Μια Συστημική πρόταση στη θεραπεία εξαρτημένων εφήβων χρηστών/τριών ψυχοδραστικών ουσιών

  • από

Μια συστημική πρόταση στη θεραπεία εξαρτήσεων

Γκότσης Ηλίας, Κοινωνιολόγος, Συστημικός θεραπευτής

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό συστημικό περιοδικό ΜΕΤΑΛΟΓΟΣ το 2004, την περίοδο που ήμουν επιστημονικός υπεύθυνος στη ΜΟΝΑΔΑ ΕΦΗΒΩΝ ΑΤΡΑΠΟΣ ΟΚΑΝΑ

Εισαγωγή

Το άρθρο που ακολουθεί περιγράφει το θεωρητικό υπόβαθρο που έχει υιοθετήσει το Ανοικτό Θεραπευτικό Πρόγραμμα Οικογενειακής Θεραπείας Εφήβων «ΑΤΡΑΠΟΣ».

Η Μονάδα Εφήβων Ατραπός ξεκίνησε την λειτουργία της τον Μάιο 2002, σαν Συμβουλευτικός Σταθμός και από τον 10/2002 λειτουργεί ως ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα.

Η Μονάδα απευθύνεται σε έφηβους χρήστες ουσιών και στις οικογένειές τους ανεξάρτητα του επιπέδου χρήσης.

Το βασικό μεθοδολογικό και θεραπευτικό εργαλείο αποτελεί η συστημική προσέγγιση, γιατί μπορεί να μας φωτίσει για την λειτουργικότητα της χρήσης, την περιπλοκότητα των αιτιολογικών παραγόντων καθώς και για τις σχέσεις που αναδύονται μεταξύ του ατόμου, του εστιακού συστήματος και του περιβάλλοντος. Οι θεωρητικές αρχές του κοινωνικού κονστραξιονισμού για τις ατομικές και κοινωνικές κατασκευές αποτελούν επίσης βάση για την θεραπευτική μας προσέγγιση. Πιστεύουμε πως θα ήταν άτοπο να ορίσει κανείς την χρήση ουσιών μόνο ως πρόβλημα, μόνο ως μία συμπεριφορά εξ ορισμού προβληματική, χωρίς να ενδιαφερθεί για την «λειτουργικότητα» της και για τις σχέσεις που την επηρεάζουν και που επηρεάζονται από την εμφάνισή της. Σημαντικό είναι επίσης να κατανοήσουμε ότι ένα νέο σύστημα αναπτύσσεται μετά την είσοδο αυτής της νέας πληροφορίας στο παλαιό οικογενειακό σύστημα, το οποίο οργανώνεται εκ νέου γύρω από την ουσία και τον έφηβο χρήστη.

Σημαντική παράμετρος η οποία επίσης αποτελεί αφετηρία για προβληματισμό αποτελεί η επέκταση της χρήσης σε ολοένα και περισσότερα κοινωνικά στρώματα καθώς διαμορφώνεται μια νέα κατηγορία μη περιθωριακών χρηστών που έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο βαθμό που είναι σε ένα βαθμό κοινωνικά ενταγμένοι(Κοκκέβη Α, Μαδιανού Δ., Στεφανής Κ 1992). Αυτή η εξέλιξη μας οδηγεί στο να διευρύνουμε  την παραδοσιακή συστημική αντίληψη ότι η χρήση είναι το σύμπτωμα ενός προβλήματος στο οικογενειακό  σύστημα και προσδιορίζει ευρύτερα την διαδικασία κατανόησης των εφήβων-χρηστών και των οικογενειών τους μέσα στο όλο κοινωνικό σύστημα.

1. Πειραματισμός ουσιών

Στο στάδιο του πειραματισμού η χρήση συχνά συνδέεται με τη διαδικασία εξερεύνησης του κόσμου των ενηλίκων και αποτελεί ένα μέσο στην προσπάθεια του εφήβου για αναζήτηση ταυτότητας και  διαφοροποίησης(Jogιa1997,Μάτσα 1994, 2001).

Η ταυτότητα είναι μια διαρκής διαδικασία που προκύπτει από τη διαλεκτική σχέση με τους άλλους και τον τρόπο που ενσωματώνουμε την πραγματικότητα. Ο εαυτός είναι μια  οντότητα που αντανακλάται και προσδιορίζεται μέσω των άλλων και της σχέσης μαζί τους. Μέσα σε αυτή την διαδικασία επιλέγονται ρόλοι και στάσεις που επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα του κόσμου  της ομάδας στην οποία συμμετέχουμε. Το άτομο μέσω της ιδιοποίησης μια ταυτότητας αποδέχεται ταυτόχρονα τον κόσμο τον οποίο αυτή η ταυτότητα καταδεικνύει.(Berger, Luckmann 1966)

Στις παραδοσιακές κοινωνίες η ταυτότητα είναι μια σταθερή διαδικασία σε αντίθεση με τις σύγχρονες κοινωνίες όπου υπόκειται σε διαρκή μετασχηματισμό και συχνά προκύπτει μια ασυμβατότητα ανάμεσα στην πρώιμη ταυτότητα της παιδικής ηλικίας και σε αυτή που διαμορφώνεται στην εφηβεία. Οι συνθήκες που διαμορφώνονται λόγω του κορεσμού των πληροφοριών παρέχουν τις δυνατότητες για την επικοινωνία ασύμβατων μεταξύ τους κόσμων(Willke1993). Οι ομάδες των συνομηλίκων δημιουργούν συχνά συλλογικότητες και κόσμους αντίθετους με αυτά που κυριαρχούν στην οικογένεια.

Στην χρήση οι ομότιμοι αντικαθιστούν σε μεγάλο βαθμό τους σημαντικούς άλλους και μια νέα συλλογικότητα δημιουργείται στην οποία κυριαρχούν άλλοι κώδικες και αξίες.

Αν και όταν εγκαθίσταται η εξάρτηση η συλλογική ταυτότητα των χρηστών υποχωρεί  μέχρις ότου  φτάσει να σηματοδοτεί μόνο την κοινή αίσθηση της αρρώστιας, εν τούτοις στα αρχικά στάδια και ιδιαίτερα στην εφηβεία έχει έντονα χαρακτηριστικά. Οι έφηβοι χρήστες τα περιγράφουν  με σαφήνεια και οι κατασκευές τους για την συλλογικότητα και την δύναμη της ομάδας είναι ισχυρές, Απόδειξη  αποτελούν οι μύθοι που συνοδεύουν τις εκδηλώσεις διασκέδασης –στις οποίες κυριαρχεί η χρήση–, η αλληλεγγύη που επιδεικνύουν μεταξύ τους όταν βρίσκονται σε δύσκολες καταστάσεις ζωής, οι κοινές αισθητικές αντιλήψεις σχετικά με το στυλ και τον τρόπο ζωής, καθώς και το ότι η ουσία φαίνεται να εκφράζει μια ιδιαίτερη κουλτούρα όχι μόνο διασκέδασης αλλά και αντίδρασης. (Σημείωση 1)

Ο έφηβος που θα ενταχθεί σε αυτή τη νέα συλλογικότητα δεν θα ιδιοποιηθεί μόνο το στυλ, την γλώσσα ή τις αξίες της ομάδας. Πρέπει, προκειμένου να είναι αποδεκτός και να ανήκει σε αυτή, να εγκαθιδρύσει μια υποκειμενική ταυτότητα που να τον ταυτίζει και να τον τοποθετεί εξ ολοκλήρου σε αυτό τον κόσμο. Ισχύουσες αντιλήψεις και συμπεριφορές αυτού του κόσμου θα ενσωματωθούν ως υποκειμενικές και εσωτερικές πραγματικότητες. (Berger, Luckmann 1966)

Η ιδιοποίηση αυτής της ταυτότητας έχει ταυτόχρονα δύο όψεις και δευτερογενή οφέλη που προκύπτουν από αυτές.

Η πρώτη όψη σχετίζεται με την αποδοχή των υπολοίπων μελών της ομάδας και είναι θετική. Ο έφηβος «μεγαλώνει» και αποκτά κύρος μεταξύ των συνομηλίκων του, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει εσωτερικά την αντίδραση στο περιβάλλον του και την επαναστατικότητά του. Η δεύτερη όψη σχετίζεται με την αντίδραση της οικογένειας και του κοινωνικού συνόλου και είναι αρνητική. Η φιλολογία που αναπτύσσεται στα ΜΜΕ για περιθωριακούς χρήστες, η τραγικότητα με την οποία επενδύουν το φαινόμενο η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, η επέκταση των δομών υγείας και η πολιτική συζήτηση σχετικά με αυτές επιβεβαιώνουν στον έφηβο χρήστη ότι όντως έστω και μέσω αυτής της αρνητικής ταυτότητας είναι κάτι το σημαντικό.

Η νομοθεσία σχετικά με την χρήση ουσιών εντείνει  την αίσθηση της παρέκκλισης και της σημαντικότητας της ταυτότητας. Ο έφηβος, εκτός του ότι κάνει κάτι διαφορετικό και απαγορευμένο από τον κόσμο των ενηλίκων, ταυτόχρονα παραβαίνει και αψηφά την ισχύ των θεσμών(Arnao 1985). Αντιμέτωπος ο έφηβος με τον κόσμο των ενηλίκων συχνά επιλέγει αντεστραμμένα αρνητικά πρότυπα, τα οποία συνδέονται με τις φαντασιακές εικόνες που έχει για την ελευθερία.(Γιωσαφάτ 1987)

Συχνά τα πρότυπα που βρίσκονται σε αντίθεση με τα κυρίαρχα, προσφέρονται από ομάδες που εκφράζονται μέσα από ιδιαίτερες νεανικές κουλτούρες, στις οποίες η χρήση παίζει σημαντικό ρόλο. Ιδιαίτερα σήμερα η επίδραση της κουλτούρας της χρήσης έχει αυξηθεί σημαντικά. Αυτή η επίδραση συνδέεται σαφώς με την απουσία ισχυρών νοηματοδοτήσεων στον πολιτισμό όπως αυτός διαμορφώνεται μετά την υποχώρηση της επιρροής των μεγάλων ιδεολογιών του 20ου αιώνα.

Συγχρόνως, η χρήση στην εφηβεία είναι μια διαδικασία που συνδέεται με την αμφισβήτηση του κόσμου των ενηλίκων ως απόλυτου και ως του μόνου πραγματικού.

Ο έφηβος έχει μεγαλώσει με την αίσθηση ότι όλα όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό μικρόκοσμο και μακρόκοσμο είναι φυσιολογικά και αποδεκτά (Berger, Luckmann 1966).  Ωστόσο, η ανακάλυψη ότι κάτι τέτοιο  δεν ισχύει –ιδιαίτερα οι οικογενειακοί μύθοι– είναι οδυνηρή, καθώς θέτει σε αμφισβήτηση την ισχύ και την θέση των σημαντικών άλλων και κυρίως των γονέων του. Μέσω της χρήσης ο έφηβος προσπαθεί να πετύχει δυο στόχους φαινομενικά ασύμβατους: αφενός να διαφοροποιηθεί και να αντιταχθεί στην κυριαρχία του «φυσιολογικού» χωρίς αφετέρου να προδώσει ουσιαστικά τους σημαντικούς άλλους. Η λύση σε αυτή την αντίφαση δίνεται μέσω της χρήσης, καθώς από τη μια ο έφηβος έχει την αίσθηση της διαφοροποίησης και από την άλλη δεν αποκαθηλώνει τους σημαντικούς άλλους – αφού με αυτό τον τρόπο καθίσταται προβληματικός και έτσι ο κόσμος εξακολουθεί να είναι φυσιολογικός.

Θεραπευτικές προσεγγίσεις

Οι έφηβοι χρήστες έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους ενήλικους καθώς συχνά δεν  έχουν  μια χρόνια εμπλοκή με την ουσία και η καθημερινότητά τους δεν  έχει ακόμα αποδιοργανωθεί. Από την άλλη η ουσία διατηρεί  την γοητεία της και ο έφηβος δεν θυμίζει τους χρόνιους χρήστες ούτε στην συμπεριφορά ούτε στην εμφάνιση.

Όσοι έφηβοι κάνουν πειραματική ή μη συστηματική χρήση, υποστηρίζουν ότι νιώθουν καλά και δεν έχουν θεραπευτικό αίτημα. Οι θεραπευτές επηρεασμένοι  από την εικόνα των μακροχρόνιων χρηστών δυσκολεύονται  να τους «ακούσουν» και προσπαθούν να αποκαλύψουν τα προβλήματα που κρύβονται πίσω από το φλερτ με τις ουσίες.

Σε μερικές περιπτώσεις αυτά τα προβλήματα είναι εύκολα διακριτά, ενώ σε άλλες τόσο τα ατομικά όσο και τα οικογενειακά μοιάζουν με αυτά που θα εντόπιζε κανείς σε μια συνηθισμένη «κανονική οικογένεια».

Στην διαδικασία κατανόησής τους είναι σημαντικό να  εντοπίσουμε τα «θετικά αποτελέσματα της χρήσης, ώστε να αναζητηθούν εναλλακτικές πηγές παραγωγής τους». Εννοούμε ότι υπάρχει μεν η αντίληψη ότι η χρήση είναι μια αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, αλλά αγνοούμε τα «θετικά αποτελέσματά» της ιδιαίτερα στο πειραματικό στάδιο της χρήσης και όταν η τελευταία αφορά κυρίως ουσίες όπως το χασίς ή το ecstasy.

Το γεγονός ότι ένας έφηβος αναζητά μέσα  για  να ανακουφίσει τον ψυχικό πόνο, να εντάσσεται σε μια ομάδα και να αυτοπροσδιορίζεται μέσω της συλλογικής ταυτότητας αυτής της ομάδας ή απλά να διασκεδάζει, δεν είναι εξ ορισμού αρνητικό. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο παράγονται τα παραπάνω.

Μέσα από αυτή την προσέγγιση  θωρούμε σημαντικό να ακούσουμε τον έφηβο και να πορευτούμε μαζί του σε ένα δρόμο που θα οδηγήσει σε  μια πραγματικότητα όπου, ναι μεν η χρήση θα είναι απούσα, αλλά ορισμένα από τα «θετικά» αποτελέσματά της θα συνεχίσουν να υπάρχουν με άλλο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα ο έφηβος θα ανακαλύψει άλλες διεξόδους για την ικανοποίηση των αναγκών του και σταδιακά θα θέσει ο ίδιος θεραπευτικά αιτήματα.

Σε αυτή την νέα πραγματικότητα, στην οποία η πειραματική χρήση τείνει να γίνει αποδεκτή μεταξύ των νέων, οι έφηβοι που πειραματίζονται αρνούνται να έρθουν σε επαφή με θεραπευτικά προγράμματα, καθώς θωρούν ότι δεν έχουν πρόβλημα. Εφόσον όμως το αποφασίσουν (πίεση της οικογένειας ή προσωπικό αίτημα), η θεραπευτική προσέγγιση δεν επικεντρώνεται στη χρήση, αλλά αφορά ζητήματα επικοινωνίας, δεξιοτήτων αντίστασης, σχέσεων με τους γονείς και τους συνομηλίκους ή θέματα ταυτότητας, όχι όμως μόνο ως αιτιακούς παράγοντες της χρήσης αλλά κυρίως ως προστατευτικούς παράγοντες της μη χρήσης. Θεωρούμε επίσης σημαντικό να σεβαστούμε το αίτημα ή το μη αίτημα του εφήβου για βαθιά θεραπεία και να ανταποκριθούμε σε αυτό που μας ζητάει, ακολουθώντας τα δικά του βήματα, χωρίς να σταματήσουμε να τον προσκαλούμε στα δικά μας. Αρχικά σε πολλές περιπτώσεις κάναμε το λάθος να ερμηνεύσουμε  ως «αντίσταση στη θεραπεία» την στάση των εφήβων «ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα και ότι η χρήση είναι τυχαία» και προσπαθήσαμε να σπάσουμε αυτή την αντίσταση, χωρίς να σκεφτούμε ότι απλά είμαστε εμείς που «αντιστεκόμαστε » στο να τον κατανοήσουμε. Πριν απορρίψουμε τον εφηβικό λόγο που υποστηρίζει ότι η χρήση δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα,  πρέπει να τον αφήσουμε να ακουστεί και να προσπαθήσουμε να τον κατανοήσουμε, χωρίς κατ’ ανάγκην να τον αποδεχτούμε.

2. Συστηματική χρήση: η ηρωίνη στο προσκήνιο

Η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι ίσως δεν είχαμε βρει ακόμα ένα κοινό δρόμο με τους έφηβους που πειραματίζονται με τις ουσίες και ότι προσπαθούσαμε να τους πείσουμε να αποδεχτούν τα προβλήματα που εμείς αναγνωρίζαμε, ήταν σημαντική  για την αλλαγή της θεραπευτικής αντιμετώπισης και όσον αφορά τους συστηματικούς χρήστες.

Έτσι, παραδοσιακές αντιλήψεις των θεραπευτών εγκαταλείπονται εάν αυτό είναι βοηθητικό στην προσέγγιση και κατανόησή τους (π.χ., μολονότι επικρατεί η αντίληψη ότι  δεν μπορείς να εμπιστευθείς ένα χρήστη, η προσέγγισή μας είναι ότι αυτός δεν μπορεί να σε εμπιστευθεί και ότι έχει το δικαίωμα να το κάνει. Αυτή η μετακίνηση μεταφέρει αυτόματα το βάρος και την ευθύνη  για την επίτευξη της εμπιστοσύνης στο θεραπευτή, καθώς είναι φυσιολογικό και προστατευτικό  για τον έφηβο να μην εμπιστεύεται,  αφού τόσο στο ασταθές περιβάλλον της οικογένειάς του όσο και στην «πιάτσα» η επίδειξη εμπιστοσύνης από την μεριά του θα λειτουργούσε καταστροφικά για τον ίδιο). Επίσης, λόγω αυτών των μετακινήσεων αλλάζει το λεξιλόγιό μας, αφού η γλώσσα δημιουργεί το πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης και  κατασκευάζει την πραγματικότητα αυτής της νέας συμμετοχικής σχέσης, Ως εκ τούτου, εγκαταλείπονται λέξεις όπως  «χειριστικός», καθώς προσδίδουν ταμπέλες στον έφηβο, ο οποίος θα ανταποκριθεί σε αυτές. Το βάρος μετατίθεται πάλι στο θεραπευτή προκειμένου να κατανοήσει γιατί  είναι «σημαντική» για τον έφηβο η «χειριστική» συμπεριφορά και  ποια είναι η θετική προσδοκία πίσω από αυτή.

Η προσπάθεια για διαφορετική γλώσσα αφορά και την συνομιλία  με τον έφηβο, καθώς δεν αποδεχόμαστε την αντίληψη ότι χρειάζεται να μιλήσει κανείς την γλώσσα της «πιάτσας», προκειμένου να κάνει θεραπευτική σχέση.

Η αποδοχή της γλώσσας της χρήσης και ειδικότερα του λεξιλογίου της σημαίνει εν μέρει  (έστω και εάν αυτό δεν είναι στις προθέσεις μας) την αποδοχή των εννοιών που αυτή η γλώσσα μεταφέρει. Η υιοθέτησή της από το θεραπευτή, έστω και αν υπάρχει η πρόθεση της επικοινωνίας, ουσιαστικά σημαίνει την έμμεση αποδοχή της πραγματικότητας που αυτή κατασκευάζει. Το λεξιλόγιο της χρήσης εκφράζει ένα συναίσθημα διαφορετικότητας μέσω του οποίου ο χρήστης τοποθετεί τον εαυτό του έξω από τον κόσμο και τη γλώσσα των άλλων, των μη μυημένων. Η αποδοχή του στη θεραπεία εκφράζει παράλληλα την αποδοχή αυτής της τοποθέτησης και συμβάλλει στην διατήρηση της υποκειμενικής πραγματικότητας του χρήστη. (Berger, Luckmann 1966, Willke1993)

Ο στόχος μας είναι να χτίσουμε μια διαφορετική σχέση, κατά την οποία απέναντί μας δεν βρίσκεται ένας άρρωστος αλλά ένας μπερδεμένος έφηβος,  ο οποίος χρησιμοποιεί την χρήση ως μέσο ανακούφισης ή αυτοπροσδιορισμού.

Για να  εγκαθιδρυθεί αυτή η διαφορετική σχέση,  χρειάζεται να προκληθούν «ρήγματα» στον εσωτερικευμένο κόσμο του εφήβου, κόσμο ο οποίος εμπεριέχει όχι μόνο τις αξίες και τα νοήματα που μεταφέρει από την οικογένειά του αλλά επίσης και όσα δευτερογενώς έχουν εσωτερικευθεί από την είσοδό του στην ομάδα συνομηλίκων της χρήσης. Ο θεραπευτής μπορεί να αποτελέσει φορέα κοινωνικοποίησης και αλλαγής και η προϋπόθεση για  να παρέμβει είναι  να κατακτήσει την θέση ενός «σημαντικού άλλου». (Berger, Luckmann 1966). Η προσπάθεια του θεραπευτή να τροποποιήσει την εικόνα του κόσμου που έχει ο έφηβος χρήστης προσδιορίζεται από την ιδιοσυγκρασία, τις αξίες και την προσωπική του ιστορία. Προσδιορίζεται επίσης από τις απαντήσεις που δίνει ο ίδιος σχετικά με το πρόβλημα της χρήσης και της εξάρτησης. Είναι μια παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, μια αρρώστια, μια ατομική δυσλειτουργία, ένα οικογενειακό σχήμα, ένα κοινωνικό πρόβλημα; Ανάλογα  με τον τρόπο με τον οποίο θα το παρατηρήσει ο θεραπευτής θα δημιουργήσει την αντίστοιχη πραγματικότητα στην οποία θα κινηθεί η θεραπευτική σχέση. Η στάση του δεν εξαρτάται μόνο από την αντικειμενική πραγματικότητα της χρήσης αλλά από τις πλευρές που θα επιλέξει να φωτίσει και να αναδείξει.

Καθώς όμως η θεραπεία δεν αποτελεί μια γνωστική διαδικασία, αν και οι νέες πληροφορίες τροποποιούν τον γνωστικό χάρτη του θεραπευόμενου, είναι σημαντικό να υπάρξει μια συναισθηματική σχέση αντίστοιχη με αυτή που είχε το άτομο με τους προϋπάρχοντες φορείς της εσωτερικευμένης πραγματικότητάς του. Αυτή η συναισθηματική σχέση θα επιτρέψει στον θεραπευτή να γίνει σημαντικός άλλος και από αυτή την θέση θα προσπαθήσει να συγκατασκευάσει με τον έφηβο έναν διαφορετικό κόσμο, στον οποίο ο τελευταίος θα τροποποιήσει τις αξίες και τις στάσεις του.

Ο θεραπευτής έχει ως στόχο το αποτέλεσμα αυτής της τροποποίησης να είναι η διάρρηξη της αίσθησης του εφήβου ότι ο κόσμος της οικογένειάς του ή/και της παρέας του είναι οι μοναδικοί που υπάρχουν, καθώς  συχνά οι ερμηνείες  και οι απαντήσεις των θεραπευόμενων ως προς τη θέαση του κόσμου είναι μονοσήμαντες και θωρούνται ως οι μόνες πραγματικές .Για αυτό ακριβώς το λόγο είναι απατηλές, καθώς δεν υπάρχει η συναίσθηση ότι αποτελούν μόνο ένα μέρος των πολλών απαντήσεων που θα μπορούσαν να δοθούν ή αλλιώς ένα μόνο κομμάτι από τις πολλές κατασκευές που θα μπορούσαν να κατασκευάσουν.

Θεωρούμε σημαντικό ο έφηβος να εγκαταλείψει τις κατασκευές που έχει για τη χρήση (σε αυτές συμπεριλαμβάνονται η γλώσσα που χρησιμοποιούν  οι χρήστες, οι αντιλήψεις για την «αρρώστια», καθώς και η αποδοχή του προβληματικού εαυτού) και να συγκατασκευάσει μαζί μας μια νέα  πραγματικότητα στην οποία  το αίτημα θα αφορά συνολικά τη θέση του στο κόσμο και όχι μόνο τη διακοπή της χρήσης.

 Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα είναι  σημαντική η ανακάλυψη των υπαρκτών ικανοτήτων, των ταλέντων και των ονείρων των εφήβων, ώστε αυτά να αναδειχθούν και να εκφραστούν οι θετικές προσδοκίες που εξακολουθούν να έχουν  για την περίοδο μετά την θεραπεία τους.

Ο στόχος μας είναι να επικοινωνήσουμε με το δυνατό αλλά ξεχασμένο κομμάτι του εαυτού και  να βοηθήσουμε τους εφήβους να επιτρέψουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να ονειρευτούν ξανά. (Σημείωση 2)

Η προσπάθεια κατανόησης έχει πολλές διαστάσεις. Οφείλει κανείς να κατανοήσει  την χρήση ως προς όλες τις διαστάσεις της (κοινωνικές ατομικές οικογενειακές), χωρίς η θεραπευτική του προσέγγιση να στέκεται εμπόδιο σε αυτή την κατανόηση, ενώ οι υποθέσεις του χρειάζεται να αποτελούν ένα οδηγό πλοήγησης και όχι μια απόλυτη αλήθεια. (Gianfranco Cecchin1992,)

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ

Καθώς η κοινωνία αποκτά ολοένα και περισσότερο μεταμοντέρνα χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν την εικόνα αλλά και την αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό, ο θεραπευτικός στόχος εστιάζεται στην απόκτηση δεξιοτήτων  όχι μόνο της αυτοαντίληψης αλλά της αποδοχής και της διαχείρισης των πολλών και διαφορετικών εαυτών και ρόλων, της πολυπλοκότητας δηλαδή της ταυτότητάς του(Gergen). Εστιάζεται επίσης στις δεξιότητες του εφήβου για αναγνώριση των προσωπικών του επιλογών ως προς την ταυτότητά του και τις ικανότητες που απαιτούνται για την απόκτησή της.

Σημαντικό θεραπευτικό στόχο αποτελεί η πορεία προς την αυτονόμηση και την διαφοροποίηση από το οικογενειακό σύστημα. Η έννοια της αυτονομίας δεν αφορά μόνο την συναισθηματική διαφοροποίηση και την ικανότητα αναγνώρισης των συναισθημάτων. Αφορά επίσης την ικανότητα του σχετίζεσαι με τους άλλους.

Είναι φανερό ότι η χρήση έρχεται σε αντίθεση με αυτή την  προσπάθεια αφού η ταυτότητα που προσδίδει στον έφηβο είναι μονοδιάστατη(ιδιαίτερα όταν η εξάρτηση είναι καθολική) και απαλλαγμένη από το βασανιστικό ερώτημα όχι μόνο του « ποιος είμαι»; αλλά κυρίως «του πως θα υπάρχω στις συνεχώς εναλλασσόμενες και διαφορετικές σχέσεις».

Η χρήση αποκλείει την διαδικασία αναστοχασμού η οποία αφορά στην δεξιότητα να γίνεσαι θέμα του εαυτού σου και των σχέσεων  με τους άλλους, να αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τον εαυτό σου ως μέρος μιας συλλογικής ταυτότητας και να έχεις την ικανότητα της δημιουργίας σκοπού και καθορισμού της σχέσης με το περιβάλλον.(Willke1993, Moren1986)

Η χρήση αποτελεί επίσης την έκφραση της απόλυτης συγχώνευσης και ετερονομίας καθώς η εξάρτηση από ουσίες έχει ταυτόχρονα διάφορες μορφές – είναι ψυχολογική, σωματική και συναισθηματική. Πάνω από όλα όμως είναι η αποδοχή της έννοιας της διαμεσολάβησης και της ετερονομίας. Είναι επίσης η απόλυτη άρνηση της σχέσης  και της συναλλαγής τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτή προωθεί την αναγνώριση της ταυτότητας από τον άλλο  επιτρέποντας την ατομική ολοκλήρωση και την ατομική αυτονομία.

Η ουσία είναι ένα στοιχείο ξένο προς τον εαυτό, απαραίτητο στον χρήστη για την πραγμάτωση των επιθυμιών, είναι ο μεσολαβητής για την επίτευξη της ευτυχίας. Η εξάρτηση είναι με αυτή με αυτή την έννοια η απόλυτη έκφραση της ετερονομίας. Ο εξαρτημένος ενσαρκώνει το πρότυπο του ατόμου που έχει αποδεχτεί τον καθορισμό του, από τον ξένο λόγο. Η αποδοχή της ουσίας ως μεσολαβητή, είναι η απόλυτη αλλοτρίωση γιατί ο χρήστης αποδέχεται στην πραγματικότητα την ετερονομία ως τον μοναδικό τρόπο οργάνωσης της καθημερινότητας του.(Καστοριάδης1975))

Στο πλαίσιο αυτής της θεώρησης το προσωπικό της ΑΤΡΑΠΟΣ θεωρεί ως σημαντικό θεραπευτικό στόχο την αναγνώριση της διαφορετικότητας, της διαφοροποίησης και την κατάκτηση της ατομικής αυτονομίας και αντιμετωπίζει με σεβασμό την προσπάθεια του εφήβου προς αυτή την κατεύθυνση  όπως αυτή επιχειρείται να εκφραστεί μέσα από την ιδιαιτερότητα της εμφάνισης, των μουσικών προτιμήσεων, των προσωπικών απόψεων, των θρησκευτικών πεποιθήσεων  ή της σεξουαλικής επιλογής. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται  ότι δεν καταδεικνύεται η σύνδεση του στυλ με την κουλτούρα της χρήσης αλλά ο στόχος είναι ο έφηβος να κατανοήσει το γιατί των επιλογών του  και εάν αυτές εκφράζουν εσωτερικές ανάγκες να τις αποσυνδέσει από την χρήση.

Η χρήση όμως, όταν ξεπερνά το στάδιο του πειραματισμού και παγιώνεται σταδιακά ο μηχανισμός της εξάρτησης, εγκαθίσταται ολοκληρωτικά ως τρόπος επίλυσης προβλημάτων.

Η διαφοροποίηση των θεραπευτικών παρεμβάσεων σε αυτή την περίπτωση είναι ότι δεν θεωρούμε αυτά τα προβλήματα ως συστατικά της προσωπικότητας του εφήβου αλλά ως συμπεριφορές που λαμβάνουν χώρα μέσα σε ένα πλαίσιο σχέσεων, το οποίο επηρεάζει την εμφάνιση και την έντασή τους. (π.χ.  διαπιστώνεται ότι όταν ο έφηβος έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, αυτή συνοδεύεται από μια έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους της οικογένειάς του) .

Αποτελεί έτσι ένα παράδοξο ότι η οικογένεια στη προσπάθεια να εξηγήσει το φαινόμενο  και να βοηθήσει τον έφηβο στην απεξαρτηθεί υιοθετεί όλους εκείνους τους χαρακτηρισμούς που δυσκολεύουν αυτή την πορεία.

Οικογενειακό σύστημα και χρήση ουσιών.

Η χρήση ως πληροφορία.

Στο οικογενειακό σύστημα η χρήση αποτελεί μια «ηχηρή πληροφορία», «μια διαφορά που παράγει διαφορά» σύμφωνα με την φράση του Bateson καθώς παράγει νέες πληροφορίες και μια αλλαγή στις σχέσεις της.

Με την συμπεριφορά του ο έφηβος προστατεύει πρώτα και κύρια τον οικογενειακό μύθο και υιοθετώντας τον ρόλο του ασθενούς γίνεται το κεντρικό πρόσωπο στην οικογενειακή ιστορία.

Στην πλειοψηφία τους οι οικογένειες μοιάζουν σαν ένα «κλειδωμένο μπαούλο» και ο έφηβος με την συμπεριφορά του είναι το «κλειδί» που ξεκλειδώνει τις κρυμμένες απογοητεύσεις, τα ματαιωμένα όνειρα των γονιών, τα ανέκφραστα συναισθήματα και τις ξεχασμένες ατομικές ανάγκες των μελών τους. Ο έφηβος συχνά αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη για την κατάστασή του, υιοθετώντας παράλληλα το ρόλο του αρρώστου και προστατεύει ουσιαστικά τους γονείς του.

Ο έφηβος οικειοποιείται τον ρόλο του «αρρώστου» και η οικογένεια με το να τον δεχτεί ως τέτοιο τον μετατρέπει σε εξιλαστήριο θύμα καθώς και σε αποδιοπομπαίο τράγο. Με αυτό τον τρόπο συσπειρώνεται και γίνεται ακόμα περισσότερο άκαμπτο και κλειστό σύστημα ενισχύοντας τους  κυρίαρχους οικογενειακούς μύθους.(Stanton1978, Φερέιρα1963)

Κατά συνέπεια, ο έφηβος χρεώνεται όλη την ευθύνη για την θεραπεία του, την «αρρώστια του» και τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί καθώς και όλες τις ενοχές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αναπαραγωγή της χρήσης αφού δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο ( «Είμαι υπεύθυνος για τη χρήση και την θεραπεία μου, έχω ενοχές για την χρήση  και δεν αντέχω να σηκώσω το βάρος της ευθύνης, ξανακάνω χρήση για να ανακουφιστώ»)

Στην πραγματικότητα, όμως, ο έφηβος χρεώνεται την ευθύνη μόνο ως προς την ενοχή που αυτή επιφέρει, χωρίς να αναλαμβάνει την ουσιαστική ευθύνη της θεραπείας του. Όταν τίθεται το θέμα της μετακίνησης προς τη κατάσταση της μη χρήσης η ταμπέλα του ασθενούς είναι προστατευτική για την άρνηση της ανάληψης της ατομικής ευθύνης που απαιτείται. Η μετακίνηση από αυτό ρόλο είναι  σημαντική στην φάση που ο έφηβος κάνει ακόμα χρήση καθώς όταν λέει  «είμαι έτοιμος να σταματήσω τη χρήση » και παράλληλα συνεχίζει,  η οικογένειά του τον ενοχοποιεί κατηγορώντας τον ότι λέει ψέματα ενώ και οι δύο καταστάσεις είναι εξίσου αληθινές αφού ο έφηβος δεν περιγράφει ένα ψεύτικο όνειρο καθώς λέει ότι δεν θέλω να είμαι χρήστης για το υπόλοιπο της ζωής μου αλλά μάλλον ένα όνειρο που είτε δεν είναι αρκετά ισχυρότερο από την επιθυμία για τη χρήση είτε  ο φόβος για την διάψευσή του είναι τόσο μεγάλος ώστε ο έφηβος δεν «τολμά» να προσπαθήσει για να προστατευθεί από το βίωμα μιας ακόμα αποτυχίας.

Η σχέση του με την οικογένειά του είναι μια σχέση αντίφασης και διπλών μηνυμάτων. Οι ίδιοι οι έφηβοι περιγράφουν με δυσφορία το γεγονός ότι οι γονείς τους δεν τους εμπιστεύονται και τους αντιμετωπίζουν διαρκώς ως χρήστες. Παράλληλα όμως προσπαθούν να επιβεβαιώσουν αυτό το ρόλο κάθε φορά που οι γονείς τον «ξεχνούν», και τον ξαναφέρνουν στο προσκήνιο με ιδιαίτερη ένταση(π.χ. αύξηση της χρήσης, κλοπές από το σπίτι κ.τ.λ)

Αυτή η αντίφαση εξηγείται από το γεγονός ότι η δυσφορία και η δυσαρέσκεια αφορούν ένα βαθύτερο συναίσθημα ότι η οικογένεια δεν αμφισβητεί μόνο τις συμπεριφορές που σχετίζονται με τη χρήση αλλά επίσης και τις εσωτερικές του ανάγκες. Όταν ο έφηβος αρθρώνει έστω και διαστρεβλωμένα συναισθήματα που αποκαθηλώνουν τους οικογενειακούς μύθους, αυτά συνδέονται άμεσα με τη χρήση(δεν είναι ο εαυτός του, όσα λέει οφείλονται στη χρήση), και δεν γίνεται καμία προσπάθεια να αποκρυπτογραφηθούν.

Ταυτόχρονα επειδή η χρήση έχει εγκαταστήσει ένα μοντέλο επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας και αποτελεί ένα ιδιότυπο διάλογο του χρήστη με το περιβάλλον του, η δυσφορία εκδηλώνεται με την αύξησή της και εκδηλώνεται ένα μήνυμα οργής και πρόκλησης προς την οικογένεια(«Αυξάνω τη χρήση για να αντιδράσετε»).Ο έφηβος ακινητοποιημένος από τη δυσκολία να εκφράσει τα συναισθήματά του ή να ζητήσει βοήθεια, το κάνει μέσω του τρόπου που επικοινωνεί  (δηλαδή μέσω της ουσίας).(Bergeret1982) 

Θεραπευτικές παρεμβάσεις στην οικογένεια

Όπως αναφέρθηκε επειδή η λειτουργία της οικογένειας διαταράσσεται πολλαπλά επίπεδα και οργανώνεται γύρω από τη χρήση, οι θεραπευτικές παρεμβάσεις οφείλουν όχι μόνο να προσπαθήσουν να απαντήσουν συνολικά αλλά κυρίως να προσαρμόζονται στα διαφορετικά στάδια της θεραπείας.

Σχηματικά θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τους τομείς των θεραπευτικών παρεμβάσεων στους εξής:

  • Παρεμβάσεις που συνδέονται με διαταραχές στη δομή της οικογένειας(ιεραρχία, όρια, σχέσεις υποσυστημάτων), και οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τη δυναμική της χρήσης
  • Παρεμβάσεις που συνδέονται με τα μοντέλα επικοινωνίας που έχει υιοθετήσει η οικογένεια είτε προϋπάρχουν  της χρήσης είτε  αυτά δημιουργούνται εξαιτίας της χρήσης(διπλά μηνύματα με έντονες αντιφάσεις ανάμεσα στη λεκτική και στη μη λεκτική επικοινωνία, δυσκολία έκφρασης στα συναισθήματα, υπερβολική ανοικτότητα στις σχέσεις ανάμεσα στα υποσυστήματα)
  • Παρεμβάσεις που συνδέονται με την έλλειψη σχέσεων στο συζυγικό υποσύστημα 
  • Παρεμβάσεις που συνδέονται με την προσωπική ιστορία των μελών και τους οικογενειακούς μύθους που τη συνοδεύουν
  • Παρεμβάσεις που συνδέονται με τις κατασκευές της οικογένειας σχετικά με την αρρώστια, την υγεία, την αντιμετώπιση του πόνου και το θάνατο, τους οικογενειακούς ρόλους και τα πρότυπα συμπεριφοράς
  • Παρεμβάσεις που συνδέονται με την χρήση ουσιών και από άλλα μέλη της οικογένειας (A. S. Fridman,L. Frankel)

Οι θεραπευτές στην ΑΤΡΑΠΟ δεν «συνομιλούν» με τις οικογένειες ως αυθεντίες ή ως ειδικοί. Αντίθετα αρνούμαστε αυτή την θέση, εκπλήσσοντας συχνά τους γονείς, καθώς προ(σ)καλούμε την οικογένεια να αξιοποιήσει τις κρυφές της δυνάμεις(Anderson,Goolishian1992). Η  απόλυτη αποδοχή της θέσης του ειδικού θα ερχόταν σε αντίθεση με την θεωρητική μας θέση που αναφέρθηκε ανωτέρω  ότι η εξάρτηση είναι πρώτα και κύρια μια διαδικασία διαμεσολάβησης. Η στάση μας επίσης μας προστατεύει από το να μετατραπούμε σε ένα ομοιοστατικό μηχανισμό που θα αναπαρήγαγε την  αδράνεια του οικογενειακού συστήματος και θα μας ενέπλεκε στα «παιχνίδια δύναμης και ελέγχου» της οικογένειας. (Μπαλατσός 1991)

Η οικογένεια αποτελεί όμως  παρόλα αυτά ούτως ή άλλως ένα αυτοποιητικό σύστημα και έχει την ικανότητα της αυτοοργάνωσης(Maturana, Varela 1984) και η βοήθεια που μπορεί να τους δοθεί είναι να αξιοποιήσει την εσωτερική δυναμική της .

Ο Willke, χρησιμοποιεί τον όρο «ενδεχομενικότητα», ο οποίος αναφέρεται  «στους εναλλακτικούς τρόπους δράσης που διαθέτει το σύστημα σε μια συγκεκριμένη κατάσταση». Σύμφωνα με τον Willke η αξιολόγηση αυτών  των εναλλακτικών τρόπων δράσης γίνεται πάντα σε σχέση με τις υφιστάμενες συνθήκες στις οποίες αναφέρεται το σύστημα. Η ενδεχομενικότητα όμως προκαλεί εσωτερικές συγκρούσεις στο σύστημα εφόσον θα πρέπει να επιλέξει  πια συγκεκριμένη δράση θα έχει το μεγαλύτερο δυνατό όφελος ή αντίστοιχα το μικρότερο κόστος. Οι έννοιες του οφέλους ή του κόστους αναφέρονται σε σχέση με την διαδικασία αυτοποίησης του συστήματος. Συνήθως η  «τελειότερη» λύση (αλλά όχι πάντα η καλύτερη) ανταποκρίνεται στην εσωτερική οργάνωση του συστήματος, σε αυτή δηλαδή που το σύστημα μπορεί και έχει την δυνατότητα να υλοποιήσει.

Οι οικογένειες που αντιμετωπίζουν προβλήματα με την χρήση ουσιών συχνά ακινητοποιούνται και αυτό οφείλεται στην εσωτερική του οργάνωση, ώστε να αντέξει τις αλλαγές που θα απαιτούσε η «καλύτερη λύση».

Οι οικογένειες όπως όλα τα συστήματα δεν υπόκεινται μόνο στην περιπλοκότητα του εξωτερικού συστήματος αλλά επίσης έχουν την δυνατότητα να παράγουν εσωτερική περιπλοκότητα και έχουν την ικανότητα  για δράση εφόσον αναπτύξουν αυτή τη δυνατότητα.(Willke1993)

Ο στόχος του θεραπευτή είναι να συνεργαστεί την οικογένεια, ώστε αυτή να επιλέξει ποια νέα μορφή οργάνωσης πρέπει να αναπτύξει ή προς ποια κατεύθυνση χρειάζεται να βελτιώσει την υπάρχουσα οργάνωσή της ώστε να επιλέξει ποιες από τις ενδεχόμενες δράσεις είναι αποτελεσματικές. Εάν ο θεραπευτής λειτουργούσε ως εξωτερικός οργανωτής θα παραβίαζε την διαδικασία  αυτοποίησης και δεν θα σεβόταν τα όρια της.

Οι οικογένειες συχνά έχουν ένα διαφορετικό σύστημα αξιών από τον θεραπευτή και έχουν ήδη υιοθετήσει ένα σύστημα νοηματοδότησης, επεξεργασίας και ερμηνείας των γεγονότων. Ο θεραπευτής είναι σε μια διαρκή προσπάθεια να κατανοήσει αυτό το σύστημα αξιών και δίνει νόημα στα μηνύματα που οι οικογένειες εκπέμπουν. Σε αντίστοιχη προσπάθεια είναι και η οικογένεια, η οποία επιπρόσθετα καλείται να τροποποιήσει το γνωστικό σύστημα αυτοαναφοράς της καθώς ο θεραπευτής προσκαλεί την οικογένεια  σε σημαντικές αλλαγές(Κατάκη1994). Προκειμένου να είναι αποτελεσματική αυτή η πρόσκληση και να υπάρχει «συνεννόηση» είναι προϋπόθεση να επιτευχθεί μια κοινή σημασιοδότηση των μηνυμάτων που εκπέμπει ο ένας στον άλλο, καθώς πιθανά τόσο ο θεραπευτής όσο και η οικογένεια υιοθετούν διαφορετικά αξιακά και πολιτιστικά συστήματα και σημασιοδοτούν με διαφορετικό τρόπο τις έννοιες και τα μηνύματα που εκπέμπονται στην θεραπευτική σχέση

Μέσω της θεραπευτικής σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ του θεραπευτή και της οικογένειας, υπάρχει μια παράλληλη «κατάκτηση» των διαφορετικών τους κόσμων. Ο θεραπευτής χρειάζεται να αφεθεί σε αυτή την κατάκτηση όσο και η οικογένεια με στόχο την τροποποίηση των ατομικών τους νοημάτων. Συμμετέχοντας ο ένας στον κόσμο του άλλου δημιουργούν ένα νέο κόσμο στον οποίο εισάγονται νέες αξίες.

Υπό αυτή την έννοια ο θεραπευτής είναι λιγότερο ένας ειδικός και περισσότερο ένας συνοδοιπόρος που προσκαλεί την οικογένεια σε ένα καινούργιο μονοπάτι και σε μια νέα κατασκευή της πραγματικότητάς τους, στην οποία το σύμπτωμα διευρύνεται και μετατοπίζεται.

Είναι σημαντικό αυτό το μονοπάτι να ξεκινά από παρόν και να κατευθύνεται στο μέλλον καθώς το παρελθόν είναι φορτωμένο από ενοχές και αδυναμία δράσης ενώ το παρόν έχει ελπίδα και το μέλλον χαρακτηρίζεται από όνειρα και στόχους. Η διαδικασία ενοχοποίησης είναι παρούσα όχι μόνο στους γονείς αλλά σε ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα. Όπως στον έφηβο αναπαράγει την χρήση παράλληλα στους γονείς αναπαράγει την αδράνεια και την «υποτροπή» εκ μέρους σε συμπεριφορές οι οποίες δεν  προάγουν την αίσθηση ενός σταθερού πλαισίου το οποίο θα δώσει στον έφηβο την αίσθηση της ασφάλειας για να προσπαθήσει να σταματήσει την χρήση.

Ο στόχος να απενοχοποιηθούν οι γονείς είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην πρώτη φάση της θεραπείας , στην οποία η χρήση είναι παρούσα.

Οι γονείς είναι σημαντικό να δεσμευτούν  θέτοντας θεραπευτικούς στόχους που θα της επιτρέψουν να προχωρήσουν στο μέλλον  αφετέρου  θα πρέπει να αναγνωρίσουν τις δυσκολίες από το παρελθόν για να δουλέψουν θεραπευτικά  με αυτές.

Η μη αποδοχή της διεύρυνσης του συμπτώματος από την οικογένεια ερμηνεύεται με την έννοια της ομοιόστασης (Jackson) (θέλω το παιδί μου να σταματήσει την χρήση χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά τίποτα στην οικογένειά μου) και  διαπιστώσαμε ότι συνήθως οι γονείς διακόπτουν το πρόγραμμα όταν ο θεραπευτής θέτει θεραπευτικούς στόχους που δεν  είναι σε αντιστοιχία με το αίτημα της. Σταδιακά κατανοήσαμε  ότι ο σεβασμός του αιτήματος και του ρυθμού της οικογένειας είναι ένας  δρόμος που δίνει το περιθώριο να συγκατασκευάσουμε  σταδιακά μια άλλη πραγματικότητα στην οποία οι γονείς καταθέτουν το αίτημα διευρύνεται και όπου το σημαντικό δεν είναι να «συγκρουστούμε» με τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς αλλά κυρίως να συνεργαστούμε με τους μηχανισμούς αλλαγής.

Με βάση τα παραπάνω είναι φανερό ότι τα θεραπευτικά εργαλεία και οι θεραπευτικοί στόχοι επικεντρώνονται όχι μόνο  στην προσπάθεια για την αυτονόμηση και την διαφοροποίηση  του εφήβου και στην απόκτηση δεξιοτήτων του για «ανοικτές σχέσεις»  αλλά επίσης και στην αποδοχή εκ μέρους των οικογενειών να μετεξελιχθούν  σε «ανοικτά συστήματα» τα οποία επιτρέπουν αυτή την προσπάθεια και ενσωματώνουν τις πληροφορίες από το περιβάλλον με τον δικό τους δημιουργικό τρόπο.

          Για το προσωπικό της «Ατραπός» αποτελεί αξίωμα η θέση ότι η αλλαγή και η δοκιμή εναλλακτικών δρόμων, όσο και εάν είναι δύσκολοι και έχουν ρίσκο είναι προτιμότερα καθώς η στασιμότητα είναι περισσότερο επικίνδυνη. Αποτελεί επίσης αξίωμα ότι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να αλλάζουν και ότι έχουν το δικαίωμα να αλλάξουν όταν αυτοί το επιλέξουν. Αυτό το αξίωμα προσδιορίζει και τον σεβασμό μας στους εφήβους και τις οικογένειές τους.

Σημειώσεις:

1.Σχετικά με τον «πολιτισμό» και τη κουλτούρα της χρήσης καθώς και τη ταυτότητα που αυτή διαμορφώνει μπορεί κανείς να καταφύγει ενδεικτικά στη λογοτεχνία(Hubert Selby:Ρέκβιεμ για ένα όνειρο, εκδ. Οξύ 2001, Irvin Wells. Trainspotting Εκδ. Οξύ 1996, καθώς και  στα βιβλία των W. Burroughs και Κ. Καστανέντα). Επίσης στα βιβλία:P. Stafford(1977),  Εγκυκλοπαίδεια των ψυχεδελικών εκδ. Praxis,Αθήνα 1988 και M.Maffi(1982), Underground, εκδ Οδυσσέας 1982 και στο άρθρο: Δεμερτζής Ν. Υποκουλτούρα και τοξικοφιλία. Έκδ. Τετράδια πολιτικού διαλόγου έρευνας και κριτικής. Τεύχος 20, Άνοιξη-καλοκαίρι Αθήνα 1988.

2. Αυτή η στάση προκύπτει ως αποτέλεσμα της επιρροής του Systemic Appreciative inquiry στην διαδικασία προσέγγισης και κατανόησης των εφήβων και των οικογενειών τους. Σύμφωνα με αυτή τη προσέγγιση είναι σημαντικό να ανακαλύψουμε τις «κρυφές δυνάμεις» του συστήματος και να συνεργαστούμε με τα μέλη του στο να οργανώσουν εκ νέου το σύστημα βασιζόμενα στις ικανότητες, τις αξίες και τα όνειρα των μελών του.( Elspeth McAdam & Peter Lang: Stories, Giving Accounts and Systemic Descriptions. Perspectives and positions in conversations. Feeding and fanning the winds of creative imagination. Human Systems: The journal of systemic consultation and management)

(Elspeth McAdam & Peter Lang(2003): Working in the worlds of children, Growing, schools, families, communities through imagining .The International Journal of Narrative Therapy and Community, 2003 No 4)

 (Peter Lang & Elspeth McAdam: Narrative-acting: Future dreams in present living jotting on an horouring theme. Human Systems:The journal of systemic consultation and management)

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη προσέγγιση Appreciative inquiry,. επισκεφτείτε το δικτυακό τόπο www.heliotropio.com , στον οποίο μπορείτε να συνδεθείτε με web links οι οποίοι προσφέρουν πλούσια αρθρογραφία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Anderson H., Goolishian H. (1992) Therapy as a social construction. The Client is the Expert: a Not Knowing Approach to Therapy. London, Sage Publications 1992
  2. Arnao Giancarlo(1985). Το Δίλημμα Ηρωϊνη. Εκδ. Βαβέλ Αθήνα 1995
  3. Bowen M. Τρίγωνα στην οικογένεια. Έκδ. Ελληνικά Γράμματα Αθήνα 1996
  4. Berger P, Luckmann  T.(1996):Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας, εκδόσεις νήσος Αθήνα 2003
  5. Bergeret Jean(1982). Τοξικοεξάρτηση και προσωπικότητα. Εκδ Ελληνικά Γράμματα Αθήνα 1999
  6. Capra Fritjof. Η κρίσιμη καμπή. Έκδ Ωρόρα Αθήνα 1984.
  7. Edgar Moren (1986):Η μέθοδος της Γνώσης. Εκδ. του Εικοστού Πρώτου Αιώνα. Αθήνα 2001
  8. Fridman Alfred :Family Factors and the family role in treatment for the Adolescent Drug Abuse National Institute on Drug Abuse 1989
  9. Gergen K.J Ο κορεσμένος εαυτός Έκδ. Ελληνικά Γράμματα Αθήνα 1997
  10. ,Gerrry Lane, Wendel A. Ray: Irreverence(1992), A strategy for Therapists Survival. London, Karnal Books
  11. Gianfranco Cecchin1992. Therapy as a social construction, Constructing Therapeutic Possibilities. London, Sage Publications 1992
  12. Zogia Louigi (1997).Τοξικομανία, αποτυχημένη μύηση. Έκδ. Η Συνάντηση ,Επιθεώρηση Ψυχανάλυσης και ανθρωπιστικών επιστημών. Θεσσαλονίκη 1997
  13. Jackson D(1957).Η οικογενειακή ομοιόσταση, από το βιβλίο Επικοινωνία(Σελ. 196-208), εκδ. Μάγια Θεσσαλονίκη 1993
  14. Stanton Dunkan M(1978). H εξάρτηση από ηρωίνη σαν οικογενειακό φαινόμενο. Έκδ. Εκλογή Ιανουάριος-Μάρτιος 1989.
  15. Lilian Frankle(1989). Stuctural Family Therapy for Adolescent Substance Abusers and their families. National Institute on Drug Abuse 1989
  16. Willke(1993) H.Εισαγωγή στη Συστημική Θεωρία. Εκδ. Κριτική Αθήνα 1996.
  17. Α. Φερέιρα : Οικογενειακός μύθος και ομοιόσταση: Αρχές Γενικής Ψυχιατρικής 1963 – Από το βιβλίο «Η Οικογένεια του Τοξικομανή», έκδοση Παλλάδα Αθήνα 1982)
  18. Γιωσαφάτ Μ(1987) .Ο κύκλος ζωής της οικογένειας και η ανάπτυξη του παιδιού. Έκδ. Σύγχρονα θέματα Παιδοψυχιατρικής, Καστανιώτης Αθήνα 1987
  19. Κατάκη Χ.(1994)Αντιφατικά γνωστικά συστήματα αυτοαναφοράς στη σύγχρονη οικογένεια:Εφαρμογές στη κλινική πράξη. . Ψυχιατρικά Τετράδια Νο 45 Αθήνα 1994.
  20. Καστοριάδης Κ.(1975) Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας,(Αυτονομία και ξένωση 150-169). Εκδ.Ράππα. Αθήνα 1985
  21. Κοκκέβη Α, Μαδιανού Δ.,Στεφανής Κ. Η χρήση ουσιών στο μαθητικό πληθυσμό Έκδ. Ψυχιατρική Βιβλιοθήκη Αθήνα 1992
  22. Maturana H, Varela F.(1984) Το δένδρο της γνώσης. Εκδ. Κάτοπτρο Αθήνα 1982
  23. Μάτσα Κατερίνα. Έφηβος και χρήση ουσιών Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές. Το αίνιγμα της τοξικομανίας.(267-298). Εκδ. Άγρα Αθήνα 2001
  24. Μάτσα Κατερίνα (1994). Ο τοξικομανής στο ρόλο του εξιλαστήριου θύματος της οικογένειας και της κοινωνίας. Ψυχιατρικά Τετράδια Νο 45 Αθήνα 19994.
  25. Μπαλατσός Α. Συστημική προσέγγιση και θεραπεία στις εξαρτήσεις. Ψυχιατρικά Τετράδια .Νο 31, Αθήνα 1991

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *