Κρίση και Μετασχηματισμοί: Δέκα διάλογοι για το νόημα, τη (ψυχο)θεραπεία και τη ζωή

αποσπασματα από το διάλογο με τον Δ. Καραγιάννη

πρώτο απόσπασμα:

Ηλ. Γ.: Ήθελα να κάνω ένα μικρό σχόλιο σε όσα είπες, γιατί θεωρώ πολύ σημαντικό να τα συνδέσουμε με  αυτό που λέει ο Αριστοτέλης  για το σκοπό. Θέτεις την έννοια του τέλους, του σκοπού δηλαδή, αλλά νομίζω ότι ο  Αριστοτέληςαντιλαμβάνεται το σκοπό ως ανολοκλήρωτο. Λέει ότι πάντοτε βαδίζουμε προς τα εκεί και όταν ακουμπάμε το τέλος, ξαναδημιουργούμε πάλι προοπτική. Μου θυμίζει επίσης την ιδέα που αναδεικνύει ένας άλλος πολύ σπουδαίος φιλόσοφος, ο  John Dewey, ο οποίος γράφει πως το λιμάνι είναι πάντα μια αφετηρία και όχι το τέλος του ταξιδιού.

Δ. Κ.: Κατά συνέπεια, ζωή χωρίς κρίσεις είναι καράβι αραγμένο μόνιμα στο λιμάνι.

Ηλ. Γ.: Βέβαια, γιατί η κρίση μάς προσκαλεί σε ένα ταξίδι. 

Δ. Κ.: Κάθε ταξίδι έχει κρίση.

Άν. Κ.: Γιατί, όμως, οι άνθρωποι έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη για σταθερότητα; Συνομιλώντας με συναδέλφους, διαπιστώνω ότι η πλειονότητα στο δικό μας χώρο είμαστε πιο εξοικειωμένοι με την αβεβαιότητα και την έλλειψη σταθερότητας ή τη θεωρούμε κάτι δεδομένο. Αλλά νομίζω ότι για τους περισσότερους ανθρώπους δεν είναι έτσι.

Δ. Κ.: Ο κίνδυνος ενυπάρχει και στις δύο πλευρές: Στη μια, υφίσταται η αναφορά στη βεβαιότητα, αλλά με τη μορφή της ακαμψίας. Ζητείται η δομή, αλλά χωρίς τη ροή, χωρίς τη δυναμική της ύπαρξης του καινούργιου. Αυτή τελικά δεν είναι η αναζήτηση της βεβαιότητας, αλλά η ισοπέδωση. Στην άλλη πλευρά, υπάρχει η μεταμοντέρνα διαστροφή του Αριστοτέλη, που, για μένα, αυτήν τη στιγμή είναι επικίνδυνη, αφού εκεί η ρευστότητα γίνεται αυτοσκοπός.

Η δική μου επιλογή ως προς τη ζωή εκφράζεται στα αέρινα σύγχρονα κτίρια, τα οποία μοιάζουν να μη στηρίζονται πουθενά και, όμως, κρύβουν μια απαιτητική, μελετημένη δομή από κάτω. Έχουν τέτοιες στατικές μελέτες, ώστε μπορούν να εξασφαλίζουν την πιο μεγάλη ρευστότητα, το κτίριο να κινείται, να πάλλεται και όμως να μην κινδυνεύει να γκρεμιστεί. Αυτό είναι και το ζητούμενο στη ζωή μας, κατ’ εμέ.

Εμείς οι συστημικοί πριν 30-40 χρόνια εισαγάγαμε στην ψυχοθεραπεία, και όχι μόνο, την έννοια του «μεταμοντέρνου», με τη σημασία των πολλαπλών αληθειών, των πολλαπλών αφηγήσεων. Όμως, στο παρόν αναδύεται ένας επιστημονικός λαϊκισμός εν ονόματι του μεταμοντέρνου, ο οποίος θέτει με πολλή σιγουριά την πλήρη ρευστότητα στα πάντα, όχι ως αναζήτηση της αλήθειας αλλά ως απόλυτη θέση. Σε αυτό το σημείο κινδυνεύουμε να χάσουμε την ανθρώπινη υπόστασή μας.

Αν προ 40 ετών με απασχολούσε η αναζήτηση των ρωγμών, από όπου θα εισχωρούσε η αμφισβήτηση του απόλυτου, που πια έχει επικρατήσει, τώρα, αυτήν τη στιγμή, με διακατέχει η αμφισβήτηση της αμφισβήτησης. Με άλλα λόγια, αναρωτιέμαι για τις συνέπειες της μετανεωτερικότητας πάνω στη γενιά που μεγαλώνει σε αυτές τις συνθήκες του απόλυτου δόγματος του μεταμοντέρνου, της απόλυτης ρευστότητας.

Ηλ. Γ.: Εκτιμάς ότι αυτή η γενιά δεν έχει ισχυρή σύνδεση με το παρελθόν;

Δ. Κ.: Δεν έχει, διότι αμφισβητούνται όλα τα αξιακά συστήματα, τα πάντα τίθενται σε αμφιβολία και γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί αυτό το απόλυτα ανερμάτιστο δόγμα —το ονομάζω έτσι και παίρνω την ευθύνη γι’ αυτό που λέω— που υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία αλήθεια. Την ίδια ώρα που λένε ότι καμία αλήθεια δεν ισχύει, όμως, αυτό το θεωρούν την απόλυτη αλήθεια και το καταγράφουν χωρίς να το ερμηνεύουν, χωρίς να το στηρίζουν. Είναι δόγμα. Όσο δόγμα θα ήταν η πιο άκαμπτη αλήθεια, το ίδιο άκαμπτο δόγμα είναι ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια.

Η δική μου θεώρηση είναι ότι η αλήθεια υφίσταται, αλλά ποτέ κανείς μας δεν θα τη βρει ολόκληρη, ποτέ κανείς μας δεν θα μπορέσει να την περιβάλει, γιατί μας υπερβαίνει. Αυτή η αλήθεια απαιτεί συλλογικότητα, απαιτεί αυτές τις διαφορετικές θεάσεις που έχει καθένας μας, όχι μόνο σε συλλογικότητες σημερινές, αλλά και στο διάβα του χρόνου, καθώς η αλήθεια είναι άθλημα συλλογικό, σκυταλοδρομία της ανθρωπότητας. Αυτό που σήμερα μπορούμε και κατανοούμε το χρωστάμε και στις κατανοήσεις των προηγούμενων γενιών και αφήνουμε το περιθώριο και στις επόμενες να διευρύνουν την αλήθεια μας, άλλα όχι να ακυρώσουμε την αναζήτησή της.

Ηλ. Γ.: Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό που λες ως προς το εξής: Σκεφτόμουν ότι εγώ είμαι πιο κοντά στο μετανεωτερικό απ’ ό,τι εσύ, αλλά για μένα το μετανεωτερικό δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς τη σύνδεση με την παράδοση, χωρίς την επίγνωση πως ό,τι ζούμε συμβαίνει μέσα σε ένα ιστορικό συνεχές. Έτσι, αυτό που υποστηρίζεις είναι ουσιαστικά ότι καθώς προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις αλλαγές, τις πολλαπλές αλήθειες, τις κρίσεις που εμφανίζονται, οδηγούμαστε σε μια συλλογική αμφισβήτηση, κατά την οποία αποσυνδεόμαστε εσωτερικά από τις σταθερές αξίες μας. Όμως υπάρχουν τέτοιες. Για μένα, λ.χ., ένα σημαντικό εσωτερικό κέντρο είναι η ηθική· είναι η έννοια της «ανθρωπινότητας», έννοια του Μορέν από την οποία γοητεύομαι. Θεωρώ ότι συνιστά μια ηθική βάση η ανθρωπινότητα.

Δ. Κ.: Είναι μια σταθερά στο αξιακό σύστημα.

Ηλ. Γ.: Αν έχουμε, λοιπόν, την αίσθηση, ότι υπάρχει ένα αξιακό σύστημα, είμαστε ικανοί να αφεθούμε στη ροή ή στην αβεβαιότητα. Αν όχι, μπορεί η ρευστότητα να καταστεί κινούμενη άμμος.

Δ. Κ.: Συμφωνώ. Έχεις θέσει μια βάση, την ανθρωπινότητα, ότι είναι σημαντική η ύπαρξη του ανθρώπου, η οποία είναι εκ των ων ουκ άνευ. Ωστόσο, δεν είμαι μακριά και ξένος ως προς τη μετανεωτερικότητα —αφού με αυτήν ξεκίνησα—, αλλά με τη διαστροφή της, που παρήγαγε το politicallly correct. Σήμερα, εν ονόματι της μετανεωτερικότητας χτυπιέται και αυτή η ανθρώπινη σημαντικότητα, ό,τι εσύ αποκαλείς «ανθρωπινότητα». Αμφισβητείται η σημαντική αναφορά στον άνθρωπο ως μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη.

Πράγματι, αν, λ.χ., υποστηρίζουμε ότι η ανόργανη ύλη, η πέτρα, είναι της ίδιας σημαντικότητας με τον άνθρωπο, ακυρώνουμε την έννοια του ανθρώπου ως διαφοροποιημένης οντολογικής ύπαρξης. Ίσως αυτό να μοιάζει επαναστατικό, καθώς καλούμαστε να σεβαστούμε το υλικό στοιχείο, που αλίμονο αν δεν το σεβόμαστε, αν δεν έχουμε τη δυνατότητα να «αφουγκραστούμε και να μιλήσουμε» με την πέτρα και αν δεν μας «μιλήσει» η πέτρα! Αλίμονο, όμως, και αν χάσουμε τη δυνατότητα να διαφοροποιήσουμε τον άνθρωπο από το ανόργανο στοιχείο! Ό,τι θα καταφέρουμε δεν θα είναι ο σεβασμός στο υλικό φυσικό στοιχείο, αλλά η απώλεια της ανθρωπινότητάς μας· θα είναι η κυριαρχία του ρομποτοποιημένου ψηφιακού συστήματος στη ζωή μας, που θα υποτιμήσει την ανθρώπινη υπόστασή μας.

δεύτερο απόσπασμα

Ηλ. Γ.: Είναι μια επαφή με τον εαυτό μας, όμως, η εμπειρία να εργαζόμαστε ως θεραπευτές. Πιστεύω πως όταν δουλεύουμε θεραπευτικά με ανθρώπους, συνδεόμαστε με τον εαυτό μας. Ακούμε δικές μας φωνές μέσα από τις δικές τους.

Αν. Κ.: Και κάτι παραπάνω ίσως από δικές μας φωνές, γιατί θεωρώ ότι οι άνθρωποι μας κάνουν το δώρο να πορευόμαστε μαζί σε ένα πολύ προσωπικό τους ταξίδι. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλά επαγγέλματα που να έχεις αυτό το δώρο της ζωής.

Δ. Κ.: Ναι, Άννα. Είμαι ευγνώμων για όλους αυτούς που επέτρεψαν να μπω στη ζωή τους και να μοιραστούν μαζί μου τους πόνους τους, αλλά και να μου χαρίσουν τις υπερβάσεις τους.

Ηλ. Γ.: Εγώ, επίσης, σκέφτομαι ότι πολλές φορές οι άνθρωποι αυτοί μου έχουν δείξει ότι το όριό μου είναι στενό και ότι χρειάζεται να δουλέψω πολύ με τον εαυτό μου ακόμα, για να καταφέρω να υποδεχθώ την εμπειρία τους.

Αν. Κ.: Εννοείς ότι μας προσκαλούν σε διαρκή διεύρυνση;

Ηλ. Γ.: Βέβαια. Με μια έννοια μου δείχνουν την προσωπική μου κρίση.

Δ. Κ.: Σωστά. Επανερχόμενος στο θέμα μας, ξαναλέω ότι, όπως σε συλλογικό επίπεδο επικράτησε, λόγω του λαϊκισμού, η παραίτηση από την προσωπική ευθύνη, με τον ίδιο τρόπο έχει προκύψει και σε ατομικό επίπεδο εν ονόματι της ψυχανάλυσης ή ακόμη και της συστημικής θεώρησης, μια παραίτηση από την ανάληψη της ευθύνης στις προσωπικές σχέσεις.

Ένα σχετικό παράδειγμα είναι το εξής: Επειδή, 40 χρόνια πριν, εργαστήκαμε με στόχο να σταματήσει η εστίαση στον ταυτοποιημένο ασθενή και η καταγραφή των παιδιών ως προβληματικών,  επισημαίνονταςθέτοντας την ευθύνη των γονιών στην ανατροφή τους, φτάσαμε στον αφόρητο επιστημονικό λαϊκισμό ότι για όλα φταίνε οι γονείς και η οικογένεια. Ως αποτέλεσμα, έρχονται τώρα 45χρονοι, 50χρονοι, 60χρονοι και, αντί να πάρουν την ευθύνη της δικής τους ζωής, θέλουν να ανατρέχουν διαρκώς στα πραγματικά ή στα φαντασιωτικά τραύματα της παιδικής τους ηλικίας. Ζητούν άλλοθι για τις δικές τους ανεπάρκειες, κατηγορώντας τους γονείς τους. Δεν συνειδητοποιούν ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που εκείνοι αρνήθηκαν να αποκτήσουν παιδί και να αναλάβουν τη φροντίδα του ή φέρονται με πολύ χειρότερο κακοποιητικό τρόπο στο παιδί τους εν ονόματι των δικών τους τραυμάτων.

 Αυτή η αποποίηση της προσωπικής ευθύνης εν ονόματι δήθεν της ψυχοθεραπείας είναι που γεννά πολλά καινούργια προβλήματα.

Ηλ. Γ.: Θεωρείς την ευθύνη αποκομμένη από τη σχέση και το διάλογο; Στη δική μου οπτική, η ευθύνη είναι πάντοτε σχεσιακή και διαλογική. Είμαι πάντοτε υπόλογος για το πώς τοποθετούμαι μέσα σε μια σχέση. Για παράδειγμα, αυτή την περίοδο γίνεται μεγάλη συζήτηση για το αν φοράμε μάσκες, αν τηρούμε τα μέτρα κ.λπ. Αυτή η συζήτηση εστιάζει στην ατομική ευθύνη. Κατά βάση, όμως, δεν πρόκειται για ατομική ευθύνη αλλά για σχεσιακή.  Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι οι άνθρωποι που δεν έχουν μάθει ουσιαστικά να φροντίζουν τον εαυτό τους και τις σχέσεις τους, μπορεί να συμπεριφερθούν με μεγαλύτερο βαθμό ανευθυνότητας σε μια κρίση. Σημαίνει πως είμαι υποχρεωμένος  να προστατέψω και να φροντίσω όχι μόνο τον εαυτό μου αλλά και τον συνάνθρωπό μου. Εκτιμώ πως αν αναλάβω την ευθύνη μου για σένα, αυτό θα επιστρέφει μέσα από τη σχέση σε μένα. Πρόκειται για κυκλική εμπειρία και ίσως δεν μαθαίνουμε στα παιδιά  πως να παίρνουν την ευθύνη μέσα στη σχέση.

Δ. Κ.: Υπέροχα! Ξέρεις κάτι; Όλα αυτά που κουβεντιάζουμε οδήγησαν εμένα και τη γυναίκα μου να δημιουργήσουμε στην «Αντίστιξη» την «Υπαρξιακή Συστημική Θεώρηση». Θέλω να πω ότι συστημικό ήταν το ξεκίνημά μας στο χώρο της ψυχοθεραπείας, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να συναντήσουμε και τους εαυτούς μας και τις βάσεις μας και την προσωπική μας ιστορία και να μην προδώσουμε και τον έφηβο εαυτό που ήμασταν κάποτε  με τις υπαρξιακές αναζητήσεις μας. Έτσι, οδηγηθήκαμε στην Υπαρξιακή Συστημική, η οποία δεν τοποθετεί πια απλώς το άτομο στη σχέση, θέτει την έννοια του προσώπου, που σαφώς είναι πολύ σημαντική. Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι η πεμπτουσία του σχεσιακού, αφού δηλώνει ότι δεν υπάρχει κανείς έξω από τις σχέσεις —εκεί όπου, καθώς είπες, χτίζεται ο εαυτός μας—, και ταυτόχρονα επισημαίνει την ευθύνη των επιλογών του σχετίζεσθαι. Με άλλα λόγια, υποστηρίζουμε ότι από τη στιγμή που αποδεχόμαστε πως το πρόσωπό μας οικοδομείται μέσα σ’ αυτήν τη διαλεκτική σχέση με τον άλλον, αποτελεί και προσωπική μας ευθύνη ποιον διαλέγουμε για να σχετιστούμε.

Ηλ. Γ.: Φαντάζομαι ότι μέρος της ευθύνης αποτελεί και το ποιες πτυχές του εαυτού μας φέρνουμε στο προσκήνιο.

Δ. Κ.: Ας παρουμε ως παράδειγμα, από το χώρο της ψυχοθεραπεία  την επιλογή του θεραπευτικού μοντέλου, του θεραπευτή ή του τρόπου συσχέτισης μαζί του εκ μέρους των ανθρώπων. Όποιοι διαλέξουν επιφανειακούς συμβούλους για θεραπευτές τους, φέρουν ευθύνη; Η απάντησή μου είναι καταφατική. Γίνονται συνένοχοι της επιφανειακότητάς τους. Το ποιον διαλέγεις για να σχετιστείς, το ποιον επιλέγεις για να επηρεαστείς, είναι και προσωπική ευθύνη, η οποία προηγείται και του επηρεασμού που θα έχεις.

Υπάρχει αυτό το αλληλένδετο ανάμεσα στο ποιος είμαι από πριν, ως δοσμένη ταυτότητα, στο με ποιον διαλέγω να σχετιστώ, στο πώς επιτρέπω αυτή η σχέση να επηρεάσει τη διαμόρφωση  της ταυτότητάς μου και στο αν επιλέγω να θέσω φίλτρα στους επηρεασμούς που θα δεχτώ.

Επομένως, η απαιτητική προάσπιση της ελευθερίας επιτρέπει όχι απλώς την ενεργητική ανάδειξη των διαφορετικών  πλευρών του εαυτού μας αλλά και  τη συνειδητή απαρτίωση τους. Δηλαδή, την ανάδειξη του εαυτού μας εν αυτοσυνειδησία.

Αν. Κ.: Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Ηλ. Γ.: Νομίζω —και διόρθωσέ με, άμα κάνω λάθος—, ότι έχεις χρησιμοποιήσει σε διάφορα σημεία του λόγου σου την έννοια της προθετικότητας και του κινήτρου. Σαν να λες: Εγώ επιλέγω στη ζωή μου με βάση μια  συγκεκριμμένη κάθε φορά πρόθεση και με ένα κίνητρο, ασκώντας  την ελεύθερη βούληση μου.

Δ. Κ.: Συμφωνώ. Παρότι δεχόμαστε ότι υπάρχει επηρεασμός από τα δοσμένα μας, υπάρχουν περιορισμοί που τους έχουμε αποδεχτεί μόνο και μόνο επειδή γεννηθήκαμε σε συγκεκριμένο τόπο, από συγκεκριμένους ανθρώπους και σε συγκεκριμένη εποχή. Όλα αυτά είναι περιορισμοί της ελευθερίας μας. Υφίσταμαι περιορισμούς στο τι στόχους θα βάλω. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και η ευθύνη απέναντι στον εαυτό μου, να μην καθοριστώ μόνο από τα δοσμένα μου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απαιτείται η αυτογνωσία: Να καταφέρω να γνωρίζω και το σκοτεινό εαυτό μου, να ξέρω τις ενορμήσεις μου, τα ένστικτά μου, τα απωθημένα μου, τις φοβίες μου, όλα αυτά που, αν αρνηθώ να τα επεξεργαστώ, περιορίζουν την ελευθερία μου.

Επομένως, έχουμε άπειρους περιορισμούς της ελευθερίας μας, γιατί αυτή δεν αφορά μόνο σε κάποιες επιμέρους επιλογές. Είναι εντελώς διαφορετικό να αποφασίζω μεταξύ προκαθορισμένων επιλογών, π.χ., ποιο τηλεοπτικό κανάλι θα παρακολουθήσω από τα 70 διαθέσιμα, και διαφορετικό να είμαι ουσιαστικά ελεύθερος. Πολύ λίγες στιγμές της ζωής τους κάποιοι από εμάς θα τολμήσουν να συναντήσουν την ελευθερία. Πραγματικά, χρειάζεται το θάρρος της ύπαρξης, για να αναμετρηθείς με την υπαρξιακή αγωνία που συνεπάγεται η υπεράσπιση της αυθεντικής ελευθερίας.

Η αγωνία είναι το συναίσθημα που αντιστοιχεί στην επιλογή της ελευθερίας. Είναι διαφορετική από το φόβο, γιατί αυτός αφορά την αίσθηση ενός κινδύνου που σε πλησιάζει και εσύ αναζητείς πώς θα αμυνθείς, ενώ η αγωνία της ελευθερίας δημιουργείται ως συνειδητή απόφαση να εισέλθεις σε αχαρτογράφητες για σένα περιοχές. Κατά συνέπεια, αυτή η ευθύνη μπροστά στο ανεξερεύνητο, που εγώ επιλέγω, μου παράγει την αγωνία.

Πιστεύω πως ελάχιστες φορές στη ζωή μας βρισκόμαστε σε γνήσιες στιγμές ελευθερίας: είναι τότε που ο ιδρώτας στάζει πραγματικά από το μέτωπό μας, γιατί γνωρίζουμε ότι φεύγουμε από τα δοσμένα και τις σταθερές μας.

Εκεί απαιτούνται οι υπερβάσεις. Αυτό επιτρέπει, εάν θέτεις στόχους και είσαι προσανατολισμένος προς το μέλλον, να ξεφύγεις από το δοσμένο εαυτό σου, από τη προκαθορισμένη σου ταυτότητα.

Ηλ. Γ.: Άννα, πολύ συχνά αναφέρεσαι στην τεράστια σημασία αυτού που στην ψυχοθεραπεία ονομάζουμε «Θέση-Εγώ», δηλαδή να αναγνωρίσω ποιος είμαι μου  για να μπορέσω μετά να κάνω τη μετάβαση προς το εμείς με ουσιαστικό τρόπο. Με άλλα λόγια, για να καταφέρω να δημιουργήσω ένα τοπίο υποδοχής της συνάντησης με τον άλλον, έχει σημασία να τοποθετηθώ πρώτα εγώ σε αυτό το τοπίο, ώστε να  μπορέσουν  να έρθουν και οι άλλοι μέσα σε αυτό.

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *