Βλέποντας τον κόσμο με άλλα μάτια

Κοινοποίηση

Βλέποντας τον κόσμο με άλλα μάτια

Είναι αδύνατο να παραβλέψουμε τις δικές μας προκαταλήψεις. Υπό αυτό το πρίσμα, ο καλύτερος τρόπος να στεκόμαστε αντικειμενικά είναι με το να αποκτήσουμε νέους τρόπους θέασης μιας συνθήκης.

Εισαγωγή

Το παρόν κείμενο πραγματεύεται την έννοια της ενσυναίσθησης, μια σημαντική έννοια στο χώρο της συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας. Η ενσυναίσθηση αφορά σε μια στάση κατά την οποία μπορεί να γίνει κατανοητός, ο διαφορετικός από τον δικό μας, τρόπος θέασης μιας συνθήκης. Στο κείμενο αναφέρεται ότι αυτό το γεγονός έχει αποτελέσει πεδίο κριτικής για την ενσυναίσθηση, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε μεροληψία. Ωστόσο, η ενσυναίσθηση όταν δεν περιορίζεται απλά σε μια πράξη φαντασίας, αλλά περιλαμβάνει μια στάση περιέργειας και ανοιχτότητας για το βίωμα και την εμπειρία του άλλου ατόμου, επιτρέπει να αναδυθούν διαφορετικές αφηγήσεις που μπορεί να συνυπάρχουν. Από μια συστημική σκοπιά, η αναγνώριση αυτής της πολυπρισματικότητας συμβάλλει στην κατανόηση των σχέσεων και του πλαισίου μέσα στο οποίο αναδύονται οι εμπειρίες των ατόμων. Μάλιστα, μέσα από αυτή τη διαδικασία, που ως αρχικό στόχο έχει την κατανόηση του άλλου, η ενσυναίσθηση καταλήγει να αποτελέσει εργαλείο προσωπικής διερεύνησης και γνώσης, όταν προκύπτουν ερωτήματα που αφορούν τον τρόπο που βλέπω τον εαυτό μου, αν με παρατηρήσω από διαφορετική θέση, μέσα από μια διαφορετική ματιά.

Πηγή: https://aeon.co/essays/real-objectivity-rests-on-identifying-with-others

Πηγή εικόνας: Pinterest

Μετάφραση και επιμέλεια: Εύη Μπαλταδάκη, Ψυχολόγος MSc, εκπ. Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

Πριν πολλά χρόνια, η φίλη μου η Τζούλη κι εγώ κάναμε ένα ταξίδι με το αμάξι μου. Οδήγησα κατά βάση εγώ, αλλά μια νύχτα προσφέρθηκε να οδηγήσει στην επιστροφή από την έξοδό μας, ώστε να απολαύσω ακόμη μία μπίρα. Δέχτηκα με ευγνωμοσύνη, αλλά, μόλις αντιλήφθηκα ότι οδηγάει στους στενούς επαρχιακούς δρόμους με αρκετή ταχύτητα, το μετάνιωσα. Όταν πλέον δεν άντεχα, επέμεινα θυμωμένα να κατεβάσει ταχύτητα. Μόλις το έκανε, φυσικά ένιωσα άσχημα και απολογήθηκα για τη συμπεριφορά μου. Η Τζούλη σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά είπε: «Στην αρχή ξαφνιάστηκα με το πόσο αναστατωμένος ήσουν, αλλά μετά σκέφτηκα πώς θα ένιωθα εγώ, αν ο άντρας μου οδηγούσε το δικό μου αμάξι και σε κατάλαβα ακριβώς».

Η Τζούλη μπόρεσε να δει την οπτική μου, με την έννοια ότι έδειξε ενσυναίσθηση και ταυτίστηκε μαζί μου. Σε μια πολύ σημαντική στιγμή, είδε τη δική μου πραγματικότητα και τον κόσμο μέσα από τα μάτια μου. Αυτή η ικανότητα επέτρεψε στην Τζούλη να καταλάβει και να συγχωρήσει τη μεταμόρφωσή μου σε έναν εξοργισμένο επιβάτη που δίνει οδηγίες.

Πριν λίγο καιρό, συγγραφείς και ακαδημαϊκοί έγραψαν βιβλία αναφορικά με την ενσυναίσθηση. Στις μέρες μας, η ενσυναίσθηση ως έννοια έχει χάσει την αίγλη της και οι επικριτές της αποκαλύπτουν τις αδυναμίες της. Ο φιλόσοφος Jesse Prinz αναφέρει ότι, όχι μόνο είναι λιγότερο σημαντική σε σχέση με αυτό που πιστεύαμε για την ηθική ανάπτυξη, αλλά επιπλέον μας περιορίζει, μας κάνει να μεροληπτούμε και επικεντρώνει την προσοχή μας στα λίγα άτομα και όχι στα πολλά. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο Paul Bloom στο βιβλίο Against Empathy (2016), η ενσυναίσθηση προκαλεί περισσότερη ζημιά, εξετάζοντάς την από μια ηθική σκοπιά, ενώ ο Fritz Breithaupt στο βιβλίο The Dark Sides of Empathy (2019), ισχυρίζεται ότι ενδέχεται να υποκινήσει βία. Στο πολιτικό πεδίο, ο προηγούμενος Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής των ΗΠΑ Jeff Sessions, διαμαρτυρήθηκε για τον διορισμό της Sonia Sotomayor, από το Ανώτατο Δικαστήριο, η οποία ευνοήθηκε από τον τότε πρόεδρο, Barack Obama για την ενσυναίσθησή της, με το σκεπτικό ότι «η ενσυναίσθηση για ένα κόμμα είναι πάντα προκατάληψη εναντίον ενός άλλου».

Οι συντηρητικοί δεν είναι οι μόνοι που βλέπουν αρνητικά την ενσυναίσθηση. Κάποιοι από τους πιο σκληρούς επικριτές της είναι φιλελεύθεροι ακαδημαϊκοί, όπως ο Prinz και ο Bloom (διακεκριμένοι επιστήμονες στη φιλοσοφία και την ψυχολογία, αντίστοιχα). Οι απόψεις τους βασίζονται στη θέση ότι, για ό, τι αφορά την ηθική σφαίρα, χρειάζεται να βασιζόμαστε σε ένα συλλογισμό που να είναι αντικειμενικός και αμερόληπτος. Η ενσυναίσθηση, σύμφωνα με αυτούς, θα μπορούσε να είναι χρήσιμη στην ιδιωτική ζωή, όπου μπορεί να εδραιώσει φιλίες ή να μας βοηθήσει να αποδεχτούμε τις αδυναμίες των συντρόφων μας, αλλά δεν ευσταθεί στη δημόσια ζωή.

διαβάστε ακόμα: Σκέψεις για την σιωπή

Το πρόβλημα με αυτές τις κριτικές είναι ότι αγνοούν τον τρόπο λειτουργίας της ανθρώπινης νόησης. Βασίζονται στην προϋπόθεση, ότι όταν δεν δρούμε με ενσυναίθηση, σκεφτόμαστε αντικειμενικά και αμερόληπτα για τον εαυτό μας, τα άλλα άτομα και τον κόσμο γύρω μας. Ωστόσο, αυτό δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Τα άτομα έχουμε γνωστικά περιορισμένες ικανότητες και ζούμε σε έναν πολύπλοκο και πολύπλευρο κόσμο. Αυτό το γεγονός προτείνει ότι η αντίληψή μας για την πραγματικότητα δεν είναι η αντανάκλαση κάποιας αντικειμενικής αλήθειας, ελαττωματική ή μη, αλλά μια σύνθετη εικόνα που βασίζεται στο τι αντιλαμβανόμαστε βάσει των ενδιαφερόντων μας. Οι αισθήσεις μας οργανώνουν το περιβάλλον γύρω μας, σύμφωνα με αυτό που χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε και να αναπτυχθούμε.

Με άλλα λόγια, αντιλαμβανόμαστε την «πραγματικότητα» ήδη με προκατειλημμένο τρόπο. Και επειδή η ενσυναίσθηση μας αναγκάζει να έρθουμε σε επαφή με μια άλλη, επίσης προκατειλημμένη, οπτική του κόσμου, καταλήγει να μας κάνει περισσότερο και όχι λιγότερο αντικειμενικά άτομα. Ο Νίτσε γράφει ότι υπάρχει «μόνο μια προοπτική γνώση» (δηλαδή γνώση που προέρχεται από την οπτική που υιοθετεί το άτομο που γνωρίζει, όχι απόλυτα αντικειμενική). Με όσο περισσότερα συναισθήματα μιλάμε για ένα θέμα και όσο περισσότερα και διαφορετικά μάτια χρησιμοποιούμε για να το παρατηρήσουμε, τόσο πιο ολοκληρωμένη θα είναι η «αντίληψη» και η «αντικειμενικότητά» μας για αυτό.

Η ιδέα ότι αυτά που κατανοούν τα άτομα διαμορφώνονται από τον τρόπο που υπάρχουμε ανιχνεύεται από παλιά, ήδη στο βιβλίο του Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου (1781). Σε αυτό αναφέρεται ότι γνωρίζουμε τον κόσμο όπως αυτός διαμορφώνεται από το νου μας. Αυτό συμβαίνει στο βαθμό που το μυαλό επιβάλλει μια συγκεκριμένη τάξη σε αυτό που αποκαλεί «το πολλαπλό της ακατέργαστης εποπτείας/διαίσθησης» (αναφέρεται στο αδιαμόρφωτο υλικό της εμπειρίας, οτιδήποτε έρχεται από τις αισθήσεις χωρίς δομή και οργάνωση, που δεν είναι ακόμη γνώση και γίνεται τέτοια μόνο όταν ο νους επιβάλλει μια δομή). Βιώνουμε αναγκαστικά τον κόσμο μέσα στο χώρο και τον χρόνο, ακόμη και όταν δεν έχουμε πειστικούς λόγους να πιστεύουμε ότι αυτές οι δομές υπάρχουν όντως έξω από το νου μας. Εκείνα που θεωρούμε αυτονόητα μέρη που διαμορφώνουν τον κόσμο μας, όπως τα αντικείμενα και η αιτιότητα, είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος με τον οποίο ο νους μας οργανώνει τη ροή των πληροφοριών, που προέρχονται από τις αισθήσεις μας. 

Ακολουθώντας την ιδέα του Kant, απορρίπτοντας τη μεταφυσικότητά της, ο  Husserl ενθάρρυνε τους φιλόσοφους να σταματήσουν να εξερευνούν πώς να ανακαλύψουν τον κόσμο αυτόν καθ’ εαυτόν. Αντ’ αυτού, θα έπρεπε να εστιάσουν στον κόσμο όπως βιώνεται, δηλαδή φαινομενολογικά. Ο μαθητής του Husserl, Martin Heidegger,  ανέπτυξε μια παρόμοια ιδέα, αλλά αντί να επικεντρωθεί στην αντίληψη και κατανόηση, επικεντρώθηκε στη δράση. Ο πρωταρχικός τρόπος να υπάρχουμε είναι ως δρώντα υποκείμενα και χρήστες του κόσμου. Η σκέψη είναι κάτι δευτερογενές. Δεν είμαστε πρώτα σκεπτόμενα και μετά δρώντα υποκείμενα, όπως ίσως μας κάνει να πιστεύουμε μια επιφανειακή ανάγνωση της δυτικής φιλοσοφίας. Είναι το αντίθετο. Η οπτική των πράγματων ως έτοιμα για να χρησιμοποιηθούν με τον έναν ή άλλο τρόπο, σχηματίζει μια κεντρική έννοια στη φιλοσοφική ματιά του Heidegger για την ανθρώπινη εμπειρία. Για παράδειγμα, βλέπουμε τις πόρτες ως κάτι που μας επιτρέπει να περνάμε μέσα από αυτές, τις πέτρες ως βλήματα, τα άλογα ως ζώα ιππασίας. Αν και αυτός ο τρόπος κατανόησης των αντικειμένων στον κόσμο μπορεί να είναι ανεξάρτητος από την εγγενή τους φύση, έχει απόλυτη σχέση με τις δυνατότητες χρήσης τους.

Το να λάβουμε υπόψη διαφορετικές οπτικές είναι απαραίτητο  για  να κατανοήσουμε τον κόσμο, εμάς και τους άλλους.

Ενώ ο Heidegger κατάλαβε τη σημασία της δράσης στην κατανόηση, ο Maurice Merleau-Ponty έφερε στο προσκήνιο τη σημασία του σώματος. Ισχυρίστηκε ότι ο κόσμος είναι ένας χώρος δυνατοτήτων, που καθορίζεται μερικώς από την ικανότητά μας για κίνηση. Η ικανότητά μας να κινούμε τα σώματά μας ανοίγει νέους τρόπους αλληλεπίδρασης με ό,τι μας περιβάλλει και, ως εκ τούτου, νέους τρόπους σκέψης γι’ αυτό. Πέρα από τις έννοιες ή τις ιδέες, αυτό που οργανώνει την εμπειρία μας είναι η ετοιμότητά μας να αντιμετωπίσουμε και να αλληλεπιδράσουμε με αντικείμενα, άτομα και περιβάλλοντα. Η συνείδησή μας χαρακτηρίζεται περισσότερο από θέσεις τύπου «μπορώ να κάνω» παρά «σκέφτομαι». Αυτή η ριζική μετατόπιση από τους παραδοσιακούς τρόπους αντίληψης για τη λειτουργία της νόησης, ανέκτησε πρόσφατα δημοτικότητα στις επιστήμες του νου με την εμφάνιση εννοιών, όπως η ενσώματη γνώση και η γνωστική λειτουργία* που είναι ενσώματη, ενσωματωμένη (συμβαίνει δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο), εκτεταμένη (δηλαδή δεν αρκείται στον εγκέφαλο, αλλά μπορεί να χρησιμοποιήσει και μέσα, όπως σημειωματάρια ή το ίντερνετ) και ενεργητική (δηλαδή οι γνωστικές λειτουργίες αναδύοννται μέσα από τη δράση και την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον).

Εστιάζοντας στο σώμα και τις δυνατότητές του για δράση έρχεται η αναγνώριση ότι η αναπαράσταση του κόσμου γίνεται σε σχέση με τη δική μας δράση. Για παράδειγμα, για να φτάσουμε μια κούπα, πρέπει να υπολογίσουμε την απόσταση που βρίσκεται η κούπα σε σχέση με εμάς, πόσο χρειάζεται να ανοίξουμε το χέρι μας για να την πιάσουμε και πόσο σφιχτά πρέπει να την κρατήσουμε, ώστε να μην πέσει. Πώς το πετυχαίνουμε αυτό; Αυτό που βλέπουμε, οργανώνεται με τέτοιο τρόπο που επιτρέπει ή διευκολύνει τη δράση μας. Αυτό σημαίνει ότι βλέπουμε με βάση την οπτική μας. Εάν αυτό είναι σωστό, ότι δηλαδή αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σε σχέση με τους εαυτούς μας, τότε το να λάβουμε διαφορετικές οπτικές υπόψιν γίνεται απαραίτητο για να κατανοήσουμε τον κόσμο, εμάς και τους άλλους.

διαβάστε ακόμα: Πώς η εσωτερική συνομιλία οργανώνει την εμπειρία και πότε μετατρέπεται σε περιοριστικό μοτίβο σκέψης

Πέρα από τις φιλοσοφικές εικασίες, αποτελέσματα ψυχολογικών ερευνών υποστηρίζουν την παραπάνω θέση. Σε έρευνα που διεξήχθη από τον γνωστικό επιστήμονα και ψυχολόγο Bertram Malle και τους συνεργάτες του, προέκυψε ότι όταν σκεφτόμαστε για τους εαυτούς μας, εκείνο που τραβάει την προσοχή μας περισσότερο είναι οι δικές μας εμπειρίες και τα συναισθήματά μας. Αντίθετα, όταν σκεφτόμαστε άλλα άτομα, επικεντρωνόμαστε στις προθέσεις τους. Ενώ είναι προφανές σε εμάς ότι και άλλα άτομα έχουν πεποιθήσεις και μάλιστα συχνά πολύ παράξενες ή παραπλανητικές, δεν σκεφτόμαστε καθόλου τις δικές μας πεποιθήσεις – τουλάχιστον όχι ως πεποιθήσεις. Απεναντίας, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι βιώνουμε τον κόσμο άμεσα, όπως είναι. Παρομοίως, οι Corey Cusimano και Geoffrey Goodwin βρήκαν ότι τείνουμε να πιστεύουμε ότι τα άλλα άτομα μπορούν να αλλάξουν τις πεποιθήσεις τους, αν προσπαθήσουν, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο για εμάς να κάνουμε τέτοιες αλλαγές.

Τέτοιες ασυμμετρίες δράστη-παρατηρητή, όπως αποκαλούνται, τις συναντάμε στην κοινωνική ψυχολογία. Όταν σκεφτόμαστε τις φυσικές μας ανάγκες (φαγητό, καταφύγιο, ασφάλεια) μοιάζουν τόσο σημαντικές όσο οι ψυχολογικές (σεβασμός, η ικανότητα να πάρουμε αποφάσεις για εμάς). Ωστόσο, όταν σκεφτόμαστε άλλα άτομα, ιδίως σε ανάγκη, αξιολογούμε τις φυσικές ανάγκες τους ως πιο σημαντικές, όπως παρατηρούν οι Juliana Schroeder και Nicholas Epley. Ομοίως, όταν σκεφτόμαστε τι μας παρακινεί, μας έρχονται στο μυαλό οι φιλοδοξίες, οι αρχές και τα ιδανικά μας – ωστόσο, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι τα άλλα άτομα παρακινούνται περισσότερο από εξωτερικές ανταμοιβές όπως τα χρήματα, το κύρος ή η φήμη. Σκεφτόμαστε για τις δικές μας πράξεις με βάση την αποτελεσματικότητά τους, αλλά των άλλων υπό το πρίσμα των διαπροσωπικών και ηθικών τους συνεπειών.

Είναι αυτές οι ασυμμετρίες απλώς προκαταλήψεις που προέρχονται από τον εδραιωμένο εγωκεντρισμό μας; Ίσως. Αλλά μια απλούστερη ερμηνεία εστιάζει στο ότι είναι το αποτέλεσμα αυτού που είναι άμεσα διαθέσιμο σε εμάς. Μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στους άλλους μόνο από αυτό που εκφράζουν μέσω του σώματός τους, ενώ οι δικές μας σκέψεις, συναισθήματα και αισθήσεις απλώς υπάρχουν φυσικά. Γνωρίζουμε ότι και άλλα άτομα έχουν πλούσια εσωτερική ζωή όπως κι εμείς, αλλά η εμπειρία μας με αυτή περιορίζεται στγην εκφραστικότητα των άλλων σωμάτων.

Τα θύματα βρίσκουν τις προθέσεις των θυτών ακατανόητες. Οι θύτες πιστεύουν ότι το θύμα προκάλεσε τη συμπεριφορά τους.

Οι ασυμμετρίες εμφανίζονται επίσης στον τρόπο που ανακαλούμε οπτικά τις παρελθούσες εμπειρίες μας. Έρευνα που διεχήχθη από τη Georgia Nigro και τον Ulric Neisser δείχνει ότι, αν και συνήθως θυμόμαστε ένα γεγονός από το εσωτερικό της σκηνής, από το πώς το βιώσαμε, μερικές φορές θυμόμαστε να βλέπουμε τον εαυτό μας. Η Lisa Libby και συνάδελφοί βρήκαν ένα στοιχείο όταν ανακάλυψαν ότι το να δει κάποιο μια συνθήκη από διαφορετική οπτική, επιτρέπει να αναδυθούν διαφορετικές πτυχές της ιστορίας. Όταν αναπαριστούμε τον εαυτό μας στις δικές μας αναμνήσεις, εστιάζουμε σε παράγοντες που σχετίζονται με τα συμφραζόμενα, όπως η σημασία των ενεργειών και των γεγονότων, το ευρύτερο περιβάλλον και το πώς φαινόμαστε εμείς και οι πράξεις μας. Αλλά όταν ανακαλούμε ένα γεγονός από την οπτική γωνία από την οποία το βιώσαμε, οι λεπτομέρειες του άμεσου περιβάλλοντος αναπαρίστανται με σαφήνεια, όπως και οι σωματικές μας αντιδράσεις και τα συναισθήματά μας, καθώς και το πού και το πότε συνέβη το γεγονός.

Πολλά από εμάς είναι εξοικειωμένα με ασυμμετρίες που προκύπτουν σε διαφωνίες με συντρόφους και φίλους. Στις διαπροσωπικές διαμάχες, είναι εύκολο να εντοπιστούν μεγάλες διαφορές στο πως κατασκευάζεται μια συνθήκη. Ο κοινωνικός ψυχολόγος Roy Baumeister βρήκε (ίσως προβλέψιμα) ότι όταν η συνθήκη αφορά σε συνηθισμένα λάθη, όπως το να αθετείς μια υπόσχεση ή να προδίδεις μυστικά, οι θύτες μειώνουν τη σημασία όσων έκαναν, ενώ τα θύματα τη μεγεθύνουν. Αλλά μια περισσότερο ενδιαφέρουσα διαφορά είναι ότι τα θύματα βρίσκουν τις προθέσεις των θυτών ακατανόητες, περιγράφοντάς τες ως ασυνεπείς, αντιφατικές, παρορμητικές ή χωρίς νόημα. Οι θύτες, από την άλλη, τείνουν να σκέφτονται ότι τα θύματα προκάλεσαν την πράξη, η οποία μάλιστα δικαιολογείται από τις συγκεκριμένες συνθήκες, ή ότι δεν είχαν άλλο τρόπο δράσης. Ακόμη ένα ενδιαφέρον γεγονός είναι ότι οι θύτες των παραπάνω πράξεων, πιστεύουν ότι οι πράξεις τους δεν είχαν σοβαρές συνέπειες – κάτι που διαψεύδεται από τα θύματα, τα οποία παραμένουν θυμωμένα και προσβεβλημένα.

Η ψυχολογική έρευνα, δείχνει ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε για τη στάση και τις πράξεις άλλων ατόμων διαφέρει από το πώς σκεφτόμαστε για τις δικές μας και η φιλοσοφική θεωρία εξηγεί αυτή τη διαφορά. Με απλά λόγια, αυτό που καταλαβαίνουμε προέρχεται από το γιατί και το πώς προσπαθούμε να το προσεγγίσουμε. Το αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή, σε σχέση με τη σωματικότητά μας, την ικανότητά μας να δράσουμε, το περιβάλλον μας, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντά μας.

Για να καταλάβουμε τον τρόπο που λειτουργεί αυτό, ας θυμηθούμε την ιστορία με τη φίλη μου Τζούλη. Όταν είδε την κατάσταση από την πλευρά μου, δεν φαντάστηκε απλώς πώς θα ένιωθε εκείνη αν ήταν εγώ. Αν το είχε κάνει έτσι, θα φανταζόταν να βλέπει την εαυτή της να οδηγάει το αμάξι μου από τη θέση της συνοδηγού – αυτό θα ήταν ενδιαφέρον, αλλά δεν θα τη βοηθούσε να με καταλάβει. Αυτό που έκανε αντ’ αυτού, ήταν να φανταστεί μια κατάσταση στην οποία εκείνη ήταν η πρωταγωνίστρια. Σκέφτηκε μια σκηνή όπου ο άντρας της οδηγούσε το αμάξι της. Αυτή η συνθήκη δεν είναι ίδια με τη δική μου, αλλά περιλαμβάνει δύο από τις κεντρικές σχέσεις του σκηνικού: με εκείνη και με το αμάξι μου. Με αυτό τον τρόπο κατάφερε να κατανοήσει τη σημασία που είχε για μένα το να οδηγεί το αμάξι μου με αυτόν τον τρόπο.

Αυτό που έκανε η Τζούλη, συνειδητά ή ασυνείδητα, ήταν, ότι για να καταλάβει την αναστάτωσή μου, έπρεπε να σκεφτεί τι συμβαίνει, σαν να σχετίζεται με την κατάσταση, με τον ίδιο τρόπο, όπως εγώ. Γιατί; Επειδή ο πρωταρχικός τρόπος να σκεφτόμαστε για τον κόσμο είναι σε σχέση με εμάς και αυτό που έχει σημασία για μένα είναι ακριβώς ότι προσπάθησε να καταλάβει. Λόγω κοινών μας σημείων, όπως για παράδειγμα ότι και οι δύο έχουμε αυτοκίνητα και επιτρέπουμε σε άλλα άτομα να τα οδηγάνε, η Τζούλη μπόρεσε να καταλάβει τι ιδιαίτερο έχει η οπτική μου σε αυτή την περίπτωση.

Στο βιβλίο Being and Nothingness (1943), o Jean-Paul Sartre μας ζητάει να φανταστούμε ότι κοιτάμε μέσα από μια κλειδαρότρυπα και ακούμε από μια πόρτα. Ίσως είμαστε ένα άτομο που ζηλεύει ή απλά έχουμε περιέργεια για το τι συμβαίνει στην άλλη πλευρά. Ενώ βρισκόμαστε εκεί, είμαστε απορροφημένοι στο να καταλάβουμε τι συμβαίνει στο δωμάτιο. Από την πλευρά μας, απλώς συλλέγουμε πληροφορίες. Τότε ακούμε έναν ήχο στο διάδρομο. Κάποιος έρχεται! Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποιούμε ότι κρυφακούμε.

διαβάστε ακόμα: Επαναχτίζοντας τη Σύνδεση μετά τον αποχωρισμό

Ο Sartre θα έλεγε ότι αυτή η επίγνωση προκύπτει επειδή είναι παρούσα μια άλλη συνείδηση (αποκτώ δηλαδή μια νέα επίγνωση για την πράξη μου, όταν εμφανίζεται ένας άλλος άνθρωπος). Ο τρόπος που θα το έθετα είναι ο εξής: η αλλαγή προκύπτει όταν σκεφτόμαστε πώς φαινόμαστε σε κάποιο που περνάει από τον διάδρομο, το οποίο μας βγάζει από τον ατομικό τρόπο που βλέπουμε τις πράξεις μας. Σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια των άλλων και έτσι αναγνωρίζουμε πληρέστερα αυτό που κάνουμε. Υιοθετούμε τη ματιά των άλλων σε έμας, ή με μεγαλύτερη ακρίβεια κοιτάμε τους εαυτούς μας όπως θα βλέπαμε ένα άλλο άτομο να κάνει αυτό που κάνουμε εμείς. Με τον τρόπο αυτό, έχουμε αντιστρέψει τις ασυμμετρίες δράστη-παρατηρητή που περιγράφηκαν.

Συνήθως, το να μπει κάποιο στα παπούτσια κάποιου άλλου θεωρείται ότι αυξάνει την κατανόηση του άλλου ατόμου. Αλλά μπορεί επίσης να μας βοηθήσει να καταλάβουμε εμάς. Οποιαδήποτε πράξη έχει δύο τουλάχιστον πλευρές: υπάρχει η εσωτερική πραγματικότητα του ατόμου που δρα και η εξωτερική πραγματικότητα όσων επηρεάζονται από αυτή. Μεροληπτούμε όταν σκεφτόμαστε τις πράξεις μας εκ των έσω, με βάση αυτό που σκοπεύουμε να πετύχουμε. Στο παράδειγμα του Sartre, συλλέγω πολύτιμες πληροφορίες.  Αυτή η πράξη, ωστόσο, σημαίνει επίσης ότι κατασκοπεύω ή παρακολουθώ, είτε το σκέφτομαι με αυτό τον τρόπο είτε όχι. Και ένα άλλο άτομο είναι πιο πιθανό να το δει με αυτόν τον τρόπο. Ο Sartre πιστεύει ότι δεν αποφασίζουμε μόνα για το τι κάνουμε. Απεναντίας, ο τρόπος που τα άλλα άτομα μας βλέπουν, μας καθοδηγούν στην πραγματικότητα της κατάστασης. Η ματιά του άλλου ατόμου έχει εξουσία. Δεν είναι κάτι που μπορούμε απλά να παραβλέψουμε, αν και σε κάποιες περιστάσεις σίγουρα πρέπει. Αυτός είναι ακόμη ένας λόγος που η ενσυναίσθηση είναι τόσο σημαντική: έχουμε μια πιο ξεκάθαρη και λεπτομερή άποψη όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για τον εαυτό μας.

Το σύστημα δικαίου και ηθικής αντικατοπτρίζει μια άποψη που διακατέχεται από τη μειοψηφία του πληθυσμού.

Αφηρημένα, ακούγεται εύκολο να συμφωνήσουμε ότι περισσότερες οπτικές είναι καλύτερες από μία. Πώς λειτουργεί όμως αυτό στη δημόσια σφαίρα; Ίσως έχουν δίκιο οι κριτικοί ότι η ενσυναίσθηση μας επιτρέπει μόνο να καταλάβουμε τον εαυτό μας και λίγους ανθρώπους, λίγο καλύτερα; Πρώτον αν κρίνουμε μεταξύ των ισχυρισμών 2 ατόμων, τίποτα δεν απαιτεί να δείξουμε ενσυναίσθηση σε ένα μόνο από τα μέρη. Σίγουρα, μπορούμε να καταλάβουμε τις οπτικές και των δύο – όχι απαραίτητα την ίδια στιγμή, αλλά τη μια μετά την άλλη. Δεύτερον, η νομική κουλτούρα πάσχει από την μάλλον αμφίβολη υπόθεση ότι, ελλείψει ενσυναίσθησης, οι δικαστές θα είναι αμερόληπτοι και αντικειμενικοί. Ωστόσο, τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα ότι οι λευκοί άνδρες τα πηγαίνουν καλύτερα στο δικαστικό σύστημα από τις γυναίκες ή τους έγχρωμους. Αυτό φυσικά είναι απίθανο να είναι σύμπτωση, λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι δικαστές, η πλειοψηφία των οποίων παραμένουν λευκοί και άντρες στις δυτικές χώρες, είναι ήδη προκατειλημμένοι στο να γνωρίζουν τον κόσμο από τη σκοπιά των λευκών ανδρών.

Οι δικαστές επιμένουν συχνά ότι απλά εφαρμόζουν τον νόμο σε γεγονότα, σαν αυτά απλά να υπάρχουν τριγύρω, έτοιμα να τα καταλάβει κάποιο. Ωστόσο, μεγάλο μέρος του νόμου αφορά την πρόθεση του δράστη. Αυτά είναι γεγονότα διαφορετικής τάξης και πρέπει να εξακριβωθούν. Χωρίς να ληφθεί υπόψιν η οπτική άλλων, το πώς οι δικαστές βλέπουν αυτά τα γεγονότα είναι, εν μέρει, μια αντανάκλασή τους. Για να αντισταθμίσει αυτό το αναπόφευκτο γεγονός, ένας δικαστής χρειάζεται να κρίνει με νέους τρόπους και να αναστοχαστεί τους τρόπους που σκέφτεται για την υπόθεση. Σε αυτό βοηθά η λήψη διαφορετικών οπτικών, όταν αυτό γίνεται σωστά.

Ένα από τα αγαπημένα μου κινούμενα σχέδια δείχνει μια γυναίκα σε ένα βιβλιοπωλείο να ρωτά τον ιδιοκτήτη αν έχει βιβλία για την εμπειρία του λευκού άνδρα. Αυτό είναι αστείο, επειδή τα περισσότερα βιβλία σε οποιοδήποτε κατάστημα πληρούν αυτήν την περιγραφή. Η μεγαλύτερη πραγματικότητα είναι ότι το σύστημα δικαίου και ηθικής αντικατοπτρίζει μια άποψη που καταλαμβάνεται από τη μειοψηφία του πληθυσμού, η οποία όμως έχει ιστορικά τη μεγαλύτερη εξουσία. Η επιμονή στην αμεροληψία αυτής της οπτικής είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να διατηρείται αυτή η εξουσία.

Το τι είναι σωστό και τι λάθος, ή καλό και κακό, δεν καθορίζεται ούτε από δυνάμεις εξουσίας, ούτε από αμετάβλητες αλήθειες που είναι εγγενείς στη δομή του σύμπαντος. Αντίθετα, προκύπτει από τη συνύπαρξη όντων με συνείδηση και ικανότητα να αισθάνονται, τα οποία ζουν μαζί και μοιράζονται τους ίδιους πόρους. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να λάβουμε υπόψη τις απόψεις πολλών διαφορετικών ανθρώπων – και πλασμάτων – που είναι μέρη που συμμετέχουν στην κοινωνική, νομική και ηθική τάξη. Κάτι τέτοιο μπορεί να μην είναι δυνατό με μια απλή πράξη φαντασίας, όπως αυτή που έκανε η Τζούλη στον δρόμο της επιστροφής μας. Σε αυτή, το να συμμετέχουμε στην κατάσταση και να έχουμε παρόμοιες εμπειρίες ήταν κρίσιμο. Αλλά για να κατανοήσουμε την οπτική ανθρώπων και ζώων που είναι πολύ διαφορετικά από εμάς, πρέπει να μάθουμε να ακούμε τι έχουν να πουν – και να ακούμε από τη δική τους θέση, όχι από τη δική μας.

*Απόδοση του όρου 4e cognition-embodied, embedded, enacted, extended.

Κοινοποίηση

Ρωτήστε μας ότι σας ενδιαφέρει συμπληρώνοντας την παρακάτω φόρμα

Κλείστε ραντεβού

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα για να κλείσετε ραντεβού: