Εκφράζοντας το «ανείπωτο» στη θεραπεία
Από τον Travis Heath
Πηγή: https://www.psychotherapy.net/perspectives/articles/speaking-the-unspeakable-in-therapy/
Μετάφραση και Επιμέλεια: Νάσια Κολημήτρα, Ψυχολόγος MSc – Εκπαιδευόμενη Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Πηγή εικώνων: pinterest
Εισαγωγή: Η στιγμή πριν έρθουν τα λόγια
Κάθε θεραπεύτρια/@/τής γνωρίζει αυτή τη στιγμή. Ένα θεραπευόμενο σταματά στη μέση μιας πρότασης. Το βλέμμα του στρέφεται προς το πάτωμα. Μια σιωπή εισέρχεται στο δωμάτιο, η οποία μοιάζει διαφορετική από τον συνηθισμένο αναστοχασμό. Κάτι σημαντικό είναι παρόν, αλλά δεν έχει ακόμη εκφραστεί.
Αυτές οι στιγμές συχνά σηματοδοτούν την παρουσία αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ανείπωτο συναίσθημα» — όχι επειδή το ίδιο το συναίσθημα είναι σπάνιο ή παθολογικό, αλλά επειδή το άτομο που το βιώνει έχει μάθει ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει.
Μια θλιμμένη κόρη νιώθει ανακούφιση μετά το θάνατο ενός γονιού που αγαπούσε βαθιά. Ένας αφοσιωμένος πατέρας παραδέχεται ότι μερικές φορές φαντάζεται μια ζωή με λιγότερες ευθύνες. Ένα θεραπευόμενο άτομο που ασχολείται ενεργά με την πολιτική ανακαλύπτει μια συναισθηματική αντίδραση σε μια δημόσια τραγωδία που τον κάνει να αισθάνεται ηθικά ταραχή. Ένα πρόσωπο σε ρόλο φροντιστή/στριας/@ νιώθει εξαντλημένο από τη συμπόνια και αναρωτιέται αν αυτή η εξάντληση το καθιστά εγωιστή/τρια/@.
Σε κάθε περίπτωση, το συναίσθημα δεν αποτελεί το πρωταρχικό πρόβλημα. Ο πόνος πηγάζει από την πεποίθηση ότι το συναίσθημα αυτό δεν θα έπρεπε να είχε ανακύψει εξ’αρχής.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό να εκφράζουμε το ανείπωτο στη θεραπεία. Αυτό καλεί τ@/τις/τους θεραπευτ@/τριες/ές να προχωρήσουν πέρα από το ερώτημα αν τα συναισθήματα είναι αποδεκτά και να επικεντρωθούν σε ερωτήματα σχετικά με το τι σημαίνουν αυτά τα συναισθήματα, από πού προέρχονται και ποιες ιστορίες τα έχουν καταστήσει ανείπωτα.
Οι κρυφοί κανόνες που διέπουν τη συναισθηματική ζωή
Τα περισσότερα άτομα δεν έρχονται στη θεραπεία ως “λευκός καμβάς”. Πολύ πριν μπουν στο γραφείο μιας/εν@/ενός θεραπεύτριας/@/τή, έχουν μάθει σημαντικά μαθήματα σχετικά με το τι επιτρέπεται να νιώθουν.
Οι οικογένειες επικοινωνούν συναισθηματικούς κανόνες τόσο με τα λόγια όσο και με τη σιωπή. Σε ορισμένα οικογενειακά πλαίσια ενθαρρύνεται ο θυμός, ενώ αποθαρρύνεται η θλίψη. Σε άλλα, η φροντίδα είναι ευπρόσδεκτη, ενώ η πικρία τιμωρείται. Οι πολιτισμικές αφηγήσεις ενισχύουν τα ιδανικά σχετικά με τη γονεϊκότητα, τη φροντίδα, την αρρενωπότητα, τη θηλυκότητα, το πένθος, την αφοσίωση και την ηθική. Οι πολιτικές κοινότητες συχνά δημιουργούν προσδοκίες σχετικά με το ποια συναισθήματα θεωρούνται ενάρετα και ποια αμφίβολα.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι προσδοκίες εσωτερικεύονται.
Τα θεραπευόμενα άτομα σταματούν να ρωτούν αν ένα συναίσθημα είναι κατανοητό και ξεκινούν να ρωτούν αν είναι επιτρεπτό. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Μόλις τα συναισθήματα αποκτήσουν ηθικό χαρακτήρα, δεν βιώνονται πλέον ως πληροφορία. Γίνονται αποδεικτικά στοιχεία σε μια διαρκή δίκη για το αν κάποιο άτομο είναι καλό, στοργικό, ηθικό, ευγνώμον ή άξιο.
Η θεραπεία προσφέρει μια σπάνια εναλλακτική λύση. Αντί να ταξινομεί τα συναισθήματα σε κατηγορίες αποδεκτών και μη αποδεκτών, η θεραπεία μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου οι συναισθηματικές εμπειρίες διερευνώνται σε όλη τους την πολυπλοκότητα.
Ο ρόλος της/τ@/του θεραπεύτριας/@/τή δεν είναι να παραχωρήσει άδεια για να υπάρχουν τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα υπάρχουν ήδη. Ο ρόλος του/@/της είναι να βοηθήσει τα θεραπευόμενα να αναπτύξουν αρκετή περιέργεια ώστε να τα κατανοήσουν.

Όταν η θλίψη συνοδεύεται από ανακούφιση
Ας πάρουμε ως παράδειγμα μια υποθετική πελάτισσα με το όνομα Μαρία.
Για χρόνια, η Μαρία φρόντιζε τον πατέρα της καθώς η υγεία του επιδεινωνόταν. Οι μέρες της περιστρέφονταν γύρω από ιατρικά ραντεβού, προγράμματα φαρμακευτικής αγωγής, κρίσεις και συνεχή επαγρύπνηση. Τον αγαπούσε βαθιά και παρέμεινε αφοσιωμένη στη φροντίδα του. Όταν πέθανε, ήταν συντετριμμένη. Αισθάνθηκε όμως και ανακούφιση.
Η ανακούφιση ήρθε αρχικά αθόρυβα, ακολουθούμενη σχεδόν αμέσως από ντροπή. Η Μαρία ερμήνευσε την αντίδρασή της ως απόδειξη ότι είχε αποτύχει ως κόρη. Αν αγαπούσε πραγματικά τον πατέρα της, πώς ήταν δυνατόν να νιώθει πιο ανάλαφρη μετά το θάνατό του;
Ωστόσο, από κλινική άποψη, δεν υπάρχει τίποτα ασυνήθιστο σε μια τέτοια αντίδραση.
Η μακροχρόνια φροντίδα συχνά συνοδεύεται από χρόνιο άγχος, προκαταβολικό πένθος (anticipatory grief), διαταραχές στον ύπνο, κοινωνική απομόνωση και συναισθηματική εξάντληση. Όταν αυτές οι απαιτήσεις τελειώνουν, η ανακούφιση μπορεί να εμφανιστεί φυσικά, ακόμα και ενώ παραμένει μια βαθιά θλίψη.
Η αντίφαση δεν αποτελεί ένδειξη παθολογίας. Αποτελεί ένδειξη πολυπλοκότητας.
Αυτό που συχνά απαιτεί προσοχή στη θεραπεία δεν είναι η ίδια η ανακούφιση, αλλά η ιστορία που συνδέεται με αυτήν. Πώς έμαθε η Μαρία ότι η θλίψη και η ανακούφιση δεν μπορούν να συνυπάρξουν; Ποιες πολιτισμικές αφηγήσεις σχετικά με τη φροντίδα διαμόρφωσαν την αντίδρασή της; Ποιες αξίες στήριξαν τις προσπάθειές της ως φροντιστή και πώς αυτές οι ίδιες αξίες ενδέχεται να συμβάλλουν στην αίσθηση ντροπής που νιώθει;
Αυτές οι ερωτήσεις μετατρέπουν τη συναισθηματική σύγκρουση σε συναισθηματική κατανόηση.
Η αντίφαση δεν είναι παθολογία
Πολλοί πελάτες ξεκινούν τη θεραπεία πιστεύοντας ότι τα αντιφατικά συναισθήματα υποδηλώνουν ότι κάτι δεν πάει καλά.
Η υπόθεση αυτή είναι κατανοητή. Η σύγχρονη κουλτούρα συχνά επιβραβεύει τη βεβαιότητα και τη συνέπεια. Η αντίφαση μπορεί να φαίνεται ύποπτη. Η αμφιθυμία μπορεί να φαίνεται αδυναμία. Η πολυπλοκότητα μπορεί να φαίνεται αναποφασιστικότητα.
Ωστόσο, η ανθρώπινη εμπειρία σπάνια εξελίσσεται με τόσο απλούς τρόπους.
Οι άνθρωποι συχνά νιώθουν ευγνωμοσύνη και δυσαρέσκεια απέναντι στο ίδιο πρόσωπο. Μπορούν να νιώθουν ελπίδα και απόγνωση κατά τη διάρκεια της ίδιας μεταβατικής φάσης της ζωής τους. Μπορεί να αγαπούν βαθιά ένα μέλος της οικογένειάς τους, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζουν τον πόνο που προκλήθηκε μέσα στη σχέση.
Μπορούν να βιώνουν υπερηφάνεια και ανασφάλεια, ανακούφιση και θλίψη, συμπόνια και θυμό, όλα ταυτόχρονα.
Όσο πιο σημαντικό είναι κάτι για εμάς, τόσο πιο πιθανό είναι να προκαλέσει πολλαπλές συναισθηματικές αντιδράσεις.
Η αντίφαση δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη ότι κάτι έχει πάει στραβά από ψυχολογική άποψη. Συχνά, αντανακλά την πραγματικότητα ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα σε αλληλοσυγκρουόμενες αξίες, σχέσεις, ευθύνες και ταυτότητες.
Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές της θεραπείας είναι να βοηθά τα θεραπευόμενα να ανακαλύψουν ότι η συναισθηματική πολυπλοκότητα δεν απαιτεί εξάλειψη. Απαιτεί κατανόηση.
Η περιέργεια ως ηθική πρακτική
Η περιέργεια περιγράφεται συχνά ως θεραπευτική δεξιότητα. Ίσως είναι πιο ακριβές να την περιγράψουμε ως ηθική δέσμευση.
Η γνήσια περιέργεια απαιτεί από τις/τ@/τους θεραπεύτριες/@/τές να αντιστέκονται στα βιαστικά συμπεράσματα. Ζητά από τις/@/τους επαγγελματίες υγείας να παραμένουν ανοιχτές/@/οί στην αβεβαιότητα για αρκετό διάστημα ώστε να αναδυθεί μια πληρέστερη κατανόηση. Αυτό μπορεί να είναι άβολο.
Πολλές θεραπευτικές συνομιλίες δημιουργούν πίεση για γρήγορη μετάβαση στην ερμηνεία, τη διαβεβαίωση, την ενημέρωση ή τη συμβουλή. Οι πελάτες μπορεί να αναζητούν βεβαιότητα. Οι θεραπεύτριες/@/τές μπορεί να αισθάνονται υποχρεωμένες/@/οι να την παρέχουν.
Η περιέργεια προσφέρει ένα διαφορετικό μονοπάτι.
Αντί να αποφασίζει τι σημαίνει ένα συναίσθημα, η περιέργεια θέτει ερωτήσεις:
- Σε ποια ιστορία ανήκει αυτό το συναίσθημα;
- Ποια αξία μπορεί να προστατεύει;
- Ποιες εμπειρίες κάνουν αυτή την αντίδραση κατανοητή;
- Ποιος σου έμαθε ότι αυτό το συναίσθημα είναι μη αποδεκτό;
- Τι παραμένει κρυφό πίσω από το πιο φανερό συναίσθημα;
Αυτές οι ερωτήσεις δεν εξαλείφουν την δυσφορία. Σε πολλές περιπτώσεις, εντείνουν την ενασχόληση μαζί της. Ωστόσο, δημιουργούν επίσης ευκαιρίες για ανακάλυψη.
Η περιέργεια επιτρέπει στα άτομα να ανακαλύψουν πτυχές του εαυτού τους που είχε επισκιάσει η επίκριση.
Η αφηγηματική θεραπεία και το ανείπωτο
Η αφηγηματική θεραπεία προσφέρει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο πλαίσιο για την κατανόηση των ανείπωτων συναισθημάτων, καθώς δίνει έμφαση στον ρόλο των ιστοριών στη διαμόρφωση της εμπειρίας.
Τα άτομα δεν βιώνουν τα συναισθήματα απομονωμένα. Τα συναισθήματα ερμηνεύονται μέσω αφηγήσεων που αφορούν την ταυτότητα, τις σχέσεις, την ηθική και το αίσθημα του ανήκειν.
Μια γονεική φιγούρα που αισθάνεται καταβεβλημένη μπορεί να μην βιώνει απλώς εξάντληση. Μπορεί να βιώνει την εξάντληση φιλτραρισμένη μέσα από μια πολιτισμική αφήγηση που υποστηρίζει ότι οι καλοί γονείς πρέπει πάντα να είναι ευγνώμονες.
Η ανακούφιση ενός ατόμου στο ρόλο του/της/τ@ φροντιστή/στριας/@ μπορεί να γίνει πηγή ντροπής, επειδή φιλτράρεται μέσα από μια αφήγηση που εξισώνει την αγάπη με την ατελείωτη θυσία.
Εξερευνώντας αυτές τις ιστορίες, οι θεραπευτές/τριες/@ βοηθούν τα θεραπευόμενα να διαχωρίσουν τη συναισθηματική εμπειρία από τις πεποιθήσεις που συνδέονται με αυτήν.
Αυτή η αλλαγή μπορεί να είναι βαθιά απελευθερωτική. Αντί να ρωτούν: «Τι πρόβλημα έχω που νιώθω έτσι;», οι πελάτες αρχίζουν να ρωτούν: «Πώς έμαθα ότι αυτό το συναίσθημα ήταν απαράδεκτο;»
Η ερώτηση αυτή ανοίγει εντελώς νέες δυνατότητες κατανόησης.
Πολιτική πόλωση και η απώλεια της πολυπλοκότητας
Λίγες σύγχρονες δυνάμεις δημιουργούν ανείπωτα συναισθήματα πιο αποτελεσματικά από την πολιτική πόλωση.
Τα πολωμένα περιβάλλοντα ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να απλοποιούν ο ένας τον άλλον σε κατηγορίες. Τα άτομα γίνονται σύμβολα αντί για ανθρώπινα όντα. Η πολυπλοκότητα αντικαθίσταται από τη βεβαιότητα. Οι λεπτές διαφοροποιήσεις γίνονται δύσκολο να υποστηριχθούν.
Σε τέτοια περιβάλλοντα, οι άνθρωποι βιώνουν συχνά συναισθήματα που δεν ξέρουν πώς να συζητήσουν. Μπορεί να νιώθουν θλίψη, θυμό, ανακούφιση, σύγχυση, ντροπή, φόβο, συμπόνια ή αμφιθυμία ως αντίδραση σε δημόσια γεγονότα.
Συχνά αυτά τα συναισθήματα κρίνονται αμέσως τόσο από το ίδιο το άτομο όσο και από την κοινότητά του.
Η θεραπεία προσφέρει έναν εναλλακτικό χώρο.
Αντί να εξετάζουν αν η θέση ενός θεραπευόμενου είναι σωστή, οι θεραπεύτριες/ές/@ μπορούν να επικεντρωθούν στις συναισθηματικές πραγματικότητες που υπάρχουν πίσω από αυτήν. Ποιοι φόβοι είναι παρόντες; Ποιες ελπίδες προστατεύονται; Ποιες εμπειρίες διαμόρφωσαν αυτή την οπτική; Ποιες απώλειες παραμένουν ανώνυμες;
Αυτή η προσέγγιση δεν απαιτεί συμφωνία. Απαιτεί περιέργεια.
Και η περιέργεια, σε αντίθεση με τη βεβαιότητα, τείνει να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα.
Ο θυμός ως αγγελιοφόρος
Από όλα τα συναισθήματα που οι πελάτες δυσκολεύονται να συζητήσουν, ο θυμός είναι ίσως ένα από τα πιο παρεξηγημένα.
Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να φοβούνται τον θυμό. Άλλοι έχουν μάθει να τον εκφράζουν εύκολα, παραμένοντας όμως αποκομμένοι από τις ευαλωτότητες που κρύβονται από πίσω του.
Ωστόσο, ο θυμός λειτουργεί συχνά ως αγγελιοφόρος.
Κάτω από τον θυμό μπορεί να βρίσκεται πένθος, φόβος, προδοσία, ταπείνωση, αδυναμία ή μια δέσμευση για δικαιοσύνη. Όταν οι θεραπευτές/τριες/@ αρχίζουν να αναρωτιούνται τι προστατεύει ο θυμός, συχνά αναδύονται σημαντικές πληροφορίες.
Ερωτήσεις όπως «Ποια αξία υπερασπίζεται αυτός ο θυμός;» ή «Ποια βλάβη κάνει αυτόν τον θυμό κατανοητό;» μπορούν να μεταμορφώσουν τη συζήτηση.
Ο στόχος δεν είναι να εξαλειφθεί ο θυμός. Ο στόχος είναι να κατανοηθεί η σχέση του με το ευρύτερο συναισθηματικό τοπίο.
Η θεραπεία ως χώρος που φιλοξενεί πολλαπλές αλήθειες
Ίσως η πιο πολύτιμη πτυχή της θεραπείας είναι η ικανότητά της να φιλοξενεί ταυτόχρονα πολλαπλές αλήθειες.
Έξω από το θεραπευτικό δωμάτιο, οι άνθρωποι συχνά πιέζονται να διαλέξουν πλευρά. Ενθαρρύνονται να απλοποιούν, να υπερασπίζονται, να πείθουν και να κερδίζουν.
Η θεραπεία προσκαλεί σε κάτι διαφορετικό.
Επιτρέπει τη συνύπαρξη του πένθους και της ανακούφισης. Της αγάπης και της δυσαρέσκειας. Του θυμού και της συμπόνιας. Της βεβαιότητας και της αβεβαιότητας. Η ύπαρξη μιας αλήθειας δεν ακυρώνει αυτόματα μια άλλη.
Για πολλά θεραπευόμενα, αυτή η συνειδητοποίηση σηματοδοτεί την αρχή μιας ουσιαστικής αλλαγής. Όταν οι συναισθηματικές εμπειρίες δεν χρειάζεται πλέον να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, γίνονται πιο εύκολο να κατανοηθούν.
Ο ρόλος της/τ@/ου θεραπεύτριας/τ@/τή δεν είναι να επιλύει κάθε αντίφαση. Είναι να βοηθήσει τα θεραπευόμενα να παραμείνουν συνδεδεμένα με την πολυπλοκότητα αρκετά ώστε να αναδυθεί μια βαθύτερη κατανόηση.
Συμπέρασμα
Το να εκφράζει κάποιο άτομο το ανείπωτο στη θεραπεία αποτελεί, τελικά, μια πράξη ανθρωπινότητας.
Αναγνωρίζει ότι η συναισθηματική ζωή είναι πιο περίπλοκη από ό,τι συχνά επιτρέπουν οι πολιτισμικές αφηγήσεις. Αμφισβητεί την παραδοχή ότι τα δύσκολα συναισθήματα αποτελούν ένδειξη ηθικής αποτυχίας. Δημιουργεί χώρο για εμπειρίες που ήταν κρυμμένες κάτω από τη ντροπή, τον φόβο και την επίκριση.
Όταν οι θεραπεύτρειες/@/ές ανταποκρίνονται σε αυτές τις στιγμές με περιέργεια και όχι με διόρθωση, κάτι σημαντικό γίνεται εφικτό.
Τα θεραπευόμενα ανακαλύπτουν ότι τα συναισθήματα που φοβούνταν περισσότερο συχνά δεν αποτελούν καθόλου σημάδια παθολογίας. Αποτελούν προσκλήσεις για να κατανοήσουν τον εαυτό τους πληρέστερα.
Και μερικές φορές η θεραπεία αρχίζει τη στιγμή που ένα ανείπωτο συναίσθημα βρίσκει επιτέλους λέξεις να εκφραστεί.
Σημείωση του συντάκτη: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε με βάση μια συζήτηση που παρουσιάστηκε αρχικά στο podcast «Therapist Confidential» του Psychotherapy.net. Εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης βοήθησαν στη μεταγραφή και την επιμέλεια, ενώ όλο το περιεχόμενο ελέγχθηκε από τη συντακτική ομάδα του Psychotherapy.net.
Σημείωση: Χρησιμοποιήθηκε συμπεριληπτική γλώσσα στην απόδοση των έμφυλων αντωνυμιών και επιθέτων καθώς και ο όρος “θεραπευόμενο” άτομο ως μετάφραση της πρωτότυπης λέξης “client”.