Γιατί εθιζόμαστε;

Κοινοποίηση

Γιατί εθιζόμαστε;

Εισαγωγή: Το παρόν άρθρο της Zoey Lavallee δίνει εξηγήσεις και προσφέρει ωφέλιμες ανησυχίες για το ποιοί παράγοντες ενισχύουν το αίσθημα μίας μεγάλης επιθυμίας-λαχτάρας, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε εθισμό. Πέρα από τις νευροφυσιολογικές εξηγήσεις, δίνεται έμφαση σε ψυχικούς και κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες, οι οποίοι φαίνεται να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στους εθισμούς που αναπτύσσουμε. Φαίνεται τελικά ο εθισμός να είναι συντονισμένος με την προσωπική ιστορία κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, περικυκλωμένος ωστόσο από την κοινωνική κατάσταση στην οποία γεννιέται και αναπτύσσεται. Η αντιμετώπιση του εθισμού συνήθως συνεπάγεται λήψη φαρμάκων, ψυχοθεραπεία και εδώ εισάγεται και μία τρίτη καίρια πτυχή αντιμετώπισης, αυτή του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Τσιλίγκου Αμαλία, Ψυχολόγος – Εκπαιδευόμενη Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

“Τα ανθρώπινα όντα λαχταρούν όλα τα είδη πραγμάτων: καφέ, ζάχαρη, σεξ, τζόγο, Xanax, πορνό, παρακολούθηση τηλεοπτικών σειρών, καταστροφολογία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κοκαΐνη, διαδικτυακά παιχνίδια, ηρωίνη, μεθαμφεταμίνες, υπερκαταναλωτισμός. Ο καθένας μας βρίσκει διαφορετικές ουσίες και δραστηριότητες δελεαστικές και αναπτύσσουμε ξεχωριστές συνήθειες επιλογής. Η λαχτάρα είναι μια ιδιαίτερα ισχυρή και πειστική κατηγορία επιθυμιών. Όταν εμφανίζεται μία δυνατή επιθυμία, μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να αντισταθούμε ή να την αγνοήσουμε. Μερικές φορές αποσπάται η προσοχή μας και το ξεπερνάμε με λίγη προσπάθεια. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να νιώθουμε σχεδόν αδύνατο να μην ενεργήσουμε σύμφωνα με μια επιθυμία. Αυτό που μας ελκύει και αυτό στο οποίο είμαστε ευάλωτοι, φαίνεται να αντανακλά την ατομική μας προσωπικότητα, τις προτιμήσεις, την πολιτισμική μας θέση, τις αξίες, τις ταυτότητες, τους μηχανισμούς αντιμετώπισης και άλλες συνθήκες ζωής. Γιατί λοιπόν λαχταράμε αυτό που λαχταράμε και γιατί οι πόθοι είναι μερικές φορές τόσο έντονα περικυκλωμένοι από ισχυρό κίνητρο;

Ένας τρόπος για να δούμε τη δύναμη της επιθυμίας είναι να σκεφτούμε τους εθισμούς σε ουσίες. Οι εθισμοί στις ουσίες αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς οι πόθοι φαίνεται να επηρεάζουν τα κίνητρα και τη συμπεριφορά με διαφορετικό τρόπο από ό,τι άλλες επιθυμίες. Η αίσθηση της λαχτάρας αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες, αινιγματικές και τρομακτικές πτυχές του εθισμού: ανεξάρτητα από το πόσο καταστροφικές γίνονται οι συνέπειες της συνεχιζόμενης χρήσης ναρκωτικών για κάποιο άτομο, ανεξάρτητα από το αν τελικά δεν είναι πλέον ευχάριστη διαδικασία, και ανεξάρτητα από το πόσο ανυποχώρητα θέλει και προσπαθεί να διαχειριστεί ή να σταματήσει τη χρήση ναρκωτικών, οι προσπάθειές του συνεχώς υπερκαλύπτονται από έντονα κινητήριες επιθυμίες να ενδώσει στον εθισμό. Αυτή η απώλεια ελέγχου θεωρείται συχνά ως ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του εθισμού.

Η λαχτάρα είναι ιδιαίτερα συχνή με ορισμένα ναρκωτικά, όπως το αλκοόλ, η νικοτίνη, τα οπιούχα και η κοκαΐνη. Επιπλέον, όχι μόνο οι πόθοι παίζουν αυτόν τον παρεμβατικό ρόλο στην ενεργό χρήση ναρκωτικών, αλλά αυτές οι ανεπιθύμητες επιθυμίες μπορούν να προκύψουν και να αποτελέσουν ισχυρό κίνητρο ακόμη και μετά από χρόνια ανάρρωσης από τον εθισμό. Η λαχτάρα είναι ένας σημαντικός παράγοντας πρόβλεψης της υποτροπής. Μια συστηματική ανασκόπηση των μελετών που αξιολογούν τη σχέση μεταξύ της λαχτάρας και της χρήσης ουσιών σε πραγματικό χρόνο στην καθημερινή ζωή,

διαπίστωσε ότι στο 92% των μελετών η λαχτάρα συνδέεται με τη χρήση ουσιών και την υποτροπή. Η λαχτάρα μπορεί επανειλημμένα να παρακάμψει τα σχέδια και τις αποφάσεις για τη μείωση ή την αποχή από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και αυτό μπορεί να είναι μια αποδιοργανωτική, απογοητευτική, αποθαρρυντική και τραυματική εμπειρία για όσους παλεύουν με αυτή τη λαχτάρα – μια εμπειρία που για ορισμένους διαρκεί μια ολόκληρη ζωή.

Μεγάλο μέρος της ιατρικής και κλινικής σκέψης σχετικά με τη λαχτάρα των εξαρτησιογόνων ουσιών καθοδηγείται από μια συγκεκριμένη νευροεπιστημονική εικόνα που εξηγεί τη λαχτάρα από την άποψη των επιδράσεων των ναρκωτικών στην παραγωγή ντοπαμίνης στον εγκέφαλο. Σύμφωνα με αυτή την εικόνα, το αντικείμενο της λαχτάρας είναι το ίδιο το ναρκωτικό ή τα ευχάριστα αποτελέσματα που αναμένεται να προκαλέσει η χρήση του. Όμως, εστιάζοντας στενά στον εγκέφαλο, αυτή η άποψη προσδιορίζει λανθασμένα το αντικείμενο της λαχτάρας στον εθισμό, ή τουλάχιστον δίνει υπερβολική έμφαση στο χημικό στοιχείο. Όταν εξετάζουμε τους κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες που συσχετίζονται με τον εθισμό, το πραγματικό αντικείμενο της λαχτάρας γίνεται εμφανές. Στην πραγματικότητα, οι εθιστικές επιθυμίες αναζητούν ζωτικές συναισθηματικές εμπειρίες. Στοχεύουν στο να μουδιάσουν τα άτομα, να νιώσουν ότι έχουν τον έλεγχο ή να νιώσουν κοινωνικά συνδεδεμένα. Εμπειρίες όπως αυτές γίνονται ιδιαίτερα πολύτιμες και ταυτόχρονα άπιαστες κάτω από ορισμένες περιβαλλοντικές συνθήκες. Η κατανόηση του αντικειμένου της εθιστικής επιθυμίας με αυτόν τον τρόπο βοηθά να εξηγήσουμε γιατί είναι τόσο δύσκολο να αντισταθούμε στον πόθο που οδηγεί σε εθισμό.

Ο εγκέφαλος της έντονης επιθυμίας

Μία από τις πιο δημοφιλείς εξηγήσεις της λαχτάρας που βασίζονται στην ντοπαμίνη εστιάζει στην εκμάθηση ανταμοιβής. Ενώ ορισμένες από τις επιθυμίες μας μπορεί να είναι έμφυτες, οι περισσότερες μαθαίνονται και είναι πολύ εύπλαστες. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι αυτή η μάθηση εξαρτάται από το ντοπαμινεργικό σύστημα. Η φασική ντοπαμίνη είναι ένα σήμα σφάλματος -πρόβλεψης- ανταμοιβής: σηματοδοτεί στα ζώα, όπως εμείς, τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής ποσότητας ανταμοιβής σε μια δεδομένη στιγμή και της αναμενόμενης ποσότητας ανταμοιβής. Εκρήξεις ντοπαμίνης απελευθερώνονται όταν συναντώνται απροσδόκητες ανταμοιβές ή απροσδόκητες ενδείξεις που σηματοδοτούν ανταμοιβές. Αυτές οι εκρήξεις μας λένε να δράσουμε όταν συναντάμε αντικείμενα

ανταμοιβής ή σχετικές ενδείξεις στο περιβάλλον μας. (οι ενδείξεις μπορεί να έχουν τη μορφή σύνεργων για τα ναρκωτικά, αλλά και τοποθεσίες, συναισθήματα και περιβάλλοντα).

Τα εθιστικά ναρκωτικά έχουν παθολογική επίδραση σε αυτό το σύστημα. Ενώ υπάρχουν διάφορες ερμηνείες για τον ακριβή ρόλο της ντοπαμίνης, είναι καλά τεκμηριωμένο ότι τα ψυχοδραστικά φάρμακα προκαλούν τεχνητά υψηλές εκρήξεις φασικής ντοπαμίνης που απελευθερώνονται από τους νευρώνες ντοπαμίνης του μέσου εγκεφάλου. Αυξημένη δραστηριότητα ντοπαμίνης έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, με τη λήψη αμφεταμινών, αλκοόλ, νικοτίνης, οπιούχων, κοκαΐνης, κάνναβης και βενζοδιαζεπινών. Όταν συναντάμε ναρκωτικά, η ντοπαμίνη απελευθερώνεται εν αναμονή της ανταμοιβής, αλλά στη συνέχεια το ίδιο το ναρκωτικό – λόγω των χημικών του επιδράσεων – προκαλεί πρόσθετη ενίσχυση της ντοπαμίνης κατά την κατάποση, σηματοδοτώντας ότι το ναρκωτικό αυξάνει συνεχώς την αξία του. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με αυτή την επικρατούσα άποψη, είναι ότι αυτές οι αυξήσεις της ντοπαμίνης προκαλούν πόθους που υπερεκτιμούν το ποσό της αναμενόμενης ανταμοιβής και έτσι εξηγούν την υπερβολική κινητήρια έλξη των πόθων.

Μέσω της επαναλαμβανόμενης χρήσης ναρκωτικών, τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα συνδέονται με τη λήψη ναρκωτικών και τελικά αυτά τα ερεθίσματα αρχίζουν να προκαλούν πόθο. Οι ενδείξεις είναι συγκεκριμένες για κάθε άτομο και μπορεί να έχουν τη μορφή σύνεργων χρήσης ναρκωτικών, όπως βελόνες ή σωλήνες, αλλά και τοποθεσίες, συναισθήματα και περιβάλλοντα που έχουν συνδεθεί με τη χρήση ουσιών. Ως αποτέλεσμα των μακροχρόνιων επιπτώσεων αυτής της διαδικασίας μάθησης, τα ερεθίσματα για τα ναρκωτικά μπορεί να συνεχίσουν να προκαλούν πόθο ακόμη και χρόνια μετά τη διακοπή της ενεργού χρήσης ναρκωτικών, με αποτέλεσμα τη σύνδεση μεταξύ της λαχτάρας και της υποτροπής.

Οι μακροχρόνιες επιδράσεις των ναρκωτικών στα συστήματα ανταμοιβής του εγκεφάλου είναι ένας λόγος για τον οποίο ο εθισμός θεωρείται μια χρόνια, υποτροπιάζουσα διαταραχή ή νευροβιολογική ασθένεια από την ορθόδοξη ιατρική αντίληψη του εθισμού. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι εθιστικές επιθυμίες είναι επιθυμίες για την υψηλή δόση που παράγεται από την κατάποση ναρκωτικών. Αυτές οι επιθυμίες είναι ασυνήθιστα ισχυρές, προκαλούνται δυσλειτουργικά και καταλήγουν να κυριαρχούν στο σύστημα λήψης αποφάσεων.

Η νευροεπιστήμη λέει μόνο ένα μέρος της ιστορίας.

Ενώ η νευροεπιστήμη προσφέρει πληροφορίες για τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που διέπουν τη χρήση ουσιών, οι εξηγήσεις για τη λαχτάρα έχουν στραφεί σε μεγάλο βαθμό προς τη μελέτη του εγκεφάλου, με τη χρηματοδότηση της έρευνας να διατίθεται δυσανάλογα σε βιολογικά αίτια. Αυτό προάγει μια ελλιπή και ενδεχομένως παραπλανητική εικόνα της εθιστικής επιθυμίας. Είναι σαν να μελετάμε το χιούμορ εστιάζοντας στους πυρήνες του εγκεφαλικού στελέχους που προκαλούν το γέλιο. Τα κυκλώματα ντοπαμίνης λειτουργούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Για να κατανοήσουμε τον εθισμό, πρέπει επίσης να εξετάσουμε την εμπειρία, τις διαδικασίες σκέψης, τη συμπεριφορά και τις συνθήκες ζωής. Από αυτή την ευρύτερη προοπτική, οι εθιστικές επιθυμίες δεν μοιάζουν με απλούς διακόπτες στον εγκέφαλο. Η έρευνα δείχνει ότι ο εθισμός δεν είναι αυτόματος και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είναι χρόνιος.

Εάν οι υπερβολικά ισχυρές επιθυμίες ήταν απλώς το αποτέλεσμα της αλλοίωσης των συστημάτων ανταμοιβής στον εγκέφαλο από τα ναρκωτικά, θα έπρεπε να δημιουργούνται σε άτομα που κάνουν επαναλαμβανόμενη χρήση ναρκωτικών με την πάροδο του χρόνου. Αυτό

δεν συμβαίνει. Οι περισσότερες χρήσεις ναρκωτικών δεν οδηγούν σε εθισμό, ακόμη και τα ναρκωτικά που συχνά θεωρούνται “ιδιαίτερα εθιστικά”, όπως η κοκαΐνη. Μια έρευνα στις Ηνωμένες Πολιτείες διαπίστωσε ότι το 19,4% των ατόμων ηλικίας 12 ετών και άνω ανέφεραν χρήση “παράνομων” ναρκωτικών κατά τον προηγούμενο μήνα, ενώ μόνο το 3% πληρούσε τις προϋποθέσεις για διαταραχή χρήσης παράνομων ναρκωτικών κατά τον προηγούμενο χρόνο.

Γιατί οι πόθοι φαίνεται να εξασθενούν ή να υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου για πολλούς εξαρτημένους ανθρώπους; Oι περισσότερες περιπτώσεις εθισμού δεν είναι χρόνιες. Οι περισσότεροι άνθρωποι που αναπτύσσουν εθισμό, ξεπερνούν τον εθισμό χωρίς επαγγελματική παρέμβαση. Με την πάροδο του χρόνου, είτε με τη βοήθεια κάποιας μορφής θεραπείας είτε όχι, οι περισσότεροι άνθρωποι αποφασίζουν να μειώσουν ή να απέχουν από τη χρήση ναρκωτικών και το κάνουν. Για παράδειγμα, η πλειονότητα των ανθρώπων που έχουν διαταραχή χρήσης αλκοόλ μειώνει ή αίρει την προβληματική χρήση με την πάροδο του χρόνου. Η περίπτωση των βετεράνων του Βιετνάμ και του εθισμού στην ηρωίνη παρέχει μια συγκεκριμένη απεικόνιση της μεγάλης ύφεσης: το 20% των Αμερικανών στρατιωτών που επέστρεφαν από το Βιετνάμ πληρούσε τα κριτήρια για τη διάγνωση του εθισμού στην ηρωίνη ενώ ήταν στην ενεργό υπηρεσία, ενώ μόνο το 1% τα πληρούσε πριν από τη θητεία τους- από αυτούς που ανέπτυξαν εθισμό, το 95% ήταν σε ύφεση μέσα σε ένα χρόνο από την επιστροφή τους στην πατρίδα.

Αν ο εθισμός ήταν απλώς το αποτέλεσμα της επανασύνδεσης του εγκεφάλου μέσω της μάθησης της ανταμοιβής, δεν θα έπρεπε να συμβαίνει ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι αναρρώνουν. Τα ποσοστά ανάρρωσης υποδηλώνουν ότι οι εθιστικές επιθυμίες είτε σταματούν είτε γίνονται ευκολότερο να αντισταθούν, δεδομένης της συσχέτισης μεταξύ της επιθυμίας για ναρκωτικά και της χρήσης καθώς και της υποτροπής. Πρέπει να δούμε πέρα από τους βιολογικούς παράγοντες για να βρούμε μια πλήρη απάντηση στα ερωτήματα που τίθενται: γιατί οι εθιστικές επιθυμίες δεν επηρεάζουν εξίσου όλους τους ανθρώπους που κάνουν χρήση ναρκωτικών και γιατί οι επιθυμίες φαίνεται να εξασθενούν ή να παύουν με την πάροδο του χρόνου για πολλούς εθισμένους ανθρώπους; Η νευροεπιστήμη δίνει μια μερική εικόνα. Για την ακρίβεια, παραλείπει αυτό που μπορεί να είναι το πιο σημαντικό και καθοριστικό μέρος του πώς οι πόθοι καταλήγουν να παίρνουν έναν τέτοιο ελεγκτικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων που παλεύουν με τον εθισμό.

Η κοινωνική φύση της λαχτάρας

Για να κατανοήσουμε το παζλ της εθιστικής λαχτάρας, πρέπει να σκεφτούμε για ποιο λόγο υπάρχει η λαχτάρα. Ένα στοιχείο είναι ότι η έρευνα δείχνει ότι η διάκριση μεταξύ εκείνων που είναι πιο ευάλωτοι και εκείνων που είναι λιγότερο ευάλωτοι στον εθισμό, συσχετίζεται έντονα με μια σειρά κοινωνικών, οικονομικών και ψυχολογικών παραγόντων. Αυτοί οι παράγοντες αποτελούν γενικούς προγνωστικούς παράγοντες του εθισμού και συνήθως έχουν σωρευτικές επιδράσεις. Σε αυτούς περιλαμβάνονται παράγοντες όπως η φτώχεια, η ανεργία, η αστάθεια της στέγασης, η φυλάκιση και η έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες σωματικής και ψυχικής υγείας- και υπάρχουν και κοινωνικοί παράγοντες, όπως οι δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, τα ζητήματα ψυχικής υγείας, το στίγμα, οι προκαταλήψεις, οι διακρίσεις και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Πολλοί παράγοντες είναι τόσο κοινωνικοί όσο και δομικοί, όπως η αποικιακή βία, η τρανσφοβία και η ομοφοβία. Αυτοί είναι παράγοντες που μπορούμε να αλλάξουμε, και συλλογικά έχουμε ηθικές επιταγές να το κάνουμε.

Πώς συμβάλλουν λοιπόν αυτοί οι παράγοντες στην κατανόηση της εθιστικής λαχτάρας; Πρώτον, παίζουν ρόλο στον προσδιορισμό των ψυχολογικών αναγκών ενός ατόμου που ικανοποιούνται. Ο εθισμός είναι συχνά πιο σοβαρός και είναι πιο δύσκολο να ανακάμψει κανείς από αυτόν εκεί όπου υπάρχουν δυσανάλογα επισφαλείς και καταπιεστικές συνθήκες στη ζωή του ατόμου, είτε πρόκειται για φυλάκιση, είτε για έλλειψη στέγης, είτε για την απρόβλεπτη ψυχική δυσφορία της ψυχικής ασθένειας, είτε για κοινωνική απομόνωση. Αυτές οι συνθήκες ωθούν τον εθισμό με την παραγωγή ή την επιδείνωση δυσάρεστων έως αφόρητων ψυχολογικών καταστάσεων που τα ναρκωτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αλλάξουν. Τα προκλητικά συναισθήματα και το άγχος είναι γνωστά εναύσματα λαχτάρας. Όταν κοιτάμε πέρα από τους απλούς εγκεφαλικούς μηχανισμούς, γίνεται φανερό ότι η χρήση ουσιών έχει προσωπική σημασία.

Φαινομενικά, το αντικείμενο της λαχτάρας είναι ένα φάρμακο ή τα αναμενόμενα ευχάριστα αποτελέσματα της μέθης, αλλά οι επιθυμίες που οδηγούν στον συνεχιζόμενο εθισμό είναι βαθύτερες. Οι άνθρωποι που κάνουν χρήση ναρκωτικών θέλουν να μουδιάσουν, να νιώσουν ζωντανοί, να νιώσουν αποδεκτοί ή κοινωνικά συνδεδεμένοι, να απαλλαγούν από τον ψυχικό ή σωματικό πόνο (συμπεριλαμβανομένων των συμπτωμάτων στέρησης), να μην αισθάνονται άγχος, να νιώθουν ότι συμπεριλαμβάνονται. Αυτές οι ίδιες οι συναισθηματικές εμπειρίες μπορεί να γίνουν τα αντικείμενα των επιθυμιών που οδηγούν στον εθισμό, και τα ναρκωτικά είναι ένα μέσο για την ικανοποίησή τους, τουλάχιστον προσωρινά. Η επιθυμία για ένα τσιγάρο μπορεί να είναι μια επιθυμία για έλεγχο και τάξη σε ένα αγχωτικό περιβάλλον. Μια λαχτάρα για αλκοόλ μπορεί να έχει ως στόχο την αίσθηση παρηγοριάς και ασφάλειας. Μια λαχτάρα για κεταμίνη μπορεί να είναι η επιθυμία να νιώσουμε χαλαροί και απαλλαγμένοι από τις ανησυχίες. Σε σοβαρό εθισμό, μια λαχτάρα μπορεί να στοχεύει στην αίσθηση της πλήρους αυτοεξόντωσης, στην απελευθέρωση, με οποιοδήποτε κόστος, από τις επώδυνες συνθήκες της καθημερινής ζωής.

Δεν πρόκειται για απλές παρορμήσεις- πρόκειται για ψυχολογικά πολύπλοκες, ακόμη και υπαρξιακά φορτισμένες καταστάσεις. Όπως ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αυτά τα κίνητρα δεν είναι πάντα συνειδητά και συχνά είναι προσβάσιμα μόνο με βαθύτερη ανάλυση. Όταν σκεφτόμαστε τις επισφαλείς συνθήκες ζωής που συσχετίζονται με τον εθισμό, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η υποχώρηση σε τέτοιου είδους συναισθηματικές εμπειρίες είναι σημαντική. Οι επιθυμίες για την επίτευξή τους μέσω της χρήσης ναρκωτικών, ακόμη και μπροστά στις συνέπειες, αποκαλύπτουν τις κοινωνικές και δομικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν την απουσία τους.

Οι εθιστικοί πόθοι είναι η ηχώ του κόσμου μέσα στον οποίο αναπτύσσεται ο εθισμός.

Οι κοινωνικοί και δομικοί παράγοντες μπορούν να θέσουν περιορισμούς στην επιλογή δράσης, καθώς περιορίζουν τις ευκαιρίες για την αντιμετώπιση των ψυχολογικών αναγκών. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών επιτρέπει τον πολύτιμο έλεγχο των ψυχολογικών καταστάσεων όταν άλλα μέσα αντιμετώπισης οδυνηρών συνθηκών είναι δύσκολα προσβάσιμα ή δεν είναι καθόλου προσβάσιμα. Τα ναρκωτικά αποτελούν μια μη ιδανική αλλά διαθέσιμη επιλογή για πολλά άτομα που βιώνουν δυσανάλογα μεγάλη δυσφορία και είναι με διάφορους τρόπους περιθωριοποιημένα από τους κοινωνικούς και θεσμικούς πόρους και τα στηρίγματα. Για παράδειγμα, ένας από τους σημαντικότερους συσχετισμούς του εθισμού είναι άλλες διαγνώσεις ψυχικής υγείας. Μια εθνική έρευνα στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι, το

2018, το 49,4 % των ενηλίκων 18 ετών και άνω με σοβαρή ψυχική ασθένεια έκαναν χρήση ναρκωτικών, σε σύγκριση με μόλις το 15,7 % των ενηλίκων χωρίς ψυχική ασθένεια. Κοινωνικοί παράγοντες (στίγμα και έλλειψη υποστηρικτικών κοινωνικών σχέσεων) και διαρθρωτικοί παράγοντες (διακρίσεις και έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας) περιορίζουν τις επιλογές ενός ατόμου για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της ψυχικής νόσου, δηλαδή για την εκπλήρωση των επιθυμιών για την αλλαγή αυτών των ψυχολογικών καταστάσεων.

Ένα ιδιαίτερα καταστροφικό χαρακτηριστικό του εθισμού είναι ότι, ενώ η χρήση ναρκωτικών μπορεί να γίνει ένας τρόπος αντιμετώπισης ψυχολογικών αναγκών, ο εθισμός μπορεί ταυτόχρονα να αυξήσει την αστάθεια της ζωής και να επιδεινώσει τα εμπόδια στην κοινωνική ένταξη και την πρόσβαση σε υπηρεσίες, καθώς τα άτομα που κάνουν χρήση ναρκωτικών αντιμετωπίζουν το στίγμα, τον αποκλεισμό από την κοινότητα και τις θεσμικές διακρίσεις.

Από μια κοινωνική και δομική προοπτική, η εθιστική επιθυμία δεν είναι μια ακούσια εναλλαγή αλλά μια στρατηγική για την αντιμετώπιση πολύ συγκεκριμένων εμπειριών και συνθηκών ζωής. Διαβάστε ένα απομνημονεύμα εθισμού, μιλήστε με κάποιον που έχει προσωπική εμπειρία με τον εθισμό ή προβληματιστείτε σχετικά με τη δική σας. Το ποια ναρκωτικά και ποιες συγκεκριμένες εμπειρίες μέθης γίνονται δελεαστικές, οι αρχικοί λόγοι για να τα δοκιμάσετε, οι ρόλοι που παίζουν στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, όλα αντανακλούν το πολιτισμικό πλαίσιο, τα κοινωνικά πρότυπα και την προσωπική ιστορία.

Οι εθιστικοί πόθοι ανταποκρίνονται στο εξωτερικό περιβάλλον. Αποτελούν αντηχήσεις του κόσμου μέσα στον οποίο αναπτύσσεται ο εθισμός του ατόμου. Το ισχυρό κίνητρο της επιθυμίας καθορίζεται όχι μόνο από τον τρόπο με τον οποίο τα ναρκωτικά επηρεάζουν το ντοπαμινεργικό σύστημα, αλλά και από τις κοινωνικές και δομικές συνθήκες που ενημερώνουν αυτές τις επιθυμίες στη ζωή του ατόμου. Οι συνθήκες αυτές είναι μακροχρόνιες και διαμορφώνουν τα αντικείμενα της λαχτάρας με ιδιαίτερα προσωπικούς τρόπους. Αυτό που μας διδάσκει είναι ότι μια αλλαγή σε αυτές τις εξωτερικές συνθήκες μπορεί να μειώσει τους πόθους ή να τους κάνει ευκολότερο να αντισταθούν, εκτονώνοντας τον σημαντικό συναισθηματικό ρόλο που παίζουν τα ναρκωτικά.

Τι γίνεται με τη γενετική;

Μπορεί να φαίνεται ότι ένα σημαντικό κομμάτι του παζλ έχει παραμεληθεί: η γενετική. Συχνά πιστεύεται ότι αυτή αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τον εθισμό. Για παράδειγμα, τα παιδιά των αλκοολικών διατρέχουν τετραπλάσιο κίνδυνο να γίνουν και τα ίδια αλκοολικά. Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο για την Κατάχρηση Ναρκωτικών των ΗΠΑ, περίπου το 40-60% της διακύμανσης των παραγόντων κινδύνου για εθισμό στον πληθυσμό μπορεί να εξηγηθεί από τη γενετική. Ακόμη και έτσι, αυτό αφήνει περίπου το ήμισυ της διακύμανσης να εξηγηθεί από άλλες αιτίες.

Επιπλέον, πολλοί άνθρωποι με γενετική προδιάθεση για εθισμό δεν εθίζονται ποτέ. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στον έλεγχο της έκφρασης των γονιδίων, πράγμα που σημαίνει ότι η γενετική ευπάθεια των ατόμων στον εθισμό εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν. Για παράδειγμα, η έκθεση στο στρες ενισχύει αυτή την ευπάθεια, ενώ η ύπαρξη ισχυρών οικογενειακών και κοινοτικών δεσμών προστατεύει από αυτήν. Και ούτως ή άλλως, η γενετική δεν είναι πάντα το ζητούμενο- πολλοί άνθρωποι χωρίς οικογενειακό ιστορικό εθισμού καταλήγουν παρ’ όλα αυτά εθισμένοι.

Η αποκατάσταση του εθισμού δεν είναι μόνο ένα προσωπικό ταξίδι υγείας, είναι ένας συλλογικός αγώνας για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Και τι σημαίνει αυτό για τη λαχτάρα; Ακόμα και όταν υπάρχει κληρονομικότητα, αυτό αφήνει ανοιχτό το πώς η γενετική επηρεάζει την άνιση κατανομή των εθιστικών πόθων. Μια πιθανότητα είναι ότι η γενετική παραλλαγή στο ντοπαμινεργικό σύστημα καθιστά ορισμένους ανθρώπους πιο επιρρεπείς σε εθιστικές επιθυμίες. Υπάρχουν όμως και άλλες πιθανότητες, για παράδειγμα, ότι μια γενετική προδιάθεση στην ευαισθησία στο στρες εξηγεί γιατί ορισμένοι άνθρωποι σε επισφαλείς συνθήκες ζωής στρέφονται στη χρήση ναρκωτικών για να αντιμετωπίσουν συναισθηματικά θέματα, ενώ άλλοι όχι. Μια κοινωνική εξήγηση της λαχτάρας δεν είναι ασυμβίβαστη με τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η γενετική αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τον εθισμό.

Τρία συμπεράσματα

Ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε για την εθιστική λαχτάρα έχει επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για την έρευνα, τη θεραπεία και την αποκατάσταση του εθισμού, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τη σημασία της λαχτάρας πέρα από τον εθισμό. Τι προκύπτει από την εξέταση της εθιστικής λαχτάρας μέσα από έναν κοινωνικό και δομικό φακό;

1.  Πώς μελετάμε τον εθισμό

Η νευροβιολογική εξήγηση της λαχτάρας από μόνη της δεν είναι ικανή να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με το γιατί οι επιθυμίες που οδηγούν τον εθισμό σε καίριες στιγμές εκδηλώνονται άνισα σε όλα τα άτομα και γιατί είναι τόσο δύσκολο να αντισταθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η νευροεπιστήμη του εθισμού είναι ανίκανη να ασχοληθεί με τέτοια ερωτήματα. Αλλά η πιο γόνιμη νευροεπιστήμη του εθισμού πρέπει να κάνει περισσότερα από το να παραδέχεται ότι οι κοινωνικοί παράγοντες επηρεάζουν την ευπάθεια στον εθισμό. Οι κοινωνικοί παράγοντες πρέπει να ενσωματωθούν στην έρευνα σχετικά με την εθιστική

επιθυμία. Ορισμένες νευροεπιστήμες υιοθετούν ήδη μια πιο ολοκληρωμένη κοινωνική προσέγγιση του εθισμού, αλλά αυτό παραμένει περισσότερο σπάνιο.

2.  Επανεξέταση της θεραπείας

Δεδομένου του ρόλου που διαδραματίζουν οι πόθοι στον εθισμό και την υποτροπή, ο πόθος μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο στόχο για τη θεραπεία και την παρέμβαση του εθισμού. Εάν θεωρήσουμε τη δύναμη της εθιστικής επιθυμίας ως αποτέλεσμα κυρίως του τρόπου με τον οποίο τα ναρκωτικά επηρεάζουν τον εγκέφαλο ενός ατόμου, τότε οι πιο υποσχόμενες οδοί για τη θεραπεία φαίνεται να είναι οι φαρμακολογικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στην αποκατάσταση με βάση την αποχή και οι θεραπείες που επικεντρώνονται στις ατομικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της επιθυμίας. Παρόλο που δεν πρέπει να υποτιμούμε οποιαδήποτε μορφή θεραπείας ή παρέμβασης που βοηθά ορισμένα εξαρτημένα άτομα, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές όσον αφορά τον περιορισμένο αντίκτυπο της έρευνας των νευροεπιστημών του εθισμού στην προώθηση της κλινικής θεραπείας και τα όρια των θεραπειών που επικεντρώνονται στον ατομικό αυτοέλεγχο όταν το περιβάλλον του ατόμου παραμένει αμετάβλητο.

Μια πιο κοινωνικά ολοκληρωμένη εξήγηση της λαχτάρας επιβεβαιώνει ότι η θεραπεία της εθιστικής λαχτάρας απαιτεί την αντιμετώπιση των κοινωνικοοικονομικών, διαρθρωτικών και συναισθηματικών συνθηκών των ατόμων που βιώνουν τον εθισμό. Ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση των δυσμενών κοινωνικών συνθηκών θα πρέπει να αποτελεί βασικό στοιχείο του αγώνα, και αυτό πολύ συχνά αγνοείται. Πρέπει να το κάνουμε αυτό κατά τη θεραπεία των ασθενών και σε ευρύτερο, κοινωνικό επίπεδο. Εστιάζοντας στενά στον εγκέφαλο για να εξηγήσουμε τη λαχτάρα, παραλείπουμε επίσης τους τρόπους με τους οποίους ο σύγχρονος κόσμος είναι τέλεια κατασκευασμένος για τις επιθυμίες που οδηγούν στον εθισμό: καπιταλισμός, φτώχεια, απρόσιτη υγειονομική περίθαλψη, αποικιοκρατία, το βιομηχανικό σύμπλεγμα των φυλακών, κακοποίηση των παιδιών, ένας ολοένα και πιο κοινωνικά αποσυνδεδεμένος τρόπος ζωής. Μια κοινωνική θεώρηση της λαχτάρας προωθεί την προοπτική ότι η αποκατάσταση του εθισμού δεν είναι απλώς ένα προσωπικό ταξίδι υγείας, αλλά ένας συλλογικός αγώνας για κοινωνικό μετασχηματισμό.

3.  Η σοφία των πόθων

Φιλοσοφικά, το συμπέρασμα είναι ότι οι πόθοι δεν είναι απλές, σπλαχνικές ορμές ή δυνάμεις ελέγχου που στοχεύουν στα ναρκωτικά ή στα άμεσα αποτελέσματα της μέθης – οι πόθοι είναι πιο πλούσιοι, πιο πολιτιστικοί, γνωστικοί και φαινομενολογικά πολύπλοκοι από αυτό. Αυτό έχει συνέπειες για τους πόθους πέρα από τον εθισμό. Οι πόθοι είναι ευαίσθητοι στις συναισθηματικές και ψυχολογικές ανάγκες και αξίες, και αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί είναι τόσο κινητοποιητικοί. Φανταστείτε μια καθημερινή λαχτάρα να ελέγξετε το Instagram ή το Twitter. Ενσωματωμένη σε αυτή τη λαχτάρα, μπορεί κανείς να βρει επίσης μια επιθυμία για προσοχή, επικύρωση, κοινωνική σύνδεση ή αλληλεπίδραση, μια θεραπεία για τη μοναξιά, συναισθηματικό μούδιασμα, ίσως την αυτοτιμωτική παρόρμηση για σύγκριση και απελπισία, ή για αυτό που ο φιλόσοφος Ζαν-Ζακ Ρουσσώ ονόμασε amour-propre, μια μορφή αυτοαγάπης που συγκροτείται από την αναγνώριση ή την έγκριση των άλλων. Την επόμενη φορά που θα πιάσετε τον εαυτό σας να έχει μια λαχτάρα, σκεφτείτε πώς τη βιώνετε. Μήπως ο εγκέφαλός σας αναμένει μια αύξηση της ντοπαμίνης, μια πλημμύρα ευχαρίστησης; Αυτό μπορεί να είναι μέρος της ιστορίας. Μήπως όμως σημαίνει και κάτι περισσότερο για εσάς; Εξυπηρετεί κάποιο μεγαλύτερο σκοπό;

Πηγές: Aeon.com, psychicare.com, newsinhealth, futura-sciences.com

Μετάφραση & Επιμέλεια: Τσιλίγκου Αμαλία, Ψυχολόγος – Εκπαιδευόμενη Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

Κοινοποίηση

Ρωτήστε μας ότι σας ενδιαφέρει συμπληρώνοντας την παρακάτω φόρμα

137 Seacoast Ave, New York, NY 10094
+1 (234) 466-9764
Excuisite food, unforgettable atmosphere...