ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το βιβλίο αυτό αποτελεί καρπό μακροχρόνιας προσπάθειας. Η αρχική ιδέα γεννήθηκε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Γραμματικής των αποθεμάτων και προέκυψε ως ανάγκη να αποκατασταθούν ορισμένες παρανοήσεις σχετικά με την έννοια του φαντασιακού στο Συστημικό Συνθετικό Μοντέλο Καταξιωτικής Διερεύνησης. Αυτές οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι, παρότι υπήρχαν κάποιες αναφορές, δεν είχα τονίσει επαρκώς το πώς τα προνόμια, οι θέσεις ισχύος, οι ασυμμετρίες (οικονομικές, ταξικές, φυλετικές, ταυτοτικές, έμφυλες, πολιτιστικές κ.ά.) και τα ζητήματα εξουσίας στα συστήματα των οποίων είμαστε μέλη επηρεάζουν τον τρόπο που συνδεόμαστε με το φαντασιακό. Μία ακόμα παράμετρος στην οποία δεν είχα δώσει μεγάλη έμφαση αφορούσε το πώς το καπιταλιστικό φαντασιακό επιμολύνει το δημιουργικό φαντασιακό των ανθρώπων, αντικαθιστώντας εν πολλοίς την αυθεντική επιθυμία –η οποία είναι πάντα ρηξικέλευθη– με την προσαρμοστικότητα, που έχει ως στόχο της την αποτελεσματικότητα. Επίσης, δεν είχα τονίσει επαρκώς τη σπουδαιότητα που αρμόζει στην αναγνώριση και κατανόηση της αποικιοποίησης του φαντασιακού από το θέαμα και την κουλτούρα του εμπορεύματος. Αυτό το γεγονός δεν διαπερνά, όμως, μόνο τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά επηρεάζει άμεσα ακόμα και το πεδίο της θεραπευτικής σχέσης.
Ωστόσο, η σκέψη να ξεκινήσω τη συγγραφή του ατόνησε και για καιρό κρατούσα μονάχα σκόρπιες σημειώσεις – έως ότου ξέσπασε η πανδημία της Covid-19. Τότε, προέκυψε η ανάγκη για έναν βαθύτερο αναστοχασμό πάνω στις πολλαπλές επιπτώσεις (υπαρξιακές, πολιτισμικές, βιοπολιτικές, ψυχικές και κοινωνικές) που είχε η συγκεκριμένη εμπειρία στη ζωή μας. Ο αναστοχασμός αυτός εμπλούτισε τον προβληματισμό μου και κατέστησε τη συγγραφή του βιβλίου επιτακτική.
Εκτιμώ, μάλιστα, πως η κατανόηση αυτών των επιπτώσεων παραμένει ατελής, όπως και η αναγνώριση των τρόπων με τους οποίους οι κρίσεις μπορούν να πυροδοτήσουν τόσο μετασχηματισμούς όσο και παλινδρομήσεις.
Έτσι, για άλλη μια φορά, φαίνεται πως δεν λάβαμε το μήνυμα ότι η ανθρωπόκαινος εποχή παγιώνει μια κυριαρχική και καταστροφική σχέση με το οικοσύστημα, τόσο με τα έμβια όντα όσο και με τα μη έμβια συστήματα, ούτε ότι καταστρέφοντας το οικοσύστημα καταστρέφουμε τον ίδιο τον άνθρωπο, που αποτελεί μέρος αυτού.
Στον αντίποδα αυτής της λογικής, ο Gregory Bateson, στο έργο του Βήματα για μια οικολογία του νου (2017), μας προσκαλεί να κατανοήσουμε την ύπαρξή μας διαφορετικά: ως μια διεργασία που εκτυλίσσεται μέσα σε αλληλένδετα δίκτυα σχέσεων και επικοινωνίας. Τα δίκτυα αυτά περιλαμβάνουν το άτομο, την κοινότητα, τα ζώα, τα οικοσυστήματα, αλλά και τα συστήματα συμβολισμού. Συνεπώς, η καταστροφή στην οποία συντελούμε δεν αφορά κάτι «εξωτερικό», αλλά συμπεριλαμβάνει αναπόδραστα και εμάς τους ίδιους.
Χαρακτηριστική είναι η προειδοποίησή του: (…) καθώς οικειοποιείστε τον νου, θα βλέπετε τον κόσμο γύρω σας ως ά-νοο και συνεπώς ως μη δικαιούμενο ηθικής και δεοντολογικής έγνοιας. Το περιβάλλον θα σας φαίνεται διαθέσιμο προς εκμετάλλευση… Αν αυτή είναι η εκτίμησή σας για τη σχέση σας με τη φύση και διαθέτετε μια προηγμένη τεχνολογία, τότε έχετε πιθανότητες επιβίωσης αντίστοιχες με μια χιονόμπαλα στην κόλαση. (σελ. 468)
Πράγματι, ανησυχώ για το μέλλον και την πιθανότητα να καταστούμε μια χιονόμπαλα στην κόλαση, καθώς διαπιστώνω ότι το φαντασιακό πρόταγμα που συνδέεται με την αυτονομία και την απελευθέρωση του ανθρώπου από διάφορα δεσμά υποχωρεί ολοένα και περισσότερο από τη στιγμή που δυστοπικές αφηγήσεις επικρατούν στον δημόσιο λόγο.
Εντός αυτού του πλαισίου, έκρινα ότι ο αναστοχασμός για το φαντασιακό όφειλε να εμπλουτιστεί με την ηθική ευθύνη απέναντι στη φύση και τη θέση μας στον κόσμο. (Häns, 2018)
Ταυτόχρονα, η άσκηση βιοπολιτικού ελέγχου και θανατοπολιτικής που ζήσαμε την εποχή της πανδημίας εξέθρεψε τον πολιτικό αυταρχισμό παγκοσμίως. Το γεγονός αυτό επέφερε καίρια πλήγματα στην προσπάθεια να συγκροτηθεί εκ νέου μια «μεγάλη», συνεκτική αφήγηση που να προασπίζει την κοινωνική δικαιοσύνη.
Μπροστά σε αυτή τη συνθήκη, αισθάνθηκα την ανάγκη να τονίσω, μέσω αυτού του βιβλίου, τόσο εντός μου όσο και στον δημόσιο λόγο μου, και κυρίως στο πεδίο της επιστημονικής κοινότητας στην οποία ανήκω, τη σημασία της διατύπωσης μιας «μικρής» (αλλά τεράστιας σημασίας) συνεκτικής αφήγησης. Μιας αφήγησης που αφορά την τοποθέτηση του εαυτού και της εαυτής μας στα ευρύτερα συστήματα στα οποία ζούμε με γνώμονα την προάσπιση των δικαιωμάτων, τις αρχές της κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης και τον σεβασμό προς το σύμπαν στο οποίο ανήκουμε.
Αισθάνθηκα επίσης την ανάγκη να προσκαλέσω τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζομαι, και κυρίως αυτούς που μου εμπιστεύονται την εκπαίδευσή τους στην ψυχοθεραπεία, σε μια σύνδεση με την κριτική σκέψη, τη διαλογικότητα, την ηθική και τη σημασία της συμπερίληψης.
Έτσι, ο αρχικός σχεδιασμός διευρύνθηκε, ώστε να συμπεριλάβει τον αναστοχασμό γύρω από την I-position (τη «θέση-Εγώ» κατά τη Θεωρία του Διαλογικού Εαυτού) στη θεραπευτική σχέση, αλλά και τη «θέση-Εμείς»: το πώς, δηλαδή, τοποθετούμαστε συλλογικά και πώς συμβάλλουμε στη συν-κατασκευή των διαλογικών πλαισίων μέσα στα οποία λαμβάνουν χώρα η ατομική, η ομαδική και οικογενειακή ψυχοθεραπεία, η εκπαίδευση και η εποπτεία.
Η είσοδος σε αυτό το πεδίο πυροδότησε έναν νέο κύκλο ερωτημάτων σχετικά με την ηθική και την ευθύνη ως προς τη σχέση με τον άλλον, ερωτήματα που ήταν πολύ σημαντικά και άγγιξαν τον πυρήνα της επαγγελματικής μου ταυτότητας ως θεραπευτή, εκπαιδευτή και επόπτη.
Αυτή η διαδικασία, της ανάδυσης δηλαδή συνεχών ερωτημάτων, αποδείχθηκε η πιο δύσκολη και βασανιστική. Ο λόγος δεν ήταν η απουσία απαντήσεων ή νοήματος. Ήταν το γεγονός ότι κάθε ερώτημα που συνδεόταν με τη σχεσιακή και διαλογική ευθύνη, την κριτική σκέψη και την ηθική της συμπερίληψης, επέστρεφε σε εμένα ως προσωπικό βίωμα.
Έτσι, για παράδειγμα, γράφοντας την ενότητα για τη σημασία της ηθικής ευθύνης απέναντι στον θεραπευόμενο, συνειδητοποίησα πως αν, από τη μια, έχω συμβάλει στην άρση των αποκλεισμών, από την άλλη, υπήρξα και ένας από τους «παραβάτες» της σχεσιακής ηθικής. Αντιλήφθηκα ότι, στην επαγγελματική μου διαδρομή, έχω πιθανότατα συμβάλει σε αποκλεισμούς ή στην ενίσχυση πρακτικών μέσω των οποίων η ψυχοθεραπεία μετατρέπεται σε μέσο κοινωνικού ελέγχου.
Αντιλήφθηκα επίσης, γράφοντας για τις προκαταλήψεις, ότι έχω εσωτερικεύσει πολλές φωνές που αναπαράγουν στερεοτυπικές αντιλήψεις και ότι είναι σημαντικό να τις αναγνωρίσω ώστε να μπορέσω να τις διαχειριστώ.
Γι’ αυτό και στο βιβλίο υπερασπίζομαι την ανάγκη για μια «ενεργητική θέση»: μια στάση που δεν κρύβεται πίσω από την ψευδαίσθηση της ουδετερότητας, αλλά αναλαμβάνει την ευθύνη της συμμετοχής της στη συν-κατασκευή της θεραπευτικής πραγματικότητας.
Η συγγραφή του βιβλίου διήρκεσε πέντε χρόνια. Κάθε φορά, μια νέα αναστοχαστική ανάγκη έκανε το τοπίο πιο χαοτικό, καθώς εισερχόμουν σε ένα καινούριο γνωστικό πεδίο, γεννώντας τον κίνδυνο να χαθώ σε έναν λαβύρινθο. Έτσι, κατά τη διάρκεια της συγγραφής, συνειδητοποίησα ότι, ανά πάσα στιγμή, θα μπορούσα να παρασυρθώ σε μια δίνη αέναου αναστοχασμού, ξεχνώντας δύο θεμελιώδεις αλήθειες.
Η πρώτη αφορά την επισήμανση του Jorge Luis Borges: στο τέλος κάθε λαβύρινθου βρίσκεται απλώς η αρχή ενός άλλου. Η δεύτερη, τη φύση της ίδιας της χαρτογράφησης. Ως μια μεταγνωστική και φαινομενολογική εμπειρία, κάθε χαρτογράφηση είναι εκ φύσεως ατελής ως προς την ολοκλήρωσή της και η συνείδηση δεν μπορεί ποτέ να κατανοήσει σε όλη της την έκταση την πρωτογενή και αδιαμεσολάβητη εμπειρία μας.
Εξάλλου, όπως μας δίδαξε ο Bateson, δεν αναπαριστούμε ποτέ την ίδια την επικράτεια και η χαρτογράφησή μας είναι δεδομένο ότι θα παραμένει ατελής. Κατά συνέπεια, δημιουργούμε διαρκώς «χάρτες από χάρτες, επ’ άπειρον» και αναπαραστάσεις επί αναπαραστάσεων ή κατασκευές επί κατασκευών. Αντίστοιχα, δημιουργούνται αναστοχασμοί επί αναστοχασμών, σε μια προσπάθεια να φτάσουμε σε μια οριστική, αλλά παρ’ όλα αυτά ανέφικτη γνώση που αφορά τη σχέση μας με τον κόσμο.
Έτσι, αντιλήφθηκα ότι η προσπάθεια να κατανοήσω, λόγου χάρη, αναστοχαστικά το σύνολο της ψυχοθεραπευτικής σχέσης, δεν μπορεί παρά να είναι καταδικασμένη να παραμείνει ημιτελής. Αυτή η παραδοχή λειτούργησε λυτρωτικά. Με οδήγησε στην απόφαση να ολοκληρώσω το βιβλίο, αποδεχόμενος πλήρως τις ατέλειές του.
Σε αυτό το σημείο, η σκέψη μου επιστρέφει ξανά στον Borges και στο διήγημά του «Ο κήπος με τα μονοπάτια που διακλαδώνονται». Εκεί, οι απόγονοι του Τσούι Πεν, ντροπιασμένοι από το φαινομενικά ασυνάρτητο και αντιφατικό χειρόγραφο του βιβλίου που κληρονόμησαν από αυτόν, σκέφτηκαν να το κάψουν. Αγνοούσαν ότι το βιβλίο και ο λαβύρινθος που ο πρόγονός τους είχε υποσχεθεί να περιγράψει σε αυτό ήταν τελικά το ίδιο πράγμα.
Κρατώ από αυτή την ιστορία την ιδέα ότι, αν κάποιος ρισκάρει να γράψει για τον λαβύρινθο, οφείλει να το κάνει με τέτοιο τρόπο, ώστε η ίδια η δομή του κειμένου να θυμίζει λαβύρινθο. Και αν κάποιος αποφασίσει να γράψει για τον αναστοχασμό, δεν μπορεί παρά να γράψει αναστοχαστικά και να καταστήσει τον εαυτό του υποκείμενο του αναστοχασμού του. Κάπως έτσι εκτιμώ ότι διαμορφώθηκε τελικά και η δομή αυτού του βιβλίου.
Μέσα σε αυτόν τον αναστοχαστικό λαβύρινθο, το βιβλίο επιχειρεί, με άξονα την πολυφωνική/διαλογική συστημική προσέγγιση, να θέσει ερωτήματα για τις πτυχές του επαγγελματικού εαυτού των ανθρώπων που ασκούν ψυχοθεραπευτικό έργο, αλλά και για τις πρακτικές που αυτοί υιοθετούν καθώς τοποθετούνται μέσα στη θεραπευτική σχέση.
Η θεραπευτική σχέση και η ανάλυσή της, δυστυχώς, δεν έχει λάβει στη συστημική προσέγγιση τη θέση που της αρμόζει, αν και στη διαλογική/συνεργατική προσέγγιση υπάρχουν σημαντικές μετακινήσεις που εστιάζουν στον σχεσιακό χώρο, στον οποίο τα μέλη του θεραπευτικού συστήματος (θεραπεύτρια και θεραπευόμενο) συναντιούνται και σχετίζονται.
Το βιβλίο ξεδιπλώνεται ακολουθώντας τις ταλαντώσεις του πολυφωνικού εαυτού στο διαλογικό φάσμα. Ξεκινώντας από την ανάγκη υπέρβασης των διπόλων και την αποδοχή μιας πολυφωνικής ταυτότητας, περνάμε στη συνέχεια στις περιοχές οργάνωσης της ανθρώπινης εμπειρίας, και αναστοχαζόμαστε για τα ίχνη και τα αποτυπώματα που αφήνουν στην ταυτότητά μας ως ψυχοθεραπευτών/τριών οι χιασμοί και οι μετασχηματιστικές συναντήσεις μας με τους άλλους. Η διαδρομή συνεχίζεται μέσα από τη μελέτη των κυβερνητικών τάξεων και των θέσεων παρατήρησης, επιχειρώντας να κατανοήσουμε πώς η ρευστότητα και η πολυπλοκότητα της εποχής μας επιδρούν στην επαγγελματική μας ταυτότητα, αλλά και πώς οι θέσεις παρατήρησης δημιουργούν την αναγκαιότητα για αντίστοιχες αναστοχαστικές θέσεις.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την περιήγηση διαδραματίζει ο αναστοχασμός και η διάκριση των πολλαπλών μορφών του. Προσκαλώ, ωστόσο, τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες να μην εγκλωβιστούν στις διακρίσεις που κάνω, καθώς δεν είμαι παρά ένας ακόμα παρατηρητής που, μέσω των διακρίσεων, προσπαθεί να τακτοποιήσει το χάος που τον περιβάλλει και να βρει σημεία πλοήγησης μέσα σε αυτό.
Αρχικά, ο μίτος που προτείνω μάς οδηγεί στη συνάντηση με τον κριτικό αναστοχασμό. Αυτός μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τις «μυγοπαγίδες» των κυρίαρχων λόγων και αναδεικνύει τη σημασία της αναγνώρισης των προκαταλήψεών μας, καθώς και της υιοθέτησης μιας στάσης δημιουργικής «ασέβειας» απέναντι στις θεωρίες ή τις οπτικές μας για το ζην. Αυτή η συνάντηση μας προσκαλεί επίσης να αντισταθούμε στην αποικιοποίηση του φαντασιακού από τη «γοητεία» που ασκεί το καπιταλιστικό ιδεώδες και η κοινωνία του θεάματος.
Ακολούθως, συναντούμε τον ηθικό αναστοχασμό. Εδώ προσκαλούμαστε να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για τη σύνδεση της ψυχοθεραπείας με την ηθική και ειδικότερα με την ηθική της συμπερίληψης, η οποία χαρακτηρίζεται από την αναγνώριση της ετερότητας και του ανοίκειου. Ο ηθικός αναστοχασμός δεν αφορά την τήρηση κανόνων, αλλά συνιστά μια φιλοσοφική στάση ζωής απέναντι στον άλλον. Είναι η δικλείδα ασφαλείας που μας επιτρέπει να ελέγχουμε τη χρήση της εξουσίας μας, να αναγνωρίζουμε τα προνόμιά μας και να διασφαλίζουμε ότι η ψυχοθεραπεία παραμένει ένας τόπος ριζικής φιλοξενίας και δικαιοσύνης, στον οποίο κάθε ετερότητα βρίσκει τον χώρο να υπάρξει και να ακουστεί.
Στη συνέχεια, η τρίτη συνάντηση αφορά τον συναισθηματικό και σωματικό αναστοχασμό. Εδώ τονίζω και επιχειρώ τη διεκδίκηση του να μπορούμε να φέρνουμε με ενεργητικό τρόπο το συναίσθημά μας μέσα στη θεραπευτική σχέση, αλλά και να υπερασπιζόμαστε την ευαλωτότητά μας. Μια ευαλωτότητα που αντιτίθεται στη λογική της παντοδυναμίας, σύμφωνα με την οποία ο «σοφός» θεραπευτής εκπροσωπεί μια μεταφυσική της ψυχοθεραπείας, η οποία είναι ικανή να υποκαταστήσει την απουσία των κοινωνικών δεσμών που χαρακτηρίζει τον ρευστό και αβέβαιο κόσμο στον οποίο ζούμε. Σε αυτό το σημείο, είναι κρίσιμο να υπογραμμίσουμε ότι ο συναισθηματικός αναστοχασμός δεν αποτελεί διεργασία ατομικής ενδοσκόπησης, αλλά προσπάθεια να αφουγκραστούμε τη συνήχηση που παράγεται στη θεραπευτική σχέση. Να αναγνωρίσουμε, δηλαδή, τη δόνηση που προκαλείται όταν οι ιστορίες, τα τραύματα και οι επιθυμίες μας συναντούν εκείνες του άλλου. Σε αυτή την οπτική, το σώμα του θεραπευτή αναγνωρίζεται ως αρχείο και το τραύμα του «πληγωμένου θεραπευτή» ως πηγή ενσυναίσθησης.
Τέλος, η διαδρομή ολοκληρώνεται με την εστίαση στον διαλογικό και σχεσιακό αναστοχασμό, αποκαθιστώντας την κεντρική σημασία του «μεταξύ» (the between) και του σχεσιακού χώρου. Ο διαλογικός και σχεσιακός αναστοχασμός συμπεριλαμβάνει κατά κάποιο τρόπο όλες τις υπόλοιπες μορφές και κατανοείται ως μια πράξη που γεννιέται μέσα στη σχέση και τον διάλογο με τον άλλον. Μας καλεί να παρατηρήσουμε πώς συν-δημιουργούμε την πραγματικότητα της θεραπείας με τους θεραπευόμενους, πώς οι φωνές μας πλέκονται με τις δικές τους και πώς, τελικά, η θεραπεία δεν είναι κάτι που «κάνουμε», αλλά κάτι στο οποίο «συμμετέχουμε» με όλο μας το είναι, με όλη μας την ύπαρξη.
Ευελπιστώ ότι οι αναγνώστες, κάθε φορά που θα ανατρέχουν σε αυτό το βιβλίο, θα προσκαλούνται ξανά και ξανά σε έναν μετα-αναστοχασμό, δηλαδή θα αναστοχάζονται πάνω στον ίδιο τους τον αναστοχασμό καθώς θα αλληλεπιδρούν με το κείμενο.
Ευχή και επιθυμία μου είναι οι άνθρωποι που θα το διαβάσουν να το αξιοποιήσουν πολλαπλά: είτε ως ερέθισμα για αναστοχασμό είτε ως εκπαιδευτικό εγχειρίδιο που θα τους προσκαλέσει σε μια περαιτέρω διερεύνηση θεματικών πεδίων τα οποία, κατά την άποψή μου, δεν έχουν βρει ακόμη τον χώρο που τους αξίζει στην επιστημονική μας κοινότητα. Άλλωστε, πρόθεσή μου είναι να αναδείξω και άλλα ζητήματα που έχουν μια πολιτική χροιά, με κυριότερο την ανάγκη να αποσυνδεθεί η ψυχοθεραπεία από τη στείρα λογική του αποτελέσματος. Είναι καιρός να αποδοθεί ξανά η δέουσα σημασία στη συνοδεία και την παρηγοριά απέναντι στον ψυχικό πόνο, ο οποίος συνιστά, εντέλει, μια εμπειρία που είναι από τη φύση της ιερή.
— Ηλίας Γκότσης, Η γραμματική του αναστοχασμού. Η διαλογικότητα, τα συναισθήματα, οι συνηχήσεις και η ηθική στη θεραπευτική σχέση, Εκδόσεις Αρμός, 2026, σ. 19–24.