ταξίδι

  • από

Οι νεκροί διαμαρτύρονται.

Η ζέστη είναι σχεδόν αφόρητη

ακόμα και για αυτούς.

Ορισμένοι είχαν ήδη θυμώσει με το γεγονός του θανάτου.

Κάποιοι είχαν κουραστεί από την αναμονή της ταφής.

Άλλοι άρχισαν να εξαντλούνται με το μακρύ διάστημα

που χρειάστηκε να παραμείνουν στους τάφους.

Οι πιο στωικοί άντεξαν όλη την ταλαιπωρία

μέχρις ότου ξεκινήσει το ταξίδι,

κι όμως και αυτοί τώρα υποφέρουν

μέχρι να φτάσουν στο τέλος του προορισμού.

Προς τα πού ταξιδεύουμε; αναρωτιούνται.

Η βάρκα δεν είναι σταθερή και το ποτάμι έχει φουσκώσει επικίνδυνα,

διαρκώς χρειάζεται να αποφεύγουν βράχους και μυτερά κλαδιά.

Ορισμένοι κουρνιάζουν φοβισμένοι

καθώς εισέρχονται ξανά σε σκοτεινές σπηλιές,

γνώριμες αλλά πάντοτε τρομακτικές, χαμένες στο αχανές της μνήμης.

Κανένας δεν γνωρίζει με βεβαιότητα το τέρμα,

αν οδηγούνται προς την κόλαση ή προς τον παράδεισο.

Η αγωνία και ο φόβος τούς κάνουν να χάνουν την πίστη τους.

Μήπως δεν έπρεπε να είχαμε πεθάνει; αναφωνούν.

Πώς συμφωνήσαμε σε ένα τέτοιο γεγονός

δίχως καν να αναρωτηθούμε;

Και αν είναι πια αργά, αν δεν υπάρχει γυρισμός;

Αν η Δευτέρα Παρουσία δεν είναι παρά μονάχα μια υπόσχεση που ποτέ κανείς δεν θα τηρήσει;

Μήπως ήταν νωρίς ή η εποχή δεν ήταν η κατάλληλη;

Το καλοκαίρι το ποτάμι δεν είναι ποτέ φουσκωμένο,

το ταξίδι είναι ασφαλές

λένε όσοι δεν αγαπούν το κρύο του χειμώνα.

Αλλά το καλοκαίρι το νερό είναι λιγοστό και το ταξίδι αργό

ανταπαντούν όσοι ποθούν τον παγωμένο αέρα.

Και όμως, όποια και να είναι η απάντηση

να τοι, ταξιδεύουν όλοι μαζί, σαν στοιβαγμένοι πρόσφυγες,

κινδυνεύουν να πνιγούν από ώρα σε ώρα.

Ο προορισμός, κόλαση ή παράδεισος, παύει να έχει σημασία,

τούτη την ώρα δεν έχει διαφορά,

θα παραμείνει για πάντα άπιαστο όνειρο.

Τώρα το μόνο που ακούγεται είναι το βουητό από τους ψιθύρους.

Ορισμένοι διεκδικούν την επιστροφή,

νοσταλγούν τους ζωντανούς που έμειναν πίσω.

Αν ήταν μαζί τους, η κατάσταση θα ήταν σίγουρα καλύτερη(;)

Συζητούν μεταξύ τους για τις δυνατότητες που υπάρχουν.

Δεν ξέρουν αν το σώμα θα είναι πια εκεί να περιμένει.

Οι πιο επιφυλακτικοί ανησυχούν για τις αντιδράσεις των ζωντανών.

Και αν δεν μας θέλουν; αναρωτιούνται σιωπηλά.

Αν βρισκόμαστε κιόλας εξορισμένοι από τον χώρο που κατοικεί η μνήμη;

Κανένας δεν τολμά να θέσει ανοιχτά ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Και αν στ’ αλήθεια δεν απέμεινε κανείς να περιμένει;

Οι αυτόχειρες, καθισμένοι όλοι στην ίδια γωνιά,

ανταλλάσσουν κρυφά χαμόγελα.

Είναι οι μόνοι που ταξιδεύουν με τη θέλησή τους.

Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν σιωπηλοί, ακόμη υπομονετικοί.

Δεν μπορεί, θα τους περάσει, ψιθυρίζουν συνωμοτικά.

Τότε όλοι θα διαπιστώσουν το ορθόν της επιλογής.

Εδώ είσαστε ίσοι, θα ακουστεί η φωνή του Παντελεήμονος Κυρίου.

Και τώρα δες τους, όλοι καθισμένοι, μένουν ξαφνικά ακίνητοι, περιμένουν.

Μέχρι να συμβεί το επόμενο τράνταγμα, είναι στ’ αλήθεια δυνατό.

Απρόσμενα όλοι μουρμουρίζουν, κάτι αναπάντεχο έχει συμβεί,

κανένας δεν είναι σε θέση να δώσει απαντήσεις.

Το βουητό από τις φωνές σκεπάζει το ποτάμι.

Όλα μπορούνε να συμβούν στον ωκεανό των πιθανοτήτων.

Μονάχα η βραχνή φωνή του προφήτη θα ήταν δυνατό να σκεπάσει τον θόρυβο.

Ο οδηγός ανησυχεί μήπως βγει αληθινή η προφητεία:

«Προσδοκώ εξέγερση νεκρών και επαναστάσεις αυτών».

Πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί μονάχος μια ενδεχόμενη επανάσταση;

Γνωρίζει καλά την απάντηση,

το ίδιο καλά όπως ο καθένας από εμάς.

Καμία εξουσία, κανένα κράτος, όσο στρατό και αν διέθετε,

κανείς ζωντανός ή νεκρός, άγγελος ή διάβολος, αστυνόμος ή συνωμότης δεν θα ήταν προετοιμασμένος για ένα τέτοιο ενδεχόμενο,

ούτε καν ο ίδιος ο Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι την ώρα που επιτίθεται μανιασμένα στα αστικά παλάτια της Βαρκελώνης.

Ούτε καν οι ανυποψίαστοι, πλην τίμιοι επαναστάτες ναύτες της Κρονστάνδης,

τη στιγμή που αποφασίζουν να εξεγερθούν ενάντια στο νέο αυτοκρατορικό καθεστώς,

παραδομένοι στον θάνατο και την καταστροφή,

μεθυσμένοι από ελπίδα και οργή, δεν θα μπορούσαν να φανταστούν την ορμή των εξεγερμένων

Τελεία.

Venceremos!

Αγνώστου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *