Οι ψυχοδυναμικές βάσεις του φασισμού
Συνέντευξη με τον Sheldon Solomon, PhD

Elisabeth Barrett
Κεντρικά γραφεία της Psi Chi
Πηγή: https://doi.org/10.24839/2164-9812.Eye28.3.38
Διερευνήστε τις ψυχολογικές βάσεις του φασισμού και εξετάστε τα συστατικά του μέσα από τις παρατηρήσεις του δρ Sheldon Solomon. Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Solomon αναδεικνύει βασικά χαρακτηριστικά του φασισμού, τους τρόπους με τους οποίους οι φασίστες ηγέτες χειραγωγούν την κοινή αντίληψη της πραγματικότητας μέσω της διάδοσης πληροφοριών και παραπληροφόρησης, καθώς και τον ρόλο της εκπαίδευσης στη διαφύλαξη της δημοκρατίας.
Θα μπορούσατε να συνοψίσετε την επαγγελματική και ερευνητική σας διαδρομή;
Είμαι ο πρώτος στην οικογένειά μου που σπούδασε σε πανεπιστήμιο και το αντικείμενο των σπουδών μου ήταν η χημεία. Τη δεκαετία του 1970, η ψυχολογία δεν διδασκόταν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε ως επιστημονικός κλάδος πέρα από αυτό που θα ονομάζαμε, ας πούμε, θεραπεία. Ωστόσο, στο δεύτερο έτος των σπουδών μου παρακολούθησα το μάθημα «Εισαγωγή στην Ψυχολογία», επειδή ο συγκάτοικός μου έτυχε να έχει τα βιβλία. Με προσέλκυσε αμέσως ο τρόπος με τον οποίο συζητούνταν τα ζητήματα — ιδιαίτερα η ιδέα ότι μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει την επιστημονική μέθοδο για να κατανοήσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Με ενδιέφερε ιδιαίτερα και η κοινωνική ψυχολογία, λόγω των ιστορικών καταβολών της: θεμελιώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποδίδοντας μεγάλη σημασία στη θεωρία. Ταυτόχρονα, όμως, με ενθουσίαζε εξίσου η προσήλωσή της στις πρακτικές εφαρμογές. Εκείνη την εποχή, ειδικότερα, επιχειρούσε να κατανοήσει τον ρατσισμό στο εσωτερικό της χώρας και, σε διεθνές επίπεδο, τον φασισμό και τον αυταρχισμό στον απόηχο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Πώς θα ορίζατε τον φασισμό και ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που χρειάζεται να αναγνωρίζουμε;
Όταν μιλώ γι’ αυτές τις ιδέες, προσπαθώ να λέω στους ανθρώπους: «Αφήστε τις πολιτικές σας πεποιθήσεις στην πόρτα». Πρόκειται για μια προσπάθεια, χωρίς πολιτική τοποθέτηση, να κατανοήσουμε ένα επίκαιρο και σημαντικό φαινόμενο που εκτυλίσσεται γύρω μας. Με αυτό το σκεπτικό, βασίζομαι στον Jason Stanley, φιλόσοφο στο Yale, ο οποίος έγραψε το βιβλίο How Fascism Works, the Politics of Us and Them (2018). Σύμφωνα με τον ίδιο, ο φασισμός έχει τρία συστατικά:
- Λαϊκισμός: καλλιεργεί τον διχασμό στο εσωτερικό της κοινωνίας.
- Νατιβισμός: συνήθως επικεντρώνεται στη φυλετική, εθνοτική ή θρησκευτική καθαρότητα και συχνά συνοδεύεται από ξενοφοβία.
- Αυταρχισμός: υποταγή στην εξουσία, συχνά μέσω της άκριτης προσήλωσης σε έναν ηγέτη που προβάλλεται ως υπεράνθρωπη μορφή και θεωρεί ότι μόνο αυτός είναι ικανός να κυβερνήσει τον κόσμο.
«Οι φασίστες πολιτικοί», επισημαίνει ο Stanley, «μετασχηματίζουν την κοινή αντίληψη του πληθυσμού για την πραγματικότητα, διαστρεβλώνοντας μέσω της προπαγάνδας τη γλώσσα των ιδανικών και προωθώντας τον αντιδιανοουμενισμό, επιτιθέμενοι στα πανεπιστήμια και στα εκπαιδευτικά συστήματα που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τις ιδέες τους. Τελικά… η φασιστική πολιτική δημιουργεί μια κατάσταση αποκοπής από την πραγματικότητα, στην οποία οι θεωρίες συνωμοσίας και οι ψευδείς ειδήσεις αντικαθιστούν την τεκμηριωμένη συζήτηση».
Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί σημαντικά τόσο η χρήση του όρου «φασισμός» όσο και η επίγνωση του φαινομένου. Ορισμένοι θεωρούν ότι ο όρος χρησιμοποιείται επιπόλαια, ενώ άλλοι φοβούνται πραγματικά. Πώς θα σχολιάζατε τις ανησυχίες για την άνοδο του φασισμού;
Ακολουθώντας τη Hannah Arendt στο The Origin of Totalitarianism (1951), θεωρώ ότι οι φασίστες συχνά αναλαμβάνουν την εξουσία μέσω της δημοκρατίας, αλλά στη συνέχεια χρησιμοποιούν τη δημοκρατία για να την υπονομεύσουν και τελικά να την καταστρέψουν. Υποστηρίζω ότι ένας επιτυχημένος φασίστας πολιτικός ακολουθεί ένα πρότυπο συμπεριφοράς ανάλογο με εκείνο του Χίτλερ. Το σχέδιό του βασιζόταν στη διαστρέβλωση της αλήθειας μέσω ποικίλων μηχανισμών, ώστε να δημιουργηθεί μια εικόνα της πραγματικότητας που ικανοποιεί τις βαθύτερες ψυχοδυναμικές επιθυμίες των υποστηρικτών του, αλλά κατά κανόνα δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.
Σύμφωνα με ανεξάρτητες παρατηρήσεις μη κομματικών οργανώσεων, ο φασισμός βρίσκεται σε άνοδο σε όλο τον κόσμο. Οι έρευνες υποδεικνύουν ότι, σε περιόδους ιστορικών αναταραχών, οι πολιτικές προτιμήσεις μετατοπίζονται από την προτίμηση για σοφούς ηγέτες προς την προτίμηση για κυριαρχικούς ηγέτες — μια διάκριση που χρησιμοποιούν οι εξελικτικοί ψυχολόγοι για την ηγεσία. Ο ανθρωπολόγος του Harvard Joseph Henrich, στο βιβλίο του The Secret of Our Success: How Culture Is Driving Human Evolution, Domesticating Our Species, and Making Us Smart (2015), υποστηρίζει ότι ακολουθούμε ορισμένους ηγέτες επειδή τους θαυμάζουμε και τους σεβόμαστε πραγματικά για τις γνώσεις και την εξειδίκευσή τους. Άλλους, όμως, τους ακολουθούμε επειδή τους φοβόμαστε πραγματικά: όχι τόσο επειδή είναι σοφοί, όσο επειδή είναι απολύτως ικανοί να συντρίψουν εμάς ή τους εχθρούς μας μέχρις αφανισμού, χωρίς το παραμικρό ίχνος μεταμέλειας.
Και δεν το λέω αυτό με κυνισμό, επειδή υπάρχουν φορές που μπορεί να χρειαζόμαστε έναν ηγέτη με αυτοπεποίθηση, ο οποίος θα κινητοποιήσει την ενέργεια και τον ενθουσιασμό μας, ακόμη κι αν αυτό συμβαίνει στην υπηρεσία ενός συστήματος πεποιθήσεων που έχει μικρή σχέση με την πραγματικότητα. Σε δύσκολες περιόδους, όλοι τείνουμε να στρεφόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση.
Πώς μεταβάλλονται τα χαρακτηριστικά του φασισμού από την αρχική εμφάνισή του έως τα μεταγενέστερα στάδια της εξέλιξής του;
Όλα όσα περιγράφηκαν προηγουμένως —ο διχασμός, ο νατιβισμός, η υποταγή στην εξουσία, η αφοσίωση σε μια κοσμοαντίληψη που υποτιμά την ουσιαστική σκέψη ή την προσήλωση στην αλήθεια— απλώς εντείνονται, μέχρι το σημείο όπου ο μέσος πολίτης χάνει την ικανότητα ή τη διάθεση να διακρίνει τα γεγονότα από τη μυθοπλασία.
Ποιες ψυχολογικές θεωρίες για την ανθρώπινη συμπεριφορά αξιοποιείτε στην έρευνά σας και πώς συμβάλλει η έρευνά σας στην περαιτέρω ανάπτυξή τους;
Ως προς την κατανόηση των ψυχοδυναμικών βάσεων του φασισμού, εντάσσουμε την εργασία μας στο πλαίσιο της θεωρίας της εξέλιξης, σε συνδυασμό με σύγχρονες αντιλήψεις της αναπτυξιακής και της γνωστικής ψυχολογίας, αξιοποιώντας τη διάκριση ανάμεσα στη γρήγορη και την αργή σκέψη. Ωστόσο, τα βασικά θεωρητικά μας θεμέλια βρίσκονται στην υπαρξιακή ψυχοδυναμική σκέψη και στη θεωρία του δεσμού.
Οι συνάδελφοί μου, Jeff Greenberg και Tom Pyszczynski, κι εγώ αναπτύξαμε τη δεκαετία του 1980 τη λεγόμενη θεωρία διαχείρισης του τρόμου (terror management theory, TMT). Η θεωρία αυτή προέρχεται από τις ιδέες του πολιτισμικού ανθρωπολόγου Ernest Becker, σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι έχουν τη μοναδική επίγνωση ότι κάποια μέρα θα πεθάνουν. Αυτή η γνώση δημιουργεί έναν δυνητικά παραλυτικό τρόμο, τον οποίο διαχειριζόμαστε υιοθετώντας πεποιθήσεις για την πραγματικότητα που έχουν κατασκευάσει οι ίδιοι οι άνθρωποι. Οι πεποιθήσεις αυτές μας βοηθούν να περιορίσουμε το άγχος, προσφέροντάς μας την αίσθηση ότι είμαστε πρόσωπα με αξία μέσα σε έναν κόσμο με νόημα και, επομένως, ότι μπορούμε να προσδοκούμε την αθανασία, είτε συμβολικά είτε κυριολεκτικά.
Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι παρακινούμαστε, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι —και τις περισσότερες φορές δεν το συνειδητοποιούμε—, να διατηρούμε την πίστη στις πολιτισμικές μας κοσμοαντιλήψεις και την εμπιστοσύνη στην προσωπική μας αξία, ή τουλάχιστον ένα από τα δύο. Κάθε φορά που απειλούνται οι κοσμοαντιλήψεις ή η αυτοεκτίμησή μας, ενεργοποιείται ένα πλήθος αμυντικών αντιδράσεων που επιχειρούν να αντισταθμίσουν αυτή την απειλή.
Όλες αυτές οι ιδέες βοηθούν να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι φασίστες ηγέτες και καθιστούν τους οπαδούς τους ανίκανους να λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις. Η γνωστική θεωρία που χρησιμοποιούμε βασίζεται στη διάκριση του Daniel Kahneman ανάμεσα στη γρήγορη και την αργή σκέψη:
- Η γρήγορη σκέψη είναι ο συνήθης, αυτόματος τρόπος λειτουργίας του νου μας. Τη χρησιμοποιούμε όταν κινούμαστε στον «αυτόματο πιλότο», μέσα στην πολιτισμική μας κοσμοαντίληψη. Λειτουργεί αυτόματα και αβίαστα, χρησιμοποιώντας ευρετικές συντομεύσεις, δηλαδή απλούς πρακτικούς κανόνες που επιτρέπουν γρήγορες κρίσεις. Είναι πολύ γρήγορη και συχνά χρήσιμη, αλλά επιρρεπής σε λάθη.
- Η αργή σκέψη είναι αυτή που χρησιμοποιούμε για να επιλύσουμε συγκεκριμένα προβλήματα. Είναι η ορθολογική, λογική σκέψη μας, η οποία επιτελεί πιο σύνθετες νοητικές λειτουργίες. Απαιτεί προσπάθεια, εξάσκηση, εκπαίδευση και αυτοέλεγχο. Είναι κατά κανόνα αρκετά ακριβής. Παρότι είναι πιο αργή, είναι αξιόπιστη.
Και τα δύο συστήματα είναι απολύτως αναγκαία και, στην ιδανική περίπτωση, λειτουργούν συντονισμένα. Οι φασίστες, ωστόσο, επιδιώκουν να παραλύσουν το σύστημα της αργής σκέψης, υποβάλλοντας ουσιαστικά τους οπαδούς τους σε μια διανοητική «λοβοτομή» και καταρρακώνοντάς τους συναισθηματικά. Λειτουργούν αδρανοποιώντας την ικανότητα ορθολογικής σκέψης. Ουσιαστικά, όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ματαίωση και άγχος, ενδεχομένως λόγω οικονομικής ή ψυχολογικής ανασφάλειας, αποζητούν κάτι ή κάποιον για τον οποίο να ζουν. Όταν συμβαίνει αυτό, είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς —και όταν λέω «είναι», εννοώ όλους μας— στο να αφοσιωθούν σε έναν ηγέτη που διακηρύσσει με αυτοπεποίθηση ότι μόνο αυτός μπορεί να απαλλάξει τον κόσμο από το κακό.
Οι λαϊκιστές ηγέτες τείνουν, πρώτα απ’ όλα, να είναι εξαιρετικά επιδέξιοι ψεύτες. Κατασκευάζουν μια κοσμοαντίληψη βασισμένη σε «εναλλακτικά γεγονότα», για να αποκτήσουν και να διατηρήσουν την εξουσία. Αυτό απαιτεί επίσης την ύπαρξη ενός αναγνωρίσιμου εξωτερικού εχθρού. Έτσι, ενώ ο φασίστας ηγέτης δηλώνει ότι είναι ο καλύτερος και ότι μόνο αυτός μπορεί να επιλύσει ένα σοβαρό πρόβλημα στην οικονομία, στη χώρα ή στον κόσμο, είναι επίσης πιθανό να κατονομάζει άλλους ανθρώπους και να τους παρουσιάζει ως την απόλυτη ενσάρκωση του κακού, η εξάλειψη των οποίων θα μετέτρεπε τη ζωή στη Γη σε παράδεισο. Σε αυτό συνίσταται η συναισθηματική παραμόρφωση που προκαλούν οι φασίστες πολιτικοί. Παίρνουν τους φόβους των υποστηρικτών τους και συμβάλλουν στη μετατροπή τους σε οργή, η οποία προβάλλεται σε μια ομάδα εκτός της δικής τους, που έχει χαρακτηριστεί κακή.
Στη συνέχεια, οι ηγέτες αυτοί υψώνουν ανάμεσα στους οπαδούς τους και στην πραγματικότητα του κόσμου έναν φραγμό αδιαπέραστο από τα γεγονότα, αδρανοποιώντας τόσο την ικανότητα όσο και το κίνητρο για κριτική σκέψη. Με αυτό τον τρόπο, εγκλωβίζουν τους οπαδούς τους σε μια κοσμοαντίληψη που είναι, τελικά, στρεβλή και καταστροφική. Έτσι οι οπαδοί του φασισμού γίνονται ανίκανοι να αναγνωρίζουν το ψεύδος και να λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις.
Με ποιους τρόπους βλέπετε να χρησιμοποιούνται τα ψεύδη και να μετατρέπονται σε όπλα; Και πώς αναπτύσσεται ο φασισμός μέσα σε διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα;
Ο φασισμός αναπτύσσεται σε ένα πολιτικό περιβάλλον με διάφορους τρόπους, ανάλογα τόσο με το ποιος είναι ο ηγέτης όσο και με τις απρόβλεπτες διακυμάνσεις της ιστορικής συγκυρίας. Υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία, αλλά και ορισμένες διαφορές, μεταξύ χαρακτηριστικών φασιστών ηγετών, όπως ο Μουσολίνι στην Ιταλία και ο Χίτλερ στη Γερμανία.
Ο Μουσολίνι έλεγε ότι ο φασισμός θα ήταν ορθότερο να ονομάζεται «κορπορατισμός», επειδή συνιστά συγχώνευση της κρατικής και της εταιρικής εξουσίας. Κατά μία έννοια, σύμφωνα με πολιτικούς επιστήμονες, σε όλα τα φασιστικά καθεστώτα υπάρχει σύμπραξη ανάμεσα σε αυταρχικούς πολιτικούς ηγέτες και εταιρικές οντότητες που, κατά κανόνα, δεν δεσμεύονται από ηθικούς φραγμούς και επιδιώκουν αδίστακτα το κέρδος, καταλήγοντας να υπερισχύουν των συμφερόντων των ανθρώπων που συγκροτούν την ίδια την κοινωνία. Σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο, τα επιχειρηματικά συμφέροντα συνδέονται με την πολιτική εξουσία, με σκοπό όχι το όφελος των πολιτών, αλλά την παραμονή των κυβερνώντων στην εξουσία και τον περαιτέρω πλουτισμό των πλουσίων.
Σε άλλες περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι πράγματι η συντήρηση ενός μεγάλου ψεύδους. Εδώ φτάνουμε στον Χίτλερ, ο οποίος έλεγε ότι, αν πεις ένα μεγάλο ψέμα και το επαναλάβεις αρκετά συχνά, θα γίνει πιστευτό.
Ποιες είναι οι σκέψεις σας για την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη διάδοση τόσο της πληροφορίας όσο και της παραπληροφόρησης;
Όπως κάθε τεχνολογία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν τα προτερήματά τους. Και, όπως συμβαίνει με κάθε νέα τεχνολογία, ορισμένες φορές προκύπτουν απρόβλεπτες συνέπειες. Θα υποστήριζα ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν επηρεάσει τη διάδοση τόσο της πληροφορίας όσο και της παραπληροφόρησης με τρόπο τρομακτικά προβληματικό, επιταχύνοντάς την διαρκώς. Το θετικό είναι ότι η δυνατότητα πρόσβασης στην πληροφορία δεν υπήρξε ποτέ, τουλάχιστον καταρχήν, πιο δημοκρατική. Οποιοσδήποτε διαθέτει τηλέφωνο και πρόσβαση στο διαδίκτυο μπορεί να αποκτήσει περισσότερες ακριβείς πληροφορίες από όσες ήταν ποτέ διαθέσιμες στην ιστορία της Γης. Από την άλλη πλευρά, είναι πιθανότερο ο νους του να βομβαρδίζεται συνεχώς με παραπληροφόρηση, με τραγικές συνέπειες.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως ένας τεράστιος επιταχυντής, και ένα στοιχείο αυτής της λειτουργίας είναι οι αλγόριθμοι. Αν σας απασχολούν ζητήματα μετανάστευσης στα σύνορα και πληκτρολογήσετε κάτι στο Google, θα αρχίσει να εμφανίζεται περιεχόμενο που επιλέγεται αλγοριθμικά και τείνει να σας οδηγεί προς μια κατεύθυνση που ενισχύει την πόλωση. Από όσο μπορώ να διακρίνω, αυτό αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εξέλιξης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη σημερινή τους μορφή.
Επιπλέον, πριν από το 2000, οι περισσότεροι Αμερικανοί εκτίθεντο στις ίδιες πληροφορίες. Για παράδειγμα, το 1960, όταν ο John F. Kennedy διεκδικούσε την προεδρία απέναντι στον Nixon, όλοι παρακολουθούσαν την τηλεοπτική αντιπαράθεση και σχημάτιζαν την εντύπωσή τους από όσα έβλεπαν. Την εποχή των ακροάσεων για το σκάνδαλο Watergate επί Nixon, το 90% των Αμερικανών τις παρακολουθούσε στην τηλεόραση. Οι πολίτες μπορεί να μη συμφωνούσαν ή να μην ερμήνευαν με τον ίδιο τρόπο όσα έβλεπαν, αλλά είχαν την ευκαιρία να αξιολογήσουν το ίδιο πράγμα.
Αυτό δεν συμβαίνει πλέον. Ανάλογα με την οπτική σας, βλέπετε εντελώς διαφορετικές πληροφορίες. Χωρίς κοινές πληροφορίες, η δημοκρατία είναι αδύνατο να διατηρηθεί, επειδή βασίζεται στην ορθολογική εξέταση του ίδιου συνόλου πληροφοριών. Δεν αναμένεται, δηλαδή, να συμφωνούμε. Οι δημοκρατίες, όμως, βασίζονται στη διαφωνία με αμοιβαίο σεβασμό, ώστε να καταλήγουμε σε συναίνεση για το τι είναι καλύτερο για όλους. Είναι δύσκολο να υπάρξει συναίνεση όταν οι άνθρωποι δεν έχουν καν πρόσβαση στο ίδιο σύνολο πληροφοριών.
Τι πιστεύετε ότι ωθεί τους ηγέτες να χρησιμοποιούν τα ψεύδη ως όπλα για την προώθηση των προσωπικών τους συμφερόντων, αντί να μιλούν ανοιχτά για τα συμφέροντα και τις προθέσεις τους;
Θα υποστήριζα ότι το κοινό στοιχείο αυτών των ηγετών είναι πως τείνουν να είναι κοινωνιοπαθείς με κακοήθη ναρκισσισμό, οι οποίοι εμφανίζουν επίσης ορισμένα ψυχωτικά στοιχεία, με παρανοϊκές παραληρητικές ιδέες και παραληρητικές ιδέες μεγαλείου. Υπάρχει ένα βιβλίο του δρ Joseph Abraham, με τίτλο Kings, Conquerors, and Psychopaths, το οποίο επισημαίνει ότι, ιστορικά, πολλοί ηγέτες μοιράζονται τα ίδια μάλλον δυσάρεστα χαρακτηριστικά. Το μόνο που έχει σημασία γι’ αυτούς είναι το ατομικό τους συμφέρον. Είναι ψυχολογικά ανίκανοι να παραδεχτούν την ήττα, και οποιαδήποτε νύξη ότι έχουν χάσει ή έχουν κάνει λάθος προκαλεί αυτό που ονομάζεται «ναρκισσιστική οργή». Πρόκειται για ανθρώπους που θα κατέστρεφαν ευχαρίστως τον πλανήτη προκειμένου να προστατεύσουν το εξαιρετικά εύθραυστο εγώ τους.
Πιστεύετε ότι οι ηγέτες αντιλαμβάνονται πως τα συμφέροντά τους είναι κοινωνικά απαγορευμένα ή μη αποδεκτά και αναζητούν συνειδητά τρόπους να τα κάνουν πιο αποδεκτά στους οπαδούς τους; Παίζουν ρόλο οι ναρκισσιστικές τάσεις;
Συχνά αυτό συμβαίνει αυτόματα: ένας εξουσιαστικός ηγέτης μπορεί να ενεργεί χωρίς να έχει επίγνωση του τι κάνει.
Ο Χίτλερ, ωστόσο, αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση, επειδή ήξερε ακριβώς τι έκανε. Για παράδειγμα, διοργάνωνε συγκεντρώσεις τη νύχτα, όταν οι άνθρωποι ήταν κουρασμένοι και, επομένως, ευκολότερο να πειστούν. Φρόντιζε να μιλά με πολύ απλές λέξεις, επειδή δεν θεωρούσε τους περισσότερους ανθρώπους ευφυείς. Με αυτό τον τρόπο, τους κατεύθυναν το μίσος και ο φόβος, αντί για τη λογική. Ακόμη και ένας από τους έμπιστους συνεργάτες του Χίτλερ έλεγε ότι πρέπει πάντοτε να κατηγορείς τους άλλους ακριβώς για όσα είσαι ένοχος εσύ ο ίδιος. Ο Χίτλερ είχε σαφή επίγνωση των επιδιώξεών του. Επομένως, θα έλεγα ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα διαφέρει ανάλογα με τον ηγέτη στον οποίο αναφερόμαστε.
Τι θα προτείνατε στους ανθρώπους για να μπορούν να διακρίνουν τα γεγονότα από τα ψεύδη, δεδομένου ότι η παραπληροφόρηση έχει γίνει τόσο εκτεταμένη, τόσο συνηθισμένη και τόσο πειστική;
Καταρχάς, θεωρώ σημαντικό να κατανοήσουμε τις ψυχολογικές βάσεις του φασισμού. Αν δεν το κάνουμε, η δημοκρατία κινδυνεύει πραγματικά.
Χρειάζεται να ενεργοποιήσουμε το σύστημα της αργής σκέψης, το οποίο περιλαμβάνει την ορθολογική επεξεργασία. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να το εξασφαλίσουμε; Ως ερευνητής που διδάσκει σε πανεπιστημιακό περιβάλλον, θεωρώ την εκπαίδευση καθοριστική. Αν ο φασισμός ουσιαστικά διαστρεβλώνει τη σκέψη των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορούν πλέον να διακρίνουν το αληθές από το ψευδές, χρειάζεται να επανενεργοποιήσουμε αυτό το σύστημα σκέψης, ώστε, μεταφορικά μιλώντας, να ξαναβάλουμε τον κόσμο στη σωστή του θέση.
Επίσης, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το ψεύδος στον δημόσιο λόγο ως κάτι φυσιολογικό. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό πόσες δηλώσεις, πόσα από τα λόγια που βγαίνουν από το στόμα των πολιτικών μας, είναι ανακριβή ως προς τα γεγονότα. Επιπλέον, χρειάζεται να εξασφαλίσουμε ότι οι άνθρωποι λαμβάνουν επαρκή εκπαίδευση, ώστε να μπορούν να διακρίνουν την αλήθεια από το ψεύδος. Η δημοκρατία εξαρτάται από μια κοινή πραγματικότητα, την οποία διαπραγματευόμαστε και ως προς την οποία προχωρούμε σε συμβιβασμούς, έχοντας εξαρχής μια κοινή βάση.
Τι ελπίζετε να επιτύχετε μέσα από την έρευνά σας;
Από τη μία πλευρά, θα θέλαμε απλώς να κατανοήσουμε όσο περισσότερα μπορούμε. Από την άλλη, θέλουμε να αξιοποιήσουμε αυτή την κατανόηση για να διαμορφώσουμε ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο που θα αποσαφηνίζει τα κίνητρα στα οποία βασίζεται η ανθρώπινη συμπεριφορά. Τελικά, όπως και οι πρώτοι κοινωνικοί ψυχολόγοι, επιδιώκουμε να ενισχύσουμε την ψυχολογική ευημερία και να συμβάλουμε στην κοινωνική πρόοδο. Μπορεί να ακούγεται λίγο κοινότοπο, αλλά πραγματικά θα θέλαμε να κάνουμε οτιδήποτε θα μπορούσε να μας μετακινήσει έστω και λίγο προς μια πιο ήπια ή καλοπροαίρετη στάση.
Ο Sheldon Solomon, PhD, είναι καθηγητής Ψυχολογίας στο Skidmore College. Οι μελέτες του με τον Jeff Greenberg, από το University of Arizona, και τον Tom Pyszczynski, από το University of Colorado at Colorado Springs, σχετικά με τις επιδράσεις που ασκεί στη συμπεριφορά η επίγνωση του θανάτου —μια επίγνωση που χαρακτηρίζει μοναδικά τον άνθρωπο— έχουν υποστηριχθεί από το National Science Foundation και το Ernest Becker Foundation και έχουν παρουσιαστεί στο ντοκιμαντέρ Flight from Death: The Quest for Immortality.
Είναι συν-συγγραφέας των βιβλίων In the Wake of 9/11: The Psychology of Terror και The Worm at the Core: On the Role of Death in Life. Έχει ανακηρυχθεί διακεκριμένο μέλος (Fellow) της American Psychological Society και έχει λάβει τιμητική διάκριση από την προεδρία της American Psychological Association, βραβείο για το σύνολο της σταδιοδρομίας του από την International Society for Self and Identity, το ετήσιο βραβείο διδάσκοντος της Association of Graduate Liberal Studies Programs, καθώς και βραβεία για τη συνολική επιστημονική του προσφορά από τη Society for Personality and Social Psychology και την International Society for the Science of Existential Psychology.
Πνευματικά δικαιώματα © 2024 (τόμ. 28, τεύχ. 3), Psi Chi, Διεθνής Τιμητική Εταιρεία Ψυχολογίας.