διαδικασίας συχνά αιτιολογείται με το επιχείρημα ότι ενδυναμώνει όσους είναι ‘εξαρτημένοι’(δεν είναι ανεξάρτητοι) εξαιτίας των ανεπαρκειών τους, υπάρχει μια σημαντική αντίληψη με βάση την οποία επικυρώνεται η αντίστροφη συνθήκη. Η διάγνωση, μια κεντρική πτυχή της παραδοσιακής ψυχοθεραπείας, είναι συχνά ένα βασικό εργαλείο αποδυνάμωσης. Η λογική της αποδυνάμωσης γίνεται πιο ξεκάθαρη στα έργα του Michel Foucault (1973). Σύμφωνα με τον Foucault, όταν εκθέτουμε τον εαυτό μας σε διαφόρων ειδών αξιολογήσεις, παραδινόμαστε σε πειθαρχικά καθεστώτα με τους όρους των οποίων χαρακτηριζόμαστε και αναλυόμαστε. Κάθε κλάδος, κάθε ξεχωριστό μοντέλο ψυχοθεραπείας, παρέχει το δικό του ειδικό λεξιλόγιο για την κατηγοριοποίηση και την εξήγηση των προβλημάτων που φέρνουν οι πελάτες στο θεραπευτικό πλαίσιο. Και όταν μεταφέρουμε αυτές τις ορολογίες στην καθημερινή μας ζωή, μιλώντας σε άλλους για την κατάθλιψη ή το άγχος μας, συμμετέχουμε σε σχέσεις εξουσίας – επεκτείνοντας ουσιαστικά τον έλεγχο των πειθαρχικών καθεστώτων. Καθώς οι κλάδοι σπουδών μας αρχίζουν να επηρεάζουν τη δημόσια πολιτική και πρακτική, προσδιοριζόμαστε όλο και περισσότερο με τους όρους τους. Καθώς η ορολογία της διάγνωσης επικυρώνεται ολοένα και περισσότερο από τα διαθέσιμα συστήματα φροντίδας, καθίσταται όλο και πιο δύσκολη η διαφυγή. Και καθώς οι φαρμακευτικές εταιρείες επωφελούνται όλο και περισσότερο από την θεραπεία αυτών στους οποίους προσδίδουν ταμπέλες και χαρακτηρισμούς, συμβάλλουν στην αποδυνάμωση του  ατόμου.

Ας εξετάσουμε για μια στιγμή τις συγκεκριμένες επιπτώσεις αυτής της ατομικιστικής2 εστίασης στην ψυχοθεραπεία, καθώς σχετίζεται με τα ζητήματα της ηθικής και της ευθύνης. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις στην ψυχοθεραπεία και δίνεται έμφαση στην μετακίνηση πέρα ​​από την προσωπική ή ψυχολογική δυσφορία, το επάγγελμα απαιτεί πρώτα από όλα τον προσδιορισμό της διάγνωσης πριν προχωρήσουμε στην επίλυση των προβλημάτων ή την θεραπεία τους. Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι η ψυχοθεραπεία συνδέεται στενά με τo επάγγελμα του ιατρού ενισχύει την συνταρακτική πεποίθηση ότι η ψυχοθεραπεία χρειάζεται την διάγνωση προκειμένου να εξελιχθεί. Πώς θα μπορούσε ένας θεραπευτής να ξέρει πώς να διαχειριστεί έναν πελάτη εάν λειτουργούσε χωρίς σαφή ιδέα για το ποιο είναι το πρόβλημα του πελάτη του εξ’ αρχής; Για τη θεραπεία ενός προβλήματος απαιτείται πρώτη η διάγνωσή του. Δύο ζητήματα είναι σχετικά σε αυτό το σημείο: (1) το ζήτημα της διάγνωσης ως μέσο εντοπισμού μιας ανεπάρκειας του ατόμου και (2) το ζήτημα της διάγνωσης ως μια αναγκαία συνομιλία (ιδιαίτερα στην ψυχοθεραπεία) που περιστρέφεται γύρω από τον εντοπισμό των προβλημάτων, των αιτιών αυτών και των τρόπων επίλυσής τους. Αυτά τα ζητήματα δεν είναι αναγκαστικά διαχωρισμένα και έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτό που θεωρούμε ηθική και υπεύθυνη αλληλεπίδραση. Ωστόσο, επιτρέψτε μου να αναφερθώ με λίγο μεγαλύτερη λεπτομέρεια σε κάθε ένα από τα παραπάνω θέματα, ώστε να ορίσω το πλαίσιο για μια εναλλακτική επιλογή.

Διάγνωση ατόμων. Σε αυτό το σημείο είναι κεντρική η παρατήρηση ότι η διάγνωση στην ψυχοθεραπεία σημαίνει διάγνωση σε ένα μεμονωμένο άτομο. Εάν ο εαυτός είναι το επίκεντρο της θεραπείας και αυτός ο εαυτός βρίσκεται μέσα στο άτομο, όπως μας λέει ο ατομικισμός (βλ. Sampson, 2008), τότε όλα αυτά που είναι προβληματικά πρέπει να προέρχονται από τον εσωτερικό νου, την ψυχή, την λειτουργία του εγκεφάλου κ.λπ. αυτού του εαυτού. Ως αποτέλεσμα, η διάγνωση πρέπει να αφορά το ίδιο το άτομο (το άτομο και τα χαρακτηριστικά του/της). Υπάρχουν σίγουρα καταστάσεις όπου μια τέτοια διάγνωση μπορεί να είναι χρήσιμη. Σκέφτομαι τις διαφορετικές απαντήσεις που μπορεί να έχουν διαφορετικοί άνθρωποι στο άκουσμα της διάγνωσης της χρόνιας κατάθλιψης. Για μερικούς, το να μαθαίνουν από τον «ειδικό» (ψυχοθεραπευτή) ότι πάσχουν από χρόνια κατάθλιψη μπορεί να είναι χρήσιμο. Η διάγνωση παρέχει μια αίσθηση ύπαρξης ενδεχόμενων επιλογών. Την στιγμή που το πρόβλημα έχει εντοπιστεί, μπορεί να ξεκινήσει ένα πρόγραμμα θεραπείας. Υπάρχει ελπίδα στην γνώση.3 Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε όλους εκείνους για τους οποίους η διάγνωση της χρόνιας κατάθλιψης (ή οποιαδήποτε άλλη σχετική διάγνωση) προκαλεί μια κατακόρυφη πτώση σε περαιτέρω δυσφορία. Η ταμπέλα της διάγνωσής τους οδηγεί στο να χαθεί κάθε ελπίδα να είναι «φυσιολογικοί» λόγω του ότι χαρακτηρίζονται ως ελαττωματικοί, κατώτεροι, ανθυγιεινοί.

Η διάγνωση απαιτεί συζήτηση σχετικά με το πρόβλημα. Η ψυχοθεραπεία, η διάγνωση και τα προβλήματα είναι όροι που εκ φύσεως συμβαδίζουν. Αναζητούμε την ψυχοθεραπεία όταν βρισκόμαστε σε συνθήκες που μας προκαλούν αναστάτωση, ανησυχία ή ενόχληση, ή όταν οι άνθρωποι που  βρίσκονται γύρω μας θεωρούν ότι βιώνουμε τις εν λόγω αντίστοιχες συνθήκες! Όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά στη ζωή μας, η ψυχοθεραπεία είναι ένα από τα κύρια μέρη στο οποίο αναζητούμε βοήθεια. Δεδομένης της υπόθεσης ότι η ψυχοθεραπεία διαχειρίζεται και αντιμετωπίζει προβλήματα, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη χρησιμότητα μιας ψυχοθεραπευτικής συνομιλίας όπου το κεντρικό θέμα της συζήτησης δεν είναι, κατά κύριο λόγο προσανατολισμένο προς το πρόβλημα.

Η Ηθική ως Κοινωνική Κατασκευή: Σχεσιακά εμπλεκόμενη Πρακτική   

 Ένας εναλλακτικός προσανατολισμός στην παράδοση της διάγνωσης και της  συζήτησης περί του προβλήματος μπορεί να βρεθεί στην κοινωνική κατασκευή.4 Θεωρώντας την θεραπεία ως μια κοινωνική κατασκευήανοίγει  ένα πιο ευρύ φάσμα θεμάτων στην θεραπευτική συνομιλία. Συγκεκριμένα, είναι σημαντικό να σκεφτούμε την παρακάτω ερώτηση: Τι μπορούμε να πετύχουμε (δηλαδή να δημιουργήσουμε) μαζί στις συζητήσεις μας; Αυτή η ερώτηση είναι ζήτημα ηθικής. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί προσωπικός και σχεσιακός μετασχηματισμός. Η διάγνωση και η συζήτηση περί προβλήματος μπορεί να είναι παραγωγικές, όπως και οι συνομιλίες που επικεντρώνονται στα δυνατά σημεία, τις αξίες και τις μελλοντικές δυνατότητες. Όταν αντιλαμβανόμαστε την θεραπεία ως μια κοινωνική κατασκευή, δεν ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα να καθορίσουμε εκ των προτέρων τι είδους αλληλεπιδράσεις θα προκαλέσουν μετασχηματισμό. Μας ενδιαφέρει περισσότερο να υιοθετήσουμε, αυτό που αναφέρω, μια στάση  απέναντι στους πελάτες που περιλαμβάνει την δέσμευση στην σχέση. Σε μια τέτοια στάση, η ηθική της ψυχοθεραπείας είναι ότι αυτή της ανάληψης της ευθύνης για την σχέση (McNamee and Gergen, 1999). Μια σχεσιακή, μεταμοντέρνα ηθική περιλαμβάνει το να γνωρίζει κανείς το πως μπορεί να είναι προσεκτικός στην διαδικασία ανοίγματος βιώσιμων δυνατοτήτων και πιθανοτήτων για τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζεται. Αυτό απαιτεί την  εστίαση σε αυτό που οι θεραπευτές και οι πελάτες δημιουργούν μαζί κατά την θεραπευτική συνομιλία, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να «γνωρίζουμε» εκτός ενός συγκεκριμένου δεδομένου πλαισίου ή, πιο συγκεκριμένα, εκτός από την   συγκεκριμένη στιγμή της διάδρασης.

Δεν υπαινίσσομαι ότι η διάγνωση είναι κακή ή λανθασμένη. Αντίθετα, το επιχείρημά μου είναι ότι όταν διερευνούμε την θεραπεία υπό το πρίσμα της αντίληψης ότι είναι μια κοινωνική κατασκευή, η προσοχή μας επικεντρώνεται στο πώς ο θεραπευτής και ο πελάτης, μαζί, θα μπορούσαν να επεκτείνουν το εύρος των διαθέσιμων μέσων για δράση. Αυτό μπορεί να απαιτήσει από τον θεραπευτή και τον πελάτη να δημιουργήσουν μια σχέση όπου ο θεραπευτής γίνεται ο ειδικός ή η αυθεντία ή πιο συγκεκριμένα,  ένας εμπειρογνώμονας που είναι ικανός να παρέχει μία διάγνωση και ένα θεραπευτικό πλάνο. Μπορεί επίσης να απαιτήσει από τον θεραπευτή και τον πελάτη να δημιουργήσουν ένα συλλογιστικό πεδίο όπου η αλληλεπίδραση απομακρύνεται από τις πολιτιστικές προσδοκίες των ψυχοθεραπευτικών συνομιλιών (δηλαδή από την αντίληψη του θεραπευτή ως διαγνωστικό εμπειρογνώμονα). Εδώ, ο θεραπευτής και ο πελάτης μπορεί να συνεργαστούν για να δημιουργήσουν μαζί έναν χώρο συνομιλίας όπου ο ρόλος του θεραπευτή ως ειδικός δεν είναι κεντρικός. Όταν έχουμε δεσμευτεί σε μια σχεσιακή αλληλεπίδραση, μπαίνουμε σε μια συνομιλία χωρίς να έχουμε εκ των προτέρων σαφή εικόνα για το ποιος θα πρέπει να είμαστε5 (ειδικός, αυθεντία ή ισότιμος συνομιλητής) ούτε για το ποιος θα πρέπει να είναι ο πελάτης (ένα άτομο που έχει ανάγκες, που είναι ανίκανο να βοηθήσει τον εαυτό του/της, φίλος) .

Ο κονστρουξιονισμός ρωτάει: Τι κάνουμε, ως θεραπευτές, όταν προτείνουμε ότι το νόημα προκύπτει μέσα από την διαρκώς εξελισσόμενη ροή των ατόμων που βρίσκονται σε δράση; Πώς ξέρουμε πότε η κλινική πρακτική διακρίνεται από υπευθυνότητα και ηθική; Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις απαιτεί να προσέξουμε τι κάνουν οι άνθρωποι μαζί, δηλαδή αυτό που αναφέρω ως γλωσσικές πρακτικές.6 Πρόκειται για την συνθήκη κατά την οποία το ενδιαφέρον μας εστιάζει στην από κοινού πρακτική των ανθρώπων, η περιέργειά μας εστιάζει στο να γνωρίσουμε τον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώνονται ορισμένα μοτίβα – είμαστε συγκεντρωμένοι και να ανταποκρινόμαστε – σε αντίθεση με την παραδοσιακή θέση του ειδικού, ο οποίος γνωρίζει ότι ορισμένες ενέργειες (νοήματα) είναι σωστές ή λάθος, καλές ή κακές, ηθικές ή ανήθικες. Εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα τη διάκριση ότι σε μια παραδοσιακή κοσμοθεωρία, δίνεται έμφαση στη γνώση του ειδικού – όσα γνωρίζει ο θεραπευτής για την θεραπευτική διαδικασία, τις ψυχικές και σχεσιακές πτυχές της ύπαρξης και ούτω καθεξής. Ένας καλός κλινικός είναι εκείνος ο οποίος γνωρίζει ότι ορισμένες συμπεριφορές ή περιγραφές υποδεικνύουν μια συγκεκριμένη διάγνωση. Αντίθετα, σε μια μεταμοντέρνα / κονστρουξιονιστική κοσμοθεωρία, ο επαγγελματίας δεν τοποθετεί τον εαυτό του/της στην θέση του «επαγγελματία που γνωρίζει» αλλά στην θέση αυτού που έχει την περιέργεια να μάθει πώς ξετυλίγεται η ζωή – ο κόσμος του πελάτη. Η διαφοροποίηση τοποθετείται ξανά στην εστίαση στη διαδικασία σε αντίθεση με την εστίαση στο περιεχόμενο ή το προϊόν.

Από την Επαγγελματική Ηθική στην Ηθική της Διαλογικής Δυναμικής

Μια κονστρουξιονιστική στάση αγκαλιάζει την ποικιλομορφία/ετερότητα. Η ποικιλομορφία/ετερότητα αποτελεί το σημείο εκκίνησης για κάθε δέσμευση. Αναγνωρίζουμε την ποικιλομορφία και την αλλαγή σε αντίθεση με την ομοιότητα και την σταθερότητας όπως τα παραδοσιακά μοντέλα ψυχοθεραπείας. Ο κονστρουξιονιστής αναγνωρίζει τις πολλαπλές και αντικρουόμενες ηθικές με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωποι κάθε μέρα.7 Είναι σχεδόν αδύνατο να περάσουμε μια μέρα χωρίς να έρθουμε αντιμέτωποι με μια ηθική αντίφαση, πόσο μάλλον με σημαντικές διαφορές στην ηθική στάση. Όλοι λειτουργούμε βασιζόμενοι σε ηθικές προσταγές κάθε φορά που λέμε στους εαυτούς μας ή στους άλλους την «χρησιμότητα» ή την «αναγκαιότητα» μιας δεδομένης δράσης ή ενός συνόλου ενεργειών· λέξεις που ακούμε συχνά για την υπεράσπιση της συνεργασίας με έναν συγκεκριμένο τρόπο με έναν συγκεκριμένο πελάτη. Επομένως, χρειάζεται να μην αφήσουμε το ζήτημα της ηθικής στα χέρια ηθικιστών ή φιλοσόφων. Αντίθετα, η εξερεύνηση των διαφορετικών ηθικών θα πρέπει να αποτελεί κοινό σημείο εστίασης για όλους μας, καθώς κάθε ηθική οικοδομείται στις καθημερινές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων – και ο θεραπευτής και ο πελάτης χρειάζεται να αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, μέρος αυτής της καθημερινής ροής.

Με τις ιστορίες μας και με τις αλληλεπιδράσεις μας με άλλα άτομα, δημιουργούμε τους κόσμους μας. Οι ηθικοί κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ζούμε, αποτελούν αναδυόμενα προϊόντα της ρευστότητας και της ροής των καθημερινών μας επενδύσεων και τοποθετούνται, πάντα, ιστορικά και πολιτισμικά σε αυτό που γνωρίζουμε ως κυρίαρχοι λόγοι. Οι κυρίαρχοι λόγοι είναι εκείνοι οι τρόποι κατανόησης που θεωρείται δεδομένο ότι είναι «αληθινοί» ή «σωστοί»· κατά κύριο λόγο γίνονται αποδεκτοί χωρίς αμφιβολία. Ωστόσο, λόγω του ότι αυτό που μια κοινότητα θεωρεί δεδομένο ότι είναι αληθινό είναι πιθανό να διαφέρει από αυτό που μια άλλη κοινότητα θεωρεί αληθινό και είναι πάντα ισχυρή η πιθανότητα η μία ή η άλλη να αποκρίνεται διαφορετικά στις ενέργειές μας. Συνεπώς, ο ηθικός χαρακτήρας στην καθημερινή ζωή στηρίζεται στην ενδεχόμενη ποιότητα των διαλογικών μας επενδύσεων, οι οποίες διατυπώνονται μέσα στις κυρίαρχες αντιλήψεις για το σωστό και το λάθος, και έτσι αυτές οι δεσμεύσεις – αυτές οι διαδραστικές διαδικασίες – γίνονται το αναγκαίο σημείο εστίασης της προσοχής μας. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι επενδύσεις που λαμβάνουν χώρα στην παραδοσιακή ψυχοθεραπεία διαιωνίζουν και ανακατασκευάζουν τους κυρίαρχους λόγους /αντιλήψεις (όπως η αντίληψη που λέει ότι η διάγνωση είναι ηθική) διαδικασία η οποία μας προκαλεί την αίσθηση της τάξης.

Αυτή η συνθήκη δεν είναι ασήμαντη. Ως θεραπευτές, υπό το πρίσμα του κονστρουξιονισμού, είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε τους τρόπους με τους οποίους οι δικές μας «ηθικές» πράξεις τόσο καθορίζονται όσο και καθορίζουν την δεδομένη αντίληψη αυτού που θεωρείται ηθικό σε επαγγελματικό επίπεδο.  Η προσπάθειά μου εδώ δεν είναι να υποστηρίξω ότι ορισμένες πρακτικές ή απόψεις είναι σωστές ή λανθασμένες, αλλά να δημιουργήσω το άνοιγμα για την συλλογική εξέταση/σκέψη αυτών των οποίων  τα συμφέροντα διακυβεύονται, όταν ενεργούμε ακολουθώντας χωρίς αμφισβήτηση μια γενικευμένη επαγγελματική ηθική (δηλαδή, τον κυρίαρχο λόγο). Εάν πιστεύουμε ότι ένας πελάτης αποτελεί κίνδυνο για την οικογένειά του /της, η απομάκρυνση του πελάτη από το οικογενειακό πλαίσιο θα βοηθήσει στην μείωση ή στην επιδείνωση αυτού του κινδύνου; Η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής σε έναν πελάτη που έχει διαγνωσθεί με κατάθλιψη, βοηθά τον ίδιο τον πελάτη ή τον εργοδότη του; Η διάγνωση της ΔΕΠΥ σε ένα μικρό παιδί βοηθά τους υπερ-εργαζόμενους γονείς του και τους δασκάλους του ή το παιδί; Οι παραπάνω ερωτήσεις αποτελούν προκλήσεις με τις οποίες χρειάζεται να έρθουμε αντιμέτωποι και δεν σημαίνει ότι η κονστρουξιονιστική ηθική της σχεσιακής υπευθυνότητας μας εξοπλίζει με την «σωστή» απάντηση. Αντίθετα, το νόημα είναι ότι η ηθική της σχεσιακής υπευθυνότητας μας εξοπλίζει με το στοχαστικό λεξιλόγιο, με το οποίο μπορούμε να θέσουμε ερωτήσεις σχετικά με αυτές τις θεωρούμενες ως δεδομένες αλήθειες (δηλαδή τους κυρίαρχους λόγους).

Η ηθική της ψυχοθεραπείας, έχοντας μια κονστρουξιονιστική στάση, είναι η εξερεύνηση του τι κάνουν οι άνθρωποι (θεραπευτής και πελάτης) μαζί και τι δημιουργεί η από κοινού πρακτική τους. Αυτές οι δραστηριότητες τοποθετούνται πάντα στον χώρο και στον χρόνο. Επομένως, υπάρχει μια μετατόπιση της εστίασης από την «ορθότητα» ή την «υγεία» των ενεργειών ενός πελάτη – προσωρινά – στην εξέταση των συνθηκών και των πηγών που προσδίδουν συνοχή σε αυτές τις ενέργειες, με σκοπό να μπορέσουν ίσως να προκύψουν εναλλακτικές αντιλήψεις. Ως αποτέλεσμα, αμφισβητείται η αντίληψη που θεωρείται δεδομένη και σε αυτήν την περίπτωση είναι η παθολογία και το έλλειμμα. Βρίσκουμε το νόημα στις συντονισμένες δραστηριότητές μας με άλλα άτομα. Έτσι, οι συντονισμοί μας είναι εκείνοι οι οποίοι κατευθύνουν την προσοχή μας, σε αντίθεση με την εφαρμογή των μοντέλων που δεν τοποθετούνται εντός ενός ορισμένου πλαισίου, των θεωριών ή των λοιπών τεχνικών.

Θυμηθείτε ότι το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του κονστρουξιονισμού είναι οι γλωσσικές πρακτικές (όλες οι ενσωματωμένες δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχουν οι άνθρωποι). Στις δραστηριότητές μας με τους άλλους ανθρώπους δημιουργούμε τους κόσμους στους οποίους ζούμε. Επομένως, δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στην θεραπεία, επικεντρωνόμαστε στον τρόπο με τον οποίο συγκεκριμένες διαλογικές κινήσεις περιορίζουν ή ενισχύουν διαφορετικές μορφές δράσης και, κατά συνέπεια, διαφορετικές πραγματικότητες. Αυτή είναι μια στάση που απελευθερώνει γιατί όταν γινόμαστε περίεργοι, σε αντίθεση με το όταν γινόμαστε επικριτικοί, σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, δημιουργούμε στον εαυτό μας την δυνατότητα της σκέψης εναλλακτικών λύσεων. Αυτό το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό συνδέεται συχνά με την εστίαση του κονστρουξιονισμού στην αβεβαιότητα. Η προσοχή στις γλωσσικές πρακτικές μας τοποθετεί σε μια θέση αντανάκλασης των δικών μας ενεργειών καθώς και ενεργειών των άλλων ατόμων. Είμαστε έτοιμοι και προετοιμασμένοι να ρωτήσουμε, «Με ποιους άλλους τρόπους θα μπορούσα να προσκαλέσω αυτόν τον πελάτη στο να δημιουργήσει μια ιστορία μετασχηματισμού;», «Πώς με καλεί η ίδια να νομιμοποιήσω / μεταμορφώσω / αμφισβητήσω την ιστορία της;», «Ποιες άλλες φωνές θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω τώρα;», «Ποιες άλλες φωνές θα μπορούσε ο ίδιος να χρησιμοποιήσει;» και ούτω καθεξής.

Η ηθική της σχεσιακής υπευθυνότητας δεν αποτελεί μια καλύτερη για να υιοθετηθεί από έναν θεραπευτή στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο. Δεν είναι τεχνική. Αντίθετα, είναι ένας προσανατολισμός για την θεραπευτική διαδικασία που ευνοεί αυτό που συμβαίνει μέσα στη συνομιλία, μέσα στην στιγμή της διάδρασης. Το επίκεντρο των διαλογικών διαδικασιών δεν είναι τα άτομα, οι καταστάσεις ή προβλήματα, ως μεμονωμένα σημεία. Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά, καθώς επιτρέπει σε οποιαδήποτε μέθοδο θεραπείας να αποτελεί ένα ενδεχόμενο εργαλείο για χρήση. Προσεγγίσεις, όπως η συμπεριφορική, η γνωσιακή, η ψυχαναλυτική, η αφηγηματική, η εστιασμένη στη λύση και ούτω καθεξής, γίνονται εν δυνάμει εφικτοί και δημιουργικοί τρόποι αλληλεπίδρασης με τους πελάτες. Αυτό συμβαίνει επειδή όλα τα μοντέλα, οι θεωρίες και οι μέθοδοι γίνονται αντιληπτές ως διαλογικές επιλογές σε αντίθεση με τους επιστημονικά ελεγμένους τρόπους ανακάλυψης ή αποτύπωσης πτυχών του ατόμου ή του κόσμου (δηλαδή της πραγματικότητας).

Οι Θεωρίες και οι Τεχνικές ως Διαλογικές Επιλογές

Οποιοσδήποτε συγκεκριμένος διάλογος (ή σε αυτήν την περίπτωση, οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεωρία ή μοντέλο) αποτελεί μια δυνητική δεξιότητα για μετασχηματισμό και όχι ένα εργαλείο που θα προκαλέσει (αιτία) μετασχηματισμό. Η ερώτηση σε σχέση με το τι είναι θεραπευτικό (και κατ’ επέκταση ηθικό) παραμένει ανοιχτή και απροσδιόριστη, όπως ακριβώς και ο διάλογος. Η χρήση μιας μεταφορικής περιγραφής της θεραπείας ως μια διαλογική διαδικασία, υποδηλώνει ότι δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι για το που θα μας οδηγήσει, όπως συμβαίνει και σε μια συνηθισμένη συνομιλία. Δεν μπορώ ποτέ να προβλέψω πλήρως την επόμενη κίνηση ενός άλλου ατόμου και κατά συνέπεια, η δυνατότητα κίνησης σε νέες κατευθύνσεις, στην δημιουργία νέων συμπερασμάτων και νέων προοπτικών (και περιορισμών) είναι πάντα παρούσα. Αυτό που μπορούμε, όμως, να κάνουμε είναι να διατηρήσουμε την προσοχή μας εστιασμένη στα διαλογικά μέσα τα οποία επιλέγουμε και που θα μπορούσαν  να λειτουργήσουν ως χρήσιμες εναλλακτικές διαδρομές. Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι (1) δεν κάνουμε καμία προσπάθεια σε μια πρακτική υπό το πρίσμα του κονστρουξιονισμού να ενεργήσουμε με συγκεκριμένο τρόπο – πέρα ​​από το να διατηρούμε μια στάση ανταπόκρισης στην στιγμή της διάδρασης, (2) δημιουργούμε μια σχεσιακή δέσμευση μέσω της εστίασης της προσοχής μας στις διαδραστικές διαδικασίες όλων των εμπλεκόμενων (και όχι σε άτομα, αντικείμενα, προβλήματα ή συγκεκριμένες στρατηγικές) και (3) δεν μπορούμε να «γνωρίζουμε» ποιες μορφές σχεσιακής εμπλοκής (ποιες συγκεκριμένες ενέργειες) θα συμβάλουν στη θεραπευτική αλλαγή εκ των προτέρων.

Ειδικότερα αυτό το τελευταίο σημείο μπορεί να επιφέρει έντονη αναστάτωση σε πολλούς. Αλλά θυμηθείτε ότι η θεραπεία είναι σαν μια συνομιλία. Δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε με ακρίβεια την κατάληξη. Η παραπάνω συνθήκη αποτελεί πρόβλημα; Δεν το νομίζω. Εάν παραμείνουμε εστιασμένοι στην ίδια την διαδικασία του σχετίζεσθαι, θα μπορέσουμε να είμαστε συγχρόνως να προσέξουμε τις επιπρόσθετες φωνές που όλοι ‘κουβαλάμε’ (τους φίλους, τους συναδέλφους, την οικογένεια, τον πολιτισμό κ.ο.κ.). Με αυτόν τον τρόπο, είναι πιθανότερο, πιστεύω, να μπορέσουμε να δεσμευτούμε στην διερεύνηση του ερωτήματος που θα ενθαρρύνει την ανάπτυξη πολλαπλών ιστοριών, πολλαπλών δυνατοτήτων και κατ’ επέκταση την προοπτική για θεραπευτικό μετασχηματισμό.

 Η Σημασία της συνεργατικής ηθικής στην κλινική πρακτική

Μια ηθική πρακτική στο πλαίσιο ύπαρξης διαφορετικών και ανταγωνιστικών ηθικών αρχών, απαιτεί την ικανότητα μας να επιτρέπουμε σε ετερόκλητες ιδέες και πρακτικές να ενταχθούν στη συζήτηση με τρόπους που εμπεριέχουν περιέργεια και όχι επίκριση, δημιουργώντας έτσι την δυνατότητα του συντονισμού των πολλαπλών και ανταγωνιστικών ηθικών αρχών. Η ηθική πρακτική προσκαλεί, επίσης, τους συμμετέχοντες να απομακρυνθούν από τις καλά ‘προβαρισμένες’ περιγραφές των προβλημάτων τους και αντ ‘αυτού, να διερευνήσουν την πολλαπλότητα των πιθανών φωνών που κατέχουν ήδη, αλλά παραλείπουν να λάβουν υπόψη, δεδομένων των καλά συντονισμένων τελετουργιών που έχουν δημιουργήσει με τους άλλους.
Η επιλογή μιας θεωρίας ή τεχνικής ως μια πρακτική επιλογή για δράση (σε αντίθεση με μια ειλικρινή επιλογή) ενισχύει την ικανότητά μας να εργαζόμαστε από κοινού με τους πελάτες. Γινόμαστε ευαίσθητοι στις ιστορίες τους, καθώς και στις δικές μας, με τρόπους που μας επιτρέπουν να ανταποκριθούμε και, ως εκ τούτου να είμαστε σχετικά υπεύθυνοι. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε να επιτύχουμε μια τέτοια ανταπόκριση σε πρακτικό επίπεδο. Θα ήθελα να επισημάνω πέντε συνεργατικές στάσεις που θα μπορούσαν με επιτυχία να εστιάσουν την προσοχή μας σε έναν ηθικό τρόπο εν αντιθέσει με μια πιο παραδοσιακή εστίαση στις κατάλληλες μεθόδους, τεχνικές ή στην εφαρμογή αφηρημένων θεωρητικών εννοιών. Θα ήθελα να αναφερθώ σε αυτές τις στάσεις ως δεξιότητες για δράση. Είναι δεξιότητες ή τύποι πρακτικής που καθοδηγούν το θεραπευτικό μας έργο. Σίγουρα, πολλά περισσότερα μπορούν να προστεθούν στη λίστα. Σκεφτείτε πώς κάθε ένας μπορεί να είναι χρήσιμος στην προσέγγιση της θεραπευτικής διαδικασίας ως μια δραστηριότητα που διακρίνεται από σχεσιακή υπευθυνότητα και κατ’ επέκταση στην οικοδόμηση της προοπτικής για την ανάδειξη μιας συνεργατικής κατανόησης της κλινικής ηθικής.

  1. Αποφύγετε να μιλάτε από αφηρημένες θέσεις. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την διαφορά ή με αυτό που ενδεχομένως να αντιλαμβανόμαστε ως παθολογία, συνήθως καταφεύγουμε στο να επιβάλουμε τις συμβουλές μας ως ειδικοί. Αυτή η συμβουλή, ωστόσο, είναι συνήθως αφηρημένη. Οι μαχόμενες αρχές του «σωστού» και του «λάθους» δημιουργούν το ερώτημα: ποιου ατόμου τα πρότυπα χρησιμοποιούμε; Εφόσον αντιλαμβανόμαστε ότι οι αξίες, οι πεποιθήσεις και οι πραγματικότητες κατασκευάζονται από τον συντονισμό των ατόμων εντός των σχέσεων, μπορούμε τότε να αναμένουμε ότι κάποιες πολύ διαφορετικές – και συχνά ασύμβατες – αξίες και πεποιθήσεις θα μπορέσουν να ‘φιλοξενηθούν’ σε οποιαδήποτε θεραπευτική συνομιλία. Η πρόσκληση ενός ατόμου να αφηγηθεί μια ιστορία σχετικά με το άτομο που άσκησε επιρροή στην ζωή του/της, οδηγώντας τον/την στο να σεβαστεί και να αξιολογήσει ορισμένες πεποιθήσεις και πρακτικές δεν κάνει το πρόβλημα να εξαφανιστεί, αλλά αλλάζει σημαντικά την φύση της θεραπευτικής συνομιλίας και, κατ’ επέκταση, τη φύση της σχέσης. Με την αποφυγή της χρήσης αφαιρετικού λόγου (σωστό / λάθος, καλό / κακό, υγιές/ανθυγιεινό), ένας θεραπευτής μπορεί να εισέλθει στην υιοθέτηση μιας στάσης γόνιμης περιέργειας μέσω της οποίας μπορούν να αναδυθούν νέες μορφές κατανόησης του χώρου και του τόπου. Τα μοναδικά χαρακτηριστικά της ιστορίας ενός πελάτη αποτελούν το πλεονέκτημα που μπορεί να δημιουργήσει τον χώρο για μια διαφορετική ιστορία, μια διαφορετική λογική, μια διαφορετική ιστορία. Ο θεραπευτής είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένος για να συνεχίσει την θεραπευτική συνομιλία με αυτήν τη μορφή κατανόησης.
  2.  Αυτό -Αντανάκλαση και σχεσιακά αντανακλαστική διερεύνηση 8 Σε αυτό το σημείο γίνεται προσπάθεια να εξετάσουμε τις αμφιβολίες μας για τις δικές μας βεβαιότητες. Μπορούμε να ανασύρουμε την εσωτερική φωνή του σκεπτικισμού μας για τις δικές μας ισχυρές πεποιθήσεις. Μπορώ να είμαι τόσο σίγουρος ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένας άλλος τρόπος να αντιληφθούμε αυτήν την κατάσταση; Μπορούμε επίσης να επικαλεστούμε την φωνή της αμφιβολίας ενός φίλου, συναδέλφου ή μέντορα. Πώς θα το σκεφτόταν η μητέρα μου, ο συνάδελφός μου, ο φίλος μου για αυτή τη συνθήκη; Αυτή η αυτό – αντανακλαστική διερεύνηση μας επιτρέπει να δημιουργήσουμε τον χώρο για την δυνατότητα ύπαρξης εναλλακτικών κατασκευών οι οποίες με τη σειρά τους θα μετασχηματίσουν τη φύση της αλληλεπίδρασης. Παρομοίως, για να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε σε σχέση με το πώς εξελίσσεται η αλληλεπίδραση με τον πελάτη, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι το αναδυόμενο νόημα, σε μια συγκεκριμένη στιγμή διάδρασης, είναι ένα παραπροϊόν του «εμείς», και όχι του «εσύ» ή του «εγώ». Ο John Burnham αναφέρεται σε αυτό (2005) με τον όρο σχεσιακή αντανάκλαση. Συνεπώς, η διερεύνηση των απαντήσεων σε σχέση με ερωτήματα όπως: Είναι αυτό το είδος συνομιλίας εκείνο το οποίο που ελπίζατε να έχουμε; Υπάρχει άλλος τρόπος που θα μπορούσαμε ή θα έπρεπε να το κάνουμε αυτό; Υπάρχουν ερωτήσεις που μπορούσα να σας κάνω αλλά δεν το έχω κάνει; αναγνωρίζει ότι έχουμε μόνο «δύναμη με» και όχι «εξουσία σε».
  3.  Επικεντρωθείτε στον συντονισμό των πολλαπλών σημείων. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις προκλήσεις της ετερότητας, η τάση μας είναι να βρούμε οποιοδήποτε μέσο θα μπορούσε να μας βοηθήσει να μετακινηθούμε προς τη συμφωνία και την σύμπνοια. Αντί να προσεγγίζουμε τις αντικρουόμενες ηθικές ως ευκαιρίες για την ανάπτυξη σύμπνοιας ή συμφωνίας, η τάση μας από την θέση του κλινικού, υπό το πρίσμα της σχεσιακής ηθικής, είναι να συντονίσουμε τους πολλαπλούς λόγους. Ο κλινικός καλείται να γίνει περίεργος σχετικά με όλες τις μορφές πρακτικής και να διερευνήσει τις αξίες και τις πεποιθήσεις που τις δημιουργούν χωρίς να αναζητήσει την καθολική συμφωνία τους. Μπορούμε να δημιουργήσουμε ευκαιρίες διαλόγου που προσκαλούν σε μια γενναιόδωρη ακρόαση, μια διερεύνηση με περιέργεια και μια προθυμία για από κοινού παρουσία;
  4.  Χρήση οικείων /γνώριμων πρακτικών για δράση σε ανοίκεια πλαίσια. Όταν ‘κολλάμε’ στις θεραπευτικές συζητήσεις, συνήθως αισθανόμαστε την απώλεια των διαθέσιμων μέσων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια αποτελεσματική έκβαση. Ίσως να έχουμε έντονες διαφορές με τις πολιτικές θέσεις του πελάτη μας, με τις επιλογές του στον τρόπο ζωής, με τις απεικονίσεις του σε σχέση με τη νοηματοδότηση της έννοιας της επιτυχίας του ανθρώπου. Εκείνες τις στιγμές χρειάζεται να στραφούμε στις καλά μελετημένες τεχνικές μας; Οι πελάτες μας, στην πραγματικότητα, δεν περιμένουν ότι οι θεραπευτές μπορούν να τους διδάξουν επιτυχημένες στρατηγικές που θα τους οδηγήσουν στην αλλαγή; Θα ήθελα να αναφέρω ότι η εκμάθηση νέων στρατηγικών για το συντονισμό αντικρουόμενων αντιλήψεων για τον κόσμο και τον εαυτό μπορεί να μην είναι απαραίτητη. Ίσως, οι θεραπευτές δεν θα πρέπει να ασχολούνται με τη διδασκαλία «νέων» δεξιοτήτων στους πελάτες. Ο Gregory Bateson μιλά για τη «διαφορά που κάνει τη διαφορά» (1972, σελ. 272) και ο Tom Andersen βλέπει αυτή τη διαφορά στην συνθήκη όπου εντάσσεται «κάτι ασυνήθιστο αλλά όχι πολύ ασυνήθιστο» (Andersen, 1991, σελ. 33). Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να προτείνω μια παραλλαγή σε σχέση με αυτό το θέμα.

    Όλοι ‘κουβαλάμε’/ φέρουμε πολλές φωνές, πολλές διαφορετικές γνώμες, απόψεις και στάσεις – ακόμη και στο ίδιο θέμα. Αυτές οι φωνές αντιπροσωπεύουν τις σχέσεις μας συσσωρευτικά (τις πραγματικές, τις φαντασιακές και τις εικονικές σχέσεις). Στην πραγματικότητα, φέρουμε μαζί μας τα κατάλοιπα πολλών άλλων ατόμων·  εσωκλείουμε μια πληθώρα ατόμων. (McNamee και Gergen, 1999). Ωστόσο, οι περισσότερες από τις ενέργειές μας, μαζί με τις θέσεις τις οποίες υιοθετούμε στις συνομιλίες, είναι μονοδιάστατες. Αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό τμήμα όλων όσων μπορούμε να κάνουμε και να πούμε. Η πρόκληση είναι να αντλήσουμε από αυτές τις διαφορετικές φωνές και αυτά τα διαλογικά μέσα που είμαστε εξοικειωμένοι να εφαρμόζουμε σε ένα συγκεκριμένο σύνολο σχέσεων και καταστάσεων αλλά όχι σε ένα άλλο. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να επιτύχουμε κάτι ασυνήθιστο.

Η χρήση οικείων/γνώριμων πρακτικών σε πλαίσια στα οποία δεν συνηθίζουμε να τις χρησιμοποιούμε, μας προσκαλεί σε νέες μορφές σχέσεων με τους άλλους. Εάν σκεφτούμε όλες τις δραστηριότητές μας ως προσκλήσεις για την δημιουργία διαφορετικών σχεσιακών κατασκευών, τότε θα μπορέσουμε να επικεντρωθούμε στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί η χρήση ιδιαίτερων πρακτικών που προσκαλούν σε συγκεκριμένες απαντήσεις για συγκεκριμένες σχέσεις και στον τρόπο με τον οποίο η παραπάνω διαδικασία προσκαλεί την ανάδυση διαφορετικών απαντήσεων και κατασκευών για άλλες σχέσεις. Όλα τα παραπάνω αντιπροσωπεύουν τις ποικίλες προσπάθειες που στοχεύουν στην επίτευξη ενός συντονισμένου σεβασμού στην ιδιαιτερότητα της κάθε σχέσης και κατάστασης. Εάν μπορούσαμε να ενθαρρύνουμε τους εαυτούς μας (και τους άλλους) να διευρύνουν τα διαλογικά μέσα με τα οποία είναι ήδη εξοικειωμένοι, ίσως να μπορούσαμε να ενεργήσουμε με τρόπους που είναι αρκετά διαφορετικοί ώστε να προσκαλέσουμε και τους άλλους σε κάτι διαφορετικό και πέρα ​​από το γνώριμο μη επιθυμητό μοτίβο.  Μπορούμε να συντονίσουμε τους ετερόκλητους μεταξύ τους διαλόγους, στο βαθμό που μπορούμε να προσκαλέσουμε τη χρήση των οικείων πρακτικών σε ανοίκεια πλαίσια. Αυτό το οποίο αποφεύγουμε είναι να οικειοποιηθούμε λόγια που ορίζουν το σωστό και το λάθος. Πιστεύω ότι η καινοτομία της εφαρμογής μια ‘παλιάς’ πρακτικής σε ένα καινούριο πλαίσιο γίνεται ένα γόνιμο έδαφος μέσα στο οποίο δημιουργείται η σχεσιακή ηθική της ψυχοθεραπείας.

  1. Επικεντρωθείτε στο μέλλον. Εάν εξετάσετε τη συζήτηση σε σχέση με την επίλυση προβλημάτων – τον κυρίαρχο λόγο της ψυχοθεραπείας – θα παρατηρήσετε ότι ένα ικανοποιητικό μέρος αυτού που πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να κάνουμε καθώς προσπαθούμε να λύσουμε προβλήματα και να διαπραγματευτούμε αντικρουόμενες ηθικές, επικεντρώνεται στο παρελθόν. Εξερευνούμε την ιστορία και την εξέλιξη ενός προβλήματος. Πότε ξεκίνησε το πρόβλημα; Για πόσο καιρό αποτελούσε δυσκολία; Πώς αντιλήφθηκαν (νοηματοδότησαν) οι συμμετέχοντες το πρόβλημα; Ποια πιστεύουν ότι είναι η αιτία των αντικρουόμενων πεποιθήσεων για αυτό το πρόβλημα; Τι λένε οι άλλοι για αυτό; Τι έχουν κάνει οι εμπλεκόμενοι για να επιλύσουν αυτό το πρόβλημα; Οι ερωτήσεις που θέτουμε κατευθύνουν τη συνομιλία μας στο παρελθόν, όπως και τις προσδοκίες όλων των συμμετεχόντων (δηλαδή, εάν δεν μιλήσουμε για το τι προκάλεσε το πρόβλημα, δεν θα το επιλύσουμε ποτέ).

Δίνοντας τόσο μεγάλη έμφαση στις ερωτήσεις με προσανατολισμό το παρελθόν, υπάρχει πολύ μικρός χώρος για να φανταστεί κανείς το μέλλον. Υπάρχει τεράστια πιθανότητα ένα άτομο να καθηλωθεί στο παρελθόν, να επαναπροσδιορίσει την ιστορία και έτσι να την κάνει στατική και αμετάβλητη. Ίσως είναι πιο σημαντική η λογική ενυπάρχει στην εστίαση στο παρελθόν. Εστιάζοντας σε αυτό που έχει ήδη συμβεί, προσδίδουμε, ακούσια, αξιοπιστία σε αιτιακά μοντέλα, που είναι το σήμα κατατεθέν της μοντερνιστικής επιστήμης. Με αυτό τον τρόπο ενισχύουμε τη λογική που ισχυρίζεται ότι αυτό που συνέβη προηγουμένως είναι εκείνο το οποίο προκαλεί αυτό που ακολουθεί.

Δεν θέλω απαραίτητα να υποστηρίξω την αποσύνδεση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Θέλω απλώς να αναδείξω το ζήτημα της σημασία της αφήγησης. Το παρελθόν αποτελεί πάντα μια ιστορία. Και όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πούμε μια ιστορία. Όχι μόνο φιλοξενούμε πολλές φωνές, καθεμία από τις οποίες περιλαμβάνει ένα διαφορετικό σύνολο πιθανών αφηγήσεων, αλλά και όλοι οι άλλοι που εμπλέκονται στην ίδια «ιστορία» πιθανότατα να την αφηγηθούν με διαφορετικό τρόπο. Συνεπώς, η αιτιακή σχέση του παρελθόντος με το παρόν (και το συνεπαγόμενο μέλλον) θα πάρει διαφορετικές τροπές, θα αναδείξει διαφορετικά χαρακτηριστικά και θα παθολογικοποιήσει ή θα αναγνωρίσει ποικίλες πτυχές, ανάλογα με το ποια ιστορία ενισχύεται κάθε φορά.

Ένας λόγος ο οποίος είναι προσανατολισμένος στο μέλλον μπορεί να ενισχύσει τον συντονισμό των αντικρουόμενων κοσμοθεωριών επειδή όλοι καταλαβαίνουμε ότι ακόμα δεν γνωρίζουμε το μέλλον. Δεν το έχουμε ενσωματώσει ακόμα. Συνεπώς, στο βαθμό που σχετιζόμαστε με τα άλλα άτομα (τους πελάτες μας) σε μια συνομιλία για το μέλλον, υπογραμμίζουμε την από κοινού κατασκευή των κόσμων μας. Κατασκευάζουμε μαζί την πραγματικότητα μέσα στην οποία μπορούμε να ενταχθούμε από κοινού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η συζήτηση για το παρελθόν είναι λανθασμένη ή αποτελεί μια χαρακτηριστική πρακτική των απλοϊκών απόψεων για την ψυχοθεραπεία. Αυτό που προτείνω είναι η συνεργατική δημιουργία δυνατοτήτων εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου και ένας τρόπος για να το επιτύχουμε αυτό είναι ο προσανατολισμός στο μέλλον. Στην ομιλία μας για το μέλλον που φαντάζεται το κάθε άτομο, προσκαλούμε στον συντονισμό των διαφόρων αντιλήψεων σχετικά με το παρόν και το μέλλον, οι οποίες συγκλίνουν αλλά και αποκλίνουν μεταξύ τους. Και πάλι, αυτή η μορφή σχεσιακής εμπλοκής κινείται με σεβασμό στην πολλαπλότητα και στη διαφορά.

Αντιμετωπίζοντας τις Ηθικές Απαιτήσεις της Σύγχρονης Ψυχοθεραπείας

Σε μια εποχή όπου το «ηθικό» συχνά εξομοιώνεται με το «νόμιμο», πρέπει να αναρωτηθούμε τι προσφέρει η σχεσιακά υπεύθυνη ηθική της ψυχοθεραπείας. Οι παραπάνω προτάσεις επιτρέπουν στους θεραπευτές να «κάνουν το σωστό;» Είναι το «σωστό» ισοδύναμο με το «νόμιμο». Όταν το η προσοχή μας εστιάζεται μόνο σε ενέργειες και σε άτομα εκτός του πλαισίου, ελαχιστοποιείται η δυνατότητα να ενεργήσει κανείς ηθικά – ενώ μπορεί να ευνοείται η δυνατότητα να ενεργήσει κανείς νόμιμα. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα πού θέτει ο θεραπευτής ως προτεραιότητά του/της. Το πρωταρχικό ενδιαφέρον μας θα πρέπει να είναι να βοηθήσουμε τους πελάτες  μας ή να ενεργήσουμε με τρόπους που δεν αναστατώνουν τους κυρίαρχους (και συχνά καταπιεστικούς) λόγους, οι οποίοι σχετίζονται με τις δυσκολίες των πελατών μας; Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με περιπτώσεις κακοποίησης ή συμπεριφορές αυτοκαταστροφής, μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι ότι ενεργούμε ηθικά όταν χωρίζουμε τα μέλη της οικογένειας, όταν «ιδρυματοποιούμε» ή παραπέμπουμε τους πελάτες σε ειδικά προγράμματα αποκατάστασης; Μου έρχεται στο μυαλό μια ιστορία που είπε ο συνάδελφός μου Ralph Kelly (σε προσωπική επικοινωνία μας). Ως σύμβουλος, ο Ralph κλήθηκε να βοηθήσει έναν Ξενώνα Γυναικών να ενισχύσει το δυναμικό  του, ώστε να προσελκύσει τις κακοποιημένες γυναίκες και τα παιδιά τους στα προγράμματα που υλοποιεί. Το προσωπικό του Ξενώνα αντιμετώπιζε ένα μακροχρόνιο πρόβλημα καθώς οι γυναίκες έρχονταν στον Ξενώνα αλλά έβρισκαν δικαιολογίες για να φύγουν αφού συμπλήρωναν τα απαραίτητα  έγγραφα και αφότου πραγματοποιούσαν μια αρχική συνέντευξη με έναν από τους συμβούλους του ξενώνα. Ο Ralph ζήτησε να δει το ερωτηματολόγιο το οποίο οι γυναίκες έπρεπε να συμπληρώνουν. Αυτό που παρατήρησε ήταν ότι όλες οι ερωτήσεις που περιελάβανε το έντυπο της πρώτης επαφής, ήταν ερωτήσεις που έκαναν τις γυναίκες να αισθάνονται αποτυχημένες. Τις ρωτούσαν πόσο συχνά κακοποιούνταν, πότε ήταν πιθανό να συμβεί η κακοποίηση, πόσο καιρό συνέβαινε και ούτω καθεξής. Η παρατήρηση του Ralph ήταν ότι μέχρι τη στιγμή που οι γυναίκες είχαν ολοκληρώσει την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου, αισθάνονταν ταπεινωμένες για αυτό που θα φαινόταν από της απαντήσεις τους ως η «επιλογή» τους για τον σύντροφό τους.  Το ερωτηματολόγιο προσκαλούσε τις γυναίκες (χωρίς να το γνωρίζουν) να αισθανθούν σαν να «άξιζαν» την κακοποίηση τους. Ήταν πολύ αδύναμες ή ελαττωματικές για να σταματήσουν την κακοποίηση. Η απλή πρόταση του Ralph ήταν να αλλάξει η φόρμα της πρώτης επαφής και να περιλαμβάνει ερωτήσεις που θα επέτρεπαν σε αυτές τις γυναίκες να μιλήσουν για τη δύναμη που είχαν επιστρατεύσει για να καταφέρουν να έρθουν στον ξενώνα, για τις στιγμές που είχαν καταφέρει να αποφύγουν την κακοποίηση μέσα σε μια κακοποιητική σχέση και ούτω καθεξής.

Αυτά είναι τα είδη των κρίσιμων δεσμεύσεων που προσκαλούν σε μια σχεσιακή ηθική – μία ηθική η οποία ανταποκρίνεται στο άλλο άτομο και ως εκ τούτου, προσκαλεί στη δημιουργία νέων τρόπων δράσης. Στην παραδοσιακή ψυχοθεραπεία, η δουλειά του θεραπευτή είναι να προσφέρει νέους τρόπους δράσης στους πελάτες. Στη μεταμοντέρνα, σχεσιακή ψυχοθεραπεία, η δουλειά του θεραπευτή είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες στις οποίες τόσο ο πελάτης όσο και ο θεραπευτής μπορούν να «εκπλήξουν» τον εαυτό τους χρησιμοποιώντας τα μέσα που έχουν ήδη στη διάθεσή τους. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μια σχεσιακή ηθική έχει να κάνει περισσότερο με τη χρήση του οικείου σε ανοίκεια πλαίσια  παρά με το να προσδοκούμε ότι ο άλλος θα υιοθετήσει έναν εντελώς νέο τρόπο ύπαρξης.

Το ζήτημα της πρόκλησης στην ψυχοθεραπεία

Η πρόκληση με την οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι στην ψυχοθεραπεία είναι η η διατήρηση της συνέχειας της συζήτησης. Συνεχίζοντας τη συνομιλία, συνδεόμαστε με τους διαφορετικούς άλλους, με τρόπους οι οποίοι περιγράφονται από τον Rorty ως «πιο ανθρώπινοι, διαφωτιστικοί και γεμάτοι  σεβασμό (Rorty, 1979, σελ. 394). Προσπάθησα να καταστήσω σαφές το γεγονός ότι η θεραπεία ιδωμένη ως κοινωνική κατασκευή δεν μπορεί να εξομοιωθεί, με έναν κατανοητό τρόπο, με την εικόνα των θεραπευτών και των πελατών που ανακαλύπτουν νοήματα σύμφωνα με ένα καθολικό, αντικειμενικό πρότυπο. Η κοινωνική κατασκευή βασίζεται στην πολύ σημαντική έννοια της σχεσιακής δέσμευσης. Είμαστε όλοι υπόλογοι όχι μόνο σε εκείνους με τους οποίους συνδεόμαστε σε μια θεραπευτική συνθήκη, αλλά επιφορτιζόμαστε με την ευθύνη της σχέσης με τους μυριάδες άλλους που τοποθετούνται εντός της επαγγελματικής, προσωπικής, πολιτιστικής και παγκόσμιας κοινότητάς μας.9Συνοψίζοντας, επιτρέψτε μου να αναθεωρήσω αυτό που αντιλαμβάνομαι ως το ακριβές ζήτημα με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι για να διασφαλίσουμε μια υπεύθυνη και ηθική κλινική πρακτική. Πρώτον, η κοινωνική κατασκευή, η οποία εστιάζει στην σχέση, αποτελεί μια πρόκληση για τις παραδοσιακές έννοιες της γνώσης των ειδικών και της επαγγελματικής ουδετερότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κονστρουξιονιστές δεν αναγνωρίζουν την αυθεντία. Εκείνο το οποίο αμφισβητούν οι κονστρουξιονιστές είναι το αδιαμφισβήτητο τεκμήριο ότι ο θεραπευτής θα πρέπει να είναι η αυθεντία (και ότι μόνο από την θέση που αντιλαμβάνεται τον θεραπευτή ως αυθεντία ή ως εμπειρογνώμονα μπορεί να υπάρξει η ψυχοθεραπευτική επιτυχία). Κατά την γνώμη μου το καθήκον που αναλαμβάνει ο θεραπευτής είναι εκείνο του συντονισμού του ίδιου και του πελάτη του, αλλά και της ευρύτερης κοινότητας εντός της οποίας δραστηριοποιούνται. Αυτός ο συντονισμός μπορεί να περιλαμβάνει την συζήτηση περί προβλημάτων, την διάγνωση και την ανάληψη της θέσης της αυθεντίας από τον θεραπευτή.

Είναι επίσης πιθανό το γεγονός ότι μπορεί να απαιτείται από τον θεραπευτή να υιοθετήσει τη στάση ενός ίσου συνομιλητή ο οποίος δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να κατανοήσει ή να νοηματοδοτήσει το  πρόβλημα του πελάτη. Επιπρόσθετα, η παραπάνω απαίτηση μπορεί να  περιλαμβάνει συνομιλία σχετικά με τα ενδεχόμενα, τις δυνατότητες, τα ιδανικά και ούτω καθεξής. Το κεντρικό ζήτημα υπό το πρίσμα μίας κονστρουξιονιστικής στάσης είναι ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων ποια θα μπορούσε να είναι η πιο παραγωγική θεραπευτική σχέση για τον καθένα πελάτη.

Δεύτερον, ο κονστρουξιονισμός αναδεικνύει το ερώτημα του σημείου εστίασης. Η παραδοσιακή θεραπεία επικεντρώνεται στο παρελθόν για να κατανοήσει το παρόν. Η θεραπεία που διαπνέεται από μια κονστρουξιονιστική ευαισθησία, δίνει έμφαση στην όλη διαδικασία της σχέσης ή, με άλλα λόγια, στην στιγμή της διάδρασης – για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όπως περιγράφονται στο παρόν. Συνεπώς, αντί να προσπαθεί να παρέχει στους πελάτες καινούρια μέσα για δράση, η θεραπεία προσπαθεί να βοηθήσει τους πελάτες να χρησιμοποιήσουν τα διαλογικά μέσα που κατέχουν ήδη, σε νέους και ανοίκειους χώρους συνομιλίας. Επιπλέον, η θεραπευτική συνομιλία μπορεί να επικεντρωθεί στο μέλλον, καθώς και στην συζήτηση για το ιδανικό. Τέλος, υπάρχει μια διαφορά μεταξύ της αδιαφορίας για το παρελθόν (όπως αυτό αφηγείται από τον πελάτη) και της αξιολόγησης των αντιλήψεων των συμμετεχόντων για το παρελθόν ως συνεκτικές, λογικές και έγκυρες. Τοποθετώντας την προσοχή μας στην στιγμή της διάδρασης, προκύπτει μεγάλη σύγχυση σχετικά με τον τρόπο που ένας θεραπευτής μπορεί να τιμήσει την επιθυμία ή την έλλειψη επιθυμίας ενός πελάτη να επικεντρωθεί στο παρελθόν. Η συζήτηση για το παρελθόν γίνεται πάντα στο παρόν. Για τον κονστρουξιονισμό, η «λογική» πίσω από την συζήτηση για το παρελθόν δεν είναι η επιθυμία να ανακαλύψει τις αιτίες του προβλήματος του πελάτη. Το παρελθόν χρειάζεται να συζητηθεί μόνο στο βαθμό που ο πελάτης συνδέεται με την αφήγηση της ιστορίας του/της. Και όταν η αφήγηση έχει, πραγματικά, σημασία για τον πελάτη, ο θεραπευτής, που αντιλαμβάνεται την ψυχοθεραπεία ως μια διαδικασία κοινωνικής κατασκευής, μπορεί να διερευνήσει τον τρόπο που θα μπορούσε να μετακινηθεί από την εκτίμηση του παρελθόντος (με σεβασμό στο παρελθόν) σε ένα δημιουργικό μέλλον.

Τι συνεπάγεται αυτό για τον ψυχοθεραπευτή;

Η αβεβαιότητα που συνδέεται με μια κονστρουξιονιστική φιλοσοφική στάση είναι εκείνη η οποία προσκαλεί την πολλαπλότητα και ως εκ τούτου προσκαλεί  τους θεραπευτές και τους πελάτες να αμφισβητήσουν τις υποθέσεις τους και να διερευνήσουν εναλλακτικούς τρόπους για προσωπικό, σχεσιακό και κοινωνικό μετασχηματισμό. Θα μπορούσαμε να ονοματίσουμε αυτή την συνθήκη ‘παραγωγική αβεβαιότητα’, ένας όρος ο οποίος πιστεύω αντανακλά την ιδέα του Wittgenstein σχετικά μια ηθική που δεν τοποθετείται σε συγκεκριμένο πλαίσιο  και όπως ο ίδιος αναφέρει, «Είναι σαφές ότι η ηθική δεν μπορεί να διατυπωθεί». Η παραγωγική αβεβαιότητα τοποθετεί τον θεραπευτή και τον πελάτη σε μια θεραπευτική σχέση που ανταποκρίνεται στη στιγμή της διάδρασης. Ο θεραπευτής είναι πλέον συνομιλητής και ως εκ τούτου είναι ελεύθερος να κινηθεί εντός της σχέσης με τρόπους που ενισχύουν τόσο τις ικανότητες του θεραπευτή όσο και του πελάτη να επωφεληθούν από ένα ευρύ φάσμα διαλογικών μέσων. Ο θεραπευτής δεν επιβαρύνεται με το να είναι «σωστός» αλλά με το να είναι παρόν και να ανταποκρίνεται.  Ο θεραπευτής και ο πελάτης γίνονται υπόλογοι ο ένας στον άλλο. Ωστόσο, η λογοδοσία, η παρουσία και η ανταπόκριση μεταξύ τους δεν αρκούν. Οι συζητήσεις στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο μπορεί να επικεντρωθούν με έναν πιο χρήσιμο τρόπο στον μετασχηματισμό της κοινότητας. Με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε, ως ψυχοθεραπευτές, να προσκαλέσουμε τους πελάτες σε είδη σχέσεων που θα μπορούσαν να μεταμορφώσουν αποτελεσματικά τον τρόπο ζωής μας από κοινού; Για το σκοπό αυτό, η κοινωνική κατασκευή θα σήμαινε ότι η ηθική σε κλινικά πλαίσια επεκτείνεται πολύ πέρα από τη σχέση μεταξύ του θεραπευτή και του πελάτη.

Παρακαλώ απευθυνθείτε στην παρακάτω διεύθυνση σχετικά με αυτό το άρθρο προς: Καθηγήτρια Sheila McNamee, Τμήμα Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο New Hampshire, Durham, New Hampshire 03824, ΗΠΑ. sheila.mcnamee@unh.edu

  1. Μια έκδοση αυτού του άρθρου παρουσιάστηκε στο διεθνές συνέδριο, ‘Η Ψυχοθεραπεία ως Ηθική: Η Μεταμοντέρνα Ευθύνη στην Κλινική Πρακτική, που χρηματοδοτήθηκε από την Episteme (Centro di Psicoterapia Sistemica), Τορίνο, Ιταλία, Οκτώβριος, 2009.© LFTRC, KCCF & AIA  Τόμος αριθ. 20, τεύχος 1, 2009. σελ. 57-712.  Σε άλλο σημείο (McNamee, 1996) έχω γράψει για την ατομικιστική φιλοσοφική στάση που περιγράφεται ως η δεδομένη παράδοση και επομένως αναφέρομαι στην παράδοση και τον ατομικισμό (καθώς και τον μοντερνισμό) με εναλλακτικό τρόπο.

    3. Με τη χρήση αυτής της απεικόνισης δεν προτείνω μια «ηθική που εξαρτάται από τις περιστάσεις». Πολλοί από όσους βλέπουν τη θεραπεία ως μια διαδικασία κοινωνικής κατασκευής έχουν προσκαλέσει τους πελάτες τους σε μια στοχαστική συζήτηση σχετικά με τον κυρίαρχο λόγο διάγνωσης, προσκαλώντας με αυτόν τον τρόπο τον πελάτη να προβληματιστεί σχετικά με τον σκοπό και την πρακτική της ίδιας της διάγνωσης. Αυτό συχνά επιτυγχάνεται περιγράφοντας τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του επαγγέλματος για την διάγνωση και αναγνωρίζοντας ότι, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις απαιτήσεις, ο καλύτερος τρόπος για να κινηθεί κανείς με σχεσιακή υπευθυνότητα σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο είναι να συνεργαστεί με τον πελάτη για την επιλογή της διάγνωσης.                                                                                                                                                             4. Ο τόμος μου του 1992, επιμελημένος σε συνεργασία με τον Kenneth Gergen, έχει λάβει σκοπίμως τον τίτλο, ‘Θεραπεία ως Κοινωνική Κατασκευή και όχι Θεραπεία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού που δημιουργεί κοινωνικές κατασκευές για να δείξει την εστίασή μας στην στάση ή στον προσανατολισμό με τον οποίο προσεγγίζουμε τη θεραπευτική διαδικασία σε αντίθεση με την εστίαση σε οποιονδήποτε συγκεκριμένο τύπο θεραπείας (π.χ. ένα μοντέλο). Ως κατασκευαστικοί ενδιαφερόμαστε να εξερευνήσουμε τη θεραπεία (και οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο ή φαινόμενο) πρωτίστως ως συνομιλία εντός τις οποίας δημιουργούνται οι πραγματικότητες.                                          5. Φυσικά, συμμετέχουμε με τις επαγγελματικές μας ταυτότητες και τις συνοδές υποχρεώσεις αυτής, αλλά η ευαισθησία μας στην σχεσιακή διαδικασία βάζει στην θέση του να μην γνωρίζουμε εκ των προτέρων πώς θα ξεδιπλωθεί αυτή η επαγγελματική ταυτότητα ή αυτές οι επαγγελματικές υποχρεώσεις με αυτόν τον συγκεκριμένο πελάτη σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο.                                                                                                                                                                                                                                                                            6.Χρησιμοποιώ τον όρο γλωσσικές πρακτικές για να αποφύγω την αφελή κριτική που συχνά επιβάλλεται στην κοινωνική κατασκευή: εάν όλα περιοριστούν στην γλώσσα, αγνοούνται ολόκληρες πτυχές της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και της ανθρώπινης σημασίας, όπως η μη λεκτικές πρακτικές, οι σχέσεις με το περιβάλλον και όλα αυτά που δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε λέξεις. Με την χρήση του όρου γλωσσικές πρακτικές, εμπλέκω όλες τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων με το περιβάλλον και των αλληλεπιδράσεων που είναι «πέρα από τις λέξεις».                                                                                                                                                                                                          7. 7. . 7. Βλέπε υποσημείωση 2                                                                                                                                                                                                                                                                                    8. Είμαι ευγνώμων στον John Burnham (2005) που με εισήγαγε στην ιδέα της σχεσιακής αντανάκλασης.

  2. Φυσικά, αυτό εγείρει ένα σημαντικό ζήτημα που αξίζει πολύ περισσότερη συζήτηση. Πώς μπορεί ένα άτομο ή ένα σύνολο σχέσεων να είναι ταυτόχρονα υπεύθυνο για τις ανταγωνιστικές και αποκλίνουσες κοινότητες; Εάν ένας θεραπευτής είναι υπεύθυνος για την σχέση μεταξύ του ιδίου και του πελάτη του/της, αυτό σημαίνει ότι είναι επίσης υπεύθυνος και για ένα επαγγελματικό εποπτικό συμβούλιο; Τι συμβαίνει όταν αυτές οι ευθύνες είναι αντικρουόμενες; Στην εποχή της διαχειριζόμενης περίθαλψης και φροντίδας, αυτό το ζήτημα είναι υπό διαρκή διαπραγμάτευση από την πλευρά των ασφαλιστικών εταιρειών συνήθως με έξοδα (ψυχολογικής, σωματικής, σχεσιακής και οικονομικής φύσης) του πελάτη.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Andersen, T. (1991) The reflecting team: Dialogues and dialogues about the dialogues. New York: Norton.

Anderson, H. (1997). Conversation, language, and possibilities: A postmodern approach to therapy. NY: Basic Books.

Bateson, G. (1972). Steps to an ecology of mind. NY: Ballentine.

Burnham, J. (2005). Relational reflexivity: A tool for socially constructing therapeutic relationships. In C. Flaskas, B. Mason and A. Perlesz (Eds.), The space between: Experience, context and process in the therapeutic relationship.

Foucault, M. (1973). Madness and civilization. Trans. R. Howard. New York: Pantheon.

Kelly, R. (2007). Personal communication.

McNamee, S. (2005). Curiosity and Irreverance: Constructing Therapeutic Possibilities, Human Systems, 16, 75-84.

McNamee, S. (1996). H. The Social Construction of Psychotherapy. In H. Rosen and K.T. Kuehlwein (Eds.), Constructing Realities: Meaning-Making Perspectives for Psychotherapists. San Francisco: Jossey-Bass Publishers, (115-137).

McNamee, S. and Gergen, K.J. (1992). Therapy as social construction. London: Sage.

McNamee, S. and Gergen, K.J. (1999). Relational responsibility: Resources for sustainable dialogue. Thousand Oaks, CA: Sage Publications.

Rorty, R. (1979). Philosophy and the mirror of nature. Princeton: Princeton University Press.

Sampson, E.E. (2008). Celebrating the other. Ohio: Taos Institute Publications.

Κοινοποίηση

Ρωτήστε μας ότι σας ενδιαφέρει συμπληρώνοντας την παρακάτω φόρμα

137 Seacoast Ave, New York, NY 10094
+1 (234) 466-9764
Excuisite food, unforgettable atmosphere...