Η Γενιά Ζ, αλλά πριν από δύο αιώνες

Κοινοποίηση
Charpentier, Constance Marie – Melancholy – 1801

Η Γενιά Ζ, αλλά πριν από δύο αιώνες

Μια γενιά νέων με «γεμάτες καρδιές σε έναν άδειο κόσμο» αναζήτησε ελπίδα μπροστά σε μια ανυπέρβλητη κακουχία

από Έμιλι Χέρινγκ

πηγή: eon

Μετάφραση και Επιμέλεια: Κωνσταντίνα Λουκίσα, Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Συνηχήσεις

Το 1833, ο Γάλλος δραματουργός και ποιητής Alfred de Musset ταξίδεψε στη Βενετία με την ερωμένη του, τη μυθιστοριογράφο που είναι πιο γνωστή με το ψευδώνυμό της, George Sand. Το ταξίδι είχε ως στόχο να απαλύνει τις εντάσεις της ταραχώδους σχέσης τους, αλλά, λίγο μετά την άφιξή τους, αρρώστησαν και οι δύο. Καθώς η κατάσταση του Musset επιδεινωνόταν, η Sand ερωτεύτηκε τον Ιταλό γιατρό που τους περιποιούνταν. Μετά από μια σειρά βίαιων και ζηλότυπων καυγάδων, ο Musset επέστρεψε στο Παρίσι για να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα: να γράφει.

Αντλώντας από αποσπάσματα της αλληλογραφίας του με τη Sand και από χρόνια εσωτερικής αναταραχής, έγραψε το ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Εξομολόγηση ενός παιδιού του αιώνα» (Confession of a Child of the Century, 1836). Η ιστορία επικεντρώνεται στον Octave, ο οποίος οδηγείται στην ελευθεριότητα και στα όρια της τρέλας από μια διπρόσωπη ερωμένη. Ωστόσο, η δυστυχία του πηγάζει λιγότερο από την προδοσία της ερωμένης του και περισσότερο από το απογοητευμένο πνεύμα της εποχής στην οποία γεννήθηκε. Τα συναισθήματα της μελαγχολίας και της ανίας1 ήταν τόσο διαδεδομένα στη γενιά του Musset, ώστε ομαδοποιήθηκαν κάτω από μια ενιαία διάγνωση: le mal du siècle (κυριολεκτικά «η ασθένεια του αιώνα»).

Πορτρέτο του Alfred de Musset (1854) από τον Charles Landelle. Ευγενική παραχώρηση του Musée d’Orsay, Παρίσι

Σήμερα, πολλά από εμάς νιώθουμε ότι ζούμε σε ασταθείς καιρούς, που χαρακτηρίζονται από την τεχνητή νοημοσύνη, τη διευρυμένη ανισότητα, τον πόλεμο και μια επικείμενη κλιματική καταστροφή, μεταξύ άλλων βαθιά ανησυχητικών πραγματικοτήτων. Ωστόσο, η στάση μας απέναντι στη δυστυχία και το άγχος συχνά υποβαθμίζει το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, αποδίδοντας την ευθύνη στο άτομο (να ασκεί την ενσυνειδητότητα, να καλλιεργεί την ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής κ.λπ.). Πριν από διακόσια χρόνια, ο Musset και πολλοί από τους συγχρόνους του κατηγορούσαν αντίθετα την εποχή για τη διάχυτη ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας και αναταραχής που κυρίευε τη γενιά τους. Πίστευαν ότι το mal du siècle διαμορφώθηκε λιγότερο από την ατομική ιδιοσυγκρασία και περισσότερο από μακροπρόθεσμες ιστορικές, πολιτικές και πολιτισμικές δυνάμεις. Θα μπορούσαμε να ωφεληθούμε από την αναδιατύπωση της τρέχουσας δυσφορίας μας με παρόμοιους όρους;

Ο Musset δεν ήταν ο πρώτος που διατύπωσε την ιδέα του mal du siècle (η ασθένεια του αιώνα). Μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ο François-René de Chateaubriand είχε εκφράσει την κακουχία της δικής του γενιάς, προειδοποιώντας για την «ασταθή κατάσταση των συναισθημάτων», την «ανία της καρδιάς» και την «κρυφή ανησυχία» των νέων, των οποίων το περιβάλλον δεν πρόσφερε καμία διέξοδο για τα έντονα συναισθήματά τους. «Με γεμάτη καρδιά», αναστέναξε, «ζούμε σε έναν κενό κόσμο». Ο ρομαντικός μυθιστοριογράφος Jean Paul συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας παρόμοιας ιδέας, διαδίδοντας τον γερμανικό όρο Weltschmerz, ή κοσμοπόνια 2, την αίσθηση ότι ο πόνος πηγάζει από την ίδια τη διάταξη του κόσμου. Καθώς ξεδιπλώνονταν οι πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ένας αριθμός άλλων συγγραφέων, μεταξύ των οποίων και η εραστής και κύρια συνομιλήτρια του Musset, Sand, θεωρητικοποίησαν και δραματοποίησαν την ηθική ασθένεια της εποχής τους. Από όλες τις εκφράσεις του mal du siècle, ωστόσο, αυτή που παρουσίασε ο Musset στην ιστορία του alter ego του, Octave, αποδείχθηκε η πιο εμβληματική και διαχρονική.

διαβάστε ακόμα: “Nothing Left to Give” “Δεν μου έχει μείνει τίποτα πια να δώσω”: Η πορεία μιας ψυχολόγου από την επαγγελματική εξουθένωση προς την ανάκαμψη

Στα πρώτα κεφάλαια της «Εξομολόγησης», ο Musset προσφέρει μια πανοραμική, σχεδόν κοινωνιολογική, άποψη που σκιαγραφεί τη διάγνωσή του για τις αιτίες και τα συμπτώματα του mal du siècle. Οι νέοι άνδρες που ενηλικιώθηκαν στη Γαλλία γύρω στο 1830, έτοιμοι να πάρουν τη θέση τους στον κόσμο, ανακάλυψαν ότι η ιστορία είχε ήδη ολοκληρώσει τον κύκλο της. Στην εποχή των πατέρων τους, το πεπρωμένο της Γαλλίας ήταν συνδεδεμένο με την ακούραστη αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης, εκμεταλλευόμενος τη δυναμική και το χάος της επανάστασης, είχε αναδειχθεί εξίσου τολμηρός ηγέτης και εγωμανής τύραννος. Με τα λόγια του Musset: «Ένας μόνο άνθρωπος ήταν τότε η ζωή της Ευρώπης· όλα τα άλλα όντα προσπαθούσαν να γεμίσουν τους πνεύμονές τους με τον αέρα που είχε αναπνεύσει αυτός».

Ο παλιός κόσμος αργοπέθαινε, ενώ η υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον αναβαλλόταν συνεχώς.

Μόνο στη Γαλλία, εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες έχασαν τη ζωή τους στους πολέμους του Ναπολέοντα, όμως τόσο στη νίκη όσο και στην ήττα ο αυτοκράτορας διατήρησε τη θρυλική του αύρα. Ο Musset γράφει: «Ποτέ δεν υπήρξαν τόσες άυπνες νύχτες όσες την εποχή εκείνου του ανθρώπου· ποτέ δεν είχε ξαναδεί κανείς έναν τέτοιο λαό από απαρηγόρητες μητέρες να είναι ξαπλωμένες στις επάλξεις των πόλεων· ποτέ δεν υπήρξε τέτοια σιωπή γύρω από εκείνους που μιλούσαν για τον θάνατο». Και όμως, επιμένει, υπήρχε επίσης «Τόση χαρά, τόση ζωή, τόσες θριαμβευτικές σάλπιγγες πολέμου σε κάθε αυλή. Ποτέ δεν υπήρξαν ήλιοι τόσο ανέφελοι όσο αυτοί που στέγνωσαν όλο εκείνο το αίμα». Ο αυτοκράτορας ήταν τόσο λαμπρός στρατηγός όσο και δημιουργός του μύθου του εαυτού του. Με κάθε αδύνατο κατόρθωμα και κάθε θανατηφόρα εκστρατεία, από τις άμμους της Αλεξάνδρειας μέχρι τις χιονισμένες όχθες του Μπερεζίνα (Berezina), ο Ναπολέων επέκτεινε τους αυτοκρατορικούς του ορίζοντες, εμφυσώντας στη Γαλλία μια κατακτητική raison d’être (λόγος ύπαρξης). Αλλά μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας το 1815, οι νέοι άνδρες «που συλλήφθηκαν ανάμεσα σε δύο μάχες» ανακάλυψαν ότι ο κόσμος τους, που κάποτε φαινόταν απεριόριστος, είχε γίνει πολύ μικρός για να χωρέσει τα όνειρά τους.   

Ο Ναπολέων διασχίζει τις Άλπεις (1802) του Jacques-Louis David. Ευγενική παραχώρηση Wikimedia

Όπως και πολλά άτομα από τη γενιά τους, ο Musset ένιωθε ότι ενηλικιώθηκε σε λάθος εποχή. Ο παλιός κόσμος έτρεμε ακόμη πάνω στα ερείπιά του, με όλα τα απολιθώματα των αιώνων του απολυταρχισμού, αργοσβήνοντας, ενώ η υπόσχεση ενός λαμπρότερου μέλλοντος αναβαλλόταν αέναα. Πίστευε ότι η ευκαιρία για μια ουσιαστική ύπαρξη είχε περάσει από τη γενιά του και ότι δεν θα επέστρεφε εγκαίρως για να την βιώσουν: «Τι πυκνή νύχτα πάνω στη γη! Και θα είμαστε νεκροί όταν ξημερώσει». Ή όπως το έθεσε στο ποίημά του «Rolla»: «Ήρθα πολύ αργά σε έναν κόσμο πολύ γέρο». Καθώς η γενιά του Musset βρέθηκε αντιμέτωπη με το αδιέξοδο της ιστορικής της μεταβατικότητας, αφέθηκε με “ένα αίσθημα ανείπωτης ανησυχίας” και “μια αφόρητη αθλιότητα στα βάθη της ψυχής της”.

Η έννοια του «mal du siècle» δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το πνεύμα του Ρομαντισμού που κυριαρχούσε στην Ευρώπη την εποχή που ο Musset έγραφε. Αυτό το πολυμορφικό, διακρατικό και πνευματικά ευρύ κίνημα δεν προσφέρεται εύκολα για έναν σαφή ορισμό, αλλά, με την ευρύτερη έννοια, μπορεί να γίνει κατανοητό ως ένα γενικό αίσθημα δυσαρέσκειας απέναντι στις υπερβολές του ορθολογισμού και του υλισμού σε έναν μετα-Διαφωτιστικό, ταχέως βιομηχανοποιούμενο κόσμο. Ο ορθολογισμός της philosophie des Lumières-φιλοσοφίας του Διαφωτισμού του προηγούμενου αιώνα είχε εξυψώσει τη λογική, απονέμοντάς της τη δύναμη να λύσει όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η ψυχρή, αποστασιοποιημένη στάση του ορθολογισμού και του εμπειρισμού άφησε τη γενιά του Musset να αισθάνεται κενή, αναζητώντας κάτι στο οποίο να πιστέψει και που δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί με λογικά επιχειρήματα. Στην «Εξομολόγηση», ο Musset έγραψε: «θα νιώσετε ότι η ανθρώπινη λογική μπορεί να θεραπεύσει τις ψευδαισθήσεις, αλλά όχι τα βάσανα… Θα διαπιστώσετε ότι η καρδιά του ανθρώπου, όταν είπε: “Δεν πιστεύω σε τίποτα, γιατί δεν βλέπω τίποτα”, δεν είχε πει την τελευταία της λέξη».

διαβάστε ακόμα: Edgar Morin: Η πολυπλοκότητα ως πρόταγμα γνώσης, αναστοχασμού και ανθρώπινης ευθύνης

Με την εκβιομηχάνιση να μηχανοποιεί όλο και περισσότερες πτυχές της ζωής του 19ου αιώνα, οι Ρομαντικοί προσπάθησαν να ξεφύγουν από τη απογοητευμένη νεωτερικότητά τους βυθιζόμενοι σε μακρινές κουλτούρες και εποχές. Ο Γάλλος συγγραφέας Théophile Gautier, για παράδειγμα, θαύμαζε τον πλούτο και τη ζωτικότητα της εξιδανικευμένης οπτικής του για την αρχαία Αίγυπτο: «Ο κόσμος μας σήμερα είναι πράγματι ασήμαντος δίπλα στον αρχαίο κόσμο… Οι λαμπεροί ήλιοι που κάποτε έλαμπαν πάνω στη γη έχουν σβήσει για πάντα στο κενό της ομοιομορφίας». Συγγραφείς όπως ο Gautier και ο Musset λαχταρούσαν το συναισθηματικό βάθος, τη φαντασία, το ανώτερο νόημα, την αυτοέκφραση, να ρίξουν μια ματιά στο Απόλυτο και να αγγίξουν το Άπειρο, αλλά, κατά την άποψή τους, η πραγματικότητα συνήθως υστερούσε.

Στη δεκαετία του 1830, οι Γάλλοι Ρομαντικοί αντιμετώπισαν μια περαιτέρω πηγή δυσαρέσκειας με την άνοδο μιας κερδοσκοπικής αστικής νοοτροπίας. Όταν ο Musset άρχισε να γράφει την «Εξομολόγηση», ο Λουδοβίκος Φίλιππος Α’ ήταν ο τρίτος βασιλιάς που διαδέχθηκε τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα. Η παλινόρθωση της  μοναρχίας διατηρούσε μία επίφαση προόδου, έχοντας επίγνωση ότι ο γαλλικός λαός είχε διατηρήσει την επαναστατική του «μυϊκή μνήμη» και δεν θα δίσταζε να την χρησιμοποιήσει με το πρώτο σημάδι μιας απολυταρχικής παλινδρόμησης. Σε μια προσπάθεια να σηματοδοτήσει την αλλαγή, ο Λουδοβίκος Φίλιππος δεν αυτοαποκαλούταν «Βασιλιάς της Γαλλίας», αλλά «Βασιλιάς των Γάλλων». Στην πράξη, ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις του ήταν σε μεγάλο βαθμό επιφανειακές και η γαλλική κοινωνία παρέμεινε βαθιά άνιση, με τον πλούτο και την εξουσία να συγκεντρώνονται ακόμα στα χέρια μιας ελίτ που πλέον κυριαρχούσαν οι αστοί έμποροι και βιομήχανοι. Οι θλιβερές σκέψεις για το υλικό κέρδος είχαν αντικαταστήσει τη μεγαλοπρέπεια και τη δόξα του παρελθόντος, και οι νεαροί άνδρες ήταν “καταδικασμένοι στην αδράνεια από τους κυρίαρχους του κόσμου, παραδομένοι σε κάθε είδους πεζές σχολαστικότητες, στην τεμπελιά και στην ατονία”. Αυτός δεν ήταν, θρηνούσε ο Musset, ένας κόσμος κατάλληλος για “εξωστρεφείς/διαχυτικές ψυχές”.

Ο Octave δεν βρίσκει καμία παρηγοριά, μόνο κυνισμό και απάθεια, τις στάσεις εκείνων που αναζητούν καταφύγιο σε έναν απογοητευμένο κόσμο.

Η σχέση του Musset με τον Ρομαντισμό ήταν αμφίρροπη. Από τη μία πλευρά, συχνά χλεύαζε το ρομαντικό πάθος και αρνιόταν να χαρακτηριστεί ρομαντικός συγγραφέας. Από την άλλη, με τον χαρακτήρα του Octave, είχε δημιουργήσει έναν από τους πιο εμβληματικούς ήρωες του κινήματος, που ενσάρκωνε την έντονη ενδοσκόπηση και τη συναισθηματική υπερβολή, ενώ αντανακλούσε μια βαθιά δυσαρέσκεια για την ύπαρξη που του είχε δοθεί και τον κόσμο γύρω του. Όταν ο πρώτος, ολοκληρωτικά κυρίαρχος έρωτάς του καταλήγει σε προδοσία, ο Octave χάνει εκείνο που θεωρούσε τη μοναδική πραγματική αποστολή της νεότητάς του και συνειδητοποιεί πως «δεν έχει ούτε προορισμό ούτε επάγγελμα». Καμία από τις διαθέσιμες επαγγελματικές σταδιοδρομίες δεν τον ελκύει· οι ιδέες του περιπλανώνται, μεταβαλλόμενες με κάθε νέα επιρροή, ενώ ακόμη και τα γούστα του είναι διάσπαρτα και εκλεκτικά, αντανακλώντας τόσο τη δική του όσο και τη γενικότερη κατάσταση αποπροσανατολισμού της γενιάς του: «Η εποχή μας δεν έχει μορφές. Δεν έχουμε αποτυπώσει τη σφραγίδα του καιρού μας ούτε στα σπίτια μας ούτε στους κήπους μας… ζούμε μόνο ανάμεσα σε ερείπια, σαν να πλησιάζει το τέλος του κόσμου».   

Εντελώς δίχως προσανατολισμό, ο Octave αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος με το αβάσταχτο χάσμα ανάμεσα στις μεγαλεπήβολες, ιδεαλιστικές και υψηλές προσδοκίες του για τον έρωτα και την ελευθερία και σε όσα μπορεί ρεαλιστικά να του προσφέρει η βαθιά υλιστική και απομαγευμένη κοινωνία στην οποία ζει. Όταν στρέφεται στους φίλους του, δεν βρίσκει καμία παρηγοριά· συναντά μόνο κυνισμό και απάθεια, τις στάσεις εκείνων που αναζητούν καταφύγιο σε έναν απομαγευμένο κόσμο: «Το να χλευάζει κανείς τη δόξα, τη θρησκεία, τον έρωτα, τα πάντα στον κόσμο, αποτελεί μεγάλη παρηγοριά για όσους δεν ξέρουν τι να κάνουν». Αναλογιζόμενη αργότερα εκείνη την περίοδο στα απομνημονεύματά της, η Sand εξέφρασε την ίδια ακριβώς άποψη:  

Ήταν μια εποχή τρόμου και ειρωνείας, απογοήτευσης και θρασύτητας. Κάποια άτομα θρηνούσαν την καταστροφή των γενναιόδωρων ψευδαισθήσεών τους· άλλα γελούσαν με τα πρώτα βήματα ενός ακάθαρτου θριάμβου. Κανένα δεν πίστευε πια σε τίποτα, κάποια από απογοήτευση, άλλα από αθεϊσμό.
(μτφρ. της συγγραφέας)

Για λίγο, ο Octave υποκύπτει στη γοητεία της κυνικής αποστασιοποίησης, ελπίζοντας να αμβλύνει την ανησυχία του μέσω των αισθησιακών διασκεδάσεων της ελευθεριότητας. Αλλά αναδύεται ακόμα πιο ανήσυχος και πιο άδειος: «Περίμενα κάτι σαν λήθη, αν όχι σαν χαρά· βρήκα εκεί το χειρότερο στον κόσμο, την ανία του να προσπαθείς να ζήσεις».  

Είναι δύσκολο να μην κάνουμε παραλληλισμούς μεταξύ του πόνου της γενιάς του Musset πριν από δύο αιώνες και της σημερινής μας δυσφορίας. Φυσικά, οι αιτίες και τα πλαίσια διαφέρουν πολύ. Ενώ σήμερα λίγα λαχταρούν τη δόξα των Ναπολεόντειων πολέμων, μια παρόμοια αίσθηση ενός κλειστού μέλλοντος επιμένει. Είτε λόγω του κλίματος, της παρατεταμένης ψυχολογικής επίδρασης της πανδημίας του COVID-19, της ανόδου του αυταρχισμού, της τεχνητής νοημοσύνης ή της απειλής πυρηνικού πολέμου, πολλά πιστεύουν ότι το μέλλον θα είναι χειρότερο από το παρόν. Ενώ τα «enfants du siècle» (παιδιά του αιώνα) του Musset ένιωθαν απογοητευμένα που ένα φωτεινότερο μέλλον βρισκόταν για πάντα πέρα από τις δυνατότητές τους, πολλά σήμερα δεν τολμούν καν να φανταστούν ότι ένας καλύτερος κόσμος είναι καθόλου εφικτός. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα νέο «mal du siècle»;

Όπως και στην εποχή του Musset, οι νέοι φέρουν το βαρύτερο φορτίο. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν μια σαφή αύξηση του άγχους και της κατάθλιψης μεταξύ εφήβων και νεαρών ενηλίκων τις τελευταίες δεκαετίες. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, την κατάσταση ενός μέλους της Γενιάς Ζ (γεννημένων περίπου μεταξύ 1997 και 2012) μέσα από το πρίσμα του mal du siècle, ως μια γενεαλογική δυσφορία, και όχι ως μια απλή συσσώρευση ατομικών δεινών. Γεννημένα μετά την εξασθένιση των υποσχέσεων του τέλους του 20ού αιώνα για πρόοδο, σταθερότητα και ευημερία, μεγάλωσαν σε ένα κλίμα αβεβαιότητας, περιτριγυρισμένα από προειδοποιήσεις για οικολογική κατάρρευση, οικονομική επισφάλεια και ευθραυστότητα του πολιτισμού. Όπως οι σύγχρονοι του Musset, η Γενιά Ζ αισθάνεται το βάρος της ιστορικής της ενδιάμεσης θέσης και κουράζεται από τα κληρονομημένα συστήματα που δεν εξελίσσονται αρκετά γρήγορα για να εξασφαλίσουν τη μελλοντική επιβίωσή της. Δεν είναι περίεργο, επομένως, το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς καταφεύγει σε μια νοσταλγική απόδραση, ρομαντικοποιώντας ένα προ-ψηφιακό παρελθόν στο οποίο οι σχέσεις φαινόταν πιο αυθεντικές και το μέλλον φαινόταν ανοιχτό. Εν τω μεταξύ, παραμένουν αιχμάλωτα της ψυχρής λάμψης των οθονών, με τα feeds των κοινωνικών τους δικτύων να είναι κορεσμένα με ειρωνικό φαταλισμό. Για πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο τους νέους, ο πεσιμισμός και ο κυνισμός, ή στη σύγχρονη ορολογία ο «doomerism» (καταστραφολογία), φαίνεται να είναι η μόνη απάντηση σε έναν κόσμο που έχει πάρει στραβό δρόμο.

Σήμερα, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων αισθάνεται απογοητευμένος από μια ύπαρξη που διακόπτεται από το «doom scrolling» και το «bed rotting», δηλαδή το να περνάει πολλές ώρες στο κρεβάτι μπροστά σε μια οθόνη, καθώς μια ατελείωτη σειρά ασύνδετων περιεχομένων τους αφήνει με ένα αίσθημα κενότητας και εξάντλησης. Πολύ πριν από την έλευση των κοινωνικών μέσων, σε ένα απόσπασμα που θα μπορούσε σχεδόν να θεωρηθεί ως μια αντανάκλαση της ψηφιακής μας ζωής, ο Chateaubriand έγραψε για την αγωνία του να έχει κανείς πρόσβαση σε υπερβολική πληροφόρηση χωρίς να διαθέτει την αντίστοιχη βιωμένη εμπειρία:

Όσο περισσότερο προοδεύουν τα έθνη στον πολιτισμό, τόσο περισσότερο επικρατεί αυτή η κατάσταση αναταραχής των παθών· διότι τότε τα πολλά παραδείγματα που έχουμε μπροστά μας και το πλήθος των βιβλίων που διαθέτουμε μας προσφέρουν γνώση χωρίς εμπειρία· απογοητευόμαστε πριν ακόμα απολαύσουμε· παραμένουν οι επιθυμίες, αλλά όχι οι ψευδαισθήσεις. Η φαντασία μας είναι πλούσια, άφθονη και γεμάτη θαύματα· η ύπαρξή μας όμως είναι φτωχή, ανιαρή και στερημένη από γοητεία.

Ενώ τα νέα άτομα της εποχής του Chateaubriand τουλάχιστον τροφοδοτούσαν τη φαντασία τους με τα βιβλία που διάβαζαν, σήμερα έρχονται αντιμέτωπα με ζωντανές εικόνες από εμπόλεμες ζώνες, ενημερώσεις για όλους τους ανθρώπους που έχουν γνωρίσει ποτέ, ανησυχητικό περιεχόμενο που δημιουργείται από τεχνητή νοημοσύνη και διαφημίσεις που δεν καταλαβαίνουν τίποτα και τους πουλάνε συνεχώς νέους λόγους να αισθάνονται ανεπαρκείς, όλα αυτά πριν ακόμα πάρουν το πρωινό τους, πόσο μάλλον πριν αποκτήσουν οποιαδήποτε πραγματική εμπειρία ζωής.

«Δεν υπάρχει ούτε ένα νεαρό άτομο που αποφοιτά από το πανεπιστήμιο και δεν έχει ονειρευτεί τον εαυτό του ως τον πιο άτυχο άνθρωπο».

Όσα θεωρητικοποίησαν και υπέφεραν από το mal du siècle παρατήρησαν ότι αυτό μεταδιδόταν και ενισχυόταν μέσω της κοινωνικής ζωής και της καλλιτεχνικής έκφρασης. Σε μια κριτική για το Obermann (1804) του Étienne de Senancour, ένα μυθιστόρημα που επικεντρώνεται σε έναν άλλο φανταστικό ήρωα του mal du siècle, η Sand έγραψε: «Η εποχή μας διακρίνεται από μια μεγάλη πληθώρα ηθικών παθήσεων, απαρατήρητων μέχρι τώρα, πλέον μεταδοτικών και θανατηφόρων». Αυτό φέρνει αναπόφευκτα στο νου την περίπτωση του πρωτορομαντικού μυθιστορήματος του Johann Wolfgang Goethe «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερ (The Sorrows of Young Werther )» (1774) καθώς και το μετέπειτα κύμα συναφών μιμητικών αυτοκτονιών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση του βιβλίου σε αρκετές περιοχές. Σήμερα, οι ανησυχίες μας είναι εξίσου μεταδοτικές, ακόμη και ιογενείς (viral), μοιράζονται ασταμάτητα στο διαδίκτυο μόνο για να τις συλλέξουν, να τις μεγεθύνουν και να μας τις επιστρέψουν αδιαφανείς αλγόριθμοι. Αυτό μας αφήνει με την ανησυχητική αίσθηση ότι η κοινή μας ανησυχία τροφοδοτείται από μόνη της μέσα σε αυτό που έχουμε αρχίσει να αποκαλούμε «θάλαμοι απήχησης3». Το ζήτημα κάποτε αφορούσε το πώς η τέχνη αντανακλούσε και διαμόρφωνε τον κόσμο, αλλά τώρα αφορά το πώς ο ψηφιακός μας κόσμος, μέσω αόρατων μηχανισμών, διαμορφώνει και εντείνει την αγωνία μας.

Οι Ρομαντικοί ήταν ειδικοί στο να ανυψώνουν τη δυστυχία τους σε μια αισθητική εμπειρία, βρίσκοντας μερικές φορές ακόμη και μια παράξενη παρηγοριά ή οικειότητα σε αυτήν, ένα συναίσθημα που εκφράστηκε ζωντανά από τον Victor Hugo στο μυθιστόρημά του Οι Εργάτες της Θάλασσας/ Toilers of the Sea  (1866): «Η μελαγχολία είναι ένα λυκόφως. Το πόνο λιώνει μέσα της σε μια μελαγχολική χαρά. Η μελαγχολία είναι η ευτυχία του να είσαι λυπημένος». Για τους σημερινούς «doom-scrollers», που μοιράζονται μιμς για το πώς ζουν «τους έσχατους καιρούς» στο «χειρότερο χρονολόγιο», μπορεί να υπάρχει και μια είδος διεστραμμένης παρηγοριάς, αφού, με την πεποίθηση ότι όλα είναι χαμένα, η ευθύνη εξαφανίζεται. Ενώ ο Hugo περιέγραφε μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία, οι υπερδιεγερμένοι, τροφοδοτούμενοι από ντοπαμίνη εγκέφαλοί μας σπάνια βρίσκουν την ευκαιρία να εξερευνήσουν τέτοια βάθη. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, η εμμονή στη δική μας δυστυχία κινδυνεύει να οδηγήσει σε ανθυγιεινή και υπερβολική καλοπέραση. Άλλες προσωπικότητες του Ρομαντισμού (είτε αποδέχονταν είτε όχι την ετικέτα) προειδοποίησαν για αυτό. Στις αναμνήσεις του, ο Chateaubriand εξέφρασε τη λύπη του για τον ρόλο που είχε διαδραματίσει το μυθιστόρημά του René (1802) στην καλλιέργεια αυτού που θεωρούσε κουλτούρα της προβολής και της αυτολύπησης: «αν ο René δεν υπήρχε ήδη, δεν θα επέλεγα πλέον να τον γράψω…  Δεν υπάρχει ούτε ένας νεαρός που αποφοιτά από το πανεπιστήμιο και δεν έχει ονειρευτεί τον εαυτό του ως τον πιο άτυχο άνθρωπο». Και ο Musset, στο έργο του «Εξομολόγηση», προειδοποιεί να μην παραμένει κανείς άνετα βυθισμένος στη δική του θλίψη, να μην ενδίδει σε υπερβολική ενδοσκόπηση μέχρι το σημείο της παράλυσης και, τελικά, να μην παραδοθεί στον κυνισμό και την απάθεια.

διαβάστε ακόμα: Η μηχανή της μοναξιάς: Πώς ο σύγχρονος καπιταλισμός γεννά την απομόνωση

Θα ήταν όμως λάθος να απορρίψουμε τη ρομαντική ευαισθησία ως απλή εσωστρέφεια. Στην εποχή του Musset, πολλά άτομα χρησιμοποίησαν την αμηχανία τους απέναντι στη νεωτερικότητα όχι απλώς ως δικαιολογία για να αποσυρθούν εσωτερικά, αλλά ως κάλεσμα για δράση. Ο Hugo, που έβρισκε μια παράξενη ευχαρίστηση στη θλίψη, αφιέρωσε επίσης μεγάλο μέρος της ζωής του στην εκστρατεία κατά της θανατικής ποινής, καθώς και κατά της φτώχειας και υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών. Και η Sand επέλεξε επανειλημμένα να αντιμετωπίσει, αντί να αποσυρθεί, τα δεινά της εποχής της. Τα μυθιστορήματά της αψήφησαν τις περιοριστικές κοινωνικές νόρμες, ενώ η ίδια διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πολιτική, ιδρύοντας εφημερίδες και υποστηρίζοντας τους εργάτες και τις γυναίκες. Στα άλλα του κείμενα, ο Musset χρησιμοποιούσε συχνά το χιούμορ και τη σάτιρα για να επικρίνει την ηθική χρεοκοπία και την επιπολαιότητα των κυβερνήσεων της εποχής του. Πέρα από τον πολιτικό ακτιβισμό, η λογοτεχνική εξύψωση της μελαγχολίας ήταν μια ρομαντική απάντηση στις πιο ψυχρές και μηχανοποιημένες πτυχές της νεωτερικότητας. Παρά την ενδοσκόπηση και την τάση φυγής από την πραγματικότητα τους, τα enfants du siècle κατάφεραν να κοιτάξουν προς τα έξω και να εντοπίσουν τα σημάδια μιας γενεαλογικής αδιαθεσίας, εκφράζοντας τι ήταν λάθος ή έλειπε στον κόσμο τους. Οι ιδέες και οι στάσεις τους είχαν τόσο μεγάλη απήχηση, ήταν ακόμη και μεταδοτικές, επειδή άγγιζαν κάτι διαδεδομένο που περίμενε να αναγνωριστεί.

Ίσως μπορούμε να μάθουμε από αυτά. Σε έναν κόσμο που μας ενθαρρύνει να μουδιάσουμε τα εαυτά μας απέναντι στους τρόμους του μέσω του scrolling, της κατανάλωσης, της υπερβολικής εργασίας και άλλων διασκεδάσεων, υπάρχει μεγάλη δύναμη στο να αγκαλιάζουμε τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη και τον πόνο μας ως φυσιολογικές αντιδράσεις σε ένα άδικο σύστημα και όχι ως προσωπικές αποτυχίες. Αυτό δεν θα έπρεπε να μας απαλλάσσει από κάθε ευθύνη ούτε να μας παγιδεύει στην ενδοσκόπηση, αλλά να μας κρατά ενήμερα για το γεγονός ότι το άγχος και η θλίψη, που είναι τόσο διάχυτα και ευρέως διαδεδομένα, είναι το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο είναι οργανωμένος ο κόσμος μας. Η απάθεια και η επιρρέπεια στην καλοπέραση είναι δελεαστικά καταφύγια για όσα γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα πράγματα θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είναι καλύτερα από ό,τι είναι, αλλά αν η ιστορία του Octave μπορεί να μας διδάξει κάτι, είναι ότι δεν υπάρχει ανακούφιση στη φυγή. Αντίθετα, θα πρέπει να στοχεύουμε να γίνουμε περισσότερο σαν τη George Sand και να ενεργούμε με βάση τα συναισθήματά μας.

Σημειώσεις μεταφράστριας:

1 Η λέξη ennui είναι γαλλικής προέλευσης (προφέρεται ανουί) και χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία και την καθημερινή γλώσσα για να περιγράψει ένα βαθύ αίσθημα ψυχικής εξάντλησης, πνευματικής ανίας και υπαρξιακής πλήξης. Σε αντίθεση με την απλή ή πιο καθημερινή σημασία όταν λέμε “βαρεμάρα”, το ennui είναι πιο σύνθετο.

2 η Weltschmerz είναι γερμανική λέξη στην ουσία συνδυάζει την μελαγχολία, κατάθλιψη σε παγκόσμιο επίπεδο με τα συνθετικά της λέξης να είναι Κόσμος που Πονά (κοσμαλγία).

3  «eco-chamber» είναι “μια κατάσταση στην οποία οι άνθρωποι ακούν απόψεις ενός μόνο τύπου ή απόψεις που είναι παρόμοιες με τις δικές τους.” σύμφωνα με το Cambridge Dicrionary

*Στην παρούσια μετάφραση επιλέχθηκε κατά βάση η χρήση ουδέτερου ως προς το φύλο λόγου, προκειμένου να αποδοθεί με συμπεριληπτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, σε ορισμένα σημεία διατηρήθηκε το έμφυλο στοιχείο, βάσει του αρχικού κειμένου.

Κοινοποίηση

Ρωτήστε μας ότι σας ενδιαφέρει συμπληρώνοντας την παρακάτω φόρμα

Κλείστε ραντεβού

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα για να κλείσετε ραντεβού: