7 στάδια για τη διαχείριση της κρίσης

  • από

 

Το Μοντέλο των 7 σταδίων για την παρέμβαση σε καταστάσεις κρίσεων: Σχέδιο Δράσης για την Επίτευξη Στόχων, την Επίλυση Προβλήματος και την Επίλυση Κρίσεων

Το παρόν άρθρο ερμηνεύει ένα συστημικό και δομημένο εννοιολογικό μοντέλο για την αξιολόγηση και την παρέμβαση στην κρίση που διευκολύνει το σχεδιασμό και την αποτελεσματική βραχεία θεραπεία σε έξω-νοσοκομειακές ψυχιατρικές κλινικές, σε κοινοτικά κέντρα ψυχικής υγείας, σε συμβουλευτικά κέντρα ή σε δομές παρέμβασης στις κρίσεις. Η εφαρμογή του μοντέλου του Roberts, για τα 7 στάδια παρέμβασης σε καταστάσεις κρίσεων, δύναται να διευκολύνει την αποτελεσματική παρέμβαση του κλινικού δίνοντας έμφαση στην γρήγορη αξιολόγηση των προβλημάτων του πελάτη και ταυτόχρονα στις δεξιότητές του ή στους διαθέσιμους πόρους που έχει, στη συνεργατική επιλογή και την επίτευξη στόχων, την εύρεση εναλλακτικών στρατηγικών αντιμετώπισης, την ανάπτυξη συνεργατικής συμμαχίας και την ενδυνάμωση των δυνατοτήτων του πελάτη.

Οι χρονικοί περιορισμοί στη διάρκεια της θεραπείας, όπως αυτοί τίθενται από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τους οργανισμούς περίθαλψης, θέτουν την επιστημονικά τεκμηριωμένη (evidence- based) παρέμβαση στην κρίση, ως αναγκαιότητα για εκατομμύρια ανθρώπων που παρουσιάζονται σε κλινικές ψυχικής υγείας και στα νοσοκομειακά προγράμματα εν μέσω οξέων επεισοδίων κρίσης. Η ύπαρξη λοιπόν ενός πρωτοκόλλου για την παρέμβαση στην κρίση διευκολύνει το θεραπευτικό σχεδιασμό και την παρέμβαση.  Οι συγγραφείς αποσαφηνίζουν τις διακριτές διαφορές μεταξύ «διαχείρισης καταστροφής» και «παρέμβασης στην κρίση» και το πότε κάθε μια από αυτές τις διαφοροποιήσεις είναι αναγκαία. Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η σπουδαιότητα ενσωμάτωσης εκτιμήσεων/ αξιολογήσεων, αποτελεσμάτων και δεικτών απόδοσης για όλες της υπηρεσίες και τα προγράμματα παρέμβασης στην κρίση. Συστήνεται πως το εργαλείο του Roberts μπορεί έχει περιορισμένες εφαρμογές απόκρισης.

Ζούμε σε μια εποχή όπου επικρατεί μεγάλη συχνότητα κρίσεων και οξέων επεισοδίων κρίσεων. Κάθε χρόνο εκατομμύρια ανθρώπων έρχονται αντιμέτωποι με κρίσεις που δεν μπορούν να επιλύσουν μόνοι τους και συχνά στρέφονται για βοήθεια σε μονάδες κρίσεων των κοινοτικών κέντρων ψυχικής υγείας, σε ψυχιατρικές διαλογικές μονάδες, σε έξω-νοσοκομειακές κλινικές, σε γραφεία οικογενειακής συμβουλευτικής και σε προγράμματα οικιακής (ενδοοικογενειακής) βίας, (Roberts, 2005).

           Φανταστείτε τα ακόλουθα σενάρια:

  • Είστε ένας κοινωνικός λειτουργός ή ψυχολόγος που εργάζεται στο αστυνομικό τμήμα του Houston παρέχοντας υπηρεσίες παρέμβασης στην κρίση σε μέλη άμεσης παρέμβασης σε επείγουσες καταστάσεις και στους επιζήσαντες του τυφώνα Κατρίνα. Είναι μεσάνυχτα και μία από τους επιζήσαντες (αγρίως κακοποιημένη μια βδομάδα πριν τo τυφώνα) ξυπνάει στο καταφύγιο, φωνάζοντας και πετώντας πράγματα στο νεαρό άντρα που βρίσκεται δίπλα της. Περπατούσατε έξω από την πόρτα, πηγαίνοντας σπίτι για να ξεκουραστείτε μερικές ώρες αλλά σας καλούν από τα μεγάφωνα προκειμένου να συμβάλλετε στην εκτόνωση της κατάστασης και να παρέχετε τις υπηρεσίες σας.
  • Είστε σύμβουλος κρίσεων σε μια μεγάλη εταιρεία. Ένα ρευστό περιστατικό οικιακής βίας έλαβε χώρα την προηγούμενη εβδομάδα σε έτερους ορόφους του εργασιακού πλαισίου. Ο σύμβουλος των εργαζομένων, ο διευθυντής προγράμματος εκπαιδεύσεων, ο διευθυντής στρατηγικού σχεδιασμού και ο διευθυντής πλάνου σε καταστροφές, σας ζητούν να παράσχετε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα παρέμβασης σε κρίση σε όλους τους  συμβούλους των υπαλλήλων και σε όλο το προσωπικό ασφαλείας της εταιρίας.
  • Είστε ο νέος ψυχίατρος μιας ενδονοσοκομειακής ψυχιατρικής μονάδας, η οποία φιλοξενεί 50 ασθενείς διαγνωσμένους με συνοσσηρές διαταραχές. Στη διάρκεια του σαββατοκύριακου εποπτεύετε έναν ασθενή που επιτέθηκε σε ένα ψυχιατρικό ένοικο. Ο ένοικος επιθυμεί να μεταφερθεί σε άλλη μονάδα του νοσοκομείου επειδή είχε ένα εφιάλτη το προηγούμενο βράδυ. Τι κάνετε τώρα ; Τι είδη εκπαιδευτικών προγραμμάτων θα ήταν καλό να παρασχεθούν σε όλους τους ενοίκους της ψυχιατρικής μονάδας και τους κλινικούς ψυχικής υγείας προκειμένου να αποφευχθεί η κλιμάκωση μιας κρίσης;
  • Είστε συμβουλευτικός ψυχολόγος σε ένα κρατικό πανεπιστήμιο και σας έχει ανατεθεί να βλέπετε επείγοντα περιστατικά. Ένας 18χρονος νεαρός έρχεται και σας αναφέρει πως μόλις εκείνη ήρθε από το διαμέρισμά της βρήκε το αγόρι της στο κρεβάτι με την καλύτερή της φίλη. Τώρα εκείνη σας λέει ότι σκέφτεται σοβαρά να καταναλώσει υπερβολική δόση χαπιών, παρουσία τους, προκειμένου να τους «δώσει ένα μάθημα». Πως η παρέμβαση στην κρίση θα την διευκόλυνε να βρει πιο προσαρμοστικές δεξιότητες αντιμετώπισης και πιο αποτελεσματική προσέγγιση επίλυσης προβλήματος στο αδιέξοδό της;

Αυτό το άρθρο σκιαγραφεί ένα συστημικό και δομημένο εννοιολογικό μοντέλο παρέμβασης στην κρίση, χρήσιμο για άτομα τα οποία εργάζονται σε έξω-νοσοκομειακές κλινικές, σε κέντρα ψυχιατρικής αξιολόγησης, συμβουλευτικά κέντρα ή δομές παρέμβασης στην κρίση. Πρόκειται για ένα πρότυπο μοντέλο παρέμβασης στην κρίση που ο κλινικός/ σύμβουλος θα ήθελε να εφαρμόσει. Ένα τέτοιο μοντέλο είναι ανάλογο της χαρτογράφησης, ως ένα μέσο που διαθέτει πραγματικούς δρόμους, λεωφόρους και κατευθύνσεις ως χρήσιμους οδηγούς για το ταξίδι. Έτσι, οι κλινικοί μπορούν να οπτικοποιήσουν τις εφαρμογές κάθε προτεινόμενου οδηγού παρέμβασης και τις τεχνικές και να κάνουν οποιαδήποτε προσαρμογή πριν το πρόγραμμα είναι εξολοκλήρου εφαρμόσιμο. Το μοντέλο είναι μια σειρά οδηγών που διευκολύνουν την ανάμνηση εναλλακτικών μεθόδων και τεχνικών, διευκολύνοντας εν συνεχεία την συμβουλευτική διεργασία. Μαθαίνοντας κάθε στοιχείο του μοντέλου ο κλινικός θα κατανοήσει καλύτερα πως τα διάφορα στοιχεία μεταξύ τους σχετίζονται και θα μπορέσει να διευκολυνθεί η επίτευξη των στόχων, η επίλυση προβλημάτων και η λύση της κρίσης.

Αυτό το άρθρο παρουσιάζει την εφαρμογή του μοντέλου των 7 σταδίων παρέμβασης στην κρίση του Roberts (R-SSCIM), σε εκείνους τους πελάτες οι οποίοι βρίσκονται σε ένα στάδιο κρίσης, ως συνέπεια μιας διαπροσωπικής σύγκρουσης (π.χ. χωρισμός ή διαζύγιο), ενός επεισοδίου κρίσης (π.χ. σεξουλική κακοποίηση), ή ως συνέπεια μιας προϋπάρχουσας ψυχικής νόσου ή οποία επιδεινώνεται. Επεισόδια κρίσεων μπορούν να προκληθούν από φυσικές καταστροφές, όπως ο τυφώνας Κατρινα, ο οποίος συνέβη ενώ το παρόν κείμενο βρισκόταν υπό δημοσίευση. Ωστόσο υπάρχει ένας λειτουργικός διαχωρισμός ανάμεσα στην «παρέμβαση στην κρίση» και στην «διαχείριση καταστροφής». Μιας μεγάλης κλίμακας καταστροφή στην κοινότητα όπως ένας τυφώνας απαιτεί πρώτα απ’ όλα διαχείριση κρίσης και έπειτα την παροχή διασωστικών υπηρεσιών. Οι πρώτες δύο φάσεις εστιάζουν στο γεγονός αυτό καθ’ αυτό, παρά στις ψυχολογικές ανάγκες και αποκρίσεις εκείνων που βίωσαν το γεγονός. Για μερικούς η καταστροφή θα ξεπερνάει την ικανότητα στρατηγικής αντιμετώπισής της. Γι αυτούς, το R-SSCIM, είναι ανεκτίμητο. Οι διαφορές μεταξύ «διαχείρισης κρίσης και παρέμβασης στην κρίση» θα συζητηθούν στην συνέχεια του άρθρου.

Οι κλινικοί επαγγελματίες θα πρέπει να ανταποκρίνονται ταχεία στις απαιτήσεις που τίθενται από τους ανθρώπους οι οποίοι βιώνουν μια κρίση. Εκ μέρους αυτών των ανθρώπων (των πελατών), χρειάζεται να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις. Οι κλινικοί οφείλουν να είναι ενήμεροι ότι οι άνθρωποι αυτοί- που είναι σε κρίση- κάνουν μια ηρωική προσπάθεια να αναζητήσουν βοήθεια και ως εκ τούτου ίσως έχουν υψηλό κίνητρο για να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό. Έτσι, ο χρόνος της κρίσης μοιάζει ως μια ευκαιρία για την ικανότητα του κλινικού να παρέμβει αποτελεσματικά καθώς, είναι εστιασμένος-η στο «εδώ και τώρα», πρόθυμος να αξιολογήσει γρήγορα το πρόβλημα και τους διαθέσιμους πόρους του πελάτη, να προτείνει στόχους και εναλλακτικές στρατηγικές αντιμετώπισης, να αναπτύξει συνεργατική συμμαχία, και να χτίσει τις δυνατότητες του πελάτη. Στην αρχή είναι ιδιαίτερης σπουδαιότητας η εγκαθίδρυση θεραπευτικής συμμαχίας ενώ γίνεται αξιολόγηση της θνητότητας και ορίζεται το εσπευσμένο της κατάστασης. Είναι τότε σημαντικό να εντοπίσετε το πρωτογενές πρόβλημα και συνεργατικά να ορίσετε βραχυπρόθεσμους στόχους και ασκήσεις. Εκ φύσεως, η παρέμβαση στην κρίση εμπεριέχει τον εντοπισμό αποτυχημένων στρατηγικών αντιμετώπισης και έπειτα την βοήθεια προς τους πελάτες να αντικαταστήσουν αυτές με πιο προσαρμοστικές δεξιότητες διαχείρισης. Είναι επιτακτική ανάγκη όλοι οι κλινικοί ψυχικής υγείας- συμβουλευτικοί ψυχολόγοι, σύμβουλοι ψυχικής υγείας, κλινικοί ψυχολόγοι, ψυχίατροι, ψυχιατρικές νοσοκόμες, κοινωνικοί λειτουργοί και εργαζόμενοι σε γραμμές παρέμβασης σε κρίση- να έχουν επαρκή κατάρτιση και γνώση των αρχών και των πρακτικών της παρέμβασης στην κρίση. Μερικά εκατομμύρια ανθρώπων αντιμετωπίζουν ετησίως τέτοια κρίσιμα γεγονότα και η παρέμβαση στην κρίση φαίνεται να είναι αναδυόμενη θεραπευτική μέθοδος για τους περισσότερους από αυτούς.

Παρέμβαση στην Κρίση: Η Ανάγκη για ένα Μοντέλο

Μια κρίση έχει οριστεί ως:

Μια οξεία διατάραξη της ψυχολογικής ομοιόστασης στην οποία οι συνήθεις μηχανισμοί αντιμετώπισης που διαθέτει κάποιος αποτυγχάνουν και υπάρχουν ενδείξεις δυσφορίας και διαταραχής στη λειτουργικότητά του. Η υποκείμενη αντίδραση κάποιου σε ένα στρεσογόνο γεγονός που υπονομεύει την σταθερότητά του και την ικανότητά του να το αντιμετωπίσει ή να λειτουργήσει. Η κύρια αιτία μιας κρίσης είναι ένα έντονα στρεσογόνο, τραυματικό ή απειλητικό γεγονός, αλλά άλλες δύο συνθήκες είναι επίσης απαραίτητες: πρώτον, η αντίληψη του γεγονότος ως αιτία της αξιοσημείωτης ταραχής ή/και διατάραξης και δεύτερον, η αδυναμία του ατόμου να επιλύσει την διατάραξη αυτή με τους προγενέστερους μηχανισμούς αντιμετώπισης. Η κρίση αναφέρεται επίσης «στην διατάραξη ενός σταθερού επιπέδου, μιας σταθερότητας». Συχνά έχει πέντε συστατικά: ένα επικίνδυνο ή τραυματικό γεγονός, ένα ευπαθές/ ευαίσθητο ή ασταθές σημείο, ένα εσπευσμένο παράγοντα, ένα ενεργό επίπεδο κρίσης βασίζεται στην αντίληψη του ατόμου και στην επίλυση της κρίσης, (Roberts, 2005, p. 778).   

Δεδομένου του ορισμού, είναι σημαντικό οι εργαζόμενοι σε κρίσεις να έχουν ένα πλαίσιο καθοδήγησης στην παρέμβαση. Εν συντομία, ένα μοντέλο παρέμβασης στην κρίση είναι αναγκαίο για μια πληθώρα λόγων, όπως δίνονται πιο κάτω.

Όταν έρχονται αντιμέτωποι με ένα άτομο σε κρίση, οι κλινικοί πρέπει να εντοπίσουν την δυσφορία του ατόμου, τη διαταραχή και την έλλειψη σταθερότητας, λειτουργώντας λογικά και με λειτουργικό τρόπο, (Greenstone & Leviton, 2002). Ο εργαζόμενος στο πεδίο της κρίσης, συχνά με περιορισμένη κλινική εμπειρία, είναι λιγότερο πιθανό να επιδεινώσει την κρίση παρακινούμενος από καλές προθέσεις, σε αντίθεση με την επιπόλαιη δράση κάποιου καλά εκπαιδευμένου στο πλαίσιο της παρέμβασης. Ένα κατανοητό μοντέλο επιτρέπει τόσο στους αρχάριους όσο και στους εμπειρότερους κλινικούς να είναι συγκεντρωμένοι στη διατήρηση μιας καλής γραμμής η οποία είναι ενεργή και αρκετά κατευθυνόμενη ώστε να μην απομακρύνει την ευθύνη από τον πελάτη. Εν κατακλείδι, ένα μοντέλο θα πρέπει να προτείνει βήματα για το πώς οι εργαζόμενοι μπορούν να συναντήσουν τον πελάτη, να αξιολογήσουν το επίπεδο επικινδυνότητας, να κινητοποιήσουν τους διαθέσιμους πόρους του και να κινηθούν στρατηγικά για να σταθεροποιήσουν την κρίση και να βελτιώσουν την λειτουργικότητα. 

Η παρέμβαση στην κρίση έχει εξελιχτεί πλέον σε μια ειδικότητα η οποία καταλαμβάνει τη δική της θέση στο πεδίο της ψυχικής υγείας. Βασισμένη σε σταθερά θεωρητικά θεμέλια και στην πράξη εδώ και 50 χρόνων βιωματικής και εμπειρικής άσκησης, η παρέμβαση στην κρίση έχει γίνει μια πολυδιάστατη και ευέλικτη μέθοδος παρέμβασης. Οι ρίζες τις βρίσκονται στην καινοτόμο εργασία δύο κοινοτικών ψυχιάτρων – του Erich Lindemann και του Gerarld Caplan στα μέσα των δεκαετιών του ’40, ’50 και ’60. Είμαστε αρκετά μακριά από την έναρξή της θεωρίας τους. Συγκεκριμένα, το ’43 και ’44 ο κοινοτικός ψυχίατρος Dr Erich Lindemann στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης αντιλήφθηκε τη θεωρία της κρίσης βασιζόμενος στην εργασία του με τους επιζήσαντες και τους συγγενείς των 493 θυμάτων της χειρότερης πυρκαγιάς σε ένα νυχτερινό club της Βοστόνης. Ο Gerald Caplan, καθηγητής ψυχιατρικής στο Γενικό Νοσοκομείο Μασαχουσέτης και στη σχολή Δημόσιας Υγείας του Harvard, επέκτεινε την καινοτόμα δουλειά του Lindemann, (1944). O Caplan (1961, 1964), ήταν ο πρώτος κλινικός που περιέγραψε και κατέγραψε τα τέσσερα στάδια μιας παρέμβασης στην κρίση: αρχική κλιμάκωση της έντασης από συναισθηματικά απειλητικό εσπευσμένο γεγονός κρίσης, αυξημένη διατάραξη της καθημερινής ζωής επειδή το άτομο είναι «κολλημένο» ή δεν μπορεί να ανταπεξέλθει γρήγορα, ένταση γρήγορα αυξανόμενη καθώς το άτομο αποτυγχάνει να επιλύσει την κρίση μέσω επειγόντων μεθόδων επίλυσης προβλήματος, και το άτομο υπεισέρχεται σε καταθλιπτική ή ψυχική υποτροπή/ κατάρρευση ή μπορεί μερικώς να επιλύσει την κρίση κάνοντας χρήση νέων μεθόδων επίλυσης.

Έχει δημοσιευτεί, με τα χρόνια, μια πλειάδα μοντέλων παρέμβασης στην κρίση, (π.χ. Collins & Collins, 2005. Greenstone & Levitone, 2002. Jones, 1968. Roberts & Grau, 1970). Ωστόσο, υπάρχει ένα μοντέλο το οποίο ενισχύει και επεκτείνει την πρωταρχική σκέψη των ιδρυτών της θεωρίας της κρίσης, Caplan, (1964), Golan, (1978) και Lindemann, (1944): το R-SSCIM (Roberts, 1991, 1995, 1998, 2005). Αντιπροσωπεύει ένα πρακτικό σχέδιο παρέμβασης στην κρίση, το οποίο έχει εφαρμογή σε ένα ευρύ φάσμα κρίσιμων καταστάσεων. Ότι ακολουθεί είναι η περιγραφή και εξήγηση αυτού του μοντέλου.

Το μοντέλο των 7 σταδίων για την παρέμβαση σε καταστάσεις κρίσεων ( Roberts)

Για να αποδώσουμε την εννοιολογική διαδικασία της επέμβασης σε καταστάσεις κρίσεων,  ο Roberts (1991,2000,2005)  έχει αναγνωρίσει και εντοπίσει 7 κρίσιμα στάδια. Σε αυτά  οι λήπτες βοήθειας  θα μπορούν να παίρνουν το δρόμο για την επίλυση αυτής της κρίσης με στόχο να μπορέσουν να  μετακινηθούν προς την έννοια της σταθεροποίησης και  στη θέση που μπορούν να έχουν ακόμα την κυριαρχία του εαυτού τους. Αυτά τα στάδια απαριθμούνται παρακάτω και  είναι καλό να γίνονται διαδοχικά καθώς μερικές φορές επικαλύπτονται στη διαδικασία επεμβάσεις της κρίσης.

  1. Διεξάγω και σχεδιάζω εμπεριστατωμένη εκτίμηση της επικινδυνότητας με γνώμονα την βιοψυχοκοινωνική εικόνα
  2. Προσπαθώ  με βάση την ψυχολογική εκτίμηση  να χτίσω μια σχέση συνεργασίας
  3. Αναγνωρίζω τις κυρίαρχες- πρωτεύουσες ανάγκες και κυρίως εάν υπάρχει τάση αυτοκτονικού ιδεασμού.
  4. Ενθαρρύνω την προσωπική αναζήτηση σε συναισθήματα και την διερεύνηση τους
  5. Δημιουργούμε  και διερευνούμε  εναλλακτικές λύσεις και νέες στρατηγικές αντιμετώπισης και διαχείρισης
  6. Σχεδιάζουμε την  αποκατάσταση  της   λειτουργικότητας  μέσω της εφαρμογής ενός σχεδίου δράσης
  7. Προγραμματίζουμε  την  παρακολούθηση  του περιστατικού και  συνεχίζουμε με ενισχυτικές συνεδρίες(follow-up).


Στάδιο Ι: Ψυχοκοινωνική Αξιολόγηση και Αξιολόγηση Αυτοκτονικότητας

Ο εργαζόμενος στην συνθήκη κρίσης χρειάζεται να διεξάγει μια ταχεία αλλά μπεριστατωμένη βιοψυχοκοινωνική αξιολόγηση. Αυτή η αξιολόγηση θα πρέπει απαραίτητα να εξετάζει τα σημεία υποστήριξης και πίεσης που υπάρχουν στο περιβάλλον του ατόμου, τις ιατρικές και φαρμακευτικές ανάγκες, την χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ στο παρόν και τα εσωτερικά και εξωτερικά μοτίβα και τους τρόπους διαχείρισης ( Eaton & Ertl, 2000).

Μια χρήσιμη (και γρήγορη) μέθοδος αξιολόγησης των συναισθηματικών, γνωστικών και συμπεριφορικών παραμέτρων μιας αντίδρασης σε συνθήκες κρίσης είναι το μοντέλο αξιολόγησης σοβαρότητας (Myer, 2001; Myer, Williams, Ottens & Schmidt, 1992, Roberts, 2002).

Η αξιολόγηση της αυτοκτονικότητας είναι πρωταρχικής σημασίας και περιλαμβάνει κυρίως την εξακρίβωση του εάν το άτομο έχει πράγματι ξεκινήσει την διαδικασία για μια απόπειρα αυτοκτονίας, όπως η κατάποση δηλητηρίου ή η υπερβολική δόση φαρμάκων. Εάν δεν υπάρχει καμία συνθήκη απόπειρας αυτοκτονίας, ο ειδικός που διαχειρίζεται την κρίση θα πρέπει να αξιολογήσει την πιθανότητα που έχει το άτομο να προβεί σε αυτοτραυματισμό. Η εν λόγω αξιολόγηση απαιτεί τα εξής:

  • Διερεύνηση των αυτοκτονικών σκέψεων και συναισθημάτων (π.χ. “Όταν λέτε ότι δεν αντέχετε άλλο, εννοείτε ότι σκέφτεστε να βλάψετε τον εαυτό σας;”)
  • Εκτίμηση της ισχύς της ψυχολογικής πρόθεσης του ατόμου να προκαλέσει θανατηφόρα βλάβη (π.χ. ένα άτομο που καλεί την ανοικτή τηλεφωνική γραμμή βοήθειας και  πάσχει από μια θανατηφόρα ασθένεια ή μια επώδυνη κατάσταση μπορεί να έχει ισχυρή πρόθεση)
  • Εκτίμηση του πιθανότητας επιτυχίας του σχεδίου αυτοκτονίας ( π.χ. το πρόσωπο που βρίσκεται σε κρίση έχει ένα οργανωμένο σχέδιο; πόσο εφικτό είναι το σχέδιο; το πρόσωπο που βρίσκεται σε κρίση έχει μια συγκεκριμένη μέθοδο στο μυαλό του για να πραγματοποιήσει το σχέδιο; πόσο θανατηφόρα είναι η μέθοδος;  το άτομο έχει πρόσβαση σε ένα μέσο αυτοκαταστροφής όπως φάρμακα ή όπλο; )
  • Διερεύνηση της ύπαρξης ιστορικού αποπειρών αυτοκτονίας
  • Εκτίμηση παραγόντων κινδύνου ( π.χ. το άτομο που διαπραγματεύεται μια  σημαντική απώλεια, όπως διαζύγιο ή απόλυση, είναι κοινωνικά απομονωμένο ή καταθλιπτικό; )

Όσον αφορά τον άμεσο επικείμενο κίνδυνο, το άτομο που διαχειρίζεται την κρίση χρειάζεται να διαπιστώσει εάν, για παράδειγμα, ο καλών στην ανοιχτή τηλεφωνική γραμμή βοήθειας είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας ή σεξουαλικής κακοποίησης ή θύτης που χρησιμοποιεί την βίαια με οποιονδήποτε τρόπο,στο παρόν.

Ο ευαίσθητος κλινικός ή σύμβουλος αντί να ανακρίνει το άτομο για την λήψη πληροφοριών που θα οδηγήσουν στην αξιολόγηση, χρειάζεται να χρησιμοποιήσει έναν περίτεχνο τρόπο συνέντευξης που να επιτρέπει την παρουσίαση των σχετικών πληροφοριών καθώς ξετυλίγεται η ιστορία του ατόμου.  Όταν ο ειδικός έχει μια σαφή κατανόηση της κατάστασης του ατόμου μπορεί να λάβει χώρα μια καλή εκτίμηση και το άτομο να αισθανθεί ότι έχει ακουστεί και έχει κατανοηθεί κατά την διάρκεια της διαδικασίας. Επομένως, με βάση τα παραπάνω γίνεται αρκετά κατανοητό το γεγονός ότι στο μοντέλο του Roberts, το στάδιο 1 – Εκτίμηση – και το στάδιο 2 – Γρήγορη εγκατάσταση θεραπευτικής σχέσης – είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.

Στάδιο ΙΙ: Γρήγορη Εγκατάσταση Θεραπευτικής Σχέσης

Η δημιουργία συγκεκριμένων συνθηκών με γνησιότητα, σεβασμό και αποδοχή του ατόμου απαιτείται να προσφέρονται από τον σύμβουλο, καθώς συμβάλουν στην εγκατάσταση της θεραπευτικής σχέσης (Roberts, 2005). Σε αυτό το στάδιο τα γνωρίσματα, οι συμπεριφορές  ή τα θεμελιώδη ισχυρά χαρακτηριστικά του ειδικού που διαχειρίζεται την κρίση έρχονται στο προσκήνιο, με σκοπό να εμφυσήσουν στο άτομο την εμπιστοσύνη και την εχεμύθεια. Παρόλο που έχουν εντοπιστεί πολλά σχετικά ενισχυτικά  γνωρίσματα, μερικά από τα πιο σημαντικά είναι: η καλή βλεμματική επαφή, η μη επικριτική συμπεριφορά, η δημιουργικότητα, η ευελιξία, η θετική στάση, η ενίσχυση των μικρών κατορθωμάτων και η ανθεκτικότητα.

Στάδιο ΙΙΙ – Εντοπισμός των Βασικών διαστάσεων των Προβλημάτων ή των Εκλυτικών Παραγόντων Κρίσης


Η παρέμβαση σε συνθήκες κρίσης επικεντρώνεται στα τρέχοντα προβλήματα του ατόμου, τα οποία είναι συχνά αυτά που προκάλεσαν την κρίση. Όπως επεσήμανε ο Ewing (1978) το άτομο που διαχειρίζεται την κρίση ενδιαφέρεται να διασαφηνίσει τι ακριβώς συνέβη στη ζωή του ατόμου και τον οδήγησε στο να ζητήσει βοήθεια στο παρόν. Έτσι το ερώτημα που τίθεται ιδωμένο και εξεταζόμενο από ποικίλες πλευρές είναι “Γιατί τώρα;”.


Ο Roberts (2005) πρότεινε όχι μόνο να διερευνά κανείς τον εκλυτικό παράγοντα της κρίσης  (το λεγόμενο “τελευταίο οχυρό”) αλλά και να οργανώσει τα προβλήματα με σειρά προτεραιότητας με την ανάδειξή αυτών που μπορούν να “δουλευτούν” πρώτα,  έννοια που αναφέρεται ως “αναζήτηση του πλεονεκτήματος” (Egan, 2002).


Στο πλαίσιο της κατανόησης του τρόπου κλιμάκωσης ενός γεγονότος που οδήγησε σε  μια κρίση, ο ειδικός αντιλαμβάνεται σταδιακά το στυλ των « βοηθητικών στρατηγικών διαχείρισης» του ατόμου, που πιθανόν να απαιτεί τροποποίηση, ώστε η παρούσα κρίση να επιλυθεί και να αποφευχθεί μια μελλοντική κρίση.

Για παράδειγμα οι Otens και Pinson (2005) κατά την μελέτη φροντιστών σε συνθήκες κρίσης ανέδειξαν έναν επαναλαμβανόμενο τρόπο διαχείρισης της κρίσης  – διαφωνία με τους λήπτες φροντίδας – συμμόρφωση στα αιτήματα των ληπτών φροντίδας – αυτοκατηγορία όταν η συμμόρφωση οδηγεί σε αποτυχία  – που μπορεί τελικά να οδηγήσει στην κλιμάκωση μιας κρίσης.

Στάδιο ΙV: Ενασχόληση με τα συναισθήματα


      Υπάρχουν δύο πτυχές στο στάδιο IV. O εργαζόμενος σε συνθήκη κρίσης προσπαθεί να επιτρέψει στο άτομο να εκφράσει συναισθήματα, να εκτονωθεί και να θεραπευτεί, και να εξηγήσει την ιστορία του/της σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση κρίσης. Για να γίνει αυτό, ο ειδικός που διαχειρίζεται την κρίση βασίζεται στις  γνωστές-οικείες δεξιότητες και διαστάσεις της “ενεργητικής ακρόασης”, όπως η αναδιατύπωση των λεγομένων, η αντανάκλαση συναισθημάτων και η χρήση διερευνητικών ερωτήσεων (Egan, 2002). Το άτομο που διαχειρίζεται την κρίση θα πρέπει να εντάξει, με μεγάλη προσοχή, προκλητικές – δύσκολες απαντήσεις στον διάλογο που λαμβάνει χώρα κατά την συμβουλευτική διαδικασία σε συνθήκη κρίσης. Οι προκλητικές απαντήσεις μπορεί να ενταχθούν με την παροχή πληροφοριών, την αναπλαισίωση, τις ερμηνείες καθώς και την θέση του “δικηγόρου του διαβόλου”. Οι προκλητικές απαντήσεις, εάν χρησιμοποιηθούν κατάλληλα, βοηθούν το άτομο να “μαλακώσει” τις δυσπροσαρμοστικές πεποιθήσεις του και να εξετάσει εναλλακτικούς τρόπους συμπεριφοράς. Παραδείγματος χάρη, στο προηγούμενο παράδειγμα της νεαρής γυναίκας που βρήκε τον φίλο της να την απατά με την συγκάτοικο, ο σύμβουλος στο στάδιο IV επιτρέπει στη γυναίκα να εκφράσει τα συναισθήματα που σχετίζονται με τον πόνο και την ζήλεια και να πει την ιστορία της σχετικά με την προδομένη της εμπιστοσύνη. Ο σύμβουλος σε μια λογική στιγμή θα αναρωτηθεί δυνατά εάν η λήψη υπερβολικής δόσης ακεταμινοφαίνης θα είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να εκφράσει την θέση της.

            Στάδιο V: Δημιουργία και Διερεύνηση Εναλλακτικών

Αυτό το στάδιο μπορεί συχνά να είναι το πιο δύσκολο να επιτευχθεί κατά την παρέμβαση σε συνθήκες κρίσης. Τα άτομα που βρίσκονται σε συνθήκες κρίσης εξ ορισμού στερούνται της αυτοκυριαρχίας να μελετήσουν-δουν την “μεγάλη εικόνα” και τείνουν να εμμένουν επιμελώς σε οικείους τρόπους διαχείρισης, ακόμη και όταν αυτοί οι τρόποι αποτυγχάνουν. Ωστόσο, αν έχει υλοποιηθεί επιτυχώς το στάδιο ΙV, το άτομο που βρίσκεται σε κρίση έχει πιθανώς δουλέψει και βιώσει ποικίλα συναισθήματα ώστε να μπορέσει να αποκαταστήσει μια σχετική συναισθηματική ισορροπία. Τώρα ο σύμβουλος και ο συμβουλευόμενος μπορούν να αρχίσουν να συζητούν επιλογές, όπως είναι η σύναψη συμφωνίας μη διάπραξης απόπειρας αυτοκτονίας ή η σύντομη νοσηλεία για την προστασία της ασφάλειας του ατόμου·  ή να συζητήσουν εναλλακτικές λύσεις για την ανεύρεση προσωρινής κατοικίας· ή να εξετάσουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διαφόρων προγραμμάτων για τη θεραπεία της χημικής εξάρτησης. Είναι σημαντικό να έχετε κατά νου ότι αυτές οι εναλλακτικές λύσεις είναι καλύτερες όταν παράγονται συνεργατικά και όταν η εναλλακτική λύση που επιλέγεται “ανήκει” στον συμβουλευόμενο.
Ο κλινικός μπορεί να διερευνήσει και να ενημερωθεί σχετικά με τους τρόπους που το ίδιο το άτομο έχει διαπιστώσει ότι λειτουργούν σε παρόμοιες καταστάσεις κρίσης. Για παράδειγμα, συμβαίνει συχνά σε άτομα που έχουν μεταναστεύσει πρόσφατα ή σε διαπολιτισμικούς συμβουλευόμενους να αντιμετωπίζουν κρίσεις που λαμβάνουν χώρα ως αποτέλεσμα πολιτιστικής σύγκρουσης ή “αναντιστοιχίας”, όπως όταν οι αξίες ή τα έθιμα του παραδοσιακού πολιτισμού αγνοούνται ή παραβιάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για παράδειγμα, στο Μεξικό συνηθίζουν συνοδεύουν τις κόρες όταν ξεκινούν να βγαίνουν ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν το αντίστοιχο έθιμο. Μπορεί να βοηθήσει η εξέταση του τρόπου που το άτομο έχει αντιμετωπίσει ή έχει διαπραγματευτεί άλλες πολιτισμικές αναντιστοιχίες στο παρελθόν. Εάν η συγκεκριμένη κρίση αποτελεί μια πρώτη και μοναδική εμπειρία για το άτομο, ο σύμβουλος και ο συμβουλευόμενος μπορούν να σκεφτούν εναλλακτικές λύσεις (brainstorming) – μερικές φορές όσο πιο αλλόκοτη είναι η σκέψη – λύση τόσο το καλύτερο –  που μπορούν να εφαρμοστούν στην τρέχουσα συνθήκη κρίσης. Οι τεχνικές θεραπείας με εστίαση στην λύση, όπως  “Amplifying Solution Talk”, μπορούν να ενσωματωθούν στο Στάδιο IV.

Στάδιο VI: Εφαρμογή ενός Σχεδίου Δράσης

Αυτό το στάδιο είναι το σημείο όπου οι στρατηγικές ενσωματώνονται σε ένα θεραπευτικό πλάνο ενδυνάμωσης ή σε μια συντονισμένη παρέμβαση. Οι Jobs, Berman και Martin (2005) οι οποίοι ασχολήθηκαν με την παρέμβαση σε συνθήκες κρίσης υψηλού κινδύνου αυτοκτονίας νεαρών ατόμων, σημείωσαν τη μετατόπιση που συμβαίνει στο στάδιο VI από την κρίση στην επίλυση. Ένα σχέδιο δράσης μπορεί να περιλαμβάνει και να απαιτεί πολλές κινήσεις, όπως:

  • Απομάκρυνση των μέσων αυτοκαταστροφής – μπορούν να αξιοποιηθούν οι γονείς ή οι σημαντικοί άλλοι στην αφαίρεση όλων των θανάσιμων μέσων και στην δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντα χώρου.
  •  
  • Διαπραγμάτευση της ασφάλειας – ορισμός χρονικών διαστημάτων κατά την διάρκεια των οποίων το άτομο θα συμφωνήσει να διατηρήσει και να προστατεύει την ασφάλειά του
  • Μελλοντικοί σύνδεσμοι – προγραμματισμός των τηλεφωνικών κλήσεων, των επακόλουθων κλινικών συναντήσεων και εκδηλώσεων στις οποίες το άτομο θα προσβλέπει
  • Μείωση του άγχους και της απώλειας ύπνου – μπορεί να ενδείκνυται η χρήση φαρμακευτική αγωγής σε ανήσυχα άτομα, αλλά απαιτείται η προσεκτική παρακολούθηση της
  • Μείωση της απομόνωσης – οι φίλοι, η οικογένεια, οι γείτονες πρέπει να κινητοποιηθούν για να διατηρήσουν συνεχή επαφή με τους νέους που βρίσκονται σε κρίση
  • Νοσηλεία – μια αναγκαία παρέμβαση εάν ο κίνδυνος παραμένει αμείωτος και το άτομο δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί για την ασφάλειά του/της (Jobs et al., 2005, p.411).

Είναι προφανές ότι τα συγκεκριμένα σχέδια δράσης που εφαρμόζονται σε αυτό το στάδιο, (π.χ. η εισαγωγή σε πρόγραμμα θεραπείας 12 βημάτων, η συμμετοχή σε ομάδα υποστήριξης, η αναζήτηση προσωρινής διαμονής στο καταφύγιο προστασία γυναικών), είναι κρίσιμα για την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ψυχολογικής ισορροπίας του ατόμου. Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη διάσταση που είναι απαραίτητη για το στάδιο VI όπως εξηγεί ο Roberts (2005),  και αυτή είναι η γνωστική διάσταση. Ειδικότερα, η ανάκαμψη από ένα διαζύγιο, από τον θάνατο ενός παιδιού ή από την υπερβολική δόση ναρκωτικών απαιτεί την ανάδειξη ενός νοήματος από την κρίση: Γιατί συνέβη; Τι σημαίνει; Ποιες είναι οι εναλλακτικές επιλογές που θα μπορούσαν να είχαν υλοποιηθεί στην εν λόγω συνθήκη; Ποια άτομα έχουν εμπλακεί; Πώς τα πραγματικά γεγονότα έρχονται σε σύγκρουση με τις προσδοκίες ενός ατόμου; Ποιες αντιδράσεις (γνωστικές ή συμπεριφορικές ) επιδείνωσαν την κρίση; Η ενασχόληση με την νοηματοδότηση του γεγονότος είναι σημαντική για την απόκτηση της κυριαρχίας πάνω στην κατάσταση και για να μπορέσει το άτομο να αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον.

                                      Στάδιο VII: Follow up


Oι εργαζόμενοι σε συνθήκες κρίσεις θα πρέπει να σχεδιάσουν μια επακόλουθη συνάντηση μετά την αρχική παρέμβαση, για να διασφαλίσουν ότι η κρίση βρίσκεται στο στάδιο της επίλυσης και για να αξιολογήσουν την κατάσταση μετά την κρίση. Η -μετά την κρίση-  αξιολόγηση μπορεί να εξετάζει – διερευνά:

  • Την φυσική κατάσταση του ατόμου (π.χ.  συνθήκες υγιεινής, ύπνου, διατροφής)
  • Την γνωστική κυριαρχία του ατόμου σε σχέση με τον εκλυτικό παράγοντα της κρίσης (Έχει το άτομο καλύτερη κατανόηση αναφορικά με το τι συνέβη και γιατί συνέβη; )
  • Την συνολική λειτουργίκότητα της ζωής του ατόμου, συμπεριλαμβανομένου του κοινωνικού, πνευματικού, επαγγελματικού και ακαδημαϊκού τομέα
  • Την πρόοδο της τρέχουσας θεραπείας και την ικανοποίηση του ατόμου σε σχέση με αυτή
  • Την εξέταση της τυχόν ύπαρξης πιεστικών παραγόντων καθώς και του τρόπου διαχείρισης τους
  • Την ανάγκη για ενδεχόμενες παραπομπές (π.χ. για ζητήματα στέγασης ή νομικής ή  ιατρικής φύσης)

Η συνάντηση follow -up μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τον προγραμματισμό μιας συνάντησης ενίσχυσης (booster) σε περίπου ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης στην κρίση. Τα οφέλη της παρέμβασης αλλά και τα ενδεχόμενα προβλήματα μπορούν να συζητηθούν κατά τη διάρκεια της συνάντησης ενίσχυσης. Για τους συμβούλους που εργάζονται με άτομα που βιώνουν συνθήκες πένθους, συνιστάται να προγραμματίζεται η συνάντηση follow -up κοντά στην ημερομηνία συμπλήρωσης ενός έτους από όταν απεβίωσε ο θανών (Worden, 2002). Ομοίως, για τους συμβούλους κρίσεων που εργάζονται με θύματα βίαιων εγκλημάτων, συνιστάται να προγραμματιστεί μια επόμενη συνάντηση κατά τον πρώτο μήνα μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης και κοντά στην ημερομηνία συμπλήρωσης ενός έτους από την θυματοποίηση του ατόμου.

Διαφοροποίηση της Παρέμβασης σε συνθήκες Κρίσης από την Διαχείριση Καταστροφών

Για όσους το έχουν ανάγκη, η τρίτη φάση της διαχείρισης καταστροφών – παρέμβαση σε κρίση –  ξεκινά συνήθως 1- 4 εβδομάδες μετά την εκδήλωση της καταστροφής. Η πρώτη φάση είναι γενικά γνωστή ως “Κρούση” και η δεύτερη φάση είναι γνωστή ως “Ήρωας ή Σωτήρας”.

Οι φάσεις Ι και ΙΙ περιλαμβάνουν την διαχείριση καταστροφών και τις προσπάθειες βοήθειας σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης από την τοπική και την κρατική αστυνομία, τους πυροσβέστες και τις μονάδες διάσωσης, τις ιατρικές μονάδες έκτακτης ανάγκης, τους εθελοντές του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, τον Στρατό Διάσωσης και την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Έκτακτης Ανάγκης. Οι υπηρεσίες αντιμετώπισης καταστροφών και συνθηκών έκτακτης ανάγκης επικεντρώνονται στην διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας, στην εγκαθίδρυση καταφύγιών, προσωρινών κατοικιών και χώρων φιλοξενίας καθώς και στην παροχή τροφίμων, καθαρού νερού, ρουχισμού, τρόπου μετακίνησης και ιατρικής περίθαλψης στους επιβιώσαντες και στις οικογένειές τους. Αφότου οι επιβιώσαντες και οι οικογένειές τους διασωθούν, μεταφέρονται σε ασφαλές καταφύγιο όπου ο στόχος είναι να τους παρέχονται σωστά και ισορροπημένα γεύματα, συνεχής ιατρική φροντίδα, ύπνος και ανάπαυση. Είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό να παρέχεται βοήθεια στους επιβιώσαντες ώστε να επανασυνδεθούν και να επανενωθούν με μέλη της οικογένειας τους και με στενούς φίλους τους. Στην συνέχεια, μία έως τέσσερις εβδομάδες μετά την διαχείριση της απώλειας της οικείας τους, των γειτόνων τους ή / και της κοινότητάς τους, μπορεί να ξεκινήσει η φάση ΙΙΙ – της παρέμβασης σε συνθήκη κρίσης – εφόσον ζητηθεί.

Η παρέμβαση σε συνθήκη κρίσης χρειάζεται να είναι εθελοντική, να παρέχεται γρήγορα και να προσφέρεται σε μία βάση εξατομικευμένων αναγκών. Η κρίση είναι προσωπική και εξαρτάται από: την αντίληψη του κάθε ατόμου σε σχέση με το ενδεχόμενο γεγονός που προκάλεσε την κρίση, την προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία του, τις εμπειρίες ζωής και τις διαφορετικές δεξιότητές διαχείρισης (Roberts, 2005). Μια συνθήκη κρίσης μπορεί να δημιουργήσει μια ευκαιρία, μια πρόκληση για τους στόχους ζωής, μια ταχεία επιδείνωση της λειτουργικότητας ή μία θετική μετατόπιση στην ποιότητα της ζωής ενός ατόμου (Roberts & Dziegielewski, 1995). Ένα άτομο με εσωτερικές δυνάμεις και ανθεκτικότητα μπορεί να ανακάμψει γρήγορα μετά από ένα σεισμό, έναν ανεμοστρόβιλο ή τυφώνα, ενώ ένα άλλο άτομο της ίδιας ηλικίας με προϋπάρχουσα ψυχική διαταραχή μπορεί να καταρρεύσει πλήρως και να περάσει σε μια κατάσταση οξείας κρίσης. Ένας νεαρός γιατρός που εργάζεται με επείγοντα περιστατικά ενδέχεται να μπορέσει να προσαρμοστεί καλά κατά την άφιξή του στην Ατλάντα ή στο Χιούστον, ενώ μια νεαρή κοινωνική λειτουργός που υποφέρει από μείζονα καταθλιπτική συνδρομή ενδέχεται να καταρρεύσει κατά την άφιξή του στο σπίτι του ξαδέλφου της στο Ντάλας.

Το R-SSCIM είναι ίδιο και για τους επιβιώσαντες από την καταστροφή της κοινότητας. Ωστόσο, προτείνουμε να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή του R-SSCIM ώστε ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας να μπορέσει να κατανοήσει και να διαχωρίσει μια οξεία αντίδραση στρες από τον ισχυρό αντίκτυπο μίας καταστροφής, από τον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι ανακάμπτουν γρήγορα. Για αυτό τον λόγο απαιτείται να αναδυθούν όλες δεξιότητες των ειδικών, καθώς οι δύο προαναφερθείσες συνθήκες εμφανίζονται συχνά με τον ίδιο τρόπο. Στις συγκεκριμένες και αναμενόμενες αντιδράσεις των ατόμων περιλαμβάνονται τα εξής: σοκ, εξάντληση, μούδιασμα, δυσπιστία, θλίψη, αναποφασιστικότητα, απογοήτευση, σύγχυση, άγχος, θυμός, παρορμητικότητα και φόβος.

Αξιολόγηση της έρευνας και της έκβασης των στρατηγικών – μέτρων

Η συγκεκριμένη προσέγγιση, ενταγμένη στα πλαίσια των φορέων που διαχειρίζονται ζητήματα υγειονομικής περίθαλψης και ψυχικής υγείας, αφορά στην εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών βασισμένων σε τεκμηριωμένες συστηματικές μελέτες, όπως η R-SSCIM, με σκοπό την παροχή ενός σταθερού και διαδοχικού πλαισίου εργασίας, που θα ενισχύσει τους κλινικούς στην ταχεία αντιμετώπιση επεισοδίων οξείας κρίσης σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον φροντίδας. Αυξανόμενος αριθμός μελετών έχει αναδείξει στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης ορισμένου χρόνου σε συνθήκη κρίση (Corcoran & Roberts, 2000; Davis & Taylor, 1997; Neimeyer & Pfeiffer, 1994; Roberts & Grau, 1970; Rudd, Joiner & Rajab, 1995). Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και ειδικότερα των οιονεί πειραματικών μελετών σχετικά με την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης σε συνθήκη κρίσης σε σύγκριση με άλλες θεραπείες υποστηρίζει τη χρήση ορισμένων χρονικών περιθωρίων καθώς και την εντατική παρέμβαση. Ωστόσο, παρά τα ελπιδοφόρα αποτελέσματα των παρεμβάσεων σε συνθήκη κρίσης, δεν μπορούμε ακόμη να καθορίσουμε τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο της παρέμβασης, έως ότου ολοκληρωθούν οι διαχρονικές μελέτες. Αρχικά, οι εφαρμογές των παρεμβάσεων χρειάζεται να βελτιωθούν, ώστε να μπορούν να  υλοποιηθούν οι συνεδρίες ενίσχυσης (booster) μετά από 1, 6 και 12 μήνες. Διαφορετικά,  είναι πιθανόν να βλέπουμε τα θετικά αποτελέσματα να εξαφανίζονται 12 μήνες μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης στην συνθήκη κρίσης. Δεδομένου ότι όλο και περισσότεροι κλινικοί διαχειρίζονται και υλοποιούν παρεμβάσεις σε συνθήκες κρίσης, είναι απαραίτητο να εξοικειωθούν με τις βέλτιστες πρακτικές που βασίζονται σε τεκμηριωμένα στοιχεία, καθώς και με την ανάγκη για ενσωματωμένες αξιολογήσεις.

Προκειμένου να μετρηθεί η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των κρίσεων, καθώς και να διευκολυνθεί η ανάληψη ευθυνών και η ποιοτική βελτίωση, είναι σημαντικό τα στοιχεία μέτρησης να εξηγούνται με σαφή τρόπο τόσο σε εμπειρικό όσο και σε ποσοτικό επίπεδο. Οι κοινοί δείκτες απόδοσης και οι μετρήσεις θα πρέπει τελικά να οδηγήσουν σε ενίσχυση της ποιότητας της ψυχικής υγείας και σε αποτελεσματικές υπηρεσίες παρέμβασης σε συνθήκες κρίσης. Οι Teague, Trabin και Ray (2004) στο σχετικό κεφάλαιο τους στο βιβλίο Evidence – Based Practice Manual: Research and Outcome Measures in Health and Human Services ανέδειξαν και ανέλυσαν τις βασικές έννοιες και τους κοινούς δείκτες απόδοσης και μετρήσεων. Έχουμε παραθέσει τέσσερις από τους δείκτες θετικής απόδοσης των πρόγραμμα παρέμβασης σε συνθήκες κρίσης:


1. Διάρκεια θεραπείας: ορισμένη διάρκεια των υπηρεσιών παρέμβασης στην κρίση κατά την αναφερόμενη περίοδο, για τα άτομα που δέχονται υπηρεσίες σε καθένα από τα τρία παρακάτω στάδια φροντίδας: 24ωρη ανοιχτή τηλεφωνική γραμμή διαχείρισης κρίσεων, παρέμβαση στην κρίση σε έξω-νοσοκομειακό περιβάλλον και υπηρεσίες ψυχιατρικής παρέμβασης σε ενδο-νοσοκομειακό περιβάλλον.

2. Παρακολούθηση μετά από νοσηλεία: Άτομα που παίρνουν εξιτήριο από την 24ωρη ενδο-νοσοκομειακή ψυχιατρική φροντίδα και πραγματοποιούν follow – up συναντήσεις ημερήσιας φροντίδας ή λαμβάνουν εξω-νοσοκομειακή παρέμβαση στην κρίση, εντός 30 ημερών από την έξοδό τους από το ίδρυμα νοσηλείας.

3. Πρωτοβουλία για την παρέμβαση σε συνθήκη κρίσης σε άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας: άτομα που παρουσίασαν νέο επεισόδιο κρίσης κατά τη διάρκεια του έτους, σχετιζόμενο με μείζονα καταθλιπτική συνδρομή, σχιζοφρένεια, σχιζο-συναισθηματική διαταραχή ή διπολική διαταραχή και τα οποία είτε υποβλήθηκαν σε ενδονοσοκομειακή παρακολούθηση για την θεραπεία της ψυχικής διαταραχής είτε πραγματοποίησαν επακόλουθη συνάντηση θεραπείας, εντός 14 ημερών μετά την πρώτη συνάντηση για την διαχείριση της κρίσης.

4 Εμπλοκή σε σχετική θεραπεία για την διαχείριση προβλημάτων ψυχικής υγείας: άτομα που παρουσίασαν κατά τη διάρκεια του έτους ένα νέο επεισόδιο μείζονος κατάθλιψης, κοινωνικής φοβίας, διαταραχής πανικού, σχιζοφρένειας, σχιζο-συναισθηματικής διαταραχής ή διπολικής διαταραχής και τα οποία είτε είχαν έστω μια ενδο-νοσοκομειακή διαχείριση – θεραπεία είτε δύο εξω-νοσοκομειακές συναντήσεις, εντός 30 ημερών μετά την έναρξη της παρέμβασης για την διαχείριση της κρίσης.

Συμπεράσματα

Το R-SSCIM έχει δυνατότητα εφαρμογής σε ένα ευρύ φάσμα ειδικών που διαχειρίζονται συνθήκες κρίσης – συμβούλων, κλινικών κοινωνικών λειτουργών, κληρικών ή ψυχολόγων ή εκπαιδευόμενων – οι οποίοι καλούνται να κάνουν ταχείες αξιολογήσεις και να πάρουν κλινικές αποφάσεις όταν αντιμετωπίζουν έναν άτομο που βρίσκεται εν μέσω ενός τραυματικού γεγονότος ή ενός γεγονότος που προκαλεί την εμφάνιση κρίσης. Εάν εφαρμοστεί ορθά η παρέμβαση σε συνθήκη κρίσης μπορεί να διευκολύνει μια ταχύτερη διαχείριση της αντίδρασης έντονου στρες ή των επεισοδίων κρίσης. Το εν λόγω μοντέλο δίνει στον ειδικό που διαχειρίζεται μια συνθήκη κρίσης ένα κυρίαρχο σχέδιο για το πώς να δράσει, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι τα συστατικά στοιχεία του μοντέλου λαμβάνουν υπόψη όσα φέρουν οι ίδιοι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε κρίση σε κάθε συνάντηση  – την εσωτερική τους δύναμη και ανθεκτικότητα.

Ευχαριστούμε πολύ για την μετάφραση τους

  • Μυρσίνη Νάχου
  • Δημήτρη Σπύρου

Καθώς και την Μιρέλλα Κορομπίλια για την επιστημονική επιμέλεια και την επιλογή του κειμένου.

H πηγή είναι από ετήσιο  πρόγραμμα του ΕΚΠΑ   ανήκει στην επισυναπτόμενη  βιβλιογραφία   του  “Διαχείριση συναισθηματικού και ψυχικού τραύματος”

Το πρωτότυπο  άρθρο είναι το “The Seven-Stage Crisis Intervention Model: A Road Map to Goal Attainment, Problem Solving, and Crisis Resolution.( Albert R. Roberts , PhD – Allen J Ottens, PhD )

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *