Η ΟΝΕΙΡΟΤΟΠΙΑ και η ψυχική ανθεκτικότητα σε δύσκολους καιρούς


Featured Video Play Icon

Τον Ιούνιο 2020 εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ η ΟΝΕΙΡΟΤΟΠΙΑ, που είναι  ένα βιβλίο για τη κατανόηση της ψυχικής ανθεκτικότητας σε δύσκολους καιρούς, σε περιόδους κρίσεων.

Το βιβλίο γράφηκε μέσα στην καραντίνα, οι σκέψεις  και οι ιδέες που παρουσιάζονται έχουν πυροδοτηθεί από αυτή την εμπειρία ωστόσο ωστόσο τα θέματα που θίγει είναι  διαχρονικά. 

Με αφορμή αυτό το βιβλίο πολλοί άνθρωποι που συνομιλούν μαζί μου  αναρωτιούνται αν η   ψυχική ανθεκτικότητα συνδέεται με  τη δύναμη,  με την αντοχή  στην ματαίωση ή με  την υπομονή.

Ωστόσο στην δική μου οπτική  η ψυχική ανθεκτικότητα συνδέεται παραδόξως πρώτα από όλα με  την κατανόηση και την αποδοχή του φόβου.

Έτσι  εκτιμώ ότι είναι σημαντικό  να μπορούμε να στοχαζόμαστε  σχετικά με το φόβο, με την  απώλεια του ελέγχου και  να αναγνωρίζουμε τις επιπτώσεις  τους στην καθημερινή μας ζωή για να μπορέσουμε στη συνέχεια να δώσουμε ένα προσωπικό και συλλογικό  νόημα  στην  έννοια της  ανθεκτικότητας.

Αναφέρομαι σε ένα προσωπικό νόημα καθώς κάθε άνθρωπος ορίζει   την ανθεκτικότητα μέσα από την προσωπική του εμπειρία μέσα από τις σχέσεις που συγκροτεί,  από την κουλτούρα και τις αξίες του τελικά μέσα από την ιστορία, τη δική του ή της οικογένειάς του και της κοινότητας του.

Με αυτή την έννοια όχι μόνο η ανθεκτικότητα ορίζεται υποκειμενικά αλλά ταυτόχρονα είναι σημαντικό να έχουμε στο νου μας ότι είναι μία συλλογική  σχεσιακή- δυναμική έννοια που συ-κατασκευάζεται, εξελίσσεται ανάλογα τα πλαίσια δράσης, αλλάζει μορφές μέσα στο χρόνο και μας επιτρέπει να ανταποκρινόμαστε με δημιουργικό τρόπο όταν βιώνουμε τραυματικές εμπειρίες.

Ωστόσο παρότι  η  αναγνώριση, η αποδοχή  και η κατανόηση του φόβου  αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για να μπορέσουμε να συνδεθούμε με την ασφάλεια αυτό γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο όταν   η απειλή είναι αόρατη ή όταν  επιστρέφει όταν  πιστεύουμε  πως έχει απομακρυνθεί.

Η πανδημία και η μετάδοση του ιού  επειδή συνιστά μία αόρατη απειλή μας οδηγεί συχνά  στο να την  ξεχάσουμε ή να κάνουμε πως τάχα δεν υπάρχει.

Έτσι συχνά αφηνόμαστε στην ανάγκη μας να επιστρέψουμε στις παλιές μας συνήθειες, να ζήσουμε δηλαδή σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα τριγύρω μας.

Ορισμένοι πάλι βρίσκονται στην αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση  και ζουν μέσα στο φόβο και την απειλή ακόμα και όταν υπάρχει μία σχετική ασφάλεια.

Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν άνθρωποι που  είναι διαρκώς φοβισμένοι με μεγάλο άγχος και μεγάλη αγωνία.

Τελικά αυτό που είναι σημαντικό αν θέλουμε να μιλήσουμε για την ανθεκτικότητα είναι να αναγνωρίσουμε ότι τη βιώνουμε μέσα σε διαφορετικές  πραγματικότητες, όπως π.χ. η «αντικειμενική» ή η ψυχική.

Η σύνδεση με την «αντικειμενική»  πραγματικότητα δεν είναι πάντοτε εφικτή και πολύ συχνά η ψυχική πραγματικότητα μας προσκαλεί να καταφύγουμε  σε  μια άρνηση, στην μεταφυσική  και στην αναζήτηση ενός   μαγικού  κόσμου. ‘Ίσως έτσι εξηγείται γιατί αυξάνονται με ταχύτατο ρυθμό οι θεωρίες συνωμοσίες ή οι δοξασίες σχετικά με την πανδημία.

Σε κάθε περίπτωση το πώς  θα ορίσουμε την ανθεκτικότητα συνδέεται με ένα εσωτερικό και εξωτερικό  διάλογο.

Στον  εσωτερικό μας διάλογο συνομιλούν  πλευρές και  φωνές που άλλοτε μας αποδυναμώνουν ή μας επικρίνουν και άλλοτε μας επιβραβεύουν και μας ενδυναμώνουν ενώ στον εξωτερικό διάλογο υπεισέρχονται όλες εκείνες οι φωνές που έρχονται από το πλαίσιο δράσης  και τις αντικειμενικές συνθήκες.

Η ψυχική ανθεκτικότητα ωστόσο δεν είναι μια στατική συνθήκη και διαρκώς μεταβάλλεται ανάλογα με την εσωτερική μας οργάνωση καθώς και τις συνθήκες που ζούμε.

Στο βιβλίο παρουσιάζω μία έννοια που τη θεωρώ πολύ σημαντική,  το διαλογικό φάσμα, μία πρακτική με την οποία εργάζομαι τα τελευταία δύο χρόνια.

Θεωρώ ότι όλοι και όλες μας μέσα στο βίο  μας τοποθετούμαστε μέσα σε ένα φάσμα το οποίο στη μία άκρη του υπάρχουν εμπειρίες που έχουμε νιώσει ευάλωτοι και φοβισμένοι και στην άλλη υπάρχουν οι εμπειρίες που έχουμε νιώσει δύναμη  και ανθεκτικότητα.

Ανάλογα   με τις συνθήκες και τις εμπειρίες μετακινούμαστε μέσα σε αυτό το φάσμα,  άλλοτε με ευλυγισία και άλλοτε με δυσκαμψία.

Η μετάβαση από μία θέση δύναμης σε μία θέση αδυναμίας και το αντίστροφο δεν συμβαίνει μαγικά  αφού πάντοτε χρειαζόμαστε χώρο και χρόνο για την αλλαγή, τις μετακινήσεις και τους μετασχηματισμούς.

Λόγου χάρη όσον αφορά την πανδημία θεωρώ ότι όσο περισσότερο εξοικειωνόμαστε με αυτή την εμπειρία τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να συνδεθούμε με εκείνες τις πλευρές του εαυτού μας οι οποίες θα μας επιτρέψουν να αναπτύξουμε τη δημιουργικότητά μας αλλά και να υποστηρίξουμε με συνέπεια αξιακά και ηθικά πλαίσια που προάγουν τη συνεργατικότητα και την αλληλεγγύη.

Η εξοικείωση όμως δεν είναι ο μοναδικός δρόμος υπάρχει και ένας άλλος και αυτός είναι αρκετά επικίνδυνος αφού αφορά την απώλεια του εσωτερικού ελέγχου, η οποία εντείνεται όσο ή πανδημία φέρνει στο κέντρο της ζωής μας το απρόοπτο,  την αβεβαιότητα  και τη ρευστότητα.

Αυτή τη περίοδο ζούμε το  δεύτερο κύμα της πανδημίας, ωστόσο υπάρχει μία  υπάρχουσα εμπειρία την οποία μπορούμε να αξιοποιήσουμε.

Καταρχάς ξέρουμε τώρα ότι ορισμένοι πληθυσμοί έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από άλλους, γνωρίζουμε επίσης ότι δεν υπάρχουν ευάλωτοι πληθυσμοί αλλά  πλαίσια που δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες των ανθρώπων.

Γνωρίζουμε επίσης πως οι  υπερβολές, η απομόνωση η κλειστότητα δημιουργούν ψυχικά προβλήματα τα οποία είναι πολύ σημαντικά. Δεν παραγνωρίζουμε όμως πως σε κάθε περίπτωση οι άνθρωποι που είναι εκτεθειμένοι σε κίνδυνο δοκιμάζονται, και συχνά  ακινητοποιούνται έτσι είναι σημαντικό να αναζητήσουμε σχέσεις που θα μας ενδυναμώσουν.

Θα ήθελα να κλέισω αυτό το άρθρο με δυο επισημάνσεις:

Η μία είναι ένα σχόλιο που έγραψε η Μιρέλλα Κορομπίλια για τον πρόλογο του βιβλίου και αφορά σε  ένα παράδειγμα από τα ζώα που μπορεί να μας βοηθήσει στο να κατανοήσουμε τη σημασία της ομάδας και της συλλογικότητας για την ψυχική ενδυνάμωση: 

«Σε ένα σμήνος κάθε πουλί είναι σημαντικό για τη διαδρομή της ομάδας και όλα μαζί συγκροτούν ένα  σύνολο. Έτσι η ασφάλεια έρχεται από την ομάδα. Τα ζώα είναι πολύ τυχερά, χαίρονται που συνεργάζονται και είναι σε ομάδα. Η πάπια που πετάει τελευταία είναι περήφανη για τη θέση της, είναι το ίδιο σημαντική με το πουλί που οδηγεί το σμήνος.

Αυτή η ιδέα της ομάδας, ότι συνυπάρχουμε και δρούμε σε ομάδες με οδηγεί να σκεφτώ τη σημασία που έχει το να είμαστε συλλογικοί.

Θεωρώ, όμως  πως  ενώ το βασικό μας ένστικτο μας καλεί να συνυπάρχουμε, ταυτόχρονα καθώς συνδεόμαστε με την  ανάγκη μας να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, η έννοια της «εξατομίκευσης» αναζητά ένα  νέο νόημα της ύπαρξης μας μέσα στην ομάδα.

Σε αυτή την αναζήτηση της συνύπαρξης του ατομικού με το συλλογικό, πιστεύω πως η  απώλεια δεν αποτελεί μια εξολοκλήρου ιδιωτική εμπειρία που βιώνεται εκτός του πλαισίου των ανθρώπινων σχέσεων. Είμαστε  ταυτόχρονα πομποί, ενεργητικοί αποδέκτες, δημιουργοί ιστοριών και όταν βιώνουμε μια κρίση, ένα πρόβλημα, μια ματαίωση, είμαστε ενεργητικοί αποδέκτες των μεταβολών  και των απωλειών που επιφέρει  και είναι φυσικό να «αντιμαχόμαστε» αυτή τη συνθήκη και να  επιδιώκουμε  την επιστροφή σε κάποια προηγούμενη, κατάσταση η οποία όμως έχει μεταμορφωθεί αμετάκλητα. Τα ευρύτερα οικογενειακά και κοινωνικά πλαίσια μας  προσκαλούν, (αλλά και τα προσκαλούμε)  σε  παλαιότερα σχήματα, ψάχνοντας επιβεβαίωση του κόσμου των πεποιθήσεων τους, όπως άλλωστε κάνουμε και εμείς. Όμως οι «νεοφερμένες», παρά τη θέλησή μας, τραυματικές εμπειρίες μας  μπορούν να  μεταβολιστούν στις νέες  σχέσεις, οι αλλαγές στα συστήματα, δεν γίνονται εξάλλου  χωρίς τη δημιουργία συνεργασιών. Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι η μεταμόρφωση και η ανακατασκευή νοημάτων μπροστά στα ανατρεπτικά γεγονότα που «προσφέρει» η ζωή. Η προσαρμογή στην απώλεια διαμορφώνεται από προσωπικούς, κοινωνικούς, οικογενειακούς και πολιτιστικούς παράγοντες, διαφοροποιώντας   το πλαίσιο των προηγούμενων κατασκευών.»

Το δεύτερο είναι ότι  ορισμένες φορές η συζήτηση για την ευαλωτότητα και την ανθεκτικότητα μπορεί να είναι αποπροσανατολιστική, και να νομιμοποιεί ένα λόγο που «ψυχολογικοποιεί» την ανθρώπινη εμπειρία,  καθώς παραβλέπει τις συνέπειες που έχουν μια σειρά από παράγοντες όπως το στίγμα, ο αποκλεισμός, η ετικετοποίηση, οι κοινωνικές συνθήκες, οι θεσμικές πολιτικές, οι ελλείψεις και ο τρόπος που έχουν οργανωθεί τα δημόσια πλαίσια. Η παράβλεψη αυτή, η έλλειψη ενός κριτικού λογού, μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε  μια έμφαση στους ψυχολογικούς παράγοντες αλλά να παραγνωρίσει μια συστημική οπτική για την κατανόηση της ψυχικής ανθεκτικότητας.

Κλείνοντας αυτό το κείμενο θα ήθελα να επαναφέρω στο προσκήνιο ένα χρήσιμο διάλογο που έγινε στις 24 Μάϊου 2020, με την Ευαγγελία Τσαπατσάρη, σχετικά με το πως βιώνεται η ανθεκτικότητα, μέσα σε περιόδους κρίσεων

Σε αυτό τον διάλογο το ενδιαφέρον είναι η προσέγγιση της ανθεκτικότητας όχι μόνο ως ψυχικό βίωμα αλλά ως μια συνθήκη που είναι σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό και οικογενειακό πλαίσιο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *