Η Μικρή Άγνωστη Λύπη και η χώρα της συμφιλίωσης

Το σπίτι έχει μονάχα άδειους τοίχους άδειοι από πρόσωπα αναμνήσεις, εικόνες, ήχους τίποτα να αφηγηθούν σαν να μην υπήρξαν ποτέ ζωντανοί

Αν στην Μικρή Άγνωστη Λύπη η απώλεια προσώπων, ταυτότητας, ελπίδων και προσδοκιών ήταν στο κέντρο της αφήγησης, η συγχώρεση ήταν το συνεχές ζητούμενο. Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι οι νικητές σε ένα πολιτισμό που αναζητά πεισματικά την ευτυχία θυσιάζοντας όλες τις άλλες συναισθηματικές διεργασίες, το βιβλίο δεν είναι γραμμένο , ούτε αφιερωμένο σε αυτούς. Είναι αφιερωμένο στους ανθρώπους που αναζητούν μια προσωπική αφήγηση, που έχουν πενθήσει αλλά έχουν καταφέρει να επιζήσουν. Ακόμα και τώρα 5 χρόνια από την ολοκλήρωσή του αναρωτιέμαι από ποια βάθη του εαυτού μου αναδύθηκε αυτό το βιβλίο και θυμάμαι συχνά τον αγαπημένο μου Ερνέστο Σάμπατο, όταν γράφει κάπου πως το πιο σκοτεινό σημείο του εαυτού είναι πάντα πρόθυμο να μας υποδεχτεί αν το προσεγγίσουμε μέσω της τέχνης. Δεν ξέρω αν θα το μάθω ποτέ αλλά γνωρίζω πως η συγγραφή του ήταν μια αναζήτηση της συμφιλίωσης με ότι έχει χαθεί οριστικά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.: πρόσωπα που δεν θα αντικρύσω ποτέ ξανά, ελπίδες για μεγάλους μετασχηματισμούς και ανατροπές και κυρίως η παιδική αθωότητα στην πίστη ότι όλα μπορούν να υπάρξουν ξανά. Καταλαβαίνω ακόμα ότι ήρθε η ώρα οι θεματικές του βιβλίου να έρθουν στο προσκήνιο, να τεθούν στο κέντρο της προβληματικής μου για την κρίση.

Όταν πήρα την απόφαση να ολοκληρώσω τη συγγραφή του ο Μιχάλης αλλά κυρίως ο Αφηγητής δίχως όνομα αναζήτησαν μέσα μου μια θέση που θα τους έπαιρνε μακριά από το θυμό. Μια θέση που θα τους αφαιρούσε από τον ώμο το φαινομενικά άδειο σακούλι για το οποίο τραγουδούσε ο Σαββόπουλος στον Μπάλο: “Ερμός και βαρύς στο μονοπάτι με ένα σακούλι άδειο και ένα μωρό στην πλάτη” Αυτό ήταν το δικό μου συναίσθημα το 2011 που ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο, αυτοί ήταν οι ήρωες του που ζητούσαν να ακουστεί η φωνή τους. Τώρα η συγχώρεση, η ευγνωμοσύνη, η εγκατάλειψη του θυμού αλλά κυρίως η συμφιλίωση με όσα χάθηκαν και ο σεβασμός για όλες τις στιγμές που υπήρξαν είναι στο κέντρο της αναζήτησής μου.

Έκτο Κεφάλαιο

  1. Μεταξουργείο, οδός Πλάτωνος

Το σπίτι έχει μονάχα άδειους τοίχους

άδειοι από πρόσωπα

αναμνήσεις, εικόνες, ήχους

τίποτα να αφηγηθούν

σαν να μην υπήρξαν ποτέ ζωντανοί

            Το σπίτι της Οδού Πλάτωνος τόλμησα να το επισκεφτώ μονάχα μια φορά.

 Η αφήγηση του Μιχάλη με είχε μαγέψει. Αναρωτιόμουν αν στα αλήθεια ο Πατέρας είχε βάλει ποτέ σε εφαρμογή το παρανοϊκό του σχέδιο, αναρωτιόμουν πως θα έμοιαζαν οι τοίχοι. Περίμενα ότι θα ήταν γεμάτοι με λέξεις, σύμβολα, ζωγραφιές, σύντομα σημειώματα αλλά και μακρόσυρτες σκέψεις, που ο Μιχάλης έλεγε με σιγουριά ότι κρύβονταν επιμελώς κάτω από τις ταπετσαρίες.

Λίγες κιόλας εβδομάδες αφού μίλησα με τον νεαρό άντρα, περίμενα να νυχτώσει και κατηφόρισα προς το Μεταξουργείο.

 Στην γειτονιά είχα πολλά χρόνια να πάω και πολλές φορές σταμάτησα να κοιτάξω χαζεμένος τα θέατρα και τα τσιπουράδικα που είχαν ξεπηδήσει σε κάθε γωνιά.

Σκεφτόμουν την εποχή που ήμουν νέος, έμενα για κάποιο διάστημα στην περιοχή και φοβόμουνα να κυκλοφορήσω μονάχος μου τα βράδια.

Τότε οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί, μονάχα τα κόκκινα φώτα και τα λαϊκά καφενεία έδιναν ζωντάνια στην γειτονιά.

Τώρα τα φωτάκια ήταν ελάχιστα και στον δρόμο, κυκλοφορούσαν παρέες από μετανάστες, ανάκατες με τα αγκαλιασμένα ζευγαράκια και τις θορυβώδεις παρέες,.

Εκείνο το βράδυ ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι θα ξεπέρναγα την θρασυδειλία μου τολμώντας να διαρρήξω την εξώπορτα.

Λίγο πριν φτάσω στην Πλατεία Αυδή κόντεψα να πέσω πάνω στον Μιχάλη.

Ήταν καλοντυμένος, σκέφτηκα πως είχε πάει σε κάποια θεατρική παράσταση, όπως μου εξομολογήθηκε πολύ αργότερα είχε απλά κατέβει να «κρατήσει συντροφιά στο σπίτι».

  • Η μητέρα μου πήγαινε κάθε μέρα, οι τοίχοι δεν αντέχουν να ζουν για πολύ καιρό μονάχοι, μου είπε και εγώ τον κοίταξα άναυδος προσπαθώντας να καταλάβω αν εννοεί όσα λέει.

Όταν τον είδα στο δρόμο, μόλις δυο στενά μακριά από την Πλάτωνος κρύφτηκα, φοβήθηκα ότι αν με έβλεπε εκεί θα τα καταλάβαινε όλα και γύρισα σπίτι τρομαγμένος.

Δυο μήνες αργότερα, ένα Φθινοπωρινό πρωινό, αποφάσισα να κάνω μια αναγνωριστική βόλτα.

Φόρεσα λοιπόν το μοναδικό μου κοστούμι και επισκέφτηκα το μικρό μπακάλικο του κύριου Νίκου, κρατώντας ένα χαρτοφύλακα στο χέρι

Συστήθηκα σαν εκπρόσωπος της Ασφαλιστικής, που διερευνούσε τις συνθήκες του ατυχήματος.

  • Μα φυσικά το θυμάμαι το συμβάν, είπε ο ταραγμένος άντρας, μπορώ να σας το διηγηθώ με όλες τις λεπτομέρειες, είχε πιστέψει βλέπεις πως ήμουνα ασφαλιστικός σύμβουλος.

Ο κύριος Νίκος άρχισε να διηγείται με μεγάλη προθυμία τα πάντα γύρω από τη ζωή της οικογένειας. Θυμόταν με ακρίβεια πότε ήρθαν για πρώτη φορά στη γειτονιά, θυμόταν ακόμα τότε που έφτιαχναν το σπίτι.

Τον άκουγα και ήμουν πολύ χαρούμενος γιατί ήταν φανερό ότι ο Μιχάλης μου διηγιόταν μια αληθινή ιστορία αλλά όταν τον ρώτησα αν έχει δει καθόλου, μετά το θάνατο της κυρίας Κατερίνας, το γιό της και την κόρη της, με κοίταξε παραξενεμένος:

  • Κόρη; Σάστισε για μια στιγμή και μετά με ξανακοίταξε με υποψία, ενώ ο πληθυντικός επέστρεψε στην φωνή του. Κάποιο λάθος κάνετε η κυρία Κατερίνα δεν είχε κόρη, μονάχα ένα γιό είπε, δεν ξέρω από πήρατε τις πληροφορίες.
  •  Νόμιζα πως στο φάκελο έγραφαν την οικογενειακή κατάσταση.

Φυσικά και έμεινα έκπληκτος, τόσο που θα μπορούσα να διαμαρτυρηθώ στον απορημένο άντρα ότι αυτός ήταν ο αυθάδης, αυτός ήταν ο απατεώνας που τόλμησε να με κοροϊδέψει, εμένα ένα ταλαιπωρημένο ασφαλιστή που τριγυρνά ολημερίς στους δρόμους, αλλά ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης με έκανε να ψελλίσω ότι μπερδεύτηκα με τόσες υποθέσεις που διαχειρίζομαι, φυσικό είναι, στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί.

Από μέσα μου έβραζα από θυμό.

Κατάλαβα ότι ήμουν ανόητος που έδωσα εμπιστοσύνη σε αυτό το διαταραγμένο πλάσμα που σπαταλούσε άσκοπα τις ώρες του περιπλανώμενος σαν άστεγος.

Από την άλλη έβρισκα επιτέλους μια εξήγηση για την σχεδόν καθολική απουσία της κοπέλας από την ιστορία.

Ο Μιχάλης την είχε αναφέρει ελάχιστες φορές και αυτές μπερδεμένα, σαν ένα πρόσωπο δίχως δική του ζωή, σαν μια μικρή λεπτομέρεια. Αλλά πάλι η ιστορία με την κηδεία και την εκδρομή φαινόταν τόσο πειστική, ώστε……

Αποφάσισα να πιστέψω τον μαγαζάτορα, δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα και εξάλλου ήταν ανυποψίαστος, αλλά…

Αλλά αν ο Μιχάλης δεν ήταν τόσο ανυποψίαστος όσο νόμιζα;

 Αυτό θα σήμαινε ότι με κάποιο τρόπο δεν είχα εγώ τον έλεγχο αλλά αυτός, αυτό θα σήμαινε ότι δεν ήταν η κλοπή της ιστορίας του που μου έδινε την δυνατότητα να φτιάξω την δική μου ιστορία αλλά ήταν η δική του δυνατότητα να έχει ένα ακροατή που του έδινε την ευκαιρία να δημιουργήσει μια ψεύτικη ιστορία.

Ξαφνικά σκέφτηκα ότι θα χρειαζόταν να τα επαληθεύσω όλα από την αρχή, δεν αρκούσε που τον είχα παρακολουθήσει από μακριά τον Αύγουστο στο νεκροταφείο, θα έπρεπε να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον οικογενειακό τάφο. Θα έπρεπε επίσης να επισκεφτώ την πολυκατοικία στο Παγκράτι για να δω αν έμενε ποτέ εκεί ο κος Παναγιώτης, να υποδυθώ κάποιον με κρίση πανικού και επισκεφτώ τον ψυχολόγο του, να προσπαθήσω να υφαρπάξω όσες περισσότερες πληροφορίες μπορώ από τον κο Νίκο.

Από την άλλη ίσως και να μην είχε καμία σημασία τι ήταν αληθινό και τι όχι, εγώ τον είχα πιστέψει και αυτό αρκούσε.

Παρόλα αυτά είχε μια σημασία να δω το σπίτι. Ήξερα ότι θα μπορούσα να το βρω μονάχος μου αλλά έκανα τον ανήξερο και ρώτησα τάχα δίχως δόλο τον άντρα απέναντι μου.

  • Κάπου εδώ κοντά έμενε η γυναίκα, από ότι θυμάμαι έτσι δεν είναι;

Δεν έχει σημασία για την έρευνα που κάνω αλλά το συνηθίζω να μαθαίνω όσα πιο πολλά μπορώ για τις υποθέσεις που αναλαμβάνω, είπα με όσο περισσότερη ειλικρίνεια μπορούσα να προσποιηθώ..

Αυτός, όπως και εγώ, ήταν φανερό πως είχε ανάγκη να ξαναζήσει την ιστορία, χρειαζόταν να μιλήσει για αυτό που συνέβη το καλοκαίρι και γεμάτος προθυμία με έπιασε από το χέρι, σαν να ήμουν μικρό παιδί και με οδήγησε, στο πεζοδρόμιο, ακριβώς απέναντι από το μαγαζί.

Στάθηκε μετά βουρκωμένος δίπλα στο άσπρο διώροφο νεοκλασικό, που ξεχώριζε έτσι όπως στεκόταν άφθαρτο, μοναχικό, γεμάτο υποσχέσεις, από όλα τα υπόλοιπα σπίτια της Πλάτωνος.

Ο άντρας με κοίταξε με τα νοτισμένα του μάτια και μίλησε για όλα όσα συνέβηκαν εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου.

  • Ο οδηγός δεν έφταιγε, κύριε ασφαλιστή, η Κατερίνα λιποθύμησε από τη ζέστη, έτσι ξαφνικά δίχως σημάδι, έπεσε μονάχη της πάνω στο αυτοκίνητο, ψιθύρισε.

Εμένα μου ήρθε να γελάσω με την προσπάθεια του να μιλήσει επίσημα, όμως συγκρατήθηκα και ο άντρας συνέχισε ακόμα πιο χαμηλόφωνα, σαν να ντρεπόταν για αυτό που ξεστόμιζε:

– Να το ξέρετε για χάρη της οικογένειας, του Μιχάλη δηλαδή, θα πω ψέματα, αν μου το ζητήσετε.

Σώπασα…

Έμεινα αμίλητος, η πίστη του με συγκινούσε και ήταν περίεργο γιατί νόμιζα ότι το δηλητήριο από το δάγκωμα του αστρίτη με είχε κάνει άτρωτο αλλά τούτη τη φορά ήταν διαφορετικά γιατί αυτός δεν είχε να κερδίσει απολύτως τίποτα, ήταν ίσως ο πιο αθώος από όλους όσους είχαμε εμπλακεί σε αυτή την ιστορία.

-Μην ανησυχείτε τραύλισα, αν χρειαστεί, αν κινδυνεύσουμε, αν η υπόθεση φτάσει τελικά στο δικαστήριο, να είστε σίγουρος ότι…

-Η Κατερίνα φταίει και εγώ που δεν μπόρεσα να την κρατήσω μέσα στο μαγαζί, συνέχισε τον μονόλογό του ο άντρας.

Ξαφνικά ένοιωσα μόνος μου, εκεί μπροστά στο σπίτι του Μιχάλη, ήμουν σίγουρος ότι δεν είχε καμία σημασία που ήμουνα δίπλα του, είχε σταματήσει να με βλέπει, από την ώρα που τη θυμήθηκε ξανά έβλεπε μονάχα εκείνη.

Δεν μπορούσα να τον ακούσω άλλο, οι ενοχές του με έπνιγαν και έκανα πως θυμήθηκα μια ξεχασμένη υποχρέωση για να απομακρυνθώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα.

Μετά από εκείνη τη συνάντηση ούτε που μου πέρασε από το μυαλό να πάω ξανά στη γειτονιά.

Η επίσκεψη στο σπίτι έμοιαζε σαν μια μακρινή σκέψη, κάτι μέσα μου έλεγε ότι αν τελικά το αποτολμούσα τότε θα ερχόταν το τέλος.

Όταν σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, την άνοιξη του ΄15, τόλμησα να κατηφορίσω προς το Μεταξουργείο, για μια ακόμα φορά, ήξερα, σαν διαίσθηση ή σαν κάποιος να το είχε αποφασίσει για μένα και εκείνον, ότι ίσως να ήταν η τελευταία φορά που θα συναντούσα το Μιχάλη.

Η εξώπορτα ήταν παραβιασμένη, στάθηκα για μια στιγμή διστακτικός τεντώνοντας τη ράχη μου  σαν αγριεμένος σκύλος, η σκέψη ότι υπήρχε πιθανότητα να τον βρω εκεί με διέγειρε και την ίδια στιγμή με γέμιζε φόβο.

Έριξα δειλά το φακό τριγύρω, είδα τον τεράστιο ξεραμένο  ευκάλυπτο και τις ανασηκωμένες πλάκες τις αυλής, ακριβώς όπως είχα διαβάσει στο ημερολόγιο που είχα υφαρπάξει με δόλιο τρόπο από τον Μιχάλη και μετά ησύχασα, κανένας δεν ήταν στην αυλή. Μονάχα εγώ και οι τεράστιες ζωντανές  ρίζες που ξεπηδούσανε από παντού.

Η πόρτα ήταν ανοικτή, σημάδι πως ο Μιχάλης ήταν εκεί πιστός στο ραντεβού του, πιστός στην υπόσχεση που είχε δώσει, στην πεθαμένη  μητέρα του, μετά από εκείνο το ανώνυμο σιωπηλό τηλεφώνημα που είχε δεχτεί λίγο καιρό αφού εκείνη πέθανε, ότι κάθε βράδυ θα περνούσε έστω για λίγο από το Μεταξουργείο για να κρατά συντροφιά στο άδειο σπίτι..

Ο λόγος που είχα τηλεφωνήσει εκείνο το βράδυ ήταν γιατί δεν άντεχα άλλο την παρατεταμένη αϋπνία, δεν άντεχα ούτε τις αμφιβολίες που άρχιζαν να με κατακλύζουν.

Όμως πάνω από όλα αυτό που ήθελα ήταν να ακούσω τη φωνή του. Ήταν περίεργο γιατί και οι δυο νομίζαμε ότι ήταν η δική μου φωνή που του έδινε δύναμη στις ολονύκτιες κουβέντες που κάναμε, τότε που προσποιούμαστε και οι δυο ότι ήμασταν κάτι διαφορετικό, τότε που ήμασταν και οι δυο μεταμφιεσμένοι.

Όταν σήκωσε το ακουστικό και παρέμεινε σιωπηλός ένοιωσα έκπληξη, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι, όπως μου εξομολογήθηκε ο δυστυχής το επόμενο κιόλας βράδυ, εκείνη τη στιγμή πίστευε στα αλήθεια ότι στην άλλη άκρη του ακουστικού βρισκόταν στα αλήθεια η νεκρή.

Δεν εύκολο να νικήσω το δισταγμό να μπω στο σπίτι, όμως ήμουνα τόσο πεισμένος ότι όλα έπρεπε να σταματήσουν εκείνο το βράδυ που λίγη ώρα αργότερα βρέθηκα να ανεβαίνω τα σκαλιά.

Ανατρίχιασα, φαντάστηκα το ζευγάρι να έρχεται σχεδόν 35 χρόνια πριν, οι δύο τους είναι γεμάτοι προσδοκίες και όνειρα που θα διαψευστούν από τη μοίρα που δεν έχει προθυμία να δείξει το ελάχιστο έλεος όχι μονάχα για αυτούς, αλλά για ολάκερο το κόσμο .

Ο άντρας υπόσχεται αιώνια πίστη, μιλάει για την αγάπη σαν να ήταν η μοναδική αλήθεια για την οποία θα θυσιαζόταν και όμως πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρείς, μόνο είκοσι χρόνια αργότερα (τόσο μακριά από την αιώνια πίστη που υποσχόταν), θα απαρνηθεί τη γυναίκα και το γιό του και θα πηδήξει από το μπαλκόνι, εγκαταλείποντας τους για πάντα.

Εκείνη τη μέρα όμως οι δυό τους είναι παραδομένοι στην αθωότητα και ονειρεύονται πως θα φτιάξουν μια μικρή όαση, ότι σύντομα ο κόσμος θα αλλάξει και αυτοί θα έχουν βάλει το χέρι τους σε αυτό.

Θέλουν επίσης να αποκτήσουν πολλά παιδιά και ο άντρας μοιάζει με μένα, διαβάζει σαν τρελός λογοτεχνία και θέλει κάποτε να γράψει το δικό του μυθιστόρημα.

Ίσως να είναι περισσότερο τίμιος από εμένα, δεν σκέφτεται να υποκλέψει τη ζωή και την ιστορία κανενός και όμως αυτή την ατολμία θα την πληρώσει ακριβά, αντίθετα με εμένα που ελπίζω να τα καταφέρω.

Όταν φτάνω στον πρώτο όροφο τρέμω από αγωνία. Αναρωτιέμαι πως θα μοιάζουν οι τοίχοι, σκέφτομαι να φωτογραφήσω τα σημειώματα και να τα γράψω ξανά σαν να ήταν δικά μου, είναι σίγουρος ότι θα με βοηθήσουν να αναπαραστήσω την δεκαετία του 80, ίσως και του 90 αν το ζευγάρι συνέχιζε το παιχνίδι του για χρόνια.

Μπήκα στο σπίτι φοβισμένος. Από τις ιστορίες που έλεγε ο Μιχάλης φανταζόμουνα πως θα έμοιαζε με ένα μυθικό μέρος, παράξενο, εξωπραγματικό, φτιαγμένο για μια άλλη διάσταση, παραδομένο στη τρέλα των γονιών του.

Από την πρώτη στιγμή που μου ήρθε η ιδέα να μπω στο σπίτι, ήταν σαν να καταλήφθηκα από μια εμμονή, μια παράλογη μανία να εισβάλω εκεί μέσα και να κουρνιάσω στο πάτωμα έστω, αν δεν βρω ένα παλιό κρεβάτι, όχι σαν κλέφτης, ούτε σαν επισκέπτης αλλά σαν ξεχασμένος αγαπημένος, ένας παράταιρος συγγενής που επιστρέφει μετά από χρόνια.

Είχα πιστέψει τόσο πολύ τα λόγια του, που το μόνο που με ένοιαζε ήταν να δω με τα ίδια μου τα μάτια τους τοίχους-κολάζ, τις τεράστιες βιβλιοθήκες του, την μεγάλη πολυθρόνα που καθόταν ο Πατέρας όταν επέστρεψε για λίγο από τον τάφο μόνο και μόνο για να διαβάσει λίγες σελίδες, με σκοπό να ταρακουνήσει ένα μπερδεμένο παιδί, να τον κάνει να σκεφτεί για λίγο πάνω στην λήθη και το βάρος που έχουν οι μνήμες για τους ζωντανούς και την αγωνία που έχουν οι νεκροί μήπως ξεχαστούν για πάντα, μήπως πεθάνουν αληθινά.

Όταν άνοιξα την πόρτα το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν οι φτηνοί καναπέδες με τα καφέ καλύμματα και τα άτεχνα ζωγραφισμένα λουλούδια.

Η εικόνα δεν μου ήταν ξένη, το σπίτι που είχα μεγαλώσει μπορεί να μην είχε τέτοιους καναπέδες, αλλά εγώ τους θυμόμουνα από όταν ήμουνα νέος, τότε που οι γειτονιές ήταν γεμάτες από επιπλάδικα που πουλούσαν έπιπλα από φορμάικα και φτηνό σουηδικό ξύλο.

Προφανώς ήταν αγορασμένοι τουλάχιστον 40 χρόνια πριν. Όταν τους είδα ένοιωσα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, περίμενα να δω κάτι ξεχωριστό, αλλά παρόλα αυτά έσκυψα και μύρισα για ώρα τα καλύμματα, προσπαθώντας να διακρίνω τις μυρωδιές των ανθρώπων που κάθισαν πάνω στα φθαρμένα υφάσματα.

Δεν μυρίζει τίποτα, σκέφτηκα παρά μονάχα απλυσιά, το καυσαέριο, ο ιδρώτας και η υγρασία που έχει νοτίσει τα λουλούδια για τα καλά.

Στρέφω με αγωνία το φακό και φωτίζω τους τοίχους, το σπίτι είναι συνηθισμένο. Δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει την ιστορία που έχω ακούσει δεκάδες φορές, ξανά και ξανά με τις ίδιες λεπτομέρειες.

Οι τοίχοι είναι μπέζ και γκρίζοι αλλά είμαι σίγουρος πως κάποτε ήταν άσπροι. Τώρα είναι σχεδόν άδειοι, μονάχα λίγες κοινότυπες φωτογραφίες και κιτρινισμένες αφίσες απομιμήσεις έργων τέχνης.

 Με πιάνει απελπισία, κάθομαι κάτω, με την πλάτη στον τοίχο, νιώθω ηττημένος, νιώθω λυπημένος, προδομένος, τίποτα από όσα είχα ακούσει, τίποτα από όσα προσπάθησα να γράψω δεν ήταν αλήθεια.

Βάζω το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια και αρχίζω να κλαίω γοερά, τόσοι μήνες, τόσα χρόνια χαμένα.

Όταν δω τον νεαρό θα του δώσω να καταλάβει, σκέφτομαι από μέσα μου αλλά το…, το χέρι του ακουμπά στον ώμο μου και εγώ μένω ακίνητος, δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι εκεί μαζί μου ίσως αυτός να με έβαλε στο σπίτι, ίσως η δική του θέληση με οδήγησε ως εδώ.

Ίσως πάλι το σπίτι να είναι στα αλήθεια μαγεμένο, να είναι όλα μια παραίσθηση.

 Είμαι μονάχα εγώ, είναι το δικό μου χέρι που με ακουμπά, ίσως να είναι η δική μου φωνή που ψιθυρίζει σιγανά στο αυτί μου:

  • Δεεεεεν χρειάαααααααααζεται νααααααααα κλαίεεεεεεεεεες, ακούγεται να αγκομαχά, να προσπαθεί να τα καταφέρει, τραυλίζει ξανά όπως τραύλιζε όταν ήταν 10 χρονών αλλά μπορεί να προσποιείται, ποιος από τους δυό μας θα ήταν τόσο ανόητος ώστε να είχε ακόμα την παραμικρή εμπιστοσύνη στον άλλο;
  • Ήμαααστε μαζίιι σεόοοολο αυτόο, συνεχίζει να ψιθυρίζει, ακούγεται λυπημένος, ακούγεται αληθινός.

Για κάποιο λόγο κλονίζομαι, δεν ξέρω αν πρέπει να τον πιστέψω ότι δεν είναι θυμωμένος.

Προσπαθεί να ελέγξει τον εαυτό του, τη φωνή του, την αγωνία του, αρχίζω να λυπάμαι σαν και αυτόν αλλά ο θυμός με σώζει ακόμα μια φορά.

  • Δεν έχεις αδελφή του φωνάζω θυμωμένα και ο πατέρας σου δεν αυτοκτόνησε ποτέ, τα έμαθα όλα σήμερα το απόγευμα, μίλησα με τον άνθρωπο που έχει το ψιλικατζίδικο απέναντι.
  • Δεν μπορεί, έχεις μπερδευτεί μου απαντά. Τον κύριο Νίκο τον συνάντησες τέσσερα χρόνια πρίν.

 Φωνάζω λες και είμαι αθώος, άσπιλος, αμόλυντος από τη δολιότητα και την πανουργία, ένας υπέρτατος κριτής της αδυναμίας του άλλου, λες και δεν είμαι αυτός που τον έχει κοροϊδέψει τόσα χρόνια, αυτός που έκλεψε τη ζωή του, την ιστορία του, αυτός που μπήκε απρόσκλητος στο σπίτι του.

  • Έχω, όλα είναι ακριβώς όπως σου τα είπα, ουρλιάζει και ξαφνικά το τραύλισμα χάνεται, να έλα να σου δείξω τα παιδικά της ρούχα.

Με τραβά από το χέρι και χωνόμαστε και οι δυο στο διπλανό δωμάτιο.

 Η ντουλάπα είναι άδεια και όμως …, όμως αυτός κουνάει τα χέρια του και μοιάζει σαν να προσπαθεί να με πείσει να δω κάτι που βλέπει μονάχα εκείνος, φουστάνια και κούκλες, αντικείμενα που είναι μονάχα στην φαντασία του.

Ο άνθρωπος είναι ολοφάνερα μονάχος στον κόσμο και εγώ το καταλαβαίνω από την μυρωδιά πως οι λύκοι έχουν μπεί σε τούτο το σπίτι, πως τα φίδια μου σουλατσάρουν ανενόχλητα στο κρεβάτι του και σκύβω τάχατες με ενδιαφέρον να δω μια κόκκινη φούστα, μονάχα για να βρω την ευκαιρία να τον πιάσω, τούτη τη φορά εγώ από τον ώμο.

Το μόνο που με νοιάζει είναι αυτός, είναι τόσο περίεργο αλλά θέλω να του ψιθυρίσω, με τον ίδιο τρόπο που ο φύλακας μου ψιθύριζε και με προειδοποιούσε για τον κίνδυνο, τότε στο νεκροταφείο, πως τα πράγματα αρχίζουν και ζορίζουν, πως πρέπει να φύγουμε από εκεί μέσα όσο είναι καιρός πριν να αρχίσουν να εισβάλουν όλοι απροσκάλεστοι, νεκροί και ζωντανοί, αποδιωγμένοι και εξορισμένοι από τη μνήμη και την νοσταλγία.

-Κινδυνεύουμε, θα τρελαθούμε και οι δυο αν συνεχίσουμε να παίζουμε τούτο το παιχνίδι, του λέω αμήχανα και ξέρω πως αυτό δεν είναι αρκετό, δεν θα τον συνεφέρει, ούτε θα τον ανακουφίσει.

Ακόμα και αν δεν υπάρχει ανάσταση, ας υπάρξει δικαιοσύνη, συνεχίζω να του λέω, τραβώντας τον απαλά προς την έξοδο.

Το παιδί που στέκεται και με κοιτάζει βουρκωμένο δεν είναι ούτε δέκα χρονών.

-Δεν Θέλω άλλο κακό, ακούγεται η φωνή του, ας μην πάθει κανένας κακό, σε κανένα δεν αξίζει να υποφέρει.

Ξέρω πως όλο τούτο πρέπει να τελειώσει, προτού τραυματιστεί για μια ακόμα φορά, εδώ στο σπίτι που γεννήθηκε, εδώ που με κάποιο τρόπο βρήκα την ευκαιρία να γεννηθώ και εγώ ξανά.

-Αυτές σου ανήκουν, συνεχίζω δίνοντας του το σακίδιο με τις ηχογραφημένες κασέτες και τις δακτυλογραφημένες σελίδες, όλα τούτα είναι δικά σου, είναι η ζωή σου, κουράστηκα πια να σε κλέβω, κουράστηκα να είμαι εσύ, δεν θέλω πια να συνεχίσουμε τα ψέματα.

-Ας υπάρξει δικαιοσύνη για σένα, ας υπάρξει συγχώρεση για μένα, ας μου δοθεί γενναιόδωρα χάρη, ποτέ δεν θα έφτανα μέχρι το τέλος, συνεχίσω να επαναλαμβάνω μονάχος μου, ώρες αργότερα την στιγμή που πατάω το delete στο πληκτρολόγιο.

– Είστε σίγουροι για την επιλογή σας, ρωτάει τάχα με ενδιαφέρον το μηχάνημα, όλες οι προσπάθειες, όλες οι λέξεις που φανταστήκατε, οι ήρωες που δημιουργήσετε, όλα θα εξαφανιστούν από τη μνήμη μου, πιθανά σε λίγα χρόνια και από τη δική σας, πρόκειται για μη αντιστρεπτή ενέργεια.

– Δεν είναι δική σου δουλειά απαντώ αποφασιστικά και εξάλλου οι υπολογιστές ποτέ δεν μιλούν με τέτοια μαεστρία συνεχίζω να λέω καθώς πατώ με δύναμη το enter.

Εξάλλου τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν δικό μου εξαρχής, μονάχα η ευκαιρία να υπάρξω ξανά.

Εκείνος  πίστευε ότι δεν θα με έβλεπε ξανά. Είχε δίκιο, δηλαδή θα μπορούσε να έχει αν εξαρτιόταν μονάχα από αυτόν.

Χτύπησα το κουδούνι του το επόμενο κιόλας απόγευμα. Άνοιξε τη πόρτα, έμεινε σαν μια στιγμή ακίνητος, οπισθοχώρησε και στάθηκε με την πλάτη στον τοίχο, ο ίδιος κάποια άλλη εποχή, τότε που του είχα δώσει τη δύναμη να κρίνει τα λόγια και τις πράξεις μου θα έλεγε πως είναι μια αμυντική στάση αλλά δεν τώρα δεν ήταν η δική του ώρα να μιλήσει.

Με κοίταξε για λίγο στα μάτια, το βλέμμα του ήταν υγρό, προσπαθούσε να πει όσα ό ίδιος ήταν ανίκανος να ξεστομίσει.

Ήταν ένα βλέμμα ελεημοσύνης, ζητούσε συγνώμη και κατανόηση.

Δεν είχα πάει στη συνάντηση για αυτό το λόγο, δεν ήθελα ούτε το δικαίωμα ούτε τη δύναμη να τον συγχωρέσω, δεν ήθελα να κρίνω, είχα πάει μονάχα γιατί το προηγούμενο βράδυ μου είχε πει ότι τελειώσαμε και ήξερα μέσα μου ότι δεν ήταν ακόμα η κατάλληλη ώρα.

Απλώνω το χέρι του και του δίνω ένα φάκελο.

– Η ιστορία που ζήταγες είναι εδώ λέω με καθαρή φωνή.

Το έχω πάρει απόφαση ότι δεν θα τραυλίσω ποτέ ξανά, ούτε μονάχος μου ούτε μπροστά σε άλλους.

-Η ιστορία σου, ψιθυρίζει, είναι δική σου, στην έκλεψα ακούγεται να λέει.

-Με έκανες να σε εμπιστευτώ, αυτό είχα σκοπό να σου πω, ακούγομαι μάλλον θυμωμένος.

-Τόσες φορές που μιλήσαμε νόμιζα πως ήθελες μονάχα να με ακούσεις, πως ενδιαφερόσουν να καταλάβεις, συνεχίζω να μιλάω και όμως παρά το θυμό ακούγομαι ήρεμος.

Θα μπορούσα να είχα πει πολλά, είχα το δίκιο με το μέρος μου ήταν ξεκάθαρο όμως δεν λέω τίποτα, όλες οι φράσεις, όλες οι απαντήσεις που περιπλανώνται μέσα μου μένουν σιωπηλές.

  •  Σε ευχαριστώ που με άκουσες αλλά τα πιο πολλά εδώ μέσα δεν είναι η δική μου ιστορία, είναι μονάχα αυτά που κατέγραψε το μαγνητοφωνάκι σου. Δεν έχεις ιδέα για τη συνάντηση με τον οδηγό, δεν ξέρεις τι του συνέβη. Η δική του ζωή καταστράφηκε χειρότερα από τη δική μου.

Ίσως θα έπρεπε να τον γνωρίσεις, το δράμα του θα σε γοήτευε.

Γίνομαι, ακούγομαι κυνικός όμως δεν είναι αυτό που πραγματικά θέλω.

Αν έφτασα μέχρι εκεί, αν πήγα στο σπίτι του ήταν γιατί ήταν η δική μου σειρά να τον ακολουθήσω, ήταν γιατί οι σελίδες που μου έδωσε μου φάνηκαν λειψές, σαν κάτι να έλλειπε.

Ο οδηγός και το ψάρι. Αυτές οι ιστορίες υπήρχαν μόνο στο δικό μου συρτάρι, δεν έφτασαν ποτέ μέχρι τα χείλη μου.

Ήταν από αυτά που με έκαναν να ντρέπομαι.

– Δεν το ξέρεις αλλά μοιάζεις στα αλήθεια με τον μπαμπά. Να κοίτα σου έφερα να διαβάσεις κάτι που γράψαμε μαζί όλο αυτό το καιρό που είναι πεθαμένος.

Αυτός μίλαγε και εγώ έγραφα, μοιάζει λίγο με αυτό που έκανες εσύ, του λέω.

Ο κακομοίρης με κοιτάζει τρομαγμένα.

Φαντάζομαι πως νομίζει ; πως ξέρει;

Σύμφωνα με τα βιβλία και τα εγχειρίδια του αν παίρνει τα λόγια μου της μετρητοίς θα νομίζει ότι ακούω για μια ακόμα φορά τους πεθαμένους να μου μιλάνε.

Όμως εγώ ξέρω πως δεν είναι έτσι. Απλά οι σκέψεις, τα λόγια του μπαμπά ήταν, είναι πάντοτε μαζί μου, για μένα δεν «έφυγε» ούτε μια στιγμή.

 Αφήνω πάνω στο τραπέζι τις σελίδες που μου έδωσε, το μαγνητοφωνάκι του και τα χειρόγραφά μου και φεύγω σιωπηλά.

Θα ήθελα να τον αποχαιρετήσω, θα ήθελα να τον πάρω αγκαλιά, ξέρουμε και οι δυο ότι δεν θα ειδωθούμε ξανά.

Δεν κάνω τίποτα από αυτά, μάλλον δεν θέλω να τον φέρω σε δύσκολη θέση.

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *