Featured Video Play Icon

Harlene Anderson

Εισαγωγή

Η Harlene Anderson μιλά σε ένα βίντεο για την σημασία της αβεβαιότητας. στην συνάντηση και τη σύνδεση με τους άλλους .

Η Anderson, προτείνει να σκεφτούμε την αβεβαιότητα σαν μια πρακτική που μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε διαφορετικές εκδοχές σχετικά με αυτό που συμβαίνει στην σχέση, οι οποίες μας επιτρέπουν να εμπλουτίσουμε τη γνώση που έχουμε για τους ανθρώπους. Ακόμα η αβεβαιότητα επιτρέπει να αναδυθεί μια γνήσια στάση περιέργειας και ενδιαφέροντος που εμπλουτίζει την οπτική μας. Από τη μεριά μας αναγνωρίζουμε ότι η αβεβαιότητα είναι ταυτισμένη στην κουλτούρα μας με τον κίνδυνο και την αστάθεια και ότι μια εναλλακτική άποψη δεν είναι πάντα εύκολο να διατυπωθεί, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων ή αστάθειας, στις οποίες αναζητάμε την σιγουριά και τη σταθερότητα. Ωστόσο αξίζει να δώσουμε λίγο χώρο για σκεφτούμε ότι το γεγονός πως μέχρι σήμερα δεν αμφιβάλαμε αρκετά για πολλές από τις σταθερές μας αλήθειες, ίσως έχει συμβάλει στην δημιουργία πολλών κρίσεων. Προτείνουμε να αφήσουμε για λίγο αυτή την σχεδόν “ορθόδοξη” πρακτική και να βαδίσουμε σε ένα αδόμητο αλλά γοητευτικό δρόμο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε ένα μεγαλύτερο πλούτο για τον εαυατό μας και τις σχέσεις μας

Ευχαριστούμε θερμά τη Νότα Καλιμάνη για την δύσκολη προσπάθεια να μεταφράσει ένα προφορικό λόγο, που βασίζεται στην ροή και στον αυθορμητισμό.

HARLENE ANDERSON

Περί αβεβαιότητας

Στα γραπτά μου και στις διδασκαλίες μου μιλώ συχνά για τις σχέσεις και τις συζητήσεις και συγκεκριμένα για το ότι πορεύονται χέρι-χέρι, για το πως η μία επηρεάζει, περιορίζει και δημιουργεί τα ενδεχόμενα με την άλλη. Έτσι με τον όρο σχέσεις εννοώ πολύ απλά το να είσαι σε μία σχέση με ένα άλλο άνθρωπο ─ αλλά με ένα συγκεκριμένο είδος σχέσης με την έννοια ότι η ποιότητα της σχέσης είναι περισσότερο μία μαρτυρία ─ στην οποία είμαστε μαζί  προσπαθώντας να βγάλουμε μία άκρη μαζί,  πολύ περισσότερο από εγώ ή ένα άλλο άτομο υποδείξω  στον άλλο πως να είναι ή πως να κάνει κάτι. 

Όσο αφορά τις συζητήσεις, πιστεύω ότι όταν αναφέρομαι σε αυτές, σημαίνει «μιλώ με…», «είμαι με…», «ανταποκρίνομαι με…», «σκέπτομαι μαζί με κάποιον άλλο, κάτι που είναι  σε αντίθεση με το «μιλώ σε κάποιον για αυτόν ή σχετικά με αυτόν». Έτσι οι σχέσεις και οι συζητήσεις πάνε μαζί χέρι-χέρι και είναι σαν οι σχετικές συζητήσεις για την σχέση πιθανόν να είναι ένα  όρος με δύο μέρη χωρισμένα από μία γραμμή, που στην πραγματικότητα δεν είναι χωρισμένα, εγώ δεν τα βλέπω σαν να στέκονται μόνα τους.

 Ένας τρόπος να το εξηγήσουμε πιστεύω ότι θα ήταν σε σχέση με τον τρόπο που εμείς ξεκινάμε να συναντήσουμε και να  χαιρετίσουμε ένα άλλο πρόσωπο.

 Ξεκινάμε θέτοντας τον τόνο, στέλνοντας σημάδια με συγκεκριμένη συμπεριφορά για τον τρόπο που εμείς θα είμαστε σε σχέση και σε συζήτηση με τον άλλον.

  ‘Έτσι εγώ θέλω να συναντώ και να χαιρετώ ανθρώπους με ένα τρόπο που θα δείχνει ότι τους καλωσορίζω και ότι εκτιμώ την παρουσία τους και ότι οι λέξεις μου και οι πράξεις μου, τα μάτια μου, οι χειρονομίες μου θα στείλουν ένα  σημάδι ότι τους υπολογίζω και τους σέβομαι, ότι εγώ πιστεύω ότι αυτό που θα πουν είναι σημαντικό.  Και όταν λέω ότι αυτό που θα πουν είναι σημαντικό και ότι το εκτιμώ και το υπολογίζω δεν σημαίνει ότι αναγκαστικά συμφωνώ με αυτό ή το αποδέχομαι ή ότι θα φύγω από το δωμάτιο υποστηρίζοντας το.

Απλά σημαίνει ότι εκτιμώ ότι έχουν την δική τους άποψη, πιθανόν μία διαφορετική άποψη, πιθανόν την ίδια άποψη με αυτή που εγώ έχω.  Είναι όμως η δική τους άποψη, για την οποία ενδιαφέρομαι το πως αυτοί θα  την διατυπώσουν με σαφήνεια ή πως θα την περιγράψουν. Έτσι μέρος του να είμαι περίεργη  είναι να κάνω σχόλια, να θέτω ερωτήσεις σαν να προσκαλώ τον άλλον να συνεχίσει να μιλά, να διευκρινίζει και να επεκταθεί σχετικά για αυτό που μιλά. 

Η συμπεριφορά με την οποία εγώ θέτω τις ερωτήσεις μου ή κάνω τα σχόλια μου είναι πολύ σημαντική καθώς επίσης και ο τόνος της, γιατί δεν θέλω οι άνθρωποι με τους οποίους  συνομιλώ να σκεφτούν  ότι γίνομαι επικριτική ή ότι τους κατηγορώ με οποιονδήποτε τρόπο για οτιδήποτε μιλούν ή κάνουν. 

Αλλά θέλω πραγματικά να πιστέψουν ότι ενδιαφέρομαι ειλικρινά. 

Mία φορά είχα μία συζήτηση με μία θεραπεύτρια, μία μητέρα και την δεκάχρονη κόρη της.  Η συζήτηση περιστράφηκε στο πως συνεργάζονται και ποια  ήταν η εμπειρία της μητέρας και της κόρης για την θεραπεία και την θεραπεύτρια.  Ήταν πραγματικά πολύ ενδιαφέρον γιατί στο μέσον της συζήτησης, αυτό το μικρό κορίτσι καθόταν στην άκρη της καρέκλας της  κάνοντας σήμα με το χέρι της σαν να υπήρχε κάτι που ήθελε να πει ή τουλάχιστον εγώ έτσι το μετέφρασα. 

Έτσι  της είπα «φαίνεται ότι θέλεις να πεις κάτι» και αυτή είπε «Ναι, εσείς και η μαμά μου μιλούσατε πως η θεραπεύτρια, που την λέγανε Τζούντυ, ακούει και αυτή όντως ακούει».

Εγώ τη ρώτησα «πως ξέρεις ότι αυτή ακούε;» και αυτή μου απάντησε «γιατί μου έκανε ερωτήσεις για αυτά που έλεγα». 

Γι’ αυτήν, αυτό σήμαινε ότι η Τζούντυ την άκουγε προσεκτικά και ότι ενδιαφερόταν κάνοντας όλο και περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με το τι έλεγε. 

Ειδικά με τα παιδιά συμβαίνει πολύ συχνά να τα αγνοούν και να μην ακούγεται η φωνή τους  όπως συμβαίνει επίσης και με κάποιον που δεν υπολογίζεις ή δεν εκτιμάς αυτά που μπορεί να φέρει σε μία σχέση ή σε μία συζήτηση.

Τώρα φαντάζομαι ότι κάποιοι που ακούν την ομιλία μου απορούν αναρωτιούνται ότι πιθανόν ότι αυτό δουλεύει και έχει αποτέλεσμα στην επαγγελματική ζωή αλλά, τι συμβαίνει όμως με μας στην καθημερινή μας ζωή, την ζωή μας και την οικογένεια μας;

Πως συνδέεται με  το πως είμαι με τα παιδιά μου ή τον συνέταιρο μου;

Βρίσκω  ότι αυτό έχει την ίδια ακριβώς αξία, όσον αφορά το να προχωρήσουμε μπροστά, να δημιουργήσουμε το μέλλον μαζί  με τον άλλον, το να μιλήσουμε με ένα  τρόπο που λειτουργεί για όλους. 

Πιστεύω εντούτοις και θα είμαι ειλικρινής ότι είναι πολύ πιο δύσκολο το να έχεις αυτή την συγκεκριμένη συμπεριφορά και τόνο και την ενδιαφέρουσα περιέργεια με κάποιον άνθρωπο  που νομίζεις ότι ξέρεις και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

 Νομίζω ότι θα πρέπει να προσθέσω την λέξη ‘πιθανόν’, άρα με κάποιον που πιθανόν ξέρεις γιατί πάντα κάνουμε υποθέσεις για τους άλλους ανθρώπους στην ζωή μας και ειδικότερα για ανθρώπους που γνωρίζουμε καλά όπου απλά νομίζουμε ότι μπορούμε να προβλέψουμε τι σκέφτονται, τι πρόκειται να πούνε μετά, τι πρόκειται να κάνουν μετά…

Είναι σαν να «ανεβαίνουμε σ’ ένα τρένο ταχείας» και το βρίσκω πραγματικά καλό να κατεβάζω λίγο τον ρυθμό, να κάθομαι πίσω, να πάρω μία βαθιά ανάσα και να σκέφτομαι, πως να προσεγγίσω με τέτοιο τρόπο τους  άλλους  ώστε τα σημάδια που αυτό λαμβάνει να σημαίνουν ότι δεν τους κρίνω, δεν τους κατηγορώ και  πρέπει να υπογραμμίσω πόσο δύσκολο είναι συχνά αυτό με ανθρώπους που γνωρίζουμε καλά. 

Αυτό που λέω είναι ότι νομίζουμε ότι γνωρίζουμε τους  άλλους  ανθρώπους και ως εκ τούτου κάνουμε υποθέσεις για αυτούς και έχουμε γίνει ειδικοί στο να μεταφράζουμε την συμπεριφορά τους και τα λόγια τους.  Προβάλουμε  έτσι τα λόγια μας, τις μεταφράσεις μας, τις περιγραφές μας πάνω τους σαν άτομα,  καθώς και αυτά που λένε ή τις συμπεριφορές τους. 

Κάποιες φορές οι άνθρωποι ρωτούν «πως μπορείς να μην το κάνεις αυτό;»

Αυτή είναι μία πάρα πολύ σημαντική ερώτηση.  Πιστεύω ότι πρώτα απ’ όλα πρέπει να έχουμε επίγνωση του πόσο συχνά και πότε το κάνουμε αυτό. Με άλλα λόγια, πότε τσιμπάμε το δόλωμα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι.  Ας πούμε σαν παράδειγμα ότι πρόκειται για μία σύμπραξη ενός άνδρα και μίας γυναίκας με την πολύ παραδοσιακή έννοια.  Η γυναίκα είναι στη δουλειά στο σπίτι, τακτοποιεί τα παιδιά μετά το σχολείο και προετοιμάζει το γεύμα. Τότε  ο άνδρας μπαίνει μέσα,  είχε μία πολύ δύσκολη μέρα και αρχίζει να μιλά και ξαφνικά η γυναίκα αρχίζει να κινεί τα πιάτα με θόρυβο. Ο  άνδρας νομίζει ότι αυτή δεν τον ακούει ή αυτή αρχίζει να του δίνει συμβουλές, αυτή έχει ακούσει την ίδια ιστορία πολλές φορές για την σύγκρουση με το αφεντικό και έτσι  αρχίζει να του δίνει συμβουλές: «τι θα έπρεπε να κάνεις ή  ξέρω τι έκανες αυτή την φορά ή  έκανες πάλι το ίδιο».

 Αυτός νομίζει ότι αυτή δεν εκτιμά την εμπειρία του, σίγουρα δεν εκτιμά τις συμβουλές της.  Αυτό που κατά την γνώμη μου συνέβη ήταν η  αποτυχία του να πει τον λόγο που μοιράστηκε μαζί της την ιστορία του. 

Ένα από τα πράγματα που σκέφτομαι σχετικά με το να είσαι προετοιμασμένος να προσκαλέσεις κάποιον να μιλήσει μαζί σου ή να αναρωτιέσαι εάν καν θα ήθελε να μιλήσει μαζί σου, είναι αυτό που ονομάζουμε με ένα πολύ απλοϊκό τρόπο «το να έχεις καλούς τρόπους». 

Λ.χ. «Θέλω πραγματικά πολύ να μιλήσω μαζί σου για κάτι που συνέβη σήμερα στη δουλειά αλλά ξέρω ότι και εσύ είχες μια πολύ δύσκολη μέρα.  Είναι αυτή μια καλή στιγμή ή μία άλλη στιγμή θα ήταν καλύτερα;»

 «Θέλεις πραγματικά να μιλήσεις για αυτό μαζί μου;  Εννοώ ότι μιλώ συνέχεια γι’ αυτό αμέτρητες φορές για το τι συνέβη στη δουλειά και, το μισώ που το λέω, αλλά είναι κατά κάποιο τρόπο το ίδιο πράγμα.»

 Ένας συνάδελφος μου λοιπόν λέει ότι είναι σαν να ζητάς την άδεια, σαν αυτή να είναι  μέρος της προετοιμασίας για την συζήτηση που ελπίζεις να έχεις αν και δεν μπορείς να προβλέψεις την κουβέντα που θα έχεις. 

Κάποιοι από σας μπορεί να σκεφτόσαστε ότι «αυτό που λες είναι κατά κάποιο τρόπο μια συνθήκη όπου οι  άνθρωποι την  συνκατασκευάζουν μαζί;

Απαντώ ότι «ναι, ακριβώς».  Αυτό που υπαινίσσομαι είναι ότι ο άνθρωπος που ξεκινά μία συζήτηση προετοιμάζεται για την συζήτηση λέγοντας γιατί χρειάζεται αυτή  την συζήτηση και τι θέλει από αυτήν.  Και δεν λέω ότι πρέπει να απαντήσετε αυτές τις ερωτήσεις και να έχετε κάτι σε γραπτή μορφή πριν προσκαλέσετε κάποιον να μιλήσει μαζί σας ή να σας βοηθήσει αλλά πρέπει να δώσετε σε κάποιον ένα στοιχείο γιατί θέλετε να μιλήσετε για αυτό, αν θέλετε βοήθεια από αυτούς και πως αυτοί που σας ακούν  μπορούν να είναι βοηθητικοί. 

Χρειάζεται μία αλλαγή νοοτροπίας, όπως είπα λίγο πριν, χρειάζεται να μπορέσεις να κάνεις μία παύση, να κάνεις ένα βήμα πίσω, να χαλαρώσεις για ένα λεπτό και να πάρεις έστω και λίγα δευτερόλεπτα στο πως εσύ θέλεις να ανταποκριθείς στο τι σου ζητήθηκε.  Σκέψου το σαν να επιβραδύνεις, σαν να το βάζεις σε αργή κίνηση.  Χρειάζεται εξάσκηση και όσον αφορά αυτή, συχνά είναι πολύ επιτυχημένο ή πολύ περισσότερο ή λιγότερο απαιτητικό και δύσκολο να εξασκηθείς όταν δεν έχεις πολλά να χάσεις,  όταν δεν υπάρχει κάποιος άλλος καυγάς με το αφεντικό του άλλου που σε κάνει να πιστεύεις ότι μπορεί να απολυθείς εκτός αν μπορείς πραγματικά να το λύσεις ή να υποχωρήσεις με κάποιο τρόπο. Να κάνεις εξάσκηση ακόμα και σε μικρά πράγματα ακόμα και αν είναι κάτι σαν «σκέφτομαι να πάω στο δείπνο σήμερα», πως είναι να έχω μία τέτοια συζήτηση…  Πόσες φορές έχω ακούσει γονείς να λένε; “o γιός μου είναι στο αμάξι, μόλις τον έχω πάρει από τον σχολείο και τον ρωτώ πως ήταν η μέρα του στο σχολείο και αυτός απαντά ‘ΟΚ, καλά”, “Πες μου τι έκανες”, “Ω, τίποτα, τα ίδια”…. Αυτού του είδους οι ερωτήσεις δεν κινούν τον ενδιαφέρον των παιδιών, πως λοιπόν θα εμπλέξεις τα παιδιά σε συζήτηση, πως θα πάρεις τον χρόνο σου να σκεφθείς  “Τι να ρωτήσω σχετικά με την μέρα του αντί να ρωτήσεις το παιδί σου πως ήταν το σχολείο σου σήμερα, έφαγες το γεύμα σου σήμερα”

Κάποτε ένας φίλος μου είπε ότι ρωτούσε πάντα το παιδί του “Ποιος έμπλεξε σήμερα στο σχολείο?”, όχι “αν εσύ έμπλεξες σήμερα στο σχολείο, αλλά ποιος έμπλεξε σήμερα στο σχολείο?” .  Και ξαφνικά το παιδί φανέρωνε τα αισθήματα του και άρχιζε να μιλά για το τι έγινε στο σχολείο.  Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα παράδειγμα μίας αβέβαιης ερώτησης και αβέβαιης περιέργειας που κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσε να πιάσει κάποιον απροετοίμαστο αλλά στην περίπτωση που μόλις περιέγραψα και νομίζω και πολλές φορές, η άλλη πλευρά μπορεί να κάνει μία μικρή παύση αλλά μετά παίρνει μέρος στην συζήτηση.

‘Όταν σκέφτεται κάποιος την εξάσκηση απαντώντας στον άλλον με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ότι έχεις συνηθίσει, υπάρχει μία αβεβαιότητα στο ότι δεν γνωρίζεις πως θα εξελιχθεί, γι’ αυτό λέω κάντε εξάσκηση σε μικρά πράγματα.  Η αβεβαιότητα είναι μέρος της δυνατότητας του να αφήσουμε στην άκρη το τι περιμένουμε ή τι γνωρίζουμε για τον άλλον άνθρωπο, στο ότι νομίζεις ότι ξέρεις πως παίζεται αυτό το σενάριο χρησιμοποιώντας το προηγούμενο παράδειγμα με τον σύζυγο στη δουλειά και το αφεντικό του.  Έχεις δει αυτό το έργο πάρα πολλές φορές και ξέρεις την επόμενη σκηνή, την επόμενη ατάκα… αυτό μας οδηγεί σε πρόβλημα γιατί γινόμαστε υπερβολικά σίγουροι, και όταν συμβαίνει αυτό, καθιστάς τον εαυτό σου ανάπηρο … σβήσ’ το αυτό, δεν είναι σωστή λέξη …. καταλήγεις στο να φυλακίσεις τον εαυτό σου και να μην έχεις καθόλου χώρο να κάνεις ελιγμούς.  Και είναι πολύ πιθανόν να έχεις πάρα πολλές δυσκολίες στο να έχεις καινούργιες δημιουργικές σκέψεις ειδικότερα στο να μπορείς να παρακολουθήσεις, να δεις ή  να μάθεις εμπειρικά τον άνθρωπο που κάθεται απέναντι σου διαφορετικά.

Έχω ένα συνάδελφο που έλεγε ότι εμείς δημιουργούμε τους ανθρώπους που κάθονται απέναντι μας με τις περιγραφές που έχουμε γι’ αυτούς.  Επομένως αν είσαι σίγουρος ότι ο άλλος είναι κάπως και έχεις ήδη την περιγραφή που τους αφορά και εσύ έχεις παντρευτεί αυτή την περιγραφή γιατί ξέρεις ότι είναι επακριβής, τότε αυτό γίνεται πραγματικά αληθινό, είναι αυτό που συμβαίνει.  Έτσι όμως βάζεις τον εαυτό σου στην γωνία, τον φυλακίζεις, δεν έχεις καθόλου χώρο να κάνεις ελιγμούς, να κάνεις το οτιδήποτε ούτε να σκεφθείς διαφορετικά.

’Όταν το σκεφθείς καλά, ειδικότερα με ανθρώπους που δεν σου αρέσουν ή που ξέρεις ότι δεν σου αρέσουν είναι σαν να παίζεις ένα μικρό παιχνίδι με τον εαυτό σου όταν δεν είσαι μαζί τους “τι μπορεί να έχουν αυτοί οι άνθρωποι που μπορεί να μου αρέσει? Υπάρχει κάτι σε αυτούς που  εκτιμάω ή σέβομαι?”  Δεν λέω φυσικά ότι μετά θα έχεις ένα ευτυχισμένο μήνα μέλιτος στην σχέση είτε αυτή είναι με ένα παιδί, τον συνέταιρο σου, το αφεντικό στην δουλειά σου ή τον σύμβουλο σου, αλλά όποιος και αν είναι αυτός, δεν λέω ότι θα υπάρξει η τέλεια σχέση, γιατί έτσι είναι η ζωή.  Η ζωή είναι αβέβαιη γιατί δεν ξέρουμε τι θα συμβεί μετά.. Θα θέλαμε να προβλέψουμε τι θα συμβεί μετά και ελπίζουμε οι προβλέψεις να βγουν αληθινές αν αυτές είναι καλές.  Δεν μπορούμε όμως να προβλέψουμε τι θα συμβεί μετά… Είμαστε ανθρώπινα όντα.. Και συχνά αποκρινόμαστε άμεσα όχι μόνο εμείς αλλά και οι άλλοι με τους οποίους έχουμε σχέση …

Είμαστε πολύ σίγουροι για το άλλο άτομο και συχνά επαναλαμβάνουμε τον ίδιο συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο αποκρινόμαστε σε αυτούς.  Αναφερόμενη σε συνήθειες, πιστεύω ότι υπάρχει ένας πολύ καλός τρόπος να σκεφθούμε σχετικά με αυτές. 

Και συχνά προτείνω στους ανθρώπους να μην προσπαθήσουμε να σβήσουν μία κακή ή παλιά συνήθεια που θέλουν να αποβάλλουν αλλά να προσπαθήσουν να αναπτύξουν μία καινούργια συνήθεια που σταδιακά θα πάρει την θέση της παλιάς.  Σαν ένας καινούργιος σπόρος σ’ ένα κήπο που σιγά-σιγά θα καταλάβει τον χώρο του.  Πιστεύω είναι λιγότερο απαιτητικό, λιγότερο δύσκολο να αναπτύξεις μία καινούργια συνήθεια απ’ ότι να απαλλαχθείς από μία παλιά εσκεμμένα.  Πιστεύω ότι στις περισσότερες κουλτούρες, ειδικότερα στις Δυτικές,   νοιώθουμε άβολα  με την αβεβαιότητα γιατί θέλουμε τα πράγματα να είναι προβλέψιμα.  Κάποια πράγματα πρέπει να είναι προβλέψιμα όπως ότι το λεωφορείο  θα έρθει, τα φανάρια θα γίνουν πράσινα μετά κίτρινα και μετά κόκκινα, το φανάρι για τους πεζούς θα ανάψει ή δεν θα ανάψει… κάποια πράγματα πρέπει να ξέρουμε ότι θα λειτουργήσουν έτσι.  Οι ανθρώπινες όμως σχέσεις δεν λειτουργούν έτσι από την εμπειρία μου με τους ανθρώπους που συναντώ ή που μιλώ μαζί τους.  Ένα όμως από τα πράγματα που θέτει τους ανθρώπους εκτός είναι η αβεβαιότητα.  Και πιστεύω ότι πολλά από τα αιτήματα για βεβαιότητα και την άβολη αίσθηση απέναντι στην αβεβαιότητα προέρχονται από το άμεσο περιβάλλον και την εντόπια κουλτούρα.  Με άλλα λόγια δεν είμαστε γεννημένοι για να είμαστε αβέβαιοι αλλά πιστεύω ότι μαθαίνουμε να είμαστε αβέβαιοι με πολλούς τρόπους μέσα από διάφορα πολιτιστικά τελετουργικά.

Κάποιοι άνθρωποι θέλουν να γνωρίζουν “ πως μπορώ να μάθω να μην είμαι πάντα σίγουρος ή να μην νοιώθω τόσο άβολα με την αβεβαιότητα?” Εγώ πάντα πιστεύω όχι μόνο στην εξάσκηση αλλά στην εξάσκηση σε μικρά πράγματα.  Ας σκεφθούμε πως οργανώνεται την ημέρα σας ή πως οργανώνεστε για την μέρα σας, είτε αυτό είναι να μείνετε σπίτι είτε να είστε μπροστά σε μία τάξη ή πίσω από ένα γραφείο στη δουλειά… πως  μπορείτε να πειραματιστείτε προσαρμόζοντας κάτι ελάχιστα διαφορετικό… Μπορεί να μοιάζει ασήμαντο αλλά πιστεύω ότι εάν εξασκηθείτε με μικρά βήματα, θα αρχίσετε να αποκτάτε εμπιστοσύνη και βεβαιότητα.

Θυμάμαι μία φορά πριν από χρόνια στο ινστιτούτο που εργάζομαι στο Τέξας, υπήρχε ένας ψυχίατρος από την Νικαράγουα που ήταν πάρα πολύ ανήσυχος με αυτή την αντίληψη περί αβεβαιότητας και ειδικότερα σε σχέση με το επάγγελμα του. Ειδικότερα όταν ένας ασθενής έρχεται σε σένα, θέλει βεβαιότητα, θέλει να ξέρει ποια είναι η διάγνωση του, θέλει ένα χάπι, θέλει φάρμακα ή ότι άλλο αυτός θέλει.  Πάνω απ’ όλα όμως θέλει εσύ να είσαι ο ειδήμων, εσύ να είσαι ο γιατρός.  Αυτός όμως  δεν μπορούσε να το κατανοήσει,  εν τούτοις μία μέρα ήρθε με ένα βάδισμα κομπασμού και χαμογελούσε ακόμα περισσότερο απ’ ότι συνήθιζε.  Το όνομα του ήταν Emilio, σίγουρα δεν θα τον πειράξει που χρησιμοποιώ το όνομα του, όταν λοιπόν τον ρώτησα “τι συμβαίνει, Emilio, δείχνεις τόσο ευτυχισμένος σήμερα το πρωί, τι συνέβη χτες το βράδυ, είχες κάποιο μεγάλο πάρτυ ή κάτι άλλο? ” και αυτός μου είπε: “Όχι, απλά ξύπνησα σήμερα το πρωί και αποφάσισα ότι είμαι άνετος με την αβεβαιότητα” “Εσύ είσαι άνετος με την αβεβαιότητα? Πως συνέβη αυτό??” “Δεν ξέρω, αποφάσισα ότι η αβεβαιότητα έχει μία αίσθηση βεβαιότητας μέσα της” “Με άλλα λόγια ….. πως να μεταφράσω τα λόγια του? …. Ένοιωσε  αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι μπορούσε να αντιμετωπίσει ότι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον”

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *