Από «αόρατη» απειλή, συλλογικό τραύμα

δημοσιεύτηκε στο docoumendo στις 29 Νοεμβρίου με την επιμέλεια της Ηλέκτρας Ζαργάνη

Ο Ηλίας Γκότσης γράφει στο Documento για τη διαχείριση της καραντίνας και την ανάγκη να αναδειχθούν στον δημόσιο λόγο τα ζητήματα ψυχικής υγείας

Η πρώτη καραντίνα ήταν ένα μεγάλο τεστ για όλους/ε μας, καθώς αποτέλεσε μία προσπάθεια να εξοικειωθούμε με μία εμπειρία αποκομμένη από την οπτική που είχαμε διαμορφώσει για τον κόσμο. Ένα ανοίκειο βίωμα το οποίο δεν αφορούσε μόνο στον ίδιο τον περιορισμό στα σπίτια μας, αλλά άγγιζε και πολύ πιο βαθιά συναισθήματα. Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι αναφερόμαστε στον τρόπο που βιώνεται η καραντίνα στον Δυτικό Κόσμο. Στην Αφρική για παράδειγμα οι άνθρωποι είναι πιο εξοικειωμένοι με τις πανδημίες και ζουν σε αυτά τα πλαίσια εδώ και δεκαετίες

Οι ορατοί και οι «αόρατοι» της πανδημίας

Οι δικές μας γενιές -μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- δεν είχαν βιώσει ξανά μία τέτοια συνθήκη, δεν είχαν ακούσει αντίστοιχες ιστορίες από τους ηλικιωμένους και δεν φαντάζονταν ποτέ ότι θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με μία τέτοια «απειλή». Η συνθήκη του περιορισμού κλονίζει τις βεβαιότητες γύρω από τον έλεγχο που πιστεύουμε ότι έχουμε πάνω στη ζωή μας. Πόσο επώδυνο όμως μπορεί να γίνει το βίωμα της καραντίνας; Ένας σημαντικός παράγοντας αφορά το αν υπάρχουν (και σε ποιο βαθμό) κοινωνικές υποστηρικτικές σχέσεις. Να εξετάσουμε αν η καραντίνα λειτουργεί ως μία συνθήκη πλήρους απομόνωσης για ορισμένα άτομα ή  εάν γεννιούνται δυνατότητες να αναπτυχθούν εναλλακτικοί δεσμοί μέσα από το διαδίκτυο ή από το τηλέφωνο.

Ένας δεύτερος παράγοντας είναι ο ζωτικός προσωπικός χώρος. Κατά τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας αναπτύχθηκε η καμπάνια «Μένουμε Σπίτι». Σε αυτό το πλαίσιο, αξιοποιήθηκαν καλλιτέχνες, influencers, γυμναστές και διάσημοι σεφ σε μία προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε και να περάσουμε ευχάριστα τον χρόνο μας. Πρόκειται για μία κατασκευή που χτίζεται μέσα στο μυαλό μας για τη σύνδεση του προσωπικού χώρου με την οικειότητα και την ασφάλεια. Αυτή η πρακτική όμως αφαιρεί από το προσκήνιο ανθρώπους χωρίς υποστηρικτικές σχέσεις και ζωτικό χώρο. Για αυτές τις κοινωνικές ομάδες, ο προσωπικός χώρος μπορεί να συνδεθεί με την εμπειρία της μοναξιάς, της κακοποίησης, της προδοσίας και της εγκατάλειψης.

Οι περισσότεροι τοποθετήθηκαν γύρω από τις καταστάσεις σύμφωνα με την κυριαρχία του μέσου όρου, με αποτέλεσμα να χαθούν πολλά υποκείμενα και περιεχόμενα που δεν αναδείχθηκαν ποτέ ως κεντρικά ζητήματα στο δημόσιο λόγο (όπως η ενδοοικογενειακή βία, οι άστεγοι και οι άνθρωποι με ψυχικές δυσκολίες). Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας και η αναμονή για ένα ραντεβού μπορεί να διαρκέσει ακόμη και έξι μήνες. Αναφέρω ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Μία γνωστή μου από την εθελοντική ομάδα που δημιουργήσαμε στην πρώτη καραντίνα, ζήτησε βοήθεια από δομή ψυχικής υγείας τον Ιούνιο, την κάλεσαν τηλεφωνικά τον Σεπτέμβριο και τελικά της έκλεισαν ραντεβού για τον Φεβρουάριο του 2021. Η υπολειτουργία των δημόσιων δομών παίζει σημαντικό ρόλο. Δεν έχουν ληφθεί υπόψη στο σχεδιασμό της δεύτερης φάσης του lockdown (ούτε φυσικά την πρώτη φορά) τα ζητήματα ψυχικής υγείας, όπως και η αύξηση στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Σε αυτή τη συνθήκη έχει μεγάλη σημασία να γίνει αντιληπτό ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να μπουν όλοι κάτω από την ίδια ομπρέλα και ότι απαιτείται ειδική μέριμνα και φροντίδα.

Το βίωμα του πένθους και της απώλειας

Σταδιακά αρχίζει να γίνεται αντιληπτό πόσο επώδυνη είναι η συγκατοίκηση με ανθρώπους που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου και είναι ευάλωτοι, αλλά και πόσο ισχυρός είναι ο φόβος ότι ο καθένας από εμάς μπορεί να μεταφέρει τον ιό στους οικείους του. Πρόκειται για μία τρομακτική εμπειρία. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν μεταδώσει τον ιό  στους δικούς τους ανθρώπους και έχουν πεθάνει. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ένα ανεξέλεγκτο κύμα συναισθημάτων. Εξαιρετικά επιβαρυμένοι συναισθηματικά είναι και όσοι εργάζονται σε ευάλωτες δομές όπως τα νοσοκομεία και τα γηροκομεία. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν δημοσιευτεί στο εξωτερικό, η εμπειρία της καραντίνας μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ψυχικού άγχους, της αίσθησης απομόνωσης και της ακατανόητης ενοχής. Δεν μπορούμε όμως να αφήσουμε έξω από το κάδρο την κοινωνική και οικονομική συγκυρία. Πολλοί άνθρωποι έχουν βρεθεί στα όρια τους επαγγελματικά. Είναι λάθος να «ψυχολογικοποιήσουμε» φυσιολογικά άγχη και αγωνίες που βιώνονται λόγω αντικειμενικών συνθηκών και πολιτικών χειρισμών. Η συνθήκη που ζούμε μπορεί να ενεργοποιήσει εσωτερικούς μηχανισμούς που ενδέχεται να οδηγήσουν σε ένα ψυχικό σύμπτωμα. Οι άνθρωποι όμως που αισθάνονται ευάλωτοι γιατί έμειναν άνεργοι, έκλεισαν τα μαγαζιά τους ή αποκλείστηκαν από την εργασία τους δεν εντάσσονται στην ίδια κατηγορία.

Το καλοκαίρι είδαμε ότι επιχειρήθηκε μία σταδιακή αποσύνδεση από το βίωμα του περιορισμού. Πολλοί άνθρωποι αναζήτησαν τρόπους να εκτονώσουν την κατάσταση που είχαν βιώσει (πχ. γάμοι, καλοκαιρινά πάρτι) και για αυτό αντιμετωπίσαμε συμπεριφορές που μας θυμώνουν, αλλά μπορούμε να τις κατανοήσουμε αν τις εξετάσουμε με ψυχολογικούς όρους. Οι περισσότεροι είχαν την ανάγκη να επιστρέψουν σε μία βεβαιότητα για τη ζωή τους και να νοιώσουν ότι τα πράγματα μπορούν να βιωθούν ξανά «φυσιολογικά».

Το καινούργιο στοιχείο με το οποίο ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι είναι το πένθος και η διαχείριση της απώλειας. Οι νεκροί δεν είναι πλέον αόρατοι. Βρίσκονται δίπλα μας. Ολοι γνωρίζουμε ανθρώπους που έχουν νοσήσει και όλοι ερχόμαστε σε πραγματική επαφή με τον ιό. Η πανδημία δεν είναι μία αφηρημένη απειλή που ακούμε στις ειδήσεις ή διαβάζουμε στις εφημερίδες. Την πρώτη φορά βιώναμε τους θανάτους μέσα από τις οθόνες μας, σαν κάτι που θα μπορούσε μεν να συμβεί, αλλά ταυτόχρονα βρισκόταν και πολύ μακριά από εμάς. Αυτή τη φορά απουσιάζει εντελώς η καμπάνια «Μένουμε Σπίτι», αλλά και τα βίντεο στο διαδίκτυο για το πως θα περάσουμε ευχάριστα τον χρόνο μας. Το βίωμα είναι πια πραγματικό. Ένα μεγάλο συλλογικό τραύμα το οποίο ενέχει την απειλή, τον θάνατο και την απώλεια. Δεν έχουμε ξαναζήσει μία αντίστοιχη εμπειρία μαζικών θανάτων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Εχουμε δει τις εικόνες με τους πρόσφυγες στο Αιγαίο από το 2015, αλλά οι περισσότεροι δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι αυτό το γεγονός τους αφορούσε τόσο.

Η πανδημία δεν είναι πια υπόθεση εργασίας, ούτε κάτι που σχεδιάζεται ως προσομοίωση. Εχουμε αντιληφθεί το βάρος που κουβαλάει και την τεράστια αδυναμία του κράτους να ανταποκριθεί σε αυτές τις ειδικές συνθήκες. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι οι μεγάλες δυσκολίες που εμφανίζονται στην τελεκπαίδευση. Η  εμπειρία της τηλεκπαίδευσης (ουσιαστικά μιλάμε για ηχοεκπαίδευση γιατί δεν υπάρχει διάδραση), επιδρά στον ψυχισμό των παιδιών και στην ικανότητα τους να συγκροτούν τη σχέση τους με τον χώρο και τον χρόνο. Η δομή του σχολείου είναι παράγοντας που διευκολύνει τα παιδιά να βάζουν τάξη στο εσωτερικό χάος. Ειδικά τα παιδιά του νηπιαγωγείου αναπτύσσουν τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία τους σε αυτή την ηλικία. Η εμπειρία της εκπαίδευσης με τέτοιους περιορισμούς  θα έχει ενδεχομένως επίδραση και στον ψυχισμό τους.

Η ψυχική υγεία στο κάδρο

Γνωρίζουμε ότι η κοινωνία επηρεάζεται από την τηλεργασία, την κοινωνική απομόνωση και την ανεργία. Στη βιβλιογραφία αυτό συνδέεται με αισθήματα φόβου, αδυναμίας, απώλειας ελέγχου και μοναξιάς. Αυτή η πρωτόγνωρη  συνθήκη ενεργοποιεί διεργασίες που μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε βίαιες συμπεριφορές, αν δεν υπάρχει ένα υποστηρικτικό πλαίσιο φροντίδας. Το κάθε αρνητικό συναίσθημα που βιώνουμε ενδέχεται να ενεργοποιήσει σημεία «πυροκροτητές». Αυτά τα σημεία αναβιώνουν δικές μας εμπειρίες, καταγεγραμμένες στον ψυχικό μας χώρο με καθολικό τρόπο. Αν για παράδειγμα νοιώθουμε έντονα την εμπειρία της μοναξιάς, κινδυνεύουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με όλο το βάρος που φέρει η μοναξιά στη ζωή μας (και όχι μόνο με τη μοναξιά που ζούμε εκείνη τη στιγμή).  Η σωματική ασφάλεια οφείλει να αποτελεί προτεραιότητα, όμως η ψυχική υγεία πρέπει να έρθει στο προσκήνιο σαν θέμα, να μπει και αυτή στο κάδρο προκειμένου να μην υποτιμηθούν οι συνέπειες που θα φέρει η πανδημία στο μέλλον. Καθώς ενισχύονται προϋπάρχουσες εμπειρίες, όταν λήξει το γεγονός που τις έχει πυροδοτήσει,  αυτές εξακολουθούν να παραμένουν ενεργές. Επομένως, η ανάγκη για ψυχική φροντίδα είναι σημαντική και μετά τη λήξη του lockdown.

Τέλος, έχει αξία να φτάσουμε στην αποδοχή και στην κατανόηση ότι αυτή την εποχή ζούμε κάτι που είναι έξω από την εμπειρία μας. Οι πανδημίες φέρνουν στο προσκήνιο και στο κέντρο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής πρακτικές πολέμου. Για αυτό και αποτελεί βαρόμετρο για το πόσο δημοκρατικοί είναι οι θεσμοί μας και για το αν γίνονται σεβαστά τα δημοκρατικά δικαιώματα και οι ελευθερίες των πολιτών. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα,  σε 40 χώρες καταγράφεται αύξηση των περιστατικών καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων με αφορμή την καραντίνα, γεγονός αρκετά ανησυχητικό.

-Ο Ηλίας Γκότσης είναι κοινωνιολόγος – ψυχοθεραπευτής – συγγραφέας

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *