«Η αξιοποίηση των απόψεων του Μιχαήλ Μπαχτίν σε αντιπαράθεση με τη μονολογική φύση της εξάρτησης»

Γκότσης Ηλίας

Κοινωνιολόγος, Ψυχοθεραπευτής-Συστημικός θεραπευτής Υπεύθυνος Μονάδας Εφήβων ΟΚΑΝΑ, ΑΤΡΑΠΟΣ

«Η αξιοποίηση των απόψεων του Μιχαήλ Μπαχτίν  σε αντιπαράθεση με τη μονολογική φύση της εξάρτησης»

 «Ένας άνθρωπος, ο δύσπιστος και φυγόδικος φοιτητής που έχουμε κιόλας γνωρίσει, βρίσκεται μέσα σε ανθρώπους του χειρότερου είδους και προσαρμόζεται σαν να θέλει με αυτό τον τρόπο να αμφισβητήσει την ίδια την ατιμία. Μονομιάς – με όλη τη σεβαστή κατάπληξη που ένιωσε ο Ροβινσών Κρούσος όταν ανακάλυψε τα ίχνη ανθρώπινων βημάτων στην άμμο – ανακαλύπτει ορισμένες ρωγμές σ’ αυτήν: μια τρυφερότητα, μια ανάταση, μια σιωπή σε κάποιον απ’ αυτούς τους αποκρουστικούς ανθρώπους. «Λες και ξαφνικά είχε μπει κι έπαιρνε μέρος στο διάλογο ένας καινούριος πιο πολύπλοκος συνομιλητής» ( Χόρχε Λουίς  Μπόρχες, Λαβύρινθοι ).

Η επαφή μου με το έργο του Μιχαήλ Μπαχτίν ξεκίνησε πριν από 5 χρόνια όταν η Σμάρω Τσαγκαράκη –Μάρκου μου μίλησε για το βιβλίο του Μ. Μπαχτίν «Ζητήματα Ποιητικής στο Ντοστογιέφσκι» και παράλληλα με προσκάλεσε να συμμετέχω σε ένα βιωματικό εκπαιδευτικό σεμινάριο που, οργάνωνε το Κέντρο Συστημικής Θεραπείας, με  τον περίεργο για μένα τίτλο «πολυφωνία». Αυτή ήταν η αρχή μιας συναρπαστικής εμπειρίας, όπως πιστεύω πως είναι η ανάγνωση του έργου του Μιχαήλ Μπαχτίν.

Στο μοντέλο που προτείνεται σε αυτή την εργασία για την εφαρμογή της διαλογικής σκέψης, στο πεδίο της θεραπείας των εξαρτήσεων, εκτός της εμπειρίας που αποκόμισα στο Κέντρο Συστημικής Θεραπείας, σημαντική πηγή έμπνευσης αποτελούν οι απόψεις του Μιχαήλ Μπαχτίν, καθώς κατά την άποψη μου οι έννοιες του διαλόγου και της πολυφωνίας κατέχουν κεντρικό ρόλο στη διαδικασία αποδόμησης της μονολογικής ταυτότητας που επιφέρει η εξάρτηση. Υπάρχουν επίσης σημαντικές επιρροές από τη συνεργασιακή θεραπεία που προτείνει η Anderson (Anderson 1992,1998,2005)  και τις αφηγηματκές θέσεις  σχετικά με τον αναφορικό προσδιορισμό της ταυτότητας.

ΠΟΛΥΦΩΝΙΑ

Η έννοια της πολυφωνίας προέρχεται από το χώρο της μουσικής. Με αυτή την έννοια περιγράφεται η συνήχηση διαφορετικών ήχων, οι οποίοι καταλήγουν να αποτελούν ένα μουσικό σύνολο. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει ο Κώστας Λώλης, στη μελέτη του για το πολυφωνικό τραγούδι στην Ελλάδα, «ο όρος πολυφωνία σημαίνει μια συγκεκριμένη μουσική γραφή στην οποία εξελίσσεται οριζόντια η αντιπαράθεση δύο και παραπάνω μελωδικών γραμμών». Στην Ελλάδα γνωρίζουμε το ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι. Το κύριο χαρακτηριστικό του αποτελεί  το γεγονός ότι τραγουδιέται ομαδικά, αλλά παράλληλα υπάρχουν καθορισμένοι κανόνες και ρόλοι που ρυθμίζουν αυτή την ομαδική ερμηνεία. Ο Κώστας Λώλης αναφέρει ότι «κάθε φωνή έχει τη δική της λειτουργία, τη δική της υφή, τη δική της ουσία». Καθώς αναπτύσσεται, παράλληλα ενώνεται με τις άλλες, προκειμένου να συνηχήσουν και να δημιουργήσουν ένα μουσικό σύνολο.

 Ο Ρώσος στοχαστής Μ. Μπαχτίν, στο καίριο βιβλίο του «Ζητήματα ποιητικής στο Ντοστογιέφσκι»,  θα χρησιμοποιήσει τον όρο πολυφωνία για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, συνυπάρχουν πρόσωπα τα οποία έχουν διαφορετική θεώρηση του κόσμου, διαφορετική ηθική και καθορίζονται από διαφορετικές ιδέες, αλλά συγκροτούν παρ’ όλα αυτά ένα ενιαίο σύνολο (Μπαχτίν 1929). Η ύπαρξη και μόνο πολλών διαφορετικών φωνών δεν συνιστά πολυφωνία. Αυτή υφίσταται από τη στιγμή που αυτές οι ιδιαίτερες φωνές ενώνονται με τις άλλες, τις οποίες τις αποδέχονται κατ’ ουσία ως αυτόνομες και  ισάξιες, προκειμένου να δημιουργηθεί μια κοινή φόρμα, μια συμφωνία. Για τον Μπαχτίν όμως η συμφωνία σε ένα πολυφωνικό κόσμο δεν οδηγεί στην ταύτιση, αλλά διατηρεί πάντοτε τον διαλογικό της χαρακτήρα (Μπαχτίν 1929, σελ. 152). Ο στόχος της πολυφωνίας είναι διπλός: αφενός ανάδειξη της διαφοράς, αφετέρου σύνθεση μέσω αυτής.

 Οι κοινωνικοί κονστραξιονιστές θα αξιοποιήσουν την έννοια της πολυφωνίας και της διαλογικότητας προκειμένου να κατανοήσουν τις εσωτερικές φωνές του ατόμου και να παράγουν μια θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται το νόημα (Seikulla 2003, 2005, Shotter and Billing 1988, Shotter 1992, ,2000, P. Rober 1999,2005, D. Pare 2004, 2006, M. Lysack 2002, Lynn Hofmann 2002 κ.α.). Οι κοινωνικοί κονστραξιονιστές «συνομιλούν» μέσω ενός διακειμενικού διαλόγου με τον Μπαχτίν στο βαθμό που αποδέχονται την πολλαπλότητα και την ισοτιμία των διαφορετικών προσεγγίσεων, την αυτονομία των διαφορετικών συνειδήσεων (Μπαχτίν 1929 σελ. 26) και στο βαθμό που αποδέχονται την ενότητα του χρόνου και τη σημασία της συγχρονίας ως το σημείο τομής. Καθώς ο διάλογος εκτείνεται διαχρονικά, οι φωνές και τα τρία επίπεδα του «μεγάλου χρόνου» (παρελθόν, παρόν, μέλλον) συναντιόνται στη συγχρονία (ή όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι στη στιγμή της συγκατασκευής) προκειμένου να δημιουργηθούν νέες σημασίες. («Ακόμα και νοήματα του παρελθόντος, δηλαδή εκείνα που γεννήθηκαν στο διάλογο περασμένων αιώνων, δεν μπορούν ποτέ να παραμείνουν σταθερά- θα αλλάζουν και θα ανανεώνονται πάντοτε στη διαδικασία της μελλοντικής εξέλιξης του διαλόγου». (Μπαχτίν 1981, Καρατσινίδου, 2006, σελ. 73).

Η διαλογική ψυχοθεραπεία, θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στις διαδικασίες μέσω των οποίων αναδεικνύεται ο πολυφωνικός διάλογος. Αυτό το γεγονός αποτελεί μετακίνηση  καθώς ο στόχος πλέον είναι η αξιοποίηση των εσωτερικών φωνών και η ανάδειξη του διαλογικού εαυτού και όχι η διερεύνηση του βάθους.  

1. Διαλογικότητα και εξάρτηση

« Αν ερχόταν κανένας φίλος να με δει-κάτι που σπάνια γινόταν αφού ποιος ή τι είχε απομείνει πλέον για να δεις- καθόμουν εκεί χωρίς να νοιάζομαι αν κάποιος είχε μπει στο οπτικό μου πεδίο-μια γκρίζα οθόνη που γινόταν όλο και πιο μουντή και ξασπρισμένη  – ή αν είχε βγει έξω από αυτό» (Ουίλιαμ Μπάροουζ: Γυμνό γεύμα).

Η έννοια της πολυφωνίας είναι σημαντική στη διαδικασία της θεραπείας της εξάρτησης.

Ο ορισμός της  εξάρτησης μοιάζει να επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Σε αυτό το κείμενο θα αναφερόμαστε στην εξάρτηση από τις ουσίες με το νόημα που αποδίδει σε αυτή ο Olievenstein, όταν αναφέρεται στην τοξικομανία, ως διαδικασία «η οποία αγκαλιάζει όλες τις παραμέτρους της ανθρώπινης ύπαρξης» (Μάτσα, 2001).

Αναφερθήκαμε σε προηγούμενο άρθρο στις διαφορετικές εκφράσεις με τις οποίες εκδηλώνεται η εξάρτηση (Γκότσης, 2004) και επισημάναμε τη λειτουργία της στη διαδικασία διαμεσολάβησης και ετερονομίας.

Παράλληλα, όμως, δεν παραγνωρίζουμε ότι η εμφάνισή της συνδέεται με διάφορα πεδία. Είναι πιθανό να συνδέεται με το κοινωνικό πεδίο και το οικογενειακό πλαίσιο στο οποίο ζει ο εξαρτημένος. Συχνά συνδέεται με μια ανολοκλήρωτη διαδικασία δόμησης της ταυτότητας. Πάνω από όλα στο δυσλειτουργικό στάδιο μάς ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο η ουσία καταλαμβάνει το χώρο που δημιουργείται και πραγματώνεται η σχέση καθορίζοντας ταυτόχρονα τις επιθυμίες και τις ανάγκες του εξαρτημένου.

Μας ενδιαφέρει η μετατροπή της ουσίας σε σημείο (Βολοσίνοφ 1929) που οργανώνει τις εξωτερικές εμπειρίες αποκλείοντας τη δυνατότητα αληθινής σχέσης με το εξωτερικό περιβάλλον, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη διαλόγου που τροφοδοτεί τις εσωτερικές διεργασίες του υποκειμένου, καθώς επίσης και ο τρόπος που αυτή μετατρέπεται σε κεντρομόλο δύναμη που αποκλείει τη δυνατότητα πολυφωνικού διαλόγου και επιβάλλει τη μονολογικότητα (Μπαχτίν 1941, Markova 2006).

Κεντρικό σημείο στη σκέψη και την πρακτική μας για την αντιμετώπιση της εξάρτησης θεωρούμε την κατάκτηση εκ μέρους του εξαρτημένου του δικαιώματος της ετερότητας και τις διαδικασίες μέσω των οποίων η αναγνώριση και η αποδοχή των πολλαπλών  πλευρών του εαυτού θα αποτελέσει φυγόκεντρο δύναμη που θα ενισχύει τη διαφορετικότητα και την πολυφωνία.

1.1.  Διαλογικότητα και ατομική ταυτότητα

 Προκειμένου να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η διαλογικότητα συνδέεται με την έννοια της ταυτότητας, χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι για τον Μπαχτίν ο διάλογος δεν εξαντλείται στη συνομιλία, είναι κάτι παραπάνω από ένα επικοινωνιακό γεγονός. Για τον Μπαχτίν ο διάλογος αποτελεί οντολογική έννοια που συνδέεται με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο άνθρωπος ζει μέσα στο διάλογο, συμμετέχει σε αυτόν όχι μόνο με τη γλώσσα αλλά και με το σώμα του, το πνεύμα, τις ιδέες και τις πράξεις του («σε τελική ανάλυση η ύπαρξη ενός προσώπου είναι επίσης «διάλογος») (Dufva 1998, Μπαχτίν1981, Καρατσινίδου, 2006,σελ. 75).

Για τον Μπαχτίν η ανθρώπινη σκέψη  είναι αληθινή μόνο όταν είναι σε «ζωντανή επαφή με τη σκέψη των άλλων» ( Μπαχτίν 1929, σελ. 138), ενώ η ετερότητα αποτελεί προϋπόθεση για τη διαλογικότητα (Δ.Τζιόβας2000: επίμετρο στο Ζητήματα Ποιητικής του Ντοστογιέφσκι,  σελ. 471), η οποία, καθώς αποτελεί συναλλαγή ουσίας ανάμεσα στο πρόσωπο και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, παράγει  το  αληθινό νόημα, το οποίο  έγκειται στη δημιουργία μιας ενότητας μέσω αυτού του διαλόγου.

Η γλώσσα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αλληλεπίδραση του ατόμου με το περιβάλλον. Από τη μία όμως  υπάρχει ένας περιορισμός καθώς η γλώσσα δημιουργεί το πλαίσιο στο οποίο αναδύονται τα νοήματα και τα συναισθήματα, αλλά επίσης θέτει τα όρια της σκέψης μας (σκεφτόμαστε όσα η γλώσσα μάς επιτρέπει να εκφράσουμε) και αφετέρου η γλώσσα δημιουργεί νέα νοήματα και νέες πραγματικότητες. Για τους Μπαχτίν και Βολοσίνοφ η γλώσσα αποτελεί κοινωνική και όχι ατομική διαδικασία, η οποία επηρεάζεται από κεντρομόλες δυνάμεις που ωθούν στη μονογλωσσία και από φυγόκεντρες που ωθούν στην πολυγλωσσία. Μέσα από το διάλογο εμφανίζεται πλήθος διαλέκτων και εκφράσεων που ευνοούν την πολυγλωσσία, η οποία  «απελευθερώνει τη συνείδηση από την τυραννία της γλώσσας» (David Lodge “From the Prehistory of Novelistic Discourse” in  Modern Criticism and Theory, αναφέρεται από J. Lye στο  Bakhtin on language, στον δικτυακό χώρο  www. Brocku.ca).

Το ζήτημα των περιορισμών αλλά και των δυνατοτήτων που δημιουργεί η γλώσσα έχει θιγεί από τον Wittgenstein με τις αναφορές του στα γλωσσικά παιχνίδια, από τους Berger και Luckmann  οι οποίοι αναδεικνύουν τις διαδικασίες συγκρότησης της ταυτότητας μέσω της γλώσσας, από τον Vygotsky ο οποίος θεωρεί τη γλώσσα ένα σύστημα νοημάτων το οποίο παράγεται από τους συνομιλητές, ενώ ο Seikkula αξιοποιώντας τις θέσεις του Μπαχτίν και του Vygotsky αναπτύσσει τη μέθοδο του ανοικτού διαλόγου θεωρώντας ότι η γλώσσα δεν περιγράφει απλά τις εμπειρίες μας, αλλά επίσης δημιουργεί νέα νοήματα (Seikulla,2003).

Στον διάλογο που εκτυλίσσεται συμμετέχει το πλήθος των εσωτερικών φωνών του εγώ.

Υπό την επιρροή του Διαφωτισμού το εγώ ταυτίζεται με την έννοια του ατόμου και της ατομικής αυτονομίας. Στο σύγχρονο κόσμο η έννοια της αυτονομίας έχει υποχωρήσει δίνοντας τη θέση της στον ατομισμό. Η αυτονομία, αν και προϋποθέτει τη σχέση με τους άλλους, ουσιαστικά πραγματώνεται μέσω αυτής της σχέσης. Αντίθετα ο ατομισμός αναδεικνύει τις αξίες της δύναμης και της αποσύνδεσης, αξίες οι οποίες συνδέονται με μια εγωιστική και αποσυνδεδεμένη έννοια του εαυτού.

Παράλληλα στο πλαίσιο του διαφωτισμού αναπτύχθηκε η δομική σκέψη που βασιζόταν στη διάκριση επιφάνειας/βάθους και υποστήριζε ότι η αληθινή ταυτότητα «κατοικεί» στο βάθος του εαυτού (M. White 2000).

Η μετα-δομική σκέψη αντιπαραβάλλει μια άλλη αντίληψη υιοθετώντας μια πολυμορφική άποψη για την ταυτότητα. Στο πλαίσιο των απόψεων του Gergen η πολυφρένεια θεωρείται ως η διάσπαση του ατόμου σε μια πολλαπλότητα προσωπικών αμφιέσεων (Gergen 1991, σελ. 149), η οποία αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια του κοινωνικού κορεσμού. Η πολυφρένεια ή αλλιώς η πολλαπλή ταυτότητα του ατόμου αποτελεί μια κατάσταση για την οποία το άτομο χρειάζεται να αποκτήσει δεξιότητες προκειμένου να τη διαχειριστεί. Παράλληλα η υιοθέτηση της έννοιας του πολλαπλού εαυτού, συνδέει το εγώ και τις εκφράσεις του με το πλαίσιο στο οποίο αυτός κάθε φορά αναδύεται (Gofman, 1959, Herman 2001), ενώ στο πλαίσιο των αφηγηματικών προσεγγίσεων ο εαυτός ορίζεται ως αναφορική έννοια και η ταυτότητα διαμορφώνεται μέσω της δημόσιας και της κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Παράλληλα τονίζεται η σημασία της αλληλεπίδρασης με τον άλλο για τη διαμόρφωσή της (White 2000, Bruner J. 1997, Gofman  1959, Mona DeKoven Fishbane, 2001, Gergen 2006).

  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο σκέψης η έννοια της αυτονομίας επαναδιατυπώνεται ως η ευθύνη να μετακινηθώ και να συνδεθώ με τον άλλο, να αντιληφθώ τις ανάγκες του και να εκφράσω τις δικές μου, ουσιαστικά να πραγματώσω μια σχέση (Fishbane,1991 ).

Αυτή τη θέση ενστερνίζονται μέσα από την οπτική της διαλογικής ψυχοθεραπείας ο Hermans, η Markova, ο Saldago κ.α., οι οποίοι αξιοποιώντας τη σκέψη του Μπαχτίν, αναφέρονται στη διαλογική φύση του εαυτού, υποστηρίζοντας ότι ο εαυτός αναδύεται και κατασκευάζεται μέσα στο διάλογο.

 Το άτομο ως εκ τούτου αποτελείται από ένα πολλαπλό εαυτό, ο οποίος ενσωματώνει ατομικές και συλλογικές εμπειρίες. Ο Μπαχτίν υποστηρίζει ότι το άτομο εμπεριέχει τη δυνατότητα διαφορετικών γλωσσών, μια δυνατότητα δηλαδή ετερογλωσσίας η οποία προέρχεται από την καταγραφή των διαφορετικών ιστοριών του παρελθόντος (J. Lye, 2005). Οι κρυμμένες και ξεχασμένες φωνές αναγεννώνται μέσω της θεραπευτικής συνομιλίας, καθώς ο θεραπευτής προσκαλεί σε μια αφήγηση της προσωπικής ή διαγενεακής ιστορίας του θεραπευομένου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπαχτίν: «κάθε φωνή θα εμφανιστεί όταν βρεθεί κάποιος πρόθυμος να την ακούσει» (Leiman 1998).

1.1.2 Η επίδραση της εξάρτησης στη δυνατότητα διαλόγου

Τι συμβαίνει, όμως, στην περίπτωση που η ουσία παρεμβαίνει στο διάλογο που αναπτύσσει ο εξαρτημένος με το εξωτερικό περιβάλλον και ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτή η παρέμβαση;

 Η Markova  θεωρεί ότι η διαλογική πράξη δεν βασίζεται σε μια δυαδική δομή (εγώ-άλλος), στην οποία η εσωτερική σκέψη θα ήταν ανεξάρτητη από τον άλλο και θα λειτουργούσε με ένα μονολογικό τρόπο αλλά σε μια τριαδική δομή (εγώ -άλλος –εσωτερικά ακροατήρια), που βασίζεται στη διαλογικότητα και αποτελεί το προϊόν μιας κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Τα εσωτερικά ακροατήρια μπορούν να αποτελούνται από τους σημαντικούς εσωτερικευμένους τρίτους, οι οποίοι παρεμβαίνουν στο διάλογο που διεξάγεται ανάμεσα στο εγώ-άλλος, με την έννοια που ο Karl Tomm χρησιμοποιεί τον όρο, δηλαδή ως εσωτερικευμένες εικόνες των άλλων. Μπορούν όμως κατά τη γνώμη μου να αποτελούνται επίσης από την εσωτερικευμένη εικόνα του συνομιλητή, ο οποίος συμμετέχει στο διάλογο που διεξάγεται, καθώς και από εσωτερικευμένα νοήματα και αξίες. Σε κάθε περίπτωση στο διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στο εγώ-άλλος συμμετέχει πάντοτε ένα τρίτο μέρος (υπό τη μορφή του εσωτερικού ακροατηρίου), το οποίο διαμορφώνει τη σχέση μεταξύ του εγώ και του συνομιλητή.

 Προϋπόθεση για την ύπαρξη του πολυφωνικού διαλόγου αποτελεί η αλληλοτροφοδότηση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού διαλόγου, καθώς αυτοί είναι συνυφασμένοι μεταξύ τους (Markova 2006, Dufva 1998, Saldago 2006).

Στον εξωτερικό διάλογο συμμετέχει το εγώ, ο άλλος και ένα τρίτο μέρος υπό τη μορφή του εσωτερικού ακροατηρίου. Το σχήμα εγώ–άλλος, μέσω του εξωτερικού διαλόγου  οδηγείται σε μια διαπραγμάτευση νοήματος, παράγει στην ουσία το νόημα.

Στον εσωτερικό διάλογο συμμετέχει το εγώ και ο εσωτερικός άλλος. Σε αυτή τη περίπτωση ο εσωτερικός άλλος δεν αποτελείται μόνο από τους εσωτερικευμένους άλλους αλλά και από τις εσωτερικές φωνές, όπως αυτές περιγράφονται από τον Μπαχτίν να συμμετέχουν στη διαλογική διαδικασία.

Οι δυο διάλογοι βρίσκονται σε μια σχέση αλληλεξάρτησης. Το ερώτημα που μας απασχολεί είναι κατά πόσο ο χρήστης, εφόσον αποκόπτεται από το περιβάλλον και κυριαρχείται από την ουσία -αλλά ποτέ σε απόλυτο βαθμό, η απόλυτη κυριαρχία δεν συνάδει με τη διαλογική του φύση-, είναι σε θέση να συμμετέχει σε ένα εξωτερικό διάλογο με το περιβάλλον και τους σημαντικούς άλλους, και αν ο εσωτερικός του διάλογος τροφοδοτεί  τη μετάβαση στον εξωτερικό.

Ένα επιπλέον ερώτημα είναι πώς οι  εσωτερικευμένοι άλλοι συμμετέχουν στον  εσωτερικό διάλογο ενός εξαρτημένου.

Κατά την άποψη μου παρά την κυριαρχία της ουσίας και  την επιρροή που ασκεί σε αυτό το διάλογο, υπάρχουν δυνατότητες συμμετοχής, οι οποίες προέρχονται από τις περιθωριοποιημένες εσωτερικές φωνές της αλλαγής (σχήμα 1)

Σχήμα 1

   Στο ανωτέρω σχήμα παρατηρούμε αφενός τη διάρρηξη των σχέσεων, αλλά όχι την εξαφάνισή τους, με τους σημαντικούς άλλους και το περιβάλλον και τον τεράστιο χώρο που καταλαμβάνει τόσο η ουσία όσο και οι φανταστικοί άλλοι. Οι τελευταίοι  υπάρχουν όχι ως πραγματικά πρόσωπα αλλά κυρίως ως εσωτερικευμένες κατασκευές. Η κυριαρχία της ουσίας και των εσωτερικευμένων (πραγματικών ή μη άλλων) οδηγεί στην κατάλυση του εγώ και στην περιθωριοποίηση και συχνά στην εξαφάνιση του προσωπικού λόγου και του ατομικού σκοπού και νοήματος, το οποίο σε συνθήκες απόλυτης εξάρτησης μοιάζει να μην είναι άλλο από την αναζήτηση και την κατανάλωση της ουσίας. Αν η έννοια του προσώπου ορίζεται ως η έκφραση των χαρακτηριστικών από τα οποία  συνίσταται, τότε στη περίπτωση του εξαρτημένου έχουμε την κατάργησή του, καθώς αίρεται τόσο η διαδικασία του λόγου όσο και  το βίωμα των συναισθημάτων (τα οποία εγκλωβίζει ή μεταβάλλει η επίδραση της ουσίας).

Επίσης, αν ο διάλογος αποτελεί το πεδίο που ξετυλίγονται οι ιδέες, οι σκέψεις, τα συναισθήματα και εμπλουτίζεται η συνείδηση, η μονολογικότητα της εξάρτησης είναι το πεδίο της σιωπής. Ό,τι εκφράζεται είναι διαθλασμένο από την επήρεια της ουσίας. Σταδιακά εγκαθίσταται η μονολογική ταυτότητα, εφόσον καταλύεται η διαδικασία διαπραγμάτευσης με τον άλλο, και ο εαυτός καθορίζεται σχεδόν απόλυτα από την επίδραση της ουσίας. Η σχέση με τον άλλο δεν είναι πραγματική, γιατί αυτός δεν υπάρχει παρά μόνο ως εσωτερικευμένος  άλλος. Ο εξαρτημένος παρ’ όλα αυτά δεν παύει να αναζητά τη σχέση με τους άλλους, αλλά αυτή η επιθυμία λαμβάνει μυθικά χαρακτηριστικά καθώς κινείται στα όρια της απόλυτης φαντασίωσης, όπως εξάλλου και η σχέση του με την ουσία. Το γεγονός ότι τα συναισθήματά του «κατοικούν» στη χώρα του μη λεχθέντος (Ολιβενστάιν, 2004), αποκλείονται από το διάλογο, αλλά και ο φόβος  απέναντι στον άλλο συμβάλλουν στην απομόνωση και τη σιωπή. Η σχέση με τους πραγματικούς άλλους δεν είναι δυνατή καθώς συνιστά απειλή: η κοντινότητα μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη συγχώνευση, η σχέση μπορεί να οδηγήσει στην προδοσία και η διαφοροποίηση συγχέεται με την εγκατάλειψη και την αποσύνδεση.  

 Η ταυτότητα που προκύπτει μέσω της χρήσης, η οποία είναι πιθανό να έχει χρησιμοποιηθεί ως ένα μέσο για την απόκτησή της, διαμορφώνεται από τις ατομικές εμπειρίες του απώτερου αλλά και του πρόσφατου παρελθόντος, και συχνά είναι δύσκολο να καθορίσουμε εάν η συμπεριφορά του εξαρτημένου συνδέεται με το απώτερο παρελθόν ή με τις εμπειρίες μέσα στη χρήση. Παράλληλα, όμως, οι  αξίες και τα συναισθήματα, όσο και αν διαμεσολαβούνται από την ουσία, τροφοδοτούν τόσο τις εσωτερικές φωνές αλλαγής όσο και αυτές που προσκαλούν το χρήστη να σχετιστεί με τους άλλους. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι υποκειμενικές/ατομικές κατασκευές για την πραγματικότητα, η οποία βιώνεται μέσω της επίδρασης και της επιθυμίας για την ουσία, ενώ οι ατομικές αφηγήσεις χαρακτηρίζονται από μια «φτωχή» περιγραφή και αδυναμία δημιουργίας εναλλακτικών   ιστοριών (White,1995, 2000). Τέλος τα νοήματα και ο σκοπός φαίνεται να κυριαρχούνται από τη σχέση με την ουσία.

Προκειμένου να επανέλθω στο αρχικό ερώτημα, τόσο ο εσωτερικός όσο και ο εξωτερικός διάλογος φαίνεται πως κατοικούν στις παρυφές της μονολογικής σχέσης με την ουσία. Η κυριαρχία της ουσίας είναι απόλυτη στο διάστημα που διαρκεί η επίδρασή της. Τα αποθέματα που βρίσκονται στις εσωτερικές φωνές οδηγούν τον εξαρτημένο σε μια διαδικασία προσπάθειας να ανασυνθέσει τις σχέσεις με το περιβάλλον και τους σημαντικούς άλλους, έστω και αν αυτό  μπορεί να απαιτεί την αποκαθήλωσή τους. Αυτή η προσπάθεια ανακόπτεται συχνά από τη διαδικασία της υποτροπής, που στη πραγματικότητα σημαίνει επιστροφή στην ασφάλεια που παρέχει η ουσία. Στη φάση που η απόφαση για τη διακοπή της χρήσης είναι ισχυρή ο εξαρτημένος θα ζητήσει βοήθεια είτε από θεραπευτικό πλαίσιο είτε από τους σημαντικούς άλλους.

2. Διαλογικότητα-εξάρτηση και θεραπεία

Στη διάρκεια μιας θεραπευτικής συνάντησης, όπως και σε κάθε διαλογική σχέση, ο εξωτερικός διάλογος που αναπτύσσεται τροφοδοτεί τον εσωτερικό και τις εσωτερικές φωνές με σκέψεις και συναισθήματα και αντίστροφα αυτά τροφοδοτούν τον εξωτερικό διάλογο. Η θεραπευτική συνομιλία αποτελεί κατεξοχήν διαλογική διαδικασία. Μέσω αυτής διαφοροποιείται ο ατομικός λόγος των συμμετεχόντων. Η υιοθέτηση μιας νέας γλώσσας είναι προϋπόθεση γι’ αυτή τη διαφοροποίηση και  ο λόγος που κατατίθεται, ενεργοποιεί τα συναισθήματα και ωθεί τους ανθρώπους στη δράση.

Ένα σημαντικό ζήτημα που τίθεται είναι με ποιο τρόπο μεταβιβάζονται τα λόγια των άλλων, με ποιο τρόπο  τα αφομοιώνουμε, σε ποιο βαθμό ο λόγος μας αποτελεί λόγο αντιγραφής και επανάληψης ή λόγο επαναδιατύπωσης.

Έχουμε αναφερθεί παλαιότερα  (Γκότσης, 2007), στη σχέση μεταξύ του εξαρτητικού λόγου και του αυταρχικού λόγου, ο οποίος δεν επιτρέπει το άνοιγμα στον διάλογο και τον εμπλουτισμό του νοήματος.

Ο εξαρτητικός λόγος παρά την αυταπάτη και τη φαντασίωση της ελευθερίας, καταργεί ουσιαστικά όχι τον κυρίαρχο και αυταρχικό λόγο των άλλων αλλά τον λόγο του υποκειμένου. Το φαντασιακό ερέθισμα της εξάρτησης είναι αυτό της απόλυτης ελευθερίας.

Στη πραγματικότητα αντί να επέλθει  η απελευθέρωση από τον αυταρχικό λόγο των άλλων και από τις οδυνηρές συνέπειες του καταναγκασμού που προκαλεί η αδυναμία να εκδηλωθεί με λόγο η επιθυμία, η ουσία θα εισβάλει τόσο στη συνείδηση του εξαρτημένου όσο και στην οργάνωση της καθημερινότητάς του  και δεν θα καταργήσει όπως αρχικά υποσχόταν τη δυναστεία του ψυχικού πόνου.

Το ζητούμενο στη θεραπεία των εξαρτήσεων, αλλά και συνολικότερα σε κάθε μορφή ψυχοθεραπείας, είναι με ποιο τρόπο θα αντιπαρατεθεί απέναντι στην κυριαρχία του αυταρχικού λόγου, ο «πειστικός» λόγος ( Μπαχτίν, 1941 ).

Ο πειστικός λόγος προϋποθέτει τον διάλογο μεταξύ δυο υποκειμένων, τα οποία θα αφεθούν σε μια ανοικτή διαλογική διαδικασία, ώστε να εμπλουτιστούν τόσο τα ατομικά όσο και τα συλλογικά νοήματα. Αυτή η διαδικασία παράλληλα με τον ανοικτό χαρακτήρα της εκθέτει το άτομο σε διαφορετικά αξιακά συστήματα και η προσπάθειά του να απελευθερωθεί από την κυριαρχία των εσωτερικευμένων άλλων αλλά και από την κυριαρχία των πραγματικών άλλων οδηγεί σε εσωτερικές αντιφάσεις.

Σε αυτή την κατάσταση των εσωτερικών αντιφάσεων τροφοδοτείται ένας εσωτερικός διάλογος ο οποίος είτε θα επιφέρει την επίλυση είτε θα εντείνει τις αντιφάσεις. Αυτή η συνύπαρξη αντιφάσεων και συγκρούσεων μπορεί να εμφανιστεί με δυο εκδοχές:

Στη πρώτη εκδοχή η αλληλουχία είναι η εξής:

Αντιφάσεις →  Συγκρούσεις →  Διαλογικότητα Εσωτερικών φωνών, Αλληλοτροφοδότηση Εσωτερικού-Εξωτερικού Διαλόγου →   Αναγνώριση Αντιφάσεων,  Αποδοχή Συγκρούσεων → Σύνθεση →  Επίλυση Συγκρούσεων, Μείωση Αντιφάσεων →  Διαχείριση Αντιφάσεων → Μείωση Δυσφορίας

Στη δεύτερη εκδοχή η αλληλουχία είναι :

 Αντιφάσεις →  Συγκρούσεις  →  Μονολογικότητα →  Άρνηση Αντιφάσεων, Περιθωριοποίηση των Συγκρούσεων →  Αύξηση των Αντιφάσεων →  Ένταση των Συγκρούσεων, χωρίς δυνατότητα διαχείρισης →  Εμφάνιση ή αύξηση  του συμπτώματος ως μέσου Επίλυσης των Συγκρούσεων

Καμιά από τις δυο εκδοχές δεν είναι γραμμική ή απόλυτη. Διαρκώς ενυπάρχουν οι πιθανότητες μια εκδοχή να διεισδύσει μέσα στην άλλη ή να υπάρχει ένα φάσμα ενδιάμεσων εκδοχών. Οι θεραπευόμενοι όταν ζουν στη δεύτερη εκδοχή εκφράζουν με δραματοποιήσεις ή με acting out  τις εσωτερικές φωνές που  δεν έχουν χώρο να εκφραστούν μέσα σε μια διαλογική  σχέση.

                   .

Σχήμα 2

Στο σχήμα 2, παρατηρούμε μια ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τον εσωτερικό μονόλογο στη χρήση, η οποία αφορά στην αναγνώριση των σημαντικών άλλων αλλά και στον ουσιαστικό διάλογο (εξωτερικό και εσωτερικό) που εμφανίζεται στο προσκήνιο.

Αυτό αρχίζει να συμβαίνει από τη στιγμή που αρχίζει να υφίσταται ένας εσωτερικός διάλογος μεταξύ των εσωτερικών φωνών του εξαρτημένου. Αυτός είναι δυνατό να  πυροδοτείται από τον εξωτερικό διάλογο με τους σημαντικούς άλλους και το περιβάλλον αλλά επίσης είναι πιθανό να έχει τις ρίζες του στην ενίσχυση των εσωτερικών φωνών που προσκαλούν στην αλλαγή και στο σχετίζεσθαι. Στη πραγματικότητα υπάρχει κυκλική  αλληλεπίδραση  και αλληλοτροφοδότηση των δυο διαλόγων.

Ο εξωτερικός διάλογος στην αρχική φάση της θεραπείας χρειάζεται, κατά την άποψή μου, να θέτει σε κεντρικό ρόλο την ουσία, με ένα τρόπο δηλαδή να προσωποποιεί την ουσία. Μέσα από τη διαδικασία της εξωτερίκευσης του προβλήματος, αυτό αποκτά φωνή, και μας δίνεται η δυνατότητα να εξερευνήσουμε όλες τις πλευρές της ζωής του ατόμου, τις οποίες επηρεάζει. Ο Har Man-kwong αναφέρεται στην έννοια του «πόθου» και στις «ανεπιθύμητες σκέψεις» που συνδέονται ή που προκαλούν τον πόθο για την ουσία, ο οποίος οδηγεί στην υποτροπή ( Har Mankwong, 2004). Αυτό που προτείνει ο Har Man-kwong  είναι  να δούμε αυτές τις δυο καταστάσεις ως διαφορετικές μεταξύ τους, με τις οποίες έχουμε τη δυνατότητα να ξεκινήσουμε ένα διάλογο και να συνομιλήσουμε με τη φωνή που εκπροσωπεί τον πόθο ως μια εξωτερική φωνή που επιβάλλεται και εισβάλλει στο μυαλό των ανθρώπων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε αυτή τη φάση, όπου έχει μειωθεί ο χώρος που καταλαμβάνει η ουσία αλλά οι εσωτερικές φωνές που σχετίζονται με αυτή εξακολουθούν να υπάρχουν. Η διαφορά με την προηγούμενη κατάσταση έγκειται στο γεγονός ότι σε αυτή τη φάση υπάρχει ανοικτό πεδίο για την εμφάνιση και άλλων εσωτερικών φωνών. Στη θεραπεία ο στόχος δεν είναι να καταδικαστούν στη σιωπή οι φωνές της χρήσης, αλλά να αποκαλυφθεί το «κρυφό» νόημα που εμπεριέχεται σε αυτές.

Μέσω της ανάπτυξης του διαλόγου με αυτές τις φωνές θα υπάρξει η δυνατότητα να  κατανοήσουμε τόσο εμείς όσο και ο εξαρτημένος τον τρόπο με τον οποίο  οι ανεπιθύμητες ή οι δυσάρεστες σκέψεις μεταβολίζονται σε επιθυμία και πόθο. Θα υπάρξει  επίσης η δυνατότητα μέσω της εξωτερίκευσης και της αξιοποίησης του πειστικού λόγου να τεθούν υπό διαπραγμάτευση τα όρια και η δυναμική της κυριαρχίας, καθώς δίπλα στις φωνές που ενισχύουν τον πόθο και την επιθυμία θα ξεδιπλωθούν οι επιπτώσεις της ουσίας, το πώς δηλαδή επηρεάζεται η ζωή, η καθημερινότητα και οι σχέσεις του θεραπευομένου. Παράλληλα με αυτό το διάλογο είναι σημαντικό να ξεκινήσει και η συνομιλία με τις φωνές της αλλαγής και να έρθουν στο προσκήνιο στιγμές που ο εξαρτημένος αντιστάθηκε και υπερνίκησε τις φωνές που ενίσχυαν τον πόθο.

Όσον αφορά στη ταυτότητα που διαμορφώνεται καθώς ο χρήστης αρχίζει να συμμετέχει στη θεραπευτική σχέση αλλά και στη συναλλαγή με τους σημαντικούς άλλους, αυτή μεταβάλλεται καθώς δίπλα στις εμπειρίες που έρχονται από το παρελθόν και από το παρόν της χρήσης, προστίθενται οι εμπειρίες από το βίωμα της θεραπευτικής σχέσης.

Επίσης μέσα από αυτό το βίωμα ενισχύονται οι αξίες που βρίσκονται σε αντίθεση  με αξίες που διαμορφώθηκαν στο περιβάλλον της ουσίας, ενώ τα συναισθήματα τα οποία ήταν μη αναγνωρίσιμα αρχίζουν πλέον να συμμετέχουν στο διάλογο που ξεδιπλώνεται.

Σημαντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι εγκαταλείπεται σταδιακά το βίωμα του εγώ  και εγκαθίσταται το βίωμα του εμείς (Βολοσίνοφ, 1929,) όσο και αν αυτά τα δυο συνυπάρχουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι σταδιακά το άτομο αποκτά συστημική αντίληψη του εαυτού, αντιλαμβάνεται δηλαδή ότι είναι ένας δρών συμμετέχων τόσο στη θεραπευτική σχέση με τους θεραπευτές και τα μέλη της θεραπευτικής του ομάδας όσο και στη σχέση του με τους σημαντικούς άλλους.

Σε αυτή τη φάση επίσης η ταυτότητα διαφοροποιείται στο βαθμό που τροποποιούνται οι  ατομικές κατασκευές και αρχίζουν να ξετυλίγονται εναλλακτικές αφηγήσεις που επιτρέπουν στο άτομο  να επανανοηματοδοτήσει την ιστορία του. Αυτό υποβοηθείται από το γεγονός ότι νέα κοινωνικά νοήματα αναδύονται μέσω της συγκατασκευής μιας νέας πραγματικότητας, όπως αυτή συμβαίνει στη διάρκεια του εδώ και τώρα της θεραπευτικής σχέσης. Μέσω της ανάδυσης αυτών των νέων κοινωνικών νοημάτων τροποποιούνται  τέλος τα ατομικά νοήματα και ο σκοπός.

Προκειμένου να υπάρξει η αναγνώριση των  εσωτερικευμένων σημαντικών άλλων και να έρθει στο φως ο διάλογος μεταξύ των εσωτερικών φωνών, αξιοποιούμε διάφορα θεραπευτικά εργαλεία. Η συνέντευξη με τον εσωτερικευμένο άλλο (Karl Tomm, Pare 2001), ο εσωτερικός πολυφωνικός διάλογος και η συνομιλία με τους σημαντικούς άλλους μέσω της «γενεαλογίας των εσωτερικών φωνών» (Γκότσης, υπό δημοσίευση), οι ομάδες αναστοχασμού,  οι συνεντεύξεις των «άλλων εαυτών»  μέσα από καθρέπτη είναι ορισμένα από αυτά.

Συμπέρασμα

Η θεραπευτική σχέση αποτελεί εκ προοιμίου διαλογική σχέση, εφόσον ο θεραπευτής συμμετέχει μέσα από ενεργητική θέση συνομιλητή, ο οποίος ανοίγει το πεδίο σε νέες εναλλακτικές ιστορίες. Ο διάλογος που διεξάγεται μεταξύ του θεραπευτή και του θεραπευομένου είναι πολυφωνικός από τη στιγμή που ο θεραπευτής αφήνει ανοικτό το πεδίο να εξελιχθεί και ο ίδιος, υιοθετεί δηλαδή μια θέση μη γνωρίζοντος (Anderson, Goolishian 1992, Rober 2005). Καθώς ο θεραπευτής συμμετέχει στο διάλογο με τις δικές του εσωτερικές φωνές, αυτό σημαίνει πως αφήνει ανοικτό το πεδίο να εισέλθουν στην εσωτερική του συνομιλία τα νοήματα και οι αξίες του θεραπευομένου.

Αξιοποιώντας τη θέση του Μπαχτίν για τη πολυφωνία και τη διαλογικότητα, η αποδοχή μιας θεραπευτικής στάσης που ενστερνίζεται την πολυφωνική φύση της ταυτότητας αλλά και την αναγκαιότητα του διαλόγου τόσο μεταξύ των εσωτερικών φωνών όσο και μεταξύ του εγώ και του εξωτερικού περιβάλλοντος έχει ως στόχο την απελευθέρωση των εσωτερικών  φωνών, που είναι εκ φύσεως πολυφωνικές.

Η απελευθέρωση των εσωτερικών φωνών προϋποθέτει τη διαλεκτική σύγκρουση μεταξύ τους, όχι ως μια διαδικασία αντιπαράθεσης αλλά ως μέσο για την εγκαθίδρυση της πολυφωνικής ταυτότητας, η οποία θα παραμένει ανοικτή και δεκτική στο αιώνιο παιχνίδι του διαλόγου. Ούτως ή άλλως όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά και όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Μ. Μπαχτίν:

« Δεν υπάρχει ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία λέξη και δεν υπάρχουν όρια  για ένα διαλογικό πλαίσιο (που εκτείνεται σε ένα ατελείωτο παρελθόν και τείνει σε ένα μέλλον το ίδιο ατελείωτο)… Δεν υπάρχει τίποτα νεκρό με ένα απόλυτο τρόπο: κάθε σημασία θα έχει τη γιορτή της ανάστασής της (Μετάφραση: Αλεξίου Β. Πρόλογος στο Βολοσίνοφ Β., σελ.44 ελλ. μετ. 1998.)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Anderson H., Goolishian H. (1992). The Client is the Expert: a Not Knowing Approach to Therapy (σελ. 25-39). In S.McNamme and K.Gergen (Ed.) Therapy as a social construction. London: Sage Publications.
  2. Anderson H., Goolishian H. (1988 ) (2004). Τα ανθρώπινα Συστήματα ως Γλωσσικά Συστήματα. Ζήσης Τ. (Μεταφ.). Μετάλογος 2004, τεύχος  6, 75-110.
  3. Anderson H(2005). Myths About “Non-Knowing” Family Process, vol. 44,4,2005,497-504
  4. Bakhtin (1929)(2000).Ζητήματα Ποιητικής Στο Ντοστογιέφσκι. Ιωαννίδου Α.(Μεταφ.). Αθήνα: Πλέθρον 2000.
  5. Baktin  (1941) (1995) . Έπος και Μυθιστόρημα. Κιουρτάκης Ι. (Μεταφ.). Αθήνα:Πόλις 1995.
  6. Baktin (1975) (1980) .Προβλήματα αισθητικής και λογοτεχνίας. Γ. Σπανός (Μετάφ.). Αθήνα: Πλέθρον 1980.
  7. Bakhtin, M.M. (1981) The Dialogical Imagination. Edited by M. Holquist, trans. by C. Emerson and M. Holquist. Austin, Tx: University of Texas Press
  8.  H. Berger P, Luckmann   T. (1966)(2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας. Κ. Αθανασίου (Μεταφ.). Αθήνα: νήσος 2003.
  9. Βολοσίνοφ Β. (1929)(1998). Μαρξισμός και φιλοσοφία της γλώσσας. Αλεξίου Β. (Μεταφ.). Αθήνα: Παπαζήση 1998.
  10. Bruner J. (1997). Πράξεις Νοήματος. Ρόκου Η.- Καλομοίρης Γ. (Μεταφ.).Αθήνα : Ελληνικά Γράμματα 1997
  11. Bruner J. (2002)(2004). Δημιουργώντας Ιστορίες. Τσούρτου Β. ,Πολυδάκη Κ., Κουγιουμτζάκης Ι.  (Μεταφ.).Αθήνα : Ελληνικά Γράμματα  2004.
  12. Γκότσης Η (2004) Μονάδα Εφήβων Ατραπός: Μία Συστημική Πρόταση στη Θεραπεία Εξαρτήσεων. Μετάλογος 2004, 6,17-35
  13. Γκότσης Η (2006) Εφηβεία και χρήση ουσιών στη σύγχρονη πραγματικότητα. Εισήγηση στηνημερίδα που διοργάνωσε η Ελληνική Εταιρία  Συμβουλευτικής με θέμα «Η εξάρτηση στον 21ο αιώνα». Αθήνα 11/11/2006
  14. Γκότσης Η (2007 ). Ο διάλογος και η πολυφωνία, μέσω της αναστοχαστικής διαδικασίας, ως αντίβαρο στον «εξαρτητικό λόγο (υπό δημοσίευση στα πρακτικά). Ανακοίνωση στο Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο : Προοπτικές και όρια της διαλογικότητας στον Mikhail Bakhtin. Εφαρμογές στην ψυχολογία, την τέχνη, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. 25-27/5/2007,  Ρέθυμνο
  15. Dufva H. (1998) From ’Psycholinguistics’ to a Dialogical Psychology of Language: Aspectsof the Inner Discourse(s) in : Dialogues on Bakhtin: Interdisciplinary Readings Edited by:Mika Lähteenmäki Hannele Dufva University of Jyväskylä, Centre for Applied Language Studies 1998
  16. Gergen K.J (1997). Ο κορεσμένος εαυτός. Α. Ζώτος (Μετάφ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 1997.
  17. Gergen K.J (2006). The Renational Self in Historical Contex. International Journal for Dialogical Science. Vol. 1, No. 1, 119-124
  18. Gergen K.J (1997)(1997). Ο κορεσμένος εαυτός. Α. Ζώτος (Μετάφ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 1997.
  19. Gofman. E. (1959), ((2006). Η παρουσίαση του εαυτού  στη καθημερινή ζωή. Γκόφρα .Μ. (Μετάφ.). Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
  20. Hermans, H. J. M. (2001). The dialogical self: toward a theory of personal and cultural positioning. Culture & Psychology, 7, 243-281
  21. Hoffman L. (2002(2006)).Οικογενειακή Θεραπεία. Μια προσωπική ιστορία. Γαμβουλά Κ., Σαμαρά Ε. ( Μεταφ.) University Studio Press. Θεσσαλονίκη 2006.
  22. Har Man-kwong (2004) Overcoming craving: The use of narrative practices in breaking drug habits International Journal of Narrative Therapy and Community Work 2004 #1 Adelaide: Dulwich Centre Publications.
  23. Lye J: M. Bakhtin on Language. . Δικτυακός τόπος: wwwbrockuaCa
  24. Καρατσινίδου Χ.(2005) Η αναγέννηση του Νοήματος. Ο Μιχαήλ Μπαχτίν και η σύγχρονη πολιτισμική θεωρία. Αθήνα . Ίνδικτος 2005
  25. Κιουρτσάκης Γ(1980). Πρόλογος στο Μ. Μπαχτίν Έπος και Μυθιστόρημα Κιουρτάκης Ι. (Μεταφ.). Αθήνα:Πόλις 1995.
  26. Λώλης Κώστας 2006. Το Ηπειρώτικο Πολυφωνικό τραγούδι. Ιδιωτική έκδοση. Ιωάννινα  2006
  27. Leiman Mikael  (1998) Words as Intersubjective Mediators in Psychotherapeutic Discourse: ThePresence of Hidden Voices in Patient Utterances in : Dialogues on Bakhtin: Interdisciplinary Readings Edited by:Mika Lähteenmäki Hannele Dufva University of Jyväskylä, Centre for Applied Language Studies 1998
  28. Lysack, M. (2002). From Monologue to Dialogue in Families: Internalized Other Interviewing and Mikhail Bakhtin. Sciences pastorales/Pastoral Sciences, 21(2), 219-244.
  29. Markova I. (2006), On the “Inner Alter” in Dialogue. International Journal for Dialogical Science. Vol. 1, No. 1, 125-147
  30. Μάτσα Κατερίνα.(2001) Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές, Το αίνιγμα της τοξικομανίας. Αθήνα: Άγρα 2001
  31. Olievenstein G.1987)(2004). Το Μη Λεχθέν των Συναισθημάτων. Παραδέλη Μ. (Μεταφ.). Αθήνα:Κέδρος
  32. Paré D.A and Lysack,M. (2006) Exploring inner dialogue in counsellor education. Canadian Journal of Counselling 40 (3), 131- 144.
  33. Paré, D.A. (2001) Crossing the Divide: The Therapeutic use of internalized other interviewing. Journal of Activities in Psychotherapy Practice 1(4), pp. 21-28.
  34. Paré D. and Lysack. Μ. (2004) The Willow and the Oak: From Monologue to Dialogue in the Scaffolding of Therapeutic Conversations First Published in Journal of Systemic Therapies 23(1), Spring, 2004 pp. 6 – 20
  35. Rober P. 1999. The Therapist’s Inner Conversation in Family Therapy Practice, vol. 38, 209-228.
  36. Rober P. 2005 Constructive Hypothesizing, Dialogic Understanding and the therapist’s inner conversation. Some ideas aboyut knowing and not knowing in the family therapy session  Published in Journal of Marital and Family Therapy, 28 (2005), 467-478
  37. Fishbane DeKoven Mona(1991).  Relational Narratives of the Self Family Process vol.40,3 pp. 273-291,
  38. Fredman G. (2004) Transforming Emotion. Conversations in Counselling and Psychotherapy. London. Whurr Publishers2004
  39. Salgado João (2006)  Thought as dialogue a comment on Markova International Journal for Dialogical Science Spring 2006. Vol. 1, No. 1, 149-154
  40. Seikulla  J. (2003).Dialogue is the change: Understanding Psycotherapy as a Semiotic Process of Bakhtin, voloshinof and Vygotsky. Human Systems: The journal of systemic consultation and management, vol. 14,2, 2003,83-94
  41. Seikulla  J.(2005). Healing Elements of Therapeutic Conversation Dialogue as an Embodiment of   Love. Family Process, vol. 44, 4, 2005, 461-475
  42. Shotter J.(2000) Inside dialogic realities: From an abstract- systematic to a participatory- holistic understanding of communication. Southern Communication Journal, vol 65, 2000, p.p. 119-132
  43. Shotter J. and Billing M. (1998). A Bakhtinian psychology: From out of the heads of individuals and into the dialogues between them. In M. Mayerfeld Bell and M. Gardiner (Eds.) Bakhtin and the Human Sciences: No Last Words. London and Thousand Oaks, CA: Sage Publications, pp.13-29.
  44. Shoterr J. (1992). Bakhtin and Billing :Monological versus Dialogical practices. In American Behavioral Scientist, 36(1), pp.8-12,
  45. Δ.Τζιόβας (2000): επίμετρο στο Ζητήματα Ποιητικής του Ντοστογιέφσκι,  σελ. 471. Ζητήματα Ποιητικής Στο Ντοστογιέφσκι. Ιωαννίδου Α.(Μεταφ.). Αθήνα: Πλέθρον 2000.
  46. White M. (2000) Reflecting Teamwork as Definitional Ceremony revisited 
    Chapter 4 from: White, M. 2000:  Reflections on Narrative Practice: Essays and Interviews. Adelaide: Dulwich Centre Publications.
  47. White M. (1995) Reflecting Teamwork as Definitional Ceremony
    Chapter 7 from:.: White, M. 1995:  Re-Authoring Lives: Interviews and Essays. Adelaide: Dulwich Centre Publications

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *