Η συγγραφή του βιβλίου ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΓΝΩΣΤΗ ΛΥΠΗ αποτέλεσε για μένα μία καταβύθιση στη χώρα που κατοικεί η μελαγχολία.
Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου ο Μιχάλης βιώνει ένα τεράστιο θυμό για τις απώλειες που έχει ζήσει, ο οποίος τον προστατεύει από το βάρος της θλίψης και της απόγνωσης.
Ωστόσο δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να αρχίζει να ζει ξανά  παρά μονάχα να  συνδεθεί ολόκληρο το είναι του, με όλα τα συναισθήματα και τις ιστορίες που έχει ζήσει.
Με αφορμή το εργαστήριο με θέμα και ελπίδα την απόγνωση και την  συγχώρεση που θα κάνω στις 15 και 16 Μαΐου, αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας ορισμένα κομμάτια από το βιβλίο.
Στην Μικρή Άγνωστη Λύπη η συμφιλίωση με την απώλεια, η τρυφερότητα και η συνάντηση με τον άλλο ως ύπαρξη  λειτουργεί λυτρωτικά για όλα τα πρόσωπα του βιβλίου και  επιτρέπει στον Μιχάλη και στον αφηγητή δίχως όνομα να συνεχίσουν να ελπίζουν για το αύριο. 

Η καταιγίδα για μια ακόμα φορά

Ξεσπάει καταιγίδα,

κανείς δεν είναι έτοιμος ποτέ.

Ό,τι και αν είναι να συμβεί, ας συμβεί.

Εγώ θα είμαι εκεί για την υποδοχή,

ποτέ δεν θα είμαι έτοιμος, ποτέ

για να αφεθώ στον φόβο.

Έκτακτο δελτίο καιρού:

Σύμφωνα με έκτακτο δελτίου καιρού που εξέδωσε η ΕΜΥ, εφιστάται η προσοχή των κατοίκων του Λεκανοπεδίου, καθώς τις μεσημεριανές ώρες αναμένεται να ξεσπάσει ισχυρή τροπική καταιγίδα στην περιοχή. Οι άνεμοι θα πνέουν άνω των 9 μποφόρ. Παρακαλούνται τόσο οι οδηγοί όσο και οι πεζοί να αποφεύγουν τις άσκοπες μετακινήσεις.

Ξύπνησα το πρωί, έξω έβραζε ο τόπος, σαράντα πέντε βαθμούς έδειχνε το θερμόμετρο στο μπαλκόνι (οκτώ το πρωί, υπό σκιά). Κάθισα αποχαυνωμένος να πιω καφέ και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να πάω στη δουλειά, αν έπρεπε να μείνω σπίτι, ή μήπως ήταν καλύτερα να κάνω καμιά βόλτα. Ήμουν σίγουρος ότι έξω δεν θα υπήρχε ψυχή με τέτοια ζέστη που έκανε, και αποφάσισα να κάνω κοπάνα, και να βγω να περπατήσω στην άδεια πόλη.

Φτάνει το μεσημέρι και ακόμη είμαι στο κρεβάτι αναποφάσιστος, ώσπου, ξαφνικά, φοράω μια πρόχειρη βερμούδα, πέδιλα, καπέλο, μαύρα γυαλιά και μια αμάνικη σκισμένη μπλούζα, και γραμμή για το Μοναστηράκι, να χαζέψω λίγο τους πιτσιρικάδες στην πλατεία, να πιω μια μπίρα ή κανένα καφέ και μετά να επιστρέψω σπίτι.

Για να βρω κανέναν γνωστό ούτε λόγος. Πάνε τώρα δυο-τρία χρόνια που όταν βλέπω κάποιον από τα παλιά αλλάζω δρόμο. Πέρσι, που γινόταν ο χαμός στο Σύνταγμα με τις διαδηλώσεις, τις συνελεύσεις και τις διαμαρτυρίες, γούσταρα να τα διαβάζω στο Διαδίκτυο, αλλά ούτε σκέψη να κατέβω κάτω, μην τύχει και πέσω πάνω σε κανέναν και αρχίσει να με ρωτάει πράγματα (Έλα ρε, τι γίνεται; Πού είσαι τώρα; Χάθηκες, όλα καλά; Είσαι μόνος ή τραβιέσαι με καμιά;).

Φανταζόμουν να μου κάνουν αυτές τις ερωτήσεις κι εγώ να πρέπει να αρχίσω ή τα ψέματα, ή τις δικαιολογίες, ή, ακόμα χειρότερα, να βρεθώ σε αδύναμη στιγμή και να αρχίσω να λέω αλήθειες.

Πέρα απ’ αυτό, η μάνα μου μου έλεγε στο τηλέφωνο ότι κατέβαινε κι εκείνη στις διαδηλώσεις, ίσως αυτή να φοβόμουν τελικά μήπως συναντήσω και όχι τους παλιούς γνωστούς, που σε τελική σιγά μη με νοιάζει τι θα με ρωτήσουν.

Όταν βγήκα από το σπίτι, ο καιρός ήταν περίεργος. Από τη μια είχε αυτή την αφόρητη ζέστη, από την άλλη μια πυκνή συννεφιά, το ένιωθες από ώρα σε ώρα − ο ουρανός δεν θα την άντεχε τόση ζέστη, ήταν έτοιμος να κάνει μπαμ: Μέχρι εδώ θα φώναζε και θα άνοιγε θυμωμένος στη μέση και θα άρχιζαν να ξεσπάνε κεραυνοί.

Αποφάσισα να πάρω τη Βασιλίσσης Σοφίας, και από εκεί Σύνταγμα κι Ερμού. Σε μισή ωρίτσα από τώρα θα ήμουν στην πλατεία. Παλιότερα έμπαινα στα στενά, χάζευα και τα μαγαζιά, αλλά τον τελευταίο χρόνο τα περισσότερα είχαν κλείσει και ήταν σκέτη μιζέρια η βόλτα.

Ύστερα από λίγο, άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες. Η άσφαλτος έκαιγε ολόκληρη, ρούφαγε αχόρταγα το νερό, σαν τους ταξιδιώτες που έχουν χαθεί στην έρημο και ανακαλύπτουν ξαφνικά μια όαση. Στην αρχή μου άρεσε, πάντα μου άρεσαν οι καλοκαιρινές μπόρες, όταν αχνίζει το τσιμέντο και απλώνεται παντού εκείνη η περίεργη μυρωδιά της ασφάλτου. Η βροχή όλο και δυνάμωνε, μέχρι που κάποια στιγμή μετατράπηκε σε καταιγίδα.

Ξέρω πώς γίνεται αυτό, το κάνω κι εγώ συχνά. Δηλαδή δεν κάνω ακριβώς το ίδιο, συμβολικά το λέω, αν και ξέρω πως δεν είναι ώρα για συμβολισμούς, αλλά για περιγραφές. Τέλος πάντων, αυτό που εννοώ είναι ότι συχνά περνάω φάσεις που με κάνουν να νιώθω πως θα σκάσω, και ξαφνικά κάνω ένα ξέσπασμα, πράγματα δίχως νόημα, κανένας δεν καταλαβαίνει τι μου συμβαίνει εκείνες τις στιγμές.

Ο ανόητος λέει πως κάνω acting out − ξεσπάσματα τα λένε, χριστιανέ μου, τι τα θες τα ξενόγλωσσα; τον κοροϊδεύω από μέσα μου.

«Δεν ξέρεις να μιλάς ελληνικά;» τον προκαλώ, αλλά το ύφος του είναι σοβαρό.

«Δεν είναι ώρα για αστεία, μη χάνεις τον έλεγχο» μου αντιγυρίζει κι εγώ καταπίνω το σάλιο μου, ρουφάω την ανάσα μου (δεν θέλω να καταλάβει πότε αναστατώνομαι) και όταν περάσει λίγη ώρα ησυχάζω.

Μου άρεσε να σκέφτομαι τον ουρανό σαν και του λόγου μου, όταν ξεσπούσαν καταιγίδες. Ξέσπασε έλεγα μέσα μου, ξέσπασε να ησυχάσεις.

Σήμερα οι βροντές είχαν την τιμητική τους − εκεί ψηλά γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Ο ουρανός σαν να είχε μπουχτίσει με τον καύσωνα, δεν ήταν και λίγο αυτό που γινόταν φέτος. Πέντε φορές είχε περάσει τους σαράντα βαθμούς το θερμόμετρο, και μάλλον σήμερα δεν πήγαινε άλλο. Ο μόνος τρόπος να ξεμπερδέψουμε με τον καύσωνα ήτανε να αρχίσουν οι καταιγίδες. Τέλος πάντων, το ζήτημα δεν είναι ο καύσωνας και οι καταιγίδες, αν κι εγώ νομίζω πως και τα δύο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για όσα επακολούθησαν.

Την ώρα που ξέσπασε η καταιγίδα, κανονικό μπουρίνι, από αυτά που σπάνια συμβαίνουν στην Αθήνα, βρισκόμουν στη Βασιλίσσης Σοφίας, λίγο πριν από το Μουσείο Μπενάκη, το οποίο φιλοξενούσε μια έκθεση για τις μοντέρνες αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής από το 1950 και μετά, γεγονός που αναπόφευκτα μου δημιούργησε θλιβερούς συνειρμούς.

Ο δρόμος ήταν εντελώς άδειος, προφανώς οι οδηγοί είχαν πάρει τοις μετρητοίς την ανακοίνωση της ΕΜΥ, και το νερό σχημάτιζε ένα φουσκωμένο ποτάμι, σαν να είχε αναστηθεί ξαφνικά ο Ιλισός.

Καθόμουν ακίνητος, κρατημένος από έναν στύλο και κοιτούσα απορημένος τα σκουπίδια που κατέβαζε η βροχή, εντυπωσιασμένος από τον θόρυβο και τον όγκο του νερού και βασανιζόμουν από γελοία, αφελή, ανόητα ερωτήματα που με κυρίευαν ολόκληρο, κατέκλυζαν το μυαλό μου και αποκτούσαν όλο και περισσότερη δύναμη ασκώντας του καταστροφικές επιδράσεις.

Ήξερα πως ήταν λάθος μου να θέτω ερωτήματα που δεν είχαν λόγο να τίθενται και ότι οι περιττές, αλλά απαραίτητες, απαντήσεις που έδινα εξασφάλιζαν μονάχα την επιφανειακή βεβαιότητα ότι ήταν αναπόφευκτο η βασανιστική αγωνία να επανέλθει ξανά. Κι όμως, για μια ακόμα φορά, στεκόμουν εκεί παραδομένος στο φουσκωμένο ποτάμι των σκέψεων που θα με είχαν παρασύρει σε σκοτεινούς τόπους, αν ο αέρας δεν δυνάμωνε επικίνδυνα ξεριζώνοντας με ορμή τη μεταλλική διαφημιστική πινακίδα του μουσείου.

Ο θόρυβος με έκανε να τιναχτώ από τη θέση μου και να στρέψω το βλέμμα προς το μεγάλο σιδερένιο αντικείμενο που στροβιλιζόταν στον αέρα σαν να ήταν ένα απλό κομμάτι χαρτί. Αν μπορούσα, αν οι νόμοι της φύσης μού το επέτρεπαν, θα εκτινασσόμουν να το αρπάξω και να το επαναφέρω στη θέση του. Δυστυχώς όμως, όσο χοροπηδούσα στον αέρα έμοιαζα μάλλον με μαϊμού, ήταν αδύνατο να το πιάσω, έτσι εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια και κάθισα ξανά στο ρείθρο του πεζοδρομίου.

Κρατήθηκα σφιχτά από τα τσιμεντένια κολονάκια, νιώθοντας μικρός και ασήμαντος, και αφέθηκα δίχως κάποια αντίσταση να βυθιστώ στις σκέψεις και τις παραισθήσεις που με κυρίευαν καθώς ο έλεγχος είχε χαθεί από ώρα.

Κοιτώντας την πινακίδα να χάνεται προς το Πολεμικό Μουσείο, μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα ότι όσο σφιχτά και αν κρατιόμουν από τα κολονάκια, τίποτα δεν με θα προστάτευε, και τελικά ο αέρας θα με παρέσυρε όπως αυτή, και θα χανόμουν εντελώς.

Τριγύρω ο ουρανός γέμιζε σιγά σιγά από αντικείμενα που σήκωνε ο αέρας − κάδοι σκουπιδιών, αυτοκίνητα, λεωφορεία, δέντρα περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου με ταχύτητα, και οι σκέψεις μου άλλαζαν από τη μια στιγμή στην άλλη. Εικόνες από τη χώρα του Οζ, από τη Χώρα των Θαυμάτων ή από τον πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα αναμειγνύονταν με τα πετούμενα. Ίσως έτσι να προσπαθούσα, μέσα από τα παιδικά βιβλία, να δώσω νόημα σε αυτά που έβλεπα να συμβαίνουν, να τα κάνω πιο αθώα, να τους αφαιρέσω όλο τον φόβο που προερχόταν από το ότι κατά βάθος ήξερα ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά μια παραίσθηση.  

Οι εικόνες, δυστυχώς, δεν σταματούσαν· το αντίθετο, όσο περνούσε η ώρα εμφανίζονταν κι άλλες: άνθρωποι που έτρεχαν πέρα-δώθε, κτίρια που διαλύονταν από τη βροχή, σμάρια από εργάτες που τα έφτιαχναν μέσα σε δευτερόλεπτα, ουρλιαχτά, όλα ήταν τόσο αληθινά που μου προξένησε έκπληξη όταν κατάλαβα, ύστερα από λίγο, όπως ακριβώς είχα προβλέψει ότι θα συνέβαινε, το ότι καθόμουν ασφαλής στο ρείθρο του πεζοδρομίου, χωρίς να νοιάζομαι για την μπόρα ή το νερό που είχε σκεπάσει τα πόδια μου και με πήγαινε μπρος-πίσω.

Κοίταξα τότε για μια στιγμή την πλαστική σακούλα που αγκιστρώθηκε πεισμωμένα στο αριστερό μου πόδι και δεν μπόρεσα παρά να απορήσω με το περιεχόμενό της. Δύο διαφορετικές πλαστικές σαγιονάρες −η μια απλή, δίχως φιοριτούρες, αγορασμένη σίγουρα από κάνα φτηνομάγαζο ή κάποια λαϊκή αγορά, η άλλη πολύχρωμη με περίτεχνα σχέδια−, δεμένες σφιχτά μεταξύ τους με σπάγγο και σύρμα, σαν αυτός που τις έδεσε να ήθελε να διασφαλίσει ότι δεν θα αποχωριστεί ποτέ η μία την άλλη.

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να πετάξω μεμιάς τα πέδιλα που φορούσα και να βάλω αυτές τις μικροκαμωμένες (ήταν φανερό πως ήταν γυναικείες) σαγιονάρες.

Ίσως να ήλπιζα ότι έτσι θα σωθώ, όπως στο παραμύθι με τα μαγικά παπούτσια που συνήθιζε να λέει ο πατέρας. Στο παραμύθι, οι άνθρωποι φορούσαν τα μαγικά τους παπούτσια κι έφταναν μεμιάς στη χώρα που πάντοτε ποθούσαν.

Δυστυχώς είχα μεγαλώσει, οι σαγιονάρες δεν με βοήθησαν σε τίποτα και ήταν αργά να αναζητήσω ξανά τα πέδιλά μου, το νερό τα είχε ήδη παρασύρει μακριά.

Ξαφνικά σαν να ξύπνησα, κοίταξα τριγύρω − το μόνο αληθινό ήταν η καταιγίδα. Στεκόμουν πράγματι καθισμένος μπροστά στο μουσείο, αλλά καμία έκθεση αρχιτεκτονικού σχεδίου δεν γινόταν εκεί, η πινακίδα ήταν στη θέση της και ποτέ δεν είχε ταξιδέψει κόντρα στον αέρα.

Τίποτα δεν μπορεί να ταξιδέψει κόντρα στον άνεμο μονολόγησα απελπισμένος, δεν υπάρχει η χώρα του Οζ, ούτε εγώ ήμουν η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, δεν υπάρχουν ούτε καν τα μαγικά παπούτσια που μου υποσχόταν ο πατέρας, κι εγώ δεν ήμουν παρά ένας γελοίος, μοναχικός άνδρας, μουσκεμένος ως το κόκαλο φορώντας −άγνωστο για ποιο λόγο− δυο παράταιρες γυναικείες σαγιονάρες στα πόδια.

Το μόνο που με ένοιαζε εκείνη τη στιγμή ήταν οι άσχημες σκέψεις, που επανήλθαν ανεξέλεγκτα. Τούτη τη φορά όμως αφορούσαν όλες τους πραγματικά γεγονότα. Σκεφτόμουν τη μαμά που πέθανε χωρίς να συμφιλιωθούμε, χωρίς να μπορέσω να την αγαπήσω όπως μου άξιζε να αγαπήσω κάποιον, και ξαφνικά άρχισα να νιώθω τόσο λυπημένος − η λύπη με διαπερνούσε, αποκτούσε σιγά σιγά μια τεράστια δύναμη.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το εξηγήσω, αλλά ενώ ήταν μία από τις συνηθισμένες μου μελαγχολίες, όσο περνούσε η ώρα άλλαζε, γινόταν απροσδιόριστη. Πρώτα από όλα λυπόμουνα για τη μαμά που πέθανε (Διάολε, η μητέρα σου ήταν έλεγε μια φωνή μέσα μου, δεν μπορείς να μη λυπάσαι, αλλά εγώ ένιωθα ανάμεικτα ενοχές, και λύπη, και θυμό και φόβο μαζί, και ήταν αδύνατο να τα ξεχωρίσω).

Μετά, κάπως έγινε και η μορφή της χάθηκε, για να εισβάλει η εικόνα μιας αδελφής που θα ήθελα να είχε υπάρξει, αλλά αυτή δεν ήταν πολύ δυνατή· έτσι στο τέλος ένιωθα απλώς ένα βάρος στο στήθος, χωρίς να βλέπω ούτε να σκέφτομαι τίποτα.

Αφού πέρασε κάμποση ώρα, κι η βροχή και ο αέρας είχαν επιτέλους κοπάσει, αποφάσισα να προχωρήσω, ένιωθα ταλαιπωρημένος από το νερό που χτύπαγε για ώρα το κορμί μου και μέσα στα άλλα ένιωθα απίστευτα φοβισμένος, γιατί δεν είναι λίγο να βλέπω πινακίδες να ταξιδεύουν κόντρα στη φορά του ανέμου, ούτε να βυθίζομαι καταμεσήμερα στις ψευδαισθήσεις, να βλέπω τα κτίρια να αποσυντίθεται και στη θέση τους να μην υπάρχουν παρά μονάχα σίδερα, άμμος, σακούλες με τσιμέντα και μεγάλες ξύλινες σκαλωσιές.

Παντού ακούγονταν φωνές και έβλεπα εργάτες να τρέχουν πάνω-κάτω, αλλά δυστυχώς τίποτα δεν συμβαίνει όπως θα έπρεπε να συμβαίνει σύμφωνα με το Μεγάλο Σχέδιο − τελικά τίποτα δεν προχωρά όπως θα έπρεπε.

Όλοι υπακούουν στις φωνές ενός μηχανικού με άψυχο βλέμμα που παρακολουθεί ατάραχος την αποσάθρωση των κτιρίων και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να δώσει ξανά τη διαταγή να ξεκινήσουν από την αρχή οι εργασίες. Το τρομακτικό είναι ότι οι εργάτες είναι καταδικασμένοι, σαν τον Σίσυφο, να μεταφέρουν ξανά και ξανά τενεκέδες με τσιμέντο και σάκους με άμμους στην πλάτη, για να δουν λίγο αργότερα ό,τι έχτιζαν να γκρεμίζεται με δύναμη για μια ακόμα φορά.

Ξάπλωσα τότε για λίγο στην άκρη του πεζοδρομίου, σαν τους ζητιάνους, μονάχα που κανένας δεν περνούσε εκείνη την ώρα, φαντάζομαι λόγω του καιρού, έτσι δεν υπήρχε πιθανότητα να μου δώσει κανείς σημασία, πόσω μάλλον βοήθεια.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε, αλλά επιτέλους βρήκα τη δύναμη να σηκωθώ όρθιος, τρέμοντας από ταραχή, αποφασισμένος να απομακρυνθώ από την καταστροφή και το χάος που επικρατούσε γύρω μου, προσπαθώντας να κρατηθώ από κάτι που θα έκανε τα πάντα να μοιάσουν ξανά πραγματικά.

Άρχισα για μια ακόμα φορά να τραγουδώ στιχάκια για να ξορκίσω το κακό:

Έλα, αγέρα δροσερέ,

έλα ξανά για μια φορά

και πάρε μου τον φόβο,

πάρ’ τον μακριά απ’ την καρδιά

μακριά και απ’ το μυαλό μου,

και αν κάνει και σου αντισταθεί,

πάρ’ τον μια αγκαλιά,

και αν κάνει πως θυμώνει,

δώσ’ του γλυκά φιλιά,

και αν πάλι αυτός θεριέψει και κάνει πως σκληραίνει,

κάν’ τον ένα παιχνίδι

να παίζουν τα παιδιά.

Μην τον αφήσεις μοναχά

να βγάλει τα μαχαίρια

και με τα δυο μου χέρια

να κάνει χαρακιές

στο σώμα μου βαθιές.

Τι περίεργο σκέφτομαι, δεν έχω ξανακούσει τούτο το τραγούδι, δεν ξέρω καν αν υπάρχει. Δεν γράφω στίχους, δεν ονειρεύομαι στον ύπνο μου τραγούδια, δεν θυμάμαι ποιος το τραγουδά, αλλά μονάχα που το μουρμούρισα σαν να ημέρεψε η ψυχή μου και τα πόδια μου με οδήγησαν σιγά σιγά στην πλατεία στο Μοναστηράκι. Όσο προχωρούσα η λύπη μου γινόταν όλο και πιο έντονη, με διεκδικούσε όλο και πιο πολύ.

Στην πλατεία ήταν μαζεμένοι διάφοροι πιτσιρικάδες, χορευτές και μουσικοί του δρόμου που είχαν στήσει μια πρόχειρη μικροφωνική και, εκμεταλλευόμενοι τη διακοπή της βροχής και την επανεμφάνιση του ήλιου, είχαν στήσει μια γιορτή.

Οι νεαροί έκαναν απίθανες φιγούρες, έβγαζαν άναρθρα επιφωνήματα, φορούσαν πολύχρωμα ρούχα και είχαν όλοι τους δερμάτινες ζώνες στα χέρια και στα γόνατα (αργότερα θα καταλάβαινα ότι υπήρχε ειδικός λόγος που φορούσαν αυτά τα φαρδιά ρούχα και τις ζώνες, ότι δεν ήταν μέρος μιας τελετουργίας, αλλά μια προσπάθεια να διευκολύνουν τις χορευτικές τους φιγούρες και να προστατεύσουν το σώμα τους από τα χτυπήματα και τους μώλωπες που δημιουργούνταν από την πρόσκρουση στο τσιμέντο).

Το περιβάλλον ήταν ιδανικό για μουσικές και χορούς, το τσιμέντο άχνιζε, με αποτέλεσμα η περιοχή να έχει καλυφθεί από ένα περίεργο είδος ομίχλης, ενώ από το πηγάδι που βρισκόταν στη μέση της πλατείας ακουγόταν το ορμητικό βουητό του Ηριδανού, που λες κι είχε θεριέψει μετά την καταιγίδα − όλη η κατάσταση θύμιζε κάτι από αρχαίες τελετές. Σύντομα μαζεύτηκαν διάφοροι περίεργοι που χάζευαν την υπαίθρια γιορτή και τις μαγικές φιγούρες των πιτσιρικάδων που χόρευαν breakedance. Κάθισα να τους χαζέψω, όμως παρά το πανέμορφο θέαμα ύστερα από λίγο σταμάτησα να τους κοιτώ, γιατί αυτή μού τράβηξε την προσοχή. Είχε μαύρα μαλλιά κι ήταν αδύνατη, και γύρω στα σαράντα. Φορούσε ένα φαρδύ, βαμβακερό, κίτρινο παντελόνι και μια μεγάλη κοντομάνικη μπλούζα και ήταν βρεγμένη από τη βροχή. Την κοιτούσα ξανά και ξανά –πώς μπορεί να υπάρχει; αναρωτιόμουν–, δεν ήξερα ακόμη αν ήταν μία από τις ψευδαισθήσεις μου, όμως το αναπηρικό καροτσάκι πάνω στο οποίο καθόταν έδιωξε κάθε αμφιβολία ότι εκείνη δεν ήταν αληθινή. Αυτή ήταν η αιτία που δεν μπορούσα να προσδιορίσω το ύψος της. Η εικόνα της, σε συνδυασμό με τους πιτσιρικάδες που χόρευαν μανιασμένα, με έκανε να αφεθώ σε αυτό που γινόταν. Επιτέλους, για πρώτη φορά σήμερα αυτό που συνέβαινε εκεί έξω ήταν πιο σημαντικό από όσα συνέβαιναν μέσα μου. Οι αυτοδίδακτοι χορευτές είχαν στην πραγματικότητα απογειωθεί, έμοιαζαν να μάχονται τον νόμο της βαρύτητας με τις μαγικές φιγούρες που έκαναν, ενώ αυτή, καθηλωμένη στο αμαξίδιο, τους παρατηρούσε δίχως ίχνος ζήλιας, παραδομένη στην απόλαυση που δημιουργούσε το επαναλαμβανόμενο beat του hip hop και οι μαγικές φιγούρες των νεαρών. Η απόλαυση που φαινόταν στο βλέμμα της, το χαμόγελό της και τα δάχτυλα που χτυπούσαν μανιασμένα τα σιδερένια μπράτσα από το αμαξίδιο καταργούσαν με τον δικό τους τρόπο την καθήλωση στην οποία την είχε καταδικάσει το δυστύχημα που πιθανότατα της είχε συμβεί. Αποσβολωμένος από αυτό που συνέβαινε, κάθισα απόμερα, σαν ηδονοβλεψίας, και τους παρατηρούσα, την παρατηρούσα. Οι πιτσιρικάδες, όσο περνούσε η ώρα, χόρευαν όλο και πιο μανιασμένα, τα σώματά τους πετούσαν όλο και πιο πολύ ενώ υπήρχαν στιγμές που περπατούσαν ανάποδα, στηριγμένοι στα δάχτυλα των χεριών τους όταν, την ίδια στιγμή, η γυναίκα δεν μπορούσε να κουνήσει καθόλου τα κάτω άκρα της. Ένας νεαρός που ξεχώριζε για τις φιγούρες του την πήρε χαμπάρι και τότε συνέβη κάτι μοναδικό. Οι υπόλοιποι χορευτές, σαν να συνεννοήθηκαν μεταξύ τους μονάχα με το βλέμμα τους, έκαναν έναν κύκλο γύρω από τη γυναίκα και ο νεαρός στάθηκε μπροστά στο αμαξίδιο, την κοίταξε για λίγο και μετά, αφού της άπλωσε το χέρι, στάθηκε για μια στιγμή ακίνητος. Η Γυναίκα δίχως Κίνηση τον κοίταξε για μια στιγμή δίχως ίχνος απορίας και άπλωσε χαμογελώντας το χέρι, ακουμπώντας τον απαλά στα δάχτυλα. Ο νεαρός χορευτής ξεκίνησε να χορεύει μανιασμένα, ενώ η γυναίκα τον παρακολουθούσε απλώς χαμογελώντας. Ήταν φανερό πως δεν γνωρίζονταν· ήταν ακόμα φανερό ότι αυτός χόρευε μονάχα για κείνη και κείνη με τον τρόπο της χόρευε σίγουρα μαζί του: ένα αταίριαστο ζευγάρι, και όμως οι δυο τους μπορούσαν να καταργήσουν κάθε φυσικό νόμο, ο χορευτής είχε σχεδόν σηκωθεί στον αέρα και αυτή ήταν σίγουρο ότι σε λίγο θα μπορούσε να τον ακολουθήσει με κάποιο μαγικό τρόπο. Ξαφνικά, εκεί που κανείς δεν το περίμενε, η βροχή ξεκίνησε πάλι μανιασμένα και μια δυνατή έκρηξη ακούστηκε στην πλατεία καθώς η μικροφωνική βραχυκύκλωσε και η μουσική σταμάτησε απότομα. Η βροχή και ο θόρυβος από την έκρηξη ξύπνησαν απότομα τον νεαρό από τον ονειρικό χορό του και σαν να έχασε μεμιάς όλη του την ευλυγισία σωριάστηκε στο έδαφος χτυπώντας τα χέρια και τα γόνατά του, που γέμισαν αίματα, ενώ η γυναίκα απομακρυνόταν γρήγορα προς το μετρό με τη βοήθεια μιας ηλικιωμένης κυρίας. Απέμεινα ακίνητος να την κοιτάζω και σκεφτόμουν αν θα της δινόταν ποτέ η ευκαιρία να χορέψει ξανά τόσο ξέφρενα και τόσο παθιασμένα και, επιρρεπής καθώς ήμουν, δεν απέφυγα τον πειρασμό να τη φανταστώ στο σπίτι της μονάχη, να προσπαθεί να φροντίσει τον εαυτό της. Για μια στιγμή ευχήθηκα να μπορούσα να είμαι στη θέση του χορευτή, εγώ δεν θα την εγκατέλειπα ποτέ, θα παρατούσα μεμιάς τους φίλους μου και θα έτρεχα ξοπίσω της, με σκισμένα γόνατα και το αίμα να τρέχει στις γάμπες μου, αλλά δεν θα με ένοιαζε. Το μόνο που θα με ένοιαζε θα ήταν να την προλάβω, να την ακολουθήσω μέχρι την κρυψώνα της και μετά θα ήμουν εκεί όσο θα ζούσα, όσο θα ήταν ζωντανή, να τη φροντίζω, να τη βοηθάω να ντυθεί, να της βάζω μουσική και να της διαβάζω βιβλία. Πώς θα μπορούσα όμως; Οι γελοίες σαγιονάρες μου απέκλειαν από πριν κάθε πιθανότητα να με πάρει στα σοβαρά. Μεμιάς μετάνιωσα για την ευκολία με την οποία παραδινόμουν, έτσι αυθόρμητα, τελείως παιδικά, στις επιθυμίες της στιγμής. Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν είχα κρατήσει τα παπούτσια μου! Τότε ίσως και να μπορούσα να την πλησιάσω, τώρα ήμουν καταδικασμένος να τη φαντάζομαι. Η εικόνα της −μονάχη στο σπίτι της− με κατέκλυσε κι ένιωσα τη λύπη να απλώνεται παντού τριγύρω για μια φορά ακόμα μέσα στη μέρα.

«Όχι δεν είσαι δικιά μου» ούρλιαξα και ολόκληρη η πλατεία γύρισε και με κοίταξε με απορία. Ο νεαρός θα είναι φτιαγμένος θα σκέφτηκαν οι περισσότεροι και γύρισαν με αποστροφή το κεφάλι τους αφήνοντάς με μόνο να τα βγάλω πέρα με την απόγνωσή μου.

Αποφάσισα πως ήταν ώρα να γυρίσω στο σπίτι, σε λίγο θα νύχτωνε.

Επιστρέφοντας, ήμουν ανήσυχος, με κατέκλυζαν σκόρπιες εικόνες από την παιδική μου ηλικία και τόλμησα να αναρωτηθώ για λίγο τι μου συνέβαινε, αλλά γρήγορα έκανα πως ξεχάστηκα − μια ταινία στην τηλεόραση, φαγητό και ύπνος, σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Ξύπνησα στις 5 το πρωί, την ώρα που γίνονται οι πιο πολλές αυτοκτονίες, νιώθοντας το στήθος έτοιμο να σκάσει, φορτωμένο με όλο το βάρος του ουρανού, των άστρων, και του γαλαξία. Άρπαξα το βιβλίο της Σάρα Κέιν από το κομοδίνο κι άρχισα να διαβάζω φωναχτά τους εξορκισμούς της, που όσο κι αν δεν είχαν βοηθήσει την ίδια, σε μένα επιδρούσαν σαν βάλσαμο, καθώς μπορεί να μην έδιωχναν τη λύπη μακριά, έφτιαχναν όμως ένα τείχος προστασίας στις άσχημες αυτοκαταστροφικές μου σκέψεις. Με κάποιο τρόπο το ήξερα πως λυπόμουν για μένα, λυπόμουν για όσα είχα ζήσει ο μπαμπάς και η μαμά, λυπόμουν για όσα μπορούσα να έχω ζήσει αν δεν είχαν συμβεί όλα όσα συνέβησαν, όμως δεν μπορούσα να αλλάξω τίποτα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω για άλλη μια φορά ήταν να πάρω ένα βιβλίο και να περιμένω να έρθει το πρωί.

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *