οι φόβοι μας ως ματαιωμένες επιθυμίες


Featured Video Play Icon

Το ξημέρωμα άκουσα να φωνάζουν το όνομά μου. Στην αρχή δεν την αναγνώρισα, νόμισα πως ήταν ο Παρδαλός από το σαλόνι, ένας ξετσίπωτος φόβος που είχα περιμαζέψει από τα σκουπίδια δυο-τρεις μέρες πριν.

Ήταν του κύριου Τάκη, του γείτονα που μένει στον ένατο (έμενε έπρεπε να πω, αφού ο άνθρωπος είναι πεθαμένος πια, αλλά η συνήθεια δύσκολα ξεπερνιέται). Τον πέταξε τις προάλλες από το παράθυρο, όταν προσπαθούσε να ανέβει από τις σκάλες στο διαμέρισμα που έμενε εδώ και τριάντα χρόνια.

Εκείνο το απόγευμα, τους είχα συναντήσει λίγο πριν στο ισόγειο…

«Καλησπέρα, κύριε Τάκη, να σας περιμένω;».

Κράτησα την πόρτα του ασανσέρ ανοιχτή, παρότι ήξερα πως δεν είχε νόημα. Τόσα χρόνια ο άνθρωπος ποτέ δεν το χρησιμοποιούσε κι εγώ δεν καταλάβαινα γιατί δεν άλλαζε σπίτι, να πάει σε κάνα ισόγειο. (Θα τρελάθηκες, Παναγιώτη, άκου εκεί σε ισόγειο, θα σε σφάξουν ζωντανό τίποτα κλέφτες θα του έλεγε η φωνή μέσα του, αλλά εγώ δεν γνώριζα τίποτα για αυτήν και ομολογώ ότι, παρόλο που σέβομαι απολύτως τον νεκρό, δεν είχα ποτέ τη διάθεση να μάθω οτιδήποτε αφορούσε τις τρελές του σκέψεις.)

«Σε ευχαριστώ, νεαρέ, δεν μπαίνω στο ασανσέρ». Ο αναιδής, κάνει πως δεν καταλαβαίνει, έχει όρεξη να παίξει με τον πόνο μου μέσα στον καύσωνα, αλλά καλύτερα να μην ανοίξω μέσα στη ζέστη κουβέντα με το μαλακισμένο.

Ήταν αλήθεια, θα μπορούσα ακόμα και να καταθέσω ως μάρτυρας, αν ποτέ μού το ζητούσαν, πως για λόγους που μου ήταν άγνωστοι, όπως πιθανόν να ήταν άγνωστοι και στον ίδιο, αυτός ο άνθρωπος ποτέ δεν έμπαινε στο ασανσέρ. Αλλά ποιος είμαι εγώ που θα κρίνω τις παραξενιές του άλλου; αναρωτήθηκα. Έτσι δεν συνέχισα την κουβέντα, μόνο είπα ξερά: Άντε, ρε σαλταρισμένε, 60 χρονώ άντρας να φοβάσαι τα ασανσέρ! Μέχρι που να φτάσεις στον ένατο, θα τα ’χεις παίξει με τέτοια ζέστη. Ελπίζω να μη μου συμβεί κανένα κακό που σε συνάντησα, γρουσούζη…

Εννοείται ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ειπώθηκε, η φωνή μου ακούστηκε, δειλή ως συνήθως, να λέει ψιθυριστά:

«Όπως νομίζετε, κύριε Παναγιώτη. Καλό σας βράδυ, ελπίζω να κοιμηθείτε, με τόση ζέστη που κάνει απόψε…».

Ο άνθρωπος ούτε που γύρισε να με κοιτάξει· αντίθετα, έριξε μια ματιά ψηλά, σαν να αναμετριόταν με τα σκαλιά που απλώνονταν εμπρός του, και ξεκίνησε ν’ ανεβαίνει τον γολγοθά του, κουβαλώντας μαζί όλα τα λόγια που θα μπορούσε να μου πει αν έμπαινε στον κόπο να μου εξηγήσει γιατί φοβόταν τόσο πολύ τους κλειστούς χώρους.

Ήμουν ήδη μέσα στο σπίτι, όταν άκουσα το σούρσιμο στα σκαλιά και άνοιξα την πόρτα μου − πάντα το κάνω όταν ακούω σούρσιμο στα σκαλιά, σαν να περιμένω κάποιον φίλο και τρέχω ανυπόμονα στην πόρτα να τον συναντήσω, και ας ξέρω ότι δεν πρόκειται να έρθει κανείς.

Τον είδα να ανεβαίνει αργά αργά και κοιτούσα την πλάτη του, γερμένη επικίνδυνα μπροστά, ένας γερασμένος Χριστός με έναν αόρατο σταυρό −αν συνέχιζε έτσι μέχρι τον ένατο, το κεφάλι του στο τέλος θα ακουμπούσε στις μαρμάρινες σκάλες−, και σκέφτηκα πως ίσως είχε νόημα να τον προσκαλέσω για λίγο μέσα, να πιει ένα νερό και να ξεκουραστεί ο άνθρωπος, αλλά κάτι με σταμάτησε, η ίδια αναστολή, φαντάζομαι, που με κρατά πάντοτε πίσω. Έτσι έκλεισα απαλά την πόρτα κι έμεινα να αφουγκράζομαι.

Ήταν μόνος, αλλά καθώς ανέβαινε τα σκαλιά είμαι σίγουρος πως σε κάποιον μιλούσε, γιατί άρχισα να ακούω τη φωνή του τόσο δυνατά, λες και βρισκόμουν δίπλα του. Τον άκουγα να σέρνει τα πόδια του και σκεφτόμουν Αύγουστο μήνα, πώς αντέχει να ανεβαίνει μέχρι τον ένατο με τέτοια ζέστη, όταν οι φωνές δυνάμωσαν − ήταν ξεκάθαρα όλα τούτη τη φορά, ή μήπως όχι ακόμη;

«Να ζήσεις μόνος σου, ρε κερατά, μου έπρηξες το συκώτι τόσα χρόνια, σήμερα θα τελειώσω μαζί σου, από το παράθυρο θα φύγεις».

«Μη, Τάκη μου, μην με πετάξεις, πώς θα ζήσω χωρίς παρέα, ο κόσμος είναι σκληρός για έναν μικρούλη φόβο».

«Τι μικρούλη, ρε μαλάκα! Κοιταζόμαστε στον καθρέφτη και είσαι διπλάσιος από μένα, ρε απατεώνα, ούτε στο σπίτι δεν θα χωράς να μπεις σε λίγο. Σταμάτα, ρε, να κλαις, θα φύγεις σήμερα κιόλας, μην κλαις, ούτε εγώ θα κλάψω, δεν σε φοβάμαι άλλο, τώρα δα θα τελειώσω μαζί σου».

Ξαφνικά η φωνή του δυνάμωσε κι άλλο. Λίγο πριν φτάσει στον τέταρτο, νομίζω άρχισαν οι βρισιές:

«Αϊ σιχτίρ, μαλακισμένε! Σε βαρέθηκα! Τόσα χρόνια οι ίδιες εντολές και οι έμμονες ιδέες σου: δεν σου αρέσουν τα ασανσέρ, σε ζαλίζουν τα πλοία, θα πέσουν τα αεροπλάνα, οι άνθρωποι στον δρόμο είναι όλοι δολοφόνοι, και όλο δίνεις εντολές δίχως να σε ρωτώ, ούτε η μάνα μου να ήσουνα – “μην τρως πολύ θα παχύνεις”, “θα αρρωστήσεις”, “μην κυκλοφορείς τη νύχτα”, “μην κάνεις φίλους όσους δεν γνωρίζεις καλά” και ό,τι άλλο παλαβό σου κατεβαίνει στο μυαλό».

Άκουγα τις φωνές και σκεφτόμουνα πως ήταν που ήταν παράξενος και κάπως τρελός ο κύριος Παναγιώτης, με τον καύσωνα αποτρελάθηκε εντελώς, τον βάρεσε η ζέστη στο κεφάλι και μίλαγε μοναχός του.

Και τότε άκουσα το παράθυρο στον τέταρτο να ανοίγει, κι εγώ άνοιξα την πόρτα και βγήκα τρέχοντας γιατί κατάλαβα πως κάτι κακό θα συμβεί, δεν ξέρω πώς, αλλά ήταν σαν η φωνή του να μου θύμισε κάτι, σαν να ταξίδεψα ξαφνικά πίσω στον χρόνο και θυμήθηκα για μια ακόμα φορά, κι εκείνη τη στιγμή το ένιωσα απλά, το ένιωσα ότι ήταν αναπόφευκτο, για μια ακόμα φορά, να γίνω μάρτυρας μιας…

Τότε είδα τον Παρδαλό να έχει πιάσει αγκαζέ τον κύριο Τάκη και να τον τραβολογά από το μανίκι του και νόμισα πως είδα τον κύριο Τάκη να σπρώχνει τον Παρδαλό και πως θα ήταν αυτός που θα έπεφτε στο κενό, αλλά όχι δεν ήταν. Ήταν ο κύριος Παναγιώτης που έπεφτε και ακουγόταν η κραυγή του: «Θα σε πάρω μαζί μου, ρε κερατααά, δεν θα μου γλιτωωώσεις».

Ο θόρυβος ακούστηκε μέχρι πάνω κι εγώ κατέβηκα τρέχοντας, όχι σαν την άλλη φορά, γιατί τώρα είχα μεγαλώσει και δεν φοβόμουν πια −ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον− και μπορούσα να διαχειριστώ τα πράγματα ως ενήλικας, όπως θα έλεγε ο γιατρός. Μου έκανε εντύπωση ο θόρυβος, ήταν σαν να έπεσε κάποιο αυτοκίνητο πάνω στα κάγκελα της πυλωτής.

Όταν έφτασα κάτω, ήμουν λίγο τρομαγμένος, κανένας άλλος δεν είχε κατέβει, ούτε καν στα μπαλκόνια δεν βγήκε κανείς (πώς μπορούσαν, πώς άντεχαν να κοιμούνται με τόσο θόρυβο που έκανε η πτώση δεν το έχω καταλάβει ακόμη), και τότε τον είδα δίπλα στα σκουπίδια να κλαίει, τον Παρδαλό, όχι τον κύριο Παναγιώτη −εκείνος ήταν πεσμένος ακίνητος δίπλα στις πρασιές−, αλλά τρομαγμένος καθώς ήμουν δεν τον πλησίασα, μόνο στάθηκα από απόσταση να τον χαζεύω, ξαπλωμένο στο μπετόν. Σαν να κοιμάται μοιάζει σκέφτηκα φευγαλέα, και αυτό μάλλον με ησύχασε, γιατί μεμιάς σταμάτησα να βλέπω την κόκκινη λιμνούλα που είχε κιόλας αρχίσει να σχηματίζεται πλάι στο κεφάλι του.

Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν ήταν ευγενικό που κοιμόταν με το κοστούμι, αλλά ο άνθρωπος μπορεί στ’ αλήθεια να κουράστηκε που ανέβαινε τόσες σκάλες με τη ζέστη, και ποιος να ξέρει τι πέρασε από το μυαλό του… Ποιος ήμουν εγώ, σε τελική ανάλυση, να κρίνω τι ήταν ευγενικό και τι όχι − πάντως φαινόταν άνθρωπος με τρόπους, και για μια στιγμή σκέφτηκα να ανέβω πάλι επάνω να τον αφήσω να κοιμηθεί, αλλά φοβήθηκα μήπως τον ενοχλήσουν τα σκυλιά που θα μύριζαν το αίμα κι έμεινα να τον κοιτάζω, ανήμπορος, μην ξέροντας τι να κάνω.

Στάθηκα έτσι ακίνητος για ώρα και μετά… Μπορεί να φοβόμουν, αλλά ήμουν εξασκημένος, έτσι πλησίασα και τον κοίταξα καλύτερα. Στεκόταν ακίνητος, ήσυχος, το πρόσωπό του ήταν σχεδόν όμορφο, πλημμυρισμένο από ανακούφιση. Ποτέ πια δεν θα ήταν αναγκασμένος να ανεβαίνει με τις σκάλες στον ένατο, ούτε θα ίδρωνε κάθε φορά που θα χρειαζόταν να βγει από το σπίτι του για να μπει σε λεωφορεία ή στο μετρό, και τα χέρια του θα σταματούσαν επιτέλους να ασπρίζουν από το πολύ σαπούνι και το ασταμάτητο τρίψιμο. Κι εγώ δεν θα άκουγα ξανά τον μονόλογό του καθώς τον παρατηρούσα στα κρυφά να περνά ασθμαίνοντας κάθε μέρα από τα σκαλιά προσπαθώντας να φτάσει στο διαμέρισμά του. Όχι, ο άνθρωπος επιτέλους είχε ησυχάσει, ήταν φανερό ότι δεν θα χρειαζόταν να προσποιηθεί ποτέ ξανά.

Ο κύριος Παναγιώτης αποδώ και πέρα είχε κερδίσει τη θέση του στο βασίλειο της σιωπής, δεν θα ήταν αναγκασμένος να μιλήσει σε κάποιον, αλλά από την άλλη ούτε θα είχε ξανά την ευκαιρία να μου εξομολογηθεί τι τον βασάνιζε. Άμα το ήθελε την είχε την ευκαιρία του λίγα λεπτά πριν, όταν με συνάντησε στο ασανσέρ, αλλά ο γρουσούζης διάλεξε τη μοναξιά του − ήταν ακόμα ένας από εκείνους που αποφάσισαν ότι ο πιτσιρικάς δεν είναι ικανός να σώσει κανέναν καταδικασμένο, έτσι δεν είπε τίποτα για τις αποφάσεις που είχε πάρει ποιος ξέρει πόσο καιρό πριν!

Δεν πλησίασα πιο κοντά, δεν ήθελα να δω τίποτα παραπάνω, δεν χρειαζόμουν καμία άλλη απόδειξη ότι ο άνθρωπος ήταν πεθαμένος. Τον κοιτούσα απλά, λίγο φοβισμένος, λίγο θυμωμένος, κι ένιωσα εκείνη τη στιγμή την ανάγκη να μιλήσω με κάποιον, κι όταν είδα τον Παρδαλό να κλαίει, τον ρώτησα αν χτύπησε και μου είπε πως όχι, δεν πονάει πουθενά, μόνο πού θα ζήσει τώρα που ο κύριος Τάκης…

Τέλος πάντων, ποτέ δεν μαζεύω αδέσποτα από τους δρόμους, αλλά αισθανόμουν μόνος με τόση ζέστη που έκανε, κι έτσι μου φάνηκε καλή παρέα, άσε που σιγά μην ήταν δέκα μέτρα ψηλός, υπερβολές του κυρίου Παναγιώτη. Μια σταλίτσα μού φάνηκε εμένα, και ήταν και καλοντυμένος − σε άλλη περίπτωση δεν θα τον έβαζα στο σπίτι.

Την επομένη, όταν ξύπνησα, τον βρήκα καθισμένο στον καναπέ του σαλονιού. Δεν ήταν πια μικρούλης, έπιανε σχεδόν τον μισό καναπέ. Είχε αλλάξει ρούχα, παρότι φορούσε πάλι ένα παρδαλό, παράταιρο κοστούμι, κάτι ανάμεσα σε κλόουν και αρλεκίνο έμοιαζε, και το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν:

«Δεν ξέρω τι συνήθειες έχεις τα βράδια, εγώ με τον Τάκη μου, συγχωρεμένος να ’ναι κι ας ήθελε στα τελευταία να χωρίσουμε, δεν βγαίναμε ποτέ τα βράδια, είναι επικίνδυνα έξω. Α, και ξέρεις, Μιχάλη, το σαλόνι δικό μου, μην αρχίσεις και φέρνεις ξένους στο σπίτι, ο Τάκης είχε να το λέει για τα μικρόβια που κυκλοφορούν».

Στην αρχή δεν του μίλησα, έμεινα άφωνος με το θράσος του, ταυτόχρονα φοβήθηκα έτσι που τον έβλεπα καθισμένο στον καναπέ μου, με τα περίεργα ρούχα και το φλιτζάνι με τον καφέ μου στα χέρια του. Δεν είχε περάσει ούτε μισή ώρα από τη στιγμή που ξυπνήσαμε και είχε πάρει κιόλας το πάνω χέρι.

Τελικά συμφωνήσαμε ότι η πόρτα θα κλείδωνε από τις εννιά το βράδυ και ότι κανένας δεν θα έμπαινε στο σπίτι για το επόμενο τουλάχιστον εικοσαήμερο. Όσο για τις καλοκαιρινές διακοπές μου, ευτυχώς που μόλις είχα επιστρέψει από την Αμοργό, γιατί ο Παρδαλός επέμενε ότι μέσα στον Αύγουστο θα έπεφταν τουλάχιστον τρία αεροπλάνα, ενώ ήταν σίγουρος πως θα βυθίζονταν δύο καράβια γεμάτα με επιβάτες…

Στο απόσπασμα από την Μικρή Άγνωστη Λύπη, περιγράφεται ένας εσωτερικός διάλογος που αφορά στο φόβο και το πως αυτός οργανώνει τη ζωή μας ο φόβος. Στο βιβλίο ο φόβος δεν βιώνεται ως ένα φυσιολογικό συναίσθημα αλλά είναι μεταμφιεσμένος, μη αναγνωρίσιμος, στην αρχή φαίνεται μικρός και ασήμαντος αλλά σταδιακά αποκτά οντότητα, μεγαλώνει μέχρι που να κυριαρχήσει και να γίνει μια “παρδαλή” παντοδύναμη οντότητα.

Η αντίφαση είναι προφανής, κάποιος που χαρακτηρίζεται ως παρδαλός δεν είναι παρά ένας καταφρονεμένος, ένας γελοιοποιημένος ή ασήμαντος άνθρωπος, για κάθε κυρίαρχο λόγο αλλά ωστόσο εν δυνάμει μπορεί να μεταμορφωθεί σε επικίνδυνο όσο αισθάνεται περιφρονημένος ή τρομακτικός.

Κάπως έτσι συμβαίνει με τους φόβους μας, παραμένουν συχνά στο περιθώριο, ανεπιθύμητοι, εκδιωγμένοι από την ζωή μας, τη σκέψη μας, και τις συνομιλίες με τους άλλους. Κανένας μας δεν θέλει συνειδητά να συνδεθεί μαζί τους ώσπου φτάνει μια στιγμή που κάνουν αισθητή την παρουσία τους όπως ακριβώς ο κος Παρδαλός. τότε διεκδικούν και καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο στη ζωή μας, διαμαρτύρονται που προσπαθήσαμε να τους φυλακίσουμε.

Η φωνή τους μεγαλώνει και αυτοί αλλάζουν σχήμα και μορφή,από φυσιολογικά καθημερινά συναισθήματα γίνονται φοβίες και κρίσεις πανικού και μας καταδυναστεύουν και όλο αυτό γιατί κανείς ποτέ δεν τους άκουσε ή δεν τους φρόντισε στα αλήθεια.

Κάπως έτσι συμβαίνει σε όλες και όλους μας. Πόσες φορές στη ζωή μας έχουμε νοιώσει ή έχουμε μιλήσει για τον φόβο μας, δίχως να  αισθανθούμε δυσάρεστα ή απειλητικά;

Πόσες φορές έχουμε κάνει πίσω από τα θέλω μας, έχουμε εγκαταλείψει στη μέση  τις προσπάθειές μας να αλλάξουμε όσα μας ενοχλούν  ή δεν έχουμε καν τολμήσει να ρισκάρουμε επειδή έχουμε φοβηθεί;

Το αποτέλεσμα αυτών των εμπειριών είναι να μιλάμε  με αρνητικό τρόπο για τους φόβους μας και να χρεώνουμε σε αυτούς όλες τις υπαναχωρήσεις ή τις δυσκολίες μας να  αναμετρηθούμε μαζί τους και να αλλάξουμε όσα μας  ταλαιπωρούν.

Στην πραγματικότητα η ντροπή, η ενοχή ή η δυσκολία να μιλήσουμε για τους φόβους ή ακόμα και για τις φοβίες ή τους πανικούς μας βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι έχουμε εκπαιδευτεί ώστε να μη μιλάμε για αυτά τα θέματα παρότι αφορούν πολύ περισσότερους/ες από όσο νομίζουμε.

Για παράδειγμα μια απλή περιήγηση στο διαδίκτυο θα αρκούσε για να δούμε ότι η κλειστοφοβία, η αγοραφοβία ή οι φόβοι για τις μετακινήσεις και τα ταξίδια είναι μια κοινή εμπειρία σε πολλούς ανθρώπους.

Φταίνε όπως πράγματι για όλα οι φόβοι μας;

Είναι ένα συναίσθημα το οποίο θα έπρεπε να «εξαλειφθεί από τη ζωή μας;

Η αλήθεια ίσως να είναι λίγο διαφορετική καθώς    όλοι οι άνθρωποι έχουμε φόβους, από τα μικρά παιδιά έως τους ηλικιωμένους.  Ο  φόβος είναι ένα φυσικό συναίσθημα, αναγκαίο και απαραίτητο από τη βιολογία μας, το οποίο  ενεργοποιεί   μηχανισμούς προστασίας στους κινδύνους και οριοθέτησης  απέναντι σε συνθήκες που μας προκαλούν δυσφορία ή τις αισθανόμαστε ως απειλητικές.

Ωστόσο, αν δεν κατανοήσουμε έγκαιρα σε τι μας προσκαλούν οι φόβοι μας, και τους αφήσουμε αφρόντιστους,   ενδέχεται να δυναμώσουν και να καταστούν απειλητικοί.

Τότε   γίνονται φοβίες  που μας  εμποδίζουν να  επικοινωνήσουμε και  να συνδεθούμε με τους άλλους ανθρώπους ή ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό, με τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όνειρά μας.

Οι φόβοι  μας συχνά συνδέονται με μια σειρά από εμπειρίες όπως  η κοινωνική μας ζωή, η σχέση μας με την απώλεια, οι αντιδράσεις μας στην αβεβαιότητα ή το απρόβλεπτο, η καθήλωσή μας σε συνθήκες  συναισθηματικής  στέρησης , η  δυσκολία μας να μεγαλώσουμε,  να σχετιστούμε με τους άλλους ανθρώπους ή να εκφράσουμε ελεύθερα τα συναισθήματά μας κ.α.

Πολλοί από αυτούς συνδέονται με την παιδική μας ηλικία, καθώς τους βιώσαμε για πρώτη φορά  εκείνη την περίοδο, σε μια αναπτυξιακή φάση που δεν είχαμε τις δεξιότητες να τους εξηγήσουμε ή να τους ξεπεράσουμε. 

Σε αυτή την περίπτωση οι φόβοι είναι ισχυροί στο χρόνο ή μετεξελίσσονται και αλλάζουν μορφή καθώς παραμένουν διαχρονικά δίχως φροντίδα ή κατανόηση και  έτσι είναι πολύ εύκολο να αναπαραχθούν στην ενήλικη ζωή.

Στην οπτική με την οποία εργαζόμαστε πιστεύουμε ότι  κάθε φορά που φοβόμαστε ή νοιώθουμε φοβίες ή κρίσεις πανικού βρισκόμαστε σε έντονους εσωτερικούς και εξωτερικούς διαλόγους.

Το να ακολουθήσουμε μια πρακτική αποφυγής αυτών των συναισθημάτων, σημαίνει ότι «καταστέλλουμε» τους διαλόγους, δίχως να καταλάβουμε σε τι μας προσκαλούν, δηλαδή ποιες ανάγκες για φροντίδα, ασφάλεια, προστασία και συναισθηματική σύνδεση    χρειάζεται να καλύψουμε.

Πολύ συχνά επίσης όλα αυτά τα συναισθήματα μας προσκαλούν να συνδεθούμε με  το παιδί μέσα μας και να  δημιουργήσουμε ένα χώρο φροντίδας στον οποίο πολλά ανέκφραστα συναισθήματα ή σκέψεις μπορούν να εκφραστούν. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *