10 Διάλογοι με τους Δόμνα Βεντουράτου, Δημήτρη Καραγιάννη, Χάρις Κατάκη, Θωμά Μαυροφίδη, Κατερίνα Μάτσα, Σάββα Μιχαήλ,Φρόσω Μουρελή, Γκλυκερία Μπασδέκη, Δημήτρη Παπανικολάου, Πέτρο Πολυχρόνη, , Χριστίνα Φοίβη. Με την ενεργητική συμμετοχή και συνεχή υποστήριξη της ‘Άννα Κιαπόκα και τις σπουδαίες συνδέσεις και αντανακλάσεις της Βάσως Παπαδιώτη. Το βιβλίο βασίστηκε σε μια προσπάθεια να απαντήσω τα αγωνιώδη ερωτήματά που θέτω συνεχώς στον εαυτό μου σχετικά με το που μας οδηγούν οι κρίσιμες καμπές. Οι συνομιλήτριες και οι συνομιλητές μου μου πρόσφεραν ένα υπέροχο δώρο καθώς δέχτηκαν να μπουν σε διάλογο μαζί μου! Η επιμέλεια του βιβλίου αποδεικνύεται ένας άθλος, αλλά σύντομα θα ολοκληρωθεί!
Το απόσπασμα είναι από τον διάλογο με τον Δημήτρη Παπανικολάου!

Ο αντικανονικός χρόνος: οι συναντήσεις και οι τομές

Δημήτρης Παπανικολάου: H ιδέα του αντικανονικού ή queer χρόνου τα τελευταία χρόνια έχει συνδεθεί με μα σειρά διανοητών, μεταξύ των οποίων και η Ιβ Κοσόφσκι Σέτζγουικ[ΗΓ1] . Ο ίδιος ο όρος queer χρόνος (queer time), για να σκεφτούμε τον αντικανονιστικό χρόνο και την εμπειρία του, προκύπτει κυρίως από τη συζήτηση της δικής της δουλειάς. Στα κριτικά της κείμενα έμπλεκε πάντα την προσωπική της εμπειρία, αλλά και την εμπειρία μιας ολόκληρης κοινότητας ανθρώπων που τους ένωναν οι αγώνες ενάντια στους αποκλεισμούς με βάση την έμφυλη και φυλετική ταυτότητα τη δεκαετία του ’80 και του ’90, όπως και η μάχη ενάντια στο HIV/AIDS. Οι πρώτες φορές που η Κοσόφσκι Σέτζγουικ μιλά για μια διαφορετική, αντικανονιστική βίωση του χρόνου, είναι σε κείμενά της όπου εξηγεί τι μπορεί να σημαίνει να βιώνεις αλλιώς, εκτός κανονικότητας, το χρόνο, γιατί συνειδητοποιείς είτε ότι δεν συμμετέχεις στην κοινωνική επιταγή για δημιουργία πυρηνικής οικογένειας, είτε ότι η ζωή σου είναι προγραμμένη με διάφορους τρόπους (από το θεσμικό ρατσισμό ως τον αποκλεισμό από την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) είτε   ότι στον αγώνα που δίνεις για να αντιδράσεις πολιτικά και στις δύο αυτές συνθήκες αποκλεισμού, προτείνεις συχνά ένα διαφορετικό δέσιμο του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, συγκλονιστικά γραπτά της Κοσόφσκι Σέτζγουικ από τη δεκαετία του 1990, όπου περιγράφει διαδηλώσεις για το ρατσισμό και για τη μνήμη των θυμάτων του AIDS, με πολλές και πολλούς συμμετέχοντες να χάνουν τις αισθήσεις τους χτυπημένοι από την αστυνομία ή/και λόγω της φαρμακευτικής αγωγής στην οποία βρίσκονταν. Εκείνες τις στιγμές, γράφει, καταλάβαινε κανείς πόσο το παρελθόν, το παρόν και οι εκδοχές μέλλοντος του καθενός τέμνονταν και αντιστέκονταν σε ένα γραμμικό και «κανονικό» χρόνο που αντιμετώπιζε όλους τους ανθρώπους σε αυτές τις διαδηλώσεις ως προγραμμένους.

Σε μια τέτοια στιγμή κρίσης η βίωση του χρόνου έχει κάτι το βαθιά αντικανονικό, κάτι το queer. Κάπως αρχίζουν όλα να γυρίζουν, συνειδητοποιείς πόσο πολύ όλα γυρίζουν, παρελθόν, παρόν και ενδεχόμενα μέλλοντος μπλέκονται, τέμνονται, γίνονται αφορμή να ξανασκεφτείς και τα όρια του κανονικού και τα σύνορα του προσωπικού. Τέμνεται σε τέτοιες στιγμές η δική μου κατανόηση του χρόνου με την κατανόηση των άλλων· η δική μου ταυτότητα με τις ταυτότητες των άλλων· η δικιά μου πολιτική θέση να μιλήσω για όλα αυτά με τη θέληση των άλλων, η βία που εγώ έχω υποστεί με τις στιγμές βίας που έχουν υποστεί οι άλλες και οι άλλοι. Η διάθεση να επιμείνει κανείς σε αυτές τις συμπλοκές, αυτές τις τομές, είναι, νομίζω, αυτό που ορίζει γενικά τις ριζοσπαστικά πολιτικές ταυτότητες σήμερα. Επιπλέον, θυμίζει πόσο κάθε ταυτότητα είναι σημαντική, ακριβώς γιατί δείχνει την ίδια τη ρευστότητά της: καθώς τη διεκδικείς, κατανοείς πόσο πολλαπλές ταυτότητες έχουμε όλες μας, πόσο πολλαπλά καταπιεσμένες (προφανώς όχι στον ίδιο βαθμό) και πόσο πολλές από αυτές τις ταυτότητες τέμνονται, πάντα θα τέμνονται, στην καταπίεσή τους από την κανονιστική επινόηση του γραμμικού χρόνου και της κανονικής χρονικότητας.

Σίγουρα, υπάρχει μια στιγμή που όλοι και όλες μας βγαίνουμε και λέμε το «όμως εγώ». Δεν διεκδικούμε τότε μια απόλυτη ταυτότητα, αλλά το δικαίωμά μας να αρθρώσουμε τη διεκδίκηση της ταυτότητας ως λόγο πολιτικό και την ανάδειξη της ρευστότητάς της ως ουσιαστική κριτική στην κοινωνική κανονιστικότητα.. Δεν υπάρχει, δηλαδή, μια τελική ταυτότητα και γύρω από αυτήν ένα πριν και ένα μετά – ένα πριν την αποδεχθούμε και ένα αφού την υιοθετήσουμε. Όχι, δεν είναι έτσι γραμμικός ο χρόνος της ταυτότητας, δεν είναι ο χρόνος μιας κατάκτησης. Υπάρχει, όμως, η στιγμή που ξεκινάς να λες: «Κάτι θα αρθρώσω, κάπως θα συνειδητοποιήσω πώς συντέμνονται οι ταυτότητές μου με τον άλλον, κάπως θα μιλήσω διαφορετικά ακόμα και για τον ίδιο το χρόνο εντός του οποίου εκφράζω αυτή τη στιγμή μια θέση». Για να επιστρέψω εκεί από όπου ξεκίνησα: η Κοσόφσκι Σέτζγουικ , στα ωραιότερα κείμενά της για τις συντρόφισσες και τους συντρόφους που χάθηκαν από AIDS, πολύ συχνά μιλά σε ένα μελλοντικό χρόνο, δηλαδή σαν να μην έχουν πεθάνει, ή μας υπενθυμίζει πως ένα κείμενο που το γράφει και το δημοσιεύει όταν πια κάποιος έχει πεθάνει, είχε ξεκινήσει όταν ζούσε και είχε προλάβει να το δει, να το διαβάσει. Την ώρα που διαβάζεις ένα κείμενο, δηλαδή, βλέπεις τις πολλαπλές χρονικότητές του. Κάπως έτσι, νομίζω, μπορείς να δεις και την έννοια της ταυτότητας: Σαν ένα κείμενο που γράφεις, ξαναγράφεις, ξανά και ξανά, και μπλέκεσαι εσύ, άλλες και άλλοι, κάθε ξαναγράψιμο είναι  ένα σημαντικό βήμα, χωρίς ποτέ να είσαι σίγουρος πού θα σε πάει αυτό, πότε τελειώνει τούτο το κείμενο, αλλά και σε ποια χέρια θα καταλήξει, πώς θα ξαναγραφτεί, πώς θα διαβαστεί, πού, από ποιες και πότε.

Ηλ. Γκ.  Λες πολύ ενδιαφέροντα, σημαντικά πράγματα και σκέφτομαι ότι μιλάμε για το πώς ουσιαστικά τροποποιείται το βίωμα του χρόνου μέσα στην κρίση, η οποία όπως έχει ήδη οριστεί μέσα σε αυτό το βιβλίο ενδέχεται να είναι προσωπική, συλλογική ή και τα δύο. Η στιγμή  που συνειδητοποιώ ότι είμαι κάποια άλλη ή  κάποιος άλλος από αυτό που έχω οριστεί να είμαι, δεν είναι απλά μια στιγμή κρίσης ικανή να αποδιοργανώσει τo υποκείμενο που τη βιώνει, αλλά και ένα σημείο από το οποίο μπορεί να ξεκινήσει κάτι  καινούργιο, συνιστά δηλαδή μια κρίσιμη καμπή.

Εδώ είναι σημαντικό το στοιχείο που προβάλλεις, δηλαδή ότι αυτό το βίωμα δημιουργεί τομές, οι οποίες προκύπτουν από τη συνάντηση με άλλες εκδοχές του εαυτού ή του κόσμου. Αυτές τις συναντήσεις-τομές, στη θεωρία της διαλογικότητας  τις έχω ονομάσει «χιασμούς», υπό την έννοια ότι αυτό που με απασχολεί είναι τι παράγεται στο σημείο x, εκεί όπου οι διαφορετικές εκδοχές συναντιούνται, έστω  στιγμιαία. Κυρίως με απασχολούν τα αποτυπώματα που αφήνει αυτή η συνάντηση: αν συντείνει στη συν-κατασκευή καινούργιων πραγματικοτήτων, αν οι επιδράσεις είναι αμοιβαίες, αν συμβαίνουν στην επιφάνεια ή αν συμβάλλουν σε ρωγμές που διευκολύνουν τη δημιουργία καινοφανών νοημάτων. Αν διευρύνουμε το ρεπερτόριο των αφηγήσεων για τον εαυτό μας, αν επιτρέψουμε να εκτεθεί στη σχέση με τον άλλο, παρέχουμε την ευκαιρία να συμβούν οι απαραίτητοι χιασμοί —οι οποίοι μπορεί να είναι σύμπλοκοι και πολλαπλοί, καθώς ουσιαστικά αποδομούνται όσοι είχαν προϋπάρξει και αναδημιουργούνται διαρκώς— και έτσι οδηγούμαστε  σε ανέλιξη. Αυτή η εμπειρία μοιάζει με μια μάνταλα που συνεχώς διευρύνεται. Εκτιμώ πως αν είμαστε ανοιχτοί να τους ανακαλύψουμε, οι χιασμοί είναι πάντα  πολλαπλοί, συμβαίνουν διαρκώς μέσα στο βίο μας,  δημιουργούν ένα παλίμψηστο εμπειριών και μπορούν να οδηγήσουν μεγάλες ανατροπές. Προσωπικά, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα τη θέση που διατυπώνεις  στο βιβλίο σου Κάτι τρέχει με την οικογένεια ότι η δήλωση μιας «θέσης εγώ» με παρρησία, καθώς συναντά και συνδέεται με   άλλες «θέσεις εγώ», αρθρώνεται σε ένα δημόσιο λόγο και αυτό ουσιαστικά είναι δυνατόν να προκαλέσει ανατροπές στο μέλλον. Πρόκειται για μια δυνατότητα, έναν άλλο δρόμο να ορίσουμε διαφορετικά το χρόνο. Μπορούμε μέσα από την παρρησία να παλέψουμε για να διαμορφώσουμε το μέλλον, να ξαναγράψουμε  το παρελθόν και να βιώσουμε διαφορετικά το παρόν. Οπότε, όπως το αντιλαμβάνομαι, έτσι μπορούμε να ενοποιήσουμε την αίσθηση που έχουμε για το χρόνο.  Ωστόσο, εκτός, από την, παρρησία υπάρχει και το βίωμα της απόρριψης ή της απομόνωσης, που ενδέχεται να είναι καταστροφικό. Εκείνη τη στιγμή,  από τη μια αντιλαμβάνεσαι ότι η ταυτότητά σου δεν είναι αυτή που σου είχε αποδοθεί από τους κυρίαρχους λόγους, από την άλλη, όμως, το ατομικό βίωμα είναι  μοναχικό,  δεν μπορεί να συναντήσει τον άλλο και να του απευθυνθεί.

Ως αποτέλεσμα, η εμπειρία της οδυνηρής ανακάλυψης  εγκυμονείτην αυτοκαταστροφικότητα και το  υποκείμενο που τη βιώνει μοιάζει να λέει μέσω αυτής:   «Φταίω εγώ για την κρίση ταυτότητας,  είμαι ένοχος αφού δεν είμαι αυτός ή αυτή που με κάποιον τρόπο προσδοκούν οι άλλοι να είμαι στο παρόν ή στο μέλλον.» Σε αυτό το σημείο χρειάζεται  πάρα πολλή προσοχή και φροντίδα, για να μην οδηγήσει αυτή εμπειρία στην καταστροφή, προς τα μέσα  προς τα έξω ή και προς τα δύο ταυτόχρονα. Καταστρέφω το εγώ, αντί να το ανασυγκροτήσω ή να το επαναορίσω  ή να το επανασυστήσω ως κάτι αυτόνομο. Πρόκειται για ένα πολύ τραγικό αποτέλεσμα, όταν μιλάμε για άτομα και ομάδες οι οποίες μέσα στις μεγάλες κρίσεις κινδυνεύουν να συνθλιβούν.

Δ. Π.:  Υφίσταται μια πιθανότητα να συνθλιβούν, την ακούω αυτή την ιδέα της «καταστροφής» και αν καταλαβαίνω καλά, θεωρείς ότι είναι η άρνηση οποιασδήποτε σύνδεσης, τομής με το λόγο, την επισφάλεια, την κρίση των άλλων…

Αν. Κ.: Αυτό που νιώθω ότι μερικές φορές μπορεί να δημιουργεί αδιέξοδα, είναι η αντίφαση ανάμεσα αφενός στην ανάγκη μιας συνέχειας, διατήρησης της (προσωπικής και συλλογικής) ιστορίας όπως την ξέρουμε και αφετέρου στην ανάγκη να εκφράσω μια δική μου θέση, διαφορετική, να παραμείνω δηλαδή κάπως συνδεδεμένη μ’ αυτή την ιστορία αλλά ουσιαστικά ξαναγράφοντάς τη.


Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *