Όχι εις βάρος μας: Υποστηρίζοντας τους συμβούλους στη διαχείριση των δεοντολογικών προκλήσεων που προκύπτουν από πολλαπλές σχέσεις σε queer, Two Spirit (Ανθρώπων των Δύο Πνευμάτων) και/ή trans κοινότητες
Bethan Everett
Vancouver Coastal Health and University of British Columbia
Devon A. MacFarlane
Vancouver Island Health Authority
Vikki A. Reynolds
City University of Seattle
Harlene D. Anderson
Houston Galveston Institute and Taos Institute
Μετάφραση Άρθρου: Ελένη Σταματογιάννη, Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Επιμέλεια: Παπαδοπούλου Νατάσσα, Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Πηγή: vikkireynolds.ca
Εισαγωγή
Το παρόν άρθρο πραγματεύεται ένα θέμα που βρίσκεται στον πυρήνα της επαγγελματικής δεοντολογίας των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας: τις πολλαπλές σχέσεις ανάμεσα σε θεραπευτές, συμβούλους και ανθρώπους που λαμβάνουν υπηρεσίες. Στη συμβατική δεοντολογική βιβλιογραφία οι σχέσεις αυτές προσεγγίζονται συνήθως ως δυνητικά επικίνδυνες, καθώς ενδέχεται να δημιουργήσουν συνθήκες εκμετάλλευσης, σύγχυσης ρόλων ή κατάχρησης εξουσίας. Ως αποτέλεσμα, η κυρίαρχη σύσταση είναι η αποφυγή τους όπου αυτό είναι δυνατό.
Οι συγγραφείς του άρθρου δεν αμφισβητούν τη σημασία της προστασίας των ανθρώπων που βρίσκονται σε θέση ευαλωτότητας. Αντίθετα, θέτουν ένα διαφορετικό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας εργάζονται μέσα στις ίδιες κοινότητες στις οποίες ανήκουν οι ίδιοι; Τι συμβαίνει όταν οι θεραπευτές/θεραπεύτριες και οι σύμβουλοι μοιράζονται κοινές εμπειρίες, ταυτότητες, κοινωνικούς χώρους, πολιτισμικές αναφορές και ιστορίες αποκλεισμού με τους ανθρώπους που υποστηρίζουν;
Αντλώντας από την εμπειρία τους σε υπηρεσίες που απευθύνονται σε queer, trans και Two Spirit κοινότητες στον Καναδά, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η παραδοσιακή κατανόηση των «διπλών σχέσεων» συχνά αποτυγχάνει να περιγράψει την πολυπλοκότητα της πραγματικής ζωής. Για πολλές επαγγελματίες που ανήκουν σε περιθωριοποιημένες κοινότητες, οι σχέσεις αυτές δεν είναι μια πιθανότητα που μπορεί εύκολα να αποφευχθεί αλλά μια ήδη υπάρχουσα πραγματικότητα. Η απαίτηση πλήρους αποστασιοποίησης από την κοινότητα μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση, αυτοπεριορισμό και αποκλεισμό των ίδιων των επαγγελματιών από τους χώρους όπου αντλούν υποστήριξη, αίσθημα του ανήκειν και συλλογική ταυτότητα.
Το άρθρο προτείνει μια μετατόπιση από την έννοια των «διπλών σχέσεων» προς την έννοια των «πολλαπλών σχέσεων», υποστηρίζοντας ότι οι σχέσεις αυτές δεν παράγουν μόνο κινδύνους αλλά και δυνατότητες. Μπορούν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη, τη σύνδεση, την πολιτισμική κατανόηση, την ελπίδα και την αίσθηση ότι ο άνθρωπος που ζητά βοήθεια συναντά έναν επαγγελματία που κατανοεί βιωματικά ορισμένες πλευρές της εμπειρίας του.
Παράλληλα, το άρθρο συνομιλεί με ευρύτερα ρεύματα της κονστρουξιονιστικής, συνεργατικής και διαλογικής σκέψης, θέτοντας ερωτήματα όχι μόνο για τις πολλαπλές σχέσεις αλλά και για τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη δεοντολογία. Αντί να αντιμετωπίζεται ως ένα σταθερό σύνολο κανόνων, η δεοντολογία παρουσιάζεται ως μια διαρκής διαδικασία αναστοχασμού, διαλόγου και συλλογικής ευθύνης απέναντι στους ανθρώπους και τις κοινότητες με τις οποίες εργαζόμαστε.
Αν και το άρθρο εστιάζει στις LGBT2SQ κοινότητες του καναδικού πλαισίου, τα ερωτήματα που θέτει υπερβαίνουν το συγκεκριμένο πεδίο. Αφορούν κάθε επαγγελματία που εργάζεται μέσα σε μικρές, περιθωριοποιημένες ή στενά συνδεδεμένες κοινότητες και καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην εγγύτητα και την επαγγελματική ευθύνη. Με αυτή την έννοια, το άρθρο συνιστά μια σημαντική συμβολή στον σύγχρονο διάλογο για τη δεοντολογία, τις σχέσεις φροντίδας και τη θέση του επαγγελματία μέσα στις κοινότητες που υπηρετεί.
Περίληψη
Οι επαγγελματικοί δεοντολογικοί κώδικες συνήθως παραινούν τους συμβούλους να αποφεύγουν, όπου αυτό είναι δυνατόν, τις διπλές σχέσεις, αλλά γενικά δεν παρέχουν καθοδήγηση για καταστάσεις στις οποίες αυτό δεν είναι εφικτό. Έτσι, οι queer, Two Spirit1 και/ή trans σύμβουλοι καθίστανται ευάλωτοι σε αρνητικές κρίσεις, πιθανές κατηγορίες περί μη επαγγελματικής συμπεριφοράς και πρακτικές αυτοεπιτήρησης που περιορίζουν τη δυνατότητά τους να ζουν, να εργάζονται και να συμμετέχουν ενεργά στις κοινότητες που υπηρετούν. Υποστηρίζουμε ότι η απαγόρευση των διπλών σχέσεων ούτε θα τερματίσει την εκμετάλλευση των πελατών ούτε θα αναγνωρίσει τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από σωστά διαχειριζόμενες διπλές σχέσεις. Ο όρος πολλαπλές σχέσεις ενδέχεται να αποδίδει καλύτερα την πολυπλοκότητα των σχέσεων στις queer, Two Spirit και/ή trans κοινότητες και αναγνωρίζει ότι αυτές ενέχουν τη δυνατότητα τόσο ωφέλειας όσο και βλάβης για τους πελάτες. Υποστηρίζουμε μια βαθύτερη εμπλοκή με τη δεοντολογία ως μια ζωντανή διαδικασία, η οποία απαιτεί να ανταποκρινόμαστε συλλογικά, ως επαγγέλματα φροντίδας, ώστε να διασφαλίζεται η φροντίδα των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων χωρίς να μετατίθεται το βάρος της φροντίδας στα ίδια τα μέλη των κοινοτήτων. Προτείνουμε κατευθυντήριες γραμμές που καλούν στη συμπερίληψη όλων των εμπλεκόμενων μερών (συμβούλων, πελατών και εποπτών), στη διαφάνεια, στην πλήρη γνωστοποίηση και στην ανάπτυξη ενός σχεδίου και τεκμηριωμένου σκεπτικού για τις ευθύνες των συμβούλων σε κάθε συνάντηση με πελάτες, τόσο εντός όσο και εκτός του κλινικού πλαισίου.
Η Τζούλη αρνείται μια πρόσκληση να συμμετάσχει σε μια τελετή πνευματικού και κοινοτικού χαρακτήρα (sweat lodge) που οργανώνεται από μέλη της κοινότητας Two Spirit στην περιοχή όπου εργάζεται. Στο παρελθόν συμμετείχε τακτικά σε αυτή την τελετή. Γνωρίζει ότι δύο πελάτες που παρακολουθεί ως σύμβουλος για ζητήματα χρήσης αλκοόλ και ουσιών θα συμμετάσχουν στην τελετή αυτού του μήνα. Η τελετή έχει ιδιαίτερη σημασία για αυτούς, καθώς συμβάλλει στην κατανόηση ότι η κουλτούρα μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά στη διαδικασία της ίασης (Richardson, 2005). Η Τζούλη θέτει στο επίκεντρο τους πελάτες της και δεν τους γνωστοποιεί ότι η παρουσία τους συνδέεται με τη δική της απουσία. Βιώνει βαθιά απώλεια και θλίψη και της λείπουν έντονα η αίσθηση συνέχειας και οι ιερές συνδέσεις που αυτή η τελετή καλλιεργεί για εκείνη ως άτομο Two Spirit.
Στην άλλη πλευρά της πόλης, ο Τζο, ένας ομοφυλόφιλος σύμβουλος, επινοεί μια δικαιολογία για να μην παρευρεθεί στην καθιερωμένη ετήσια γιορτινή συνάντηση ενός πολύ αγαπημένου του φίλου, το πρωί της παρέλασης υπερηφάνειας. Γνωρίζει ότι ο φίλος του συνδέεται κοινωνικά με αρκετούς από τους θεραπευόμενούς του. Η επιλογή αυτή τον απομακρύνει από σημαντικές πλευρές της προσωπικής και κοινοτικής του ζωής. Ιδιαίτερα, τον στερεί από τη δυνατότητα να γιορτάσει ανοιχτά την ταυτότητά του ως ομοφυλόφιλος άνδρας και να συμμετάσχει σε αυτό που η Lacey (2005a) αποκαλεί «κοινωνικό θείο», δηλαδή σε μια συλλογική εμπειρία γιορτής, ελευθερίας και κοινοτικής σύνδεσης, μέσα από την οποία μπορεί να βιώσει βαθύτερα το αίσθημα του ανήκειν.
Θέτοντας το πλαίσιο της δουλειάς μας
Οι επινοημένες αφηγήσεις της Τζούλη και του Τζο αντλούνται από ιστορίες οδύνης και απομόνωσης που έχουμε δει να εκτυλίσσονται στις ζωές λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων, τρανς, Two Spirit και queer (LGBT2SQ) συμβούλων, τους οποίους εποπτεύουμε ή υποστηρίζουμε. Η συμμετοχή σε αυτές τις περιθωριοποιημένες κοινότητες αποτελεί συχνά μέρος αυτού που καθιστά τους συμβούλους αποτελεσματικούς, καθώς τους επιτρέπει να αξιοποιούν γνώσεις που είναι πολιτισμικά κατάλληλες και ριζωμένες στη βιωμένη εμπειρία τους (Kessler & Waehler, 2005).
Ωστόσο, όταν σύμβουλοι LGBT2SQ προσλαμβάνονται για να εργαστούν μέσα στις ίδιες τους τις κοινότητες, διατρέχουν τον κίνδυνο να κριθούν ως λιγότερο επαγγελματίες ακριβώς επειδή ανήκουν σε αυτές τις κοινότητες και εμπλέκονται σε πολλαπλές σχέσεις που είναι δύσκολο να αποφευχθούν. Ως σύμμαχοι και μέλη της κοινότητας, θεωρούμε ότι είναι ανήθικο οι κίνδυνοι και τα κόστη που συνεπάγεται η εργασία προς όφελος περιθωριοποιημένων κοινοτήτων να μετατίθενται ως βάρος στα ίδια τα άτομα που υπηρετούν τις κοινότητές τους.
Σε αυτό το άρθρο εξετάζουμε τα δεοντολογικά ζητήματα που ανακύπτουν γύρω από τις διπλές σχέσεις στο πλαίσιο της εργασίας μέσα σε κοινότητες LGBT2SQ. Προσεγγίζουμε κριτικά την ταύτιση των διπλών σχέσεων με την εκμετάλλευση, διερευνούμε τον αντίκτυπο της αρνητικής αυτοεπιτήρησης στους συμβούλους και αναδεικνύουμε την ετεροκανονιστική διάσταση του κυρίαρχου λόγου στη συμβουλευτική, συμπεριλαμβανομένων των υφιστάμενων κωδίκων δεοντολογίας. Τοποθετούμε τις πολλαπλές σχέσεις στο πλαίσιο της ζωής των συμβούλων που ανήκουν σε κοινότητες LGBT2SQ. Παρουσιάζουμε επίσης ένα παράδειγμα περίπτωσης που δείχνει πώς μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη δεοντολογικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση πολλαπλών σχέσεων, προτείνοντας μια προσέγγιση που ενδέχεται να δημιουργήσει περισσότερο χώρο για όλους τους συμβούλους. Τέλος, προσκαλέσαμε την Αμερικανίδα συνεργατική θεραπεύτρια Harlene Anderson να καταθέσει τον αναστοχασμό της πάνω στο παρόν άρθρο, δεδομένης της μακρόχρονης δέσμευσής της σε μια διευρυμένη κατανόηση της δεοντολογίας στην πρακτική της συμβουλευτικής (Anderson, 1997).
Η ανάληψη ευθύνης και η διαφάνεια απαιτούν να τοποθετούμε τους εαυτούς μας ως συγγραφείς στα σημεία διασταύρωσης των ταυτοτήτων μας, σε σχέση τόσο με τη θέση μας ως φορέων εξουσίας όσο και ως υποκειμένων της εξουσίας (Crenshaw, 1995), σε συνάρτηση με το παρόν έργο. Ως συγγραφείς, ένας/μία από εμάς αυτοπροσδιορίζεται ως queer και trans, ενώ οι υπόλοιποι τοποθετούνται ως σύμμαχοι.
Το ενδιαφέρον μας προκύπτει από την παροχή δεοντολογικής συμβουλευτικής, εκπαίδευσης και κλινικής εποπτείας σε συμβούλους LGBT2SQ και στους συμμάχους τους μέσω του Prism Alcohol & Drug Services (Prism), το οποίο αποτελεί μέρος του Vancouver Coastal Health (VCH).
Υποχρεούμαστε να ανταποκριθούμε στην απομόνωση, την απελπισία και την αρνητική αυτοεπιτήρηση με τις οποίες παλεύουν οι σύμβουλοι LGBT2SQ, όταν αναλογίζονται την πιθανότητα αρνητικών κρίσεων και φοβούνται τις ενδεχόμενες συνέπειες που μπορεί να έχουν οι διπλές σχέσεις. Σύμβουλοι που εποπτεύουμε αναφέρουν ότι αισθάνονται πως πρέπει να περιορίζουν τις ζωές τους, να ζουν πιο απομονωμένα και να παραμένουν υπεράνω κάθε υποψίας.
Οι σύμβουλοι λένε ότι δεν φοβούνται απαραίτητα το ενδεχόμενο να κληθούν σε διαδικασία δεοντολογικής εξέτασης, αλλά ανησυχούν για την αξιοπιστία και τη φήμη τους. Η αποστολή του Prism είναι να παρέχει εξειδικευμένες υπηρεσίες για την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων σε άτομα που ανήκουν σε πληθυσμούς LGBT2SQ και να υποστηρίζει τις γενικές υπηρεσίες ώστε να αναπτύξουν την επάρκειά τους σε αυτόν τον τομέα. Το Prism είναι μόλις το δεύτερο πρόγραμμα στον Καναδά που παρέχει αυτές τις υπηρεσίες.
Για αυτόν τον λόγο, υπάρχει έλλειψη βιβλιογραφίας που να εξετάζει τα δεοντολογικά ζητήματα που ανακύπτουν όταν επαγγελματίες που αυτοπροσδιορίζονται ως queer, Two Spirit και/ή trans εργάζονται μέσα στις ίδιες τους τις κοινότητες. Ελπίζουμε ότι αυτό το κείμενο θα προσφέρει ένα αίσθημα αλληλεγγύης και ανακούφισης στους συμβούλους μας, δημιουργώντας περισσότερο χώρο ώστε να μπορούν να είναι πλήρως παρόντες/παρούσες/παρόντα και ενεργοί/ές/ά στις δικτυωμένες κοινότητες του ανήκειν (Lacey, 2005b), και ενδεχομένως να συμβάλει και στην ευρύτερη κοινότητα των επαγγελματιών που προσφέρουν φροντίδα.

Μερικές σημειώσεις για τη γλώσσα
Στη βορειοαμερικανική κοινωνία οι όροι sex και gender (βιολογικό φύλο και κοινωνικό φύλο) συχνά συγχέονται. Ωστόσο, το βιολογικό φύλο αναφέρεται στα σωματικά χαρακτηριστικά των σωμάτων μας — χρωμοσώματα, γεννητικά όργανα, ορμόνες και δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου — ενώ το κοινωνικό φύλο περιλαμβάνει τόσο τις ταυτότητές μας όσο και τον τρόπο με τον οποίο τις εκφράζουμε (Butler, 1990). Οι πιο συνηθισμένες ταυτότητες κοινωνικού φύλου είναι ο άνδρας και η γυναίκα.
Άτομα με τα οποία συνεργαζόμαστε και τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως τρανς ή τρανστζέντερ δεν ταυτίζονται αυστηρά με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση και ενδέχεται να μεταβούν πολιτισμικά, κοινωνικά, σωματικά και/ή ιατρικά σε ένα φύλο με το οποίο νιώθουν μεγαλύτερη συμφωνία, το οποίο μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από αρσενικό ή θηλυκό (Nataf, 1996). Πολλοί άνθρωποι δεν προσδιορίζουν το φύλο τους με κανέναν συγκεκριμένο τρόπο, ενώ άλλοι αυτοπροσδιορίζονται ως gender variant, gender nonconforming ή genderqueer, δηλαδή ως κάτι διαφορετικό από τρανς και πέρα από την κανονιστική δυαδικότητα του φύλου (J. Kelly, προσωπική επικοινωνία, 1 Ιουνίου 2011).
Όλοι αυτοί οι όροι είναι ατελείς, αμφισβητούμενοι και διαρκώς εξελισσόμενοι. Τους χρησιμοποιούμε για λόγους σαφήνειας, αλλά και επειδή οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργαζόμαστε έχουν επιλέξει, προς το παρόν, να χρησιμοποιούν αυτή την ορολογία (Reynolds, 2010a). Ο όρος queer έχει υιοθετηθεί από ορισμένες από τις κοινότητες με τις οποίες συνεργαζόμαστε ως ένας ευρύτερος όρος αναφοράς για άτομα που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως αποκλειστικά ετεροφυλόφιλα.
Θα χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο για να αναφερθούμε σε λεσβίες, ομοφυλόφιλους, αμφιφυλόφιλους, άτομα Two Spirit και άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως queer, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για έναν όρο αμφιλεγόμενο για πολλούς λόγους (Anzaldúa, 1991· Fassinger & Arsenau, 2007). Τα άτομα με τα οποία συνεργαζόμαστε και αυτοπροσδιορίζονται ως Two Spirit περιγράφουν την πολιτισμική τους ταυτότητα ως αυτόχθονες ανθρώπους που έλκονται από άτομα του ίδιου ή και διαφορετικών φύλων, και/ή μπορεί να είναι τρανς, και/ή να θεωρούν ότι φέρουν μέσα τους τα χαρίσματα τόσο του θηλυκού όσο και του αρσενικού πνεύματος. Ο όρος Two Spirit παραπέμπει επίσης σε ένα πλούσιο σύνολο πολιτισμικών γνώσεων, παραδόσεων και τρόπων κατανόησης του κόσμου (O’Brien-Teengs, 2008).
Άτομα με τα οποία συνεργαζόμαστε και τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως queer μπορεί να ανήκουν σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω ομάδες, αλλά κυρίως αυτοπροσδιορίζονται έξω από τα κυρίαρχα ετεροκανονικά πρότυπα. Η ετεροκανονικότητα περιγράφει τη διαρκή κοινωνική επιβολή αυτού που θεωρείται «κανονικό» σε ζητήματα αγάπης, σεξουαλικότητας, οικογενειακών σχέσεων, έμφυλων ρόλων και ευρύτερων κοινωνικών σχέσεων. Η αντίληψη της πυρηνικής οικογένειας ως προνομιακού μοντέλου, ο γάμος ως σχέση αποκλειστικά μεταξύ άνδρα και γυναίκας, η αποδοχή της σεξουαλικής σχέσης μόνο μεταξύ άνδρα και γυναίκας, καθώς και οι στενές και άκαμπτες κοινωνικές νόρμες σχετικά με τον τρόπο έκφρασης του φύλου (να είσαι άνδρας, να είσαι γυναίκα, να μην είσαι τρανς ή gender variant) αποτελούν στοιχεία λόγων και πρακτικών που προάγουν και επιβάλλουν την ετεροφυλοφιλία ως το «κανονικό» (Butler, 1990).
Στο κείμενό μας υιοθετούμε μια συμπεριληπτική γλωσσική πρακτική που αντλεί από τις queer θεωρητικές προσεγγίσεις και αμφισβητεί τη δυαδική αντίληψη του φύλου που ενσωματώνεται στη χρήση των αντωνυμιών «αυτός» και «αυτή» (Butler, 1990), καθώς η γλώσσα που αναπαράγει αυστηρούς έμφυλους διαχωρισμούς μπορεί να καθιστά τα τρανς άτομα αόρατα. Για τον λόγο αυτό, στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιούνται οι αντωνυμίες they, their και them τόσο ως αντωνυμίες τρίτου ενικού όσο και τρίτου πληθυντικού προσώπου σε όλη την έκταση του κειμένου.
Διακρίνοντας τις διπλές από τις πολλαπλές σχέσεις
Ο όρος «διπλή σχέση» χρησιμοποιείται συχνά με αρνητικές συνδηλώσεις (Kessler & Waehler, 2005· Simon, 2010· Tomm, 2002). Διπλές σχέσεις προκύπτουν όταν ένας σύμβουλος ή μια σύμβουλος έχει περισσότερους από έναν τύπους σχέσης με έναν πελάτη, όπως για παράδειγμα όταν είναι ταυτόχρονα σύμβουλος για ζητήματα χρήσης αλκοόλ και ουσιών και συμπαίκτης στην ομάδα σόφτμπολ του πελάτη. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι διπλές σχέσεις συζητούνται στον επαγγελματικό λόγο και στους κώδικες δεοντολογίας αποκλειστικά ως δυνητικά επιβλαβείς, όπως αναλύεται στη συνέχεια του άρθρου (π.χ. Canadian Counselling and Psychotherapy Association, 2007· Canadian Psychological Association, 2000).
Οι ισχύοντες κώδικες δεοντολογίας βασίζονται στην άρρητη παραδοχή ότι οι διπλές σχέσεις είναι κάτι που ενδέχεται να συμβεί. Η παραδοχή αυτή αντανακλά το προνόμιο ορισμένων επαγγελματιών να διατηρούν απόσταση από τις ζωές των πελατών τους και ταυτόχρονα αντιμετωπίζει αυτή την απόσταση ως δείκτη επαγγελματισμού. Για συμβούλους που εργάζονται με πελάτες οι οποίοι ζουν στα ίδια περιθωριοποιημένα κοινωνικά πλαίσια με τους ίδιους, οι διπλές αυτές σχέσεις συχνά προϋπάρχουν (Brown, 1989· Dworkin, 1992· Morrow, 2000) και δεν είναι εύκολο να αποφευχθούν.
Οι ανησυχίες που σχετίζονται με την ομοφοβία, την τρανσφοβία και τον ετεροσεξισμό μπορεί να οδηγούν πολλά άτομα LGBT2SQ στο να διστάζουν να αναζητήσουν θεραπεία από συμβούλους που δεν ανήκουν στις κοινότητές τους. Οι queer, Two Spirit και/ή trans κοινότητες τείνουν να είναι στενά διασυνδεδεμένες και οι σύμβουλοι που εργάζονται μέσα σε αυτές συχνά έχουν σχεδόν αναπόφευκτα προϋπάρχουσες ή ταυτόχρονες σχέσεις με τους πελάτες τους.
Πιστεύουμε ότι η χρήση του όρου «διπλές σχέσεις» καθιστά αόρατο τον κοινωνικό ιστό των κοινοτήτων LGBT2SQ και απλοποιεί υπερβολικά το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εργάζονται οι σύμβουλοι. Αντίθετα, ο όρος «πολλαπλές σχέσεις» αποτυπώνει πληρέστερα την πολυπλοκότητα αυτών των σχέσεων και αναγνωρίζει ότι ενέχουν τη δυνατότητα τόσο βλάβης όσο και οφέλους για τους πελάτες.
Αναγνωρίζουμε την ανάγκη ύπαρξης σαφών κατευθυντήριων γραμμών για την πρόληψη πιθανών μορφών εκμετάλλευσης. Οι κώδικες δεοντολογίας επιχειρούν να ανταποκριθούν σε αυτή τη δεοντολογική απαίτηση. Παράλληλα, διακρίνουμε τις διπλές από τις πολλαπλές σχέσεις προκειμένου να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο για τους συμβούλους LGBT2SQ, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν με μεγαλύτερη ασφάλεια στις κοινότητές τους και να ενισχύεται η δυνατότητά τους να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια στους πελάτες τους.
Η έννοια των πολλαπλών σχέσεων ανοίγει επίσης το ενδεχόμενο οι πελάτες να ωφελούνται περισσότερο, καθώς μας επιτρέπει να μιλήσουμε πιο ανοιχτά για την πιθανότητα οι σχέσεις μεταξύ συμβούλων και πελατών να περιλαμβάνουν κάτι περισσότερο από τον κίνδυνο εκμετάλλευσης.
Η δεοντολογική μας στάση — η ηθική ως ζωντανή διεργασία
Η ηθική δεν είναι παγιωμένη και στατική, αλλά ρευστή και ζωντανή. Δίνουμε ζωή στη δεοντολογική μας εμπλοκή παραμένοντας συνεχώς ανοιχτά σε νέα μάθηση και νέες δυνατότητες, ενώ ταυτόχρονα αντλούμε από σημαντικές διδαχές ιστορικών πλαισίων και από τις βιωμένες μας εμπειρίες.
Προσεγγίζουμε την ηθική μέσα από μια κατανόηση που είναι λιγότερο συνδεδεμένη με φιλοσοφικές και υποθετικές κρίσεις περί σωστού και λάθους και περισσότερο εστιασμένη στις άμεσες απαιτήσεις των περιστάσεων στο κοινωνικό πλαίσιο ζωής των πελατών.
Μας απασχολεί ο βαθμός στον οποίο οι θεωρίες και οι πρακτικές μας, ως επαγγελματιών που εργαζόμαστε μέσα στις κοινότητες αυτές, συμβάλλουν στην ουσιαστική υποστήριξη των πελατών μας που ανήκουν σε κοινότητες LGBT2SQ. Η προσέγγισή μας στην ηθική είναι περισσότερο πρακτική παρά αφηρημένη (Deleuze, 1981· Jenkins, 2006). Οι κώδικες δεοντολογίας υπάρχουν προκειμένου να καθορίζουν με σαφήνεια ποιες μορφές συμπεριφοράς θεωρούνται αποδεκτές στο πλαίσιο των επαγγελμάτων μας.
Οι κώδικες προσφέρουν «ιδανικά και κατευθυντήριους στόχους παρά δεσμευτικά πρότυπα συμπεριφοράς» (Kakkad, 2005, σ. 296). Παρά τη χρησιμότητά τους, όταν γίνεται λόγος για την ηθική στη συμβουλευτική, συχνά η έννοια αυτή συνδέεται με λέξεις όπως «δίλημμα» ή «πρόβλημα». Στο πλαίσιο των επαγγελματικών κωδίκων δεοντολογίας, ο όρος συνδέεται συχνά με διορθωτικές και ενδεχομένως πειθαρχικές διαδικασίες (π.χ. Canadian Counselling and Psychotherapy Association, 2007· Canadian Psychological Association, 2000).
Οι κώδικες δεοντολογίας που διέπουν τη συμβουλευτική, την ψυχολογία και την κοινωνική εργασία στον Καναδά αναγνωρίζουν ότι οι διπλές σχέσεις μπορεί να προκύψουν. Ωστόσο, τείνουν να υποστηρίζουν ότι οι διπλές σχέσεις θα πρέπει να αποφεύγονται, να υπονοούν ότι είναι δυνατόν να αποφευχθούν και να τις συνδέουν με τον κίνδυνο πρόκλησης βλάβης. Για παράδειγμα, το Τμήμα B8 του Κώδικα Δεοντολογίας της Canadian Counselling and Psychotherapy Association (2007) συνιστά στους συμβούλους να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποφυγή διπλών σχέσεων με τους πελάτες τους.
Όταν μια διπλή σχέση δεν μπορεί να αποφευχθεί, οι σύμβουλοι λαμβάνουν κατάλληλες επαγγελματικές προφυλάξεις, όπως η αποσαφήνιση ρόλων, η ενημερωμένη συναίνεση, η διαβούλευση και η τεκμηρίωση, ώστε να διασφαλίζεται ότι η κρίση δεν επηρεάζεται και ότι δεν προκύπτει εκμετάλλευση (σ. 8).
Η Αρχή 3 του Κώδικα Δεοντολογικής Συμπεριφοράς της BC Association of Clinical Counsellors (2008), με τίτλο «Ακεραιότητα στις Σχέσεις», καθοδηγεί τους συμβούλους να:
- αποφεύγουν τις διπλές σχέσεις ή ακόμη και την εμφάνιση τέτοιας σχέσης σε περιπτώσεις όπου η ύπαρξή της μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την επαγγελματική σχέση.
- όπου μια διπλή σχέση υπάρχει ή γίνεται αντιληπτή ως τέτοια, να λαμβάνουν άμεσα και εύλογα μέτρα για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε βλάβης προκύψει ή της πιθανότητας τέτοιας (σ. 10).
Παρόμοια, το Τμήμα 2.4 των Κατευθυντήριων Γραμμών για την Ηθική Πρακτική της Canadian Association of Social Workers (2005) αναφέρει ότι:
Ενώ η επαφή με πελάτες σε διαφορετικές περιστάσεις της ζωής δεν είναι εγγενώς επιβλαβής, είναι ευθύνη του/της κοινωνικού/ής λειτουργού να αξιολογεί τη φύση αυτών των επαφών ώστε να διαπιστώνει αν βρίσκεται σε θέση δύναμης και/ή εξουσίας που μπορεί να επηρεάσει υπέρμετρα ή αρνητικά τις αποφάσεις και τις πράξεις του πελάτη (σ. 12).
Τέλος, το Τμήμα III.34 του Canadian Code of Ethics for Psychologists (Canadian Psychological Association, 2000) απαιτεί από τους ψυχολόγους να «διαχειρίζονται τις διπλές σχέσεις που δεν μπορούν να αποφευχθούν λόγω πολιτισμικών κανόνων ή άλλων περιστάσεων με τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται η προκατάληψη, η έλλειψη αντικειμενικότητας και ο κίνδυνος εκμετάλλευσης» (σ. 27).
Τα έγγραφα των κωδίκων δεοντολογίας είναι χρήσιμα για τη δημιουργία πλαισίων μέσα στα οποία εργάζονται οι σύμβουλοι, ωστόσο δεν παρέχουν πάντοτε επαρκή καθοδήγηση για να βοηθήσουν τους συμβούλους να διαχειριστούν τις πολλαπλές σχέσεις που δεν μπορούν να αποφευχθούν. Η ύπαρξη τέτοιων κατευθυντήριων γραμμών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ικανότητα των συμβούλων να υπηρετούν τους πελάτες τους με μικρότερο προσωπικό κίνδυνο και να βιώνουν τον εαυτό τους ως επαγγελματίες που δρουν με ακεραιότητα και αξιοπρέπεια.
Επιστρέφοντας στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε αυτή την ενότητα, εάν οι σύμβουλοι πρόκειται να ενεργούν πραγματικά με επίκεντρο τον πελάτη ενώ διαχειρίζονται πολλαπλές σχέσεις, θα χρειαστεί να παραμείνουμε ανοιχτές σε αλλαγές στην κατανόησή μας για τη δεοντολογία — ιδιαίτερα καθώς η κοινωνία μας μεταβάλλεται και οι κοινωνικές σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο πολύπλοκες.
Σε ένα εργαστήριο όπου οι συμμετέχοντες αμφισβητούσαν την ηθική σε σχέση με την επαγγελματική πρακτική, η Harlene Anderson δήλωσε:
Από πού προέρχονται οι κανόνες και οι πολιτικές μας; Έχουν διαμορφωθεί από το ίδιο το επάγγελμά μας. Αν δεν ανταποκρίνονται στις περιστάσεις, τότε είναι δική μας ευθύνη να τις αμφισβητήσουμε, ακόμη και να τις αναθεωρήσουμε. Η υιοθέτηση μιας διερευνητικής ή σκεπτικιστικής στάσης μπορεί να μας βοηθήσει να αποφύγουμε το ενδεχόμενο να καταπιεζόμαστε από το ίδιο μας το γνωστικό πλαίσιο. (Anderson, όπως αναφέρεται στο Simon, 2010, σ. 318)
Διακρίνοντας την εκμετάλλευση από τις πολλαπλές σχέσεις
Ο Karl Tomm είναι Καναδός ψυχίατρος, καθηγητής και πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της American Association of Marriage and Family Therapists. Ο Tomm (2002) έγραψε με ιδιαίτερη σαφήνεια για την ανησυχία του ότι οι κώδικες δεοντολογίας «θα έπρεπε να παραμείνουν εστιασμένοι στην αποφυγή της εκμετάλλευσης και να μην μετατοπιστούν προς την αποφυγή των διπλών σχέσεων» (σ. 32).
Σε συμφωνία με τον Tomm, πιστεύουμε ότι η εκμετάλλευση — όπως η σεξουαλική οικειότητα με πελάτες — είναι λανθασμένη και ανήθικη. Ωστόσο, «η υπόθεση ότι οι διπλές σχέσεις αποτελούν την πηγή της εκμετάλλευσης είναι εξαιρετικά παραπλανητική» (σ. 33). Η απαγόρευση των διπλών ή πολλαπλών σχέσεων δεν θα τερματίσει ούτε θα αποτρέψει την εκμετάλλευση πελατών στις κοινότητες στις οποίες εργαζόμαστε.
Στην πραγματικότητα, πιστεύουμε ότι ο αποκλεισμός ατόμων από κοινότητες LGBT2SQ από υπηρεσίες που παρέχονται από συμβούλους με τους οποίους διατηρούν πολλαπλές σχέσεις μπορεί να αποδειχθεί πιο επιβλαβής από τον κίνδυνο πιθανής εκμετάλλευσης. Ομάδες εστίασης που διεξήγαγε ένας από τους συγγραφείς έδειξαν ότι μέλη queer, Two Spirit και/ή trans κοινοτήτων επιθυμούν να αναγνωρίζουν τις δικές τους πολιτισμικές εμπειρίες και ταυτότητες στους επαγγελματίες που τους παρέχουν υπηρεσίες και, ιδιαίτερα, στους συμβούλους με τους οποίους συνεργάζονται (MacFarlane, 2003).
Ο Tomm (2002) έθεσε ένα ακόμη σημαντικό ερώτημα όταν διερωτήθηκε γιατί δίνεται προτεραιότητα στην εκμετάλλευση σε μια διπλή σχέση σε σχέση με την εκμετάλλευση που μπορεί να προκύψει μέσα σε μια καθαρά επαγγελματική σχέση. Η εκμετάλλευση πελατών από συμβούλους προκύπτει από καταχρηστικές σχέσεις. Η εστίαση του επαγγελματικού μας πεδίου στις διπλές σχέσεις ως κατ’ ανάγκην επιβλαβείς μπορεί να συσκοτίσει τις καταχρήσεις που διαπράττονται από συμβούλους οι οποίοι δεν έχουν καμία άλλη σχέση με τον πελάτη.
Πιστεύουμε ότι είναι αφελές να υποθέτουμε πως σύμβουλοι που αυτοπροσδιορίζονται ως queer, Two Spirit και/ή trans θα αντιμετωπιστούν με το ίδιο προνόμιο και τον ίδιο σεβασμό όπως οι συνάδελφοί τους που αναγνωρίζονται πιο εύκολα ως «κανονικοί». Έχουμε διαπιστώσει ότι σύμβουλοι που αυτοπροσδιορίζονται ως queer, Two Spirit και/ή trans και συμμετέχουν ενεργά στις κοινότητές τους διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο να κριθούν επειδή εμπλέκονται σε διπλές σχέσεις.
Ο φόβος, ο κίνδυνος και η εμπειρία της αρνητικής κριτικής μπορεί να είναι βαθιά οδυνηρά και συναισθηματικά εξουθενωτικά για αυτούς τους συμβούλους. Η δημιουργία πυκνά διασυνδεδεμένων κοινοτήτων (Lacey, 2005a), οι οποίες καλλιεργούν χώρους συμπερίληψης (Lacey, 2005b) ως απάντηση στο μίσος και τον αποκλεισμό, αποτελεί ένδειξη ευημερίας, ανθεκτικότητας και πηγή ελπίδας για πελάτες που δίνουν τους ίδιους αγώνες για αξιοπρέπεια και κοινωνική αναγνώριση απέναντι στην τρανσφοβία, την ομοφοβία και τον ρατσισμό.
Η ερμηνεία μας είναι ότι ένα σημάδι της ετεροκανονικότητας στον λόγο της συμβουλευτικής και στους ισχύοντες κώδικες δεοντολογίας είναι η υπόθεση ότι ο επαγγελματισμός ενός συμβούλου μπορεί να τίθεται σε κίνδυνο λόγω των συνδέσεων που αναπτύσσονται μέσα σε δικτυωμένες κοινότητες. Πιστεύουμε ότι μια προσέγγιση ενημερωμένη από queer οπτικές θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερο χώρο για δικαιοσύνη τόσο για τους πελάτες όσο και για τους συμβούλους.
Αυτό θα δημιουργούσε επίσης περισσότερο χώρο για όλους τους επαγγελματίες, ανεξαρτήτως φύλου, ταυτότητας ή σεξουαλικού προσανατολισμού, να είναι πιο ολοκληρωμένα ο εαυτός τους. Από μια δυτική οπτική, μια κοινωνικά δίκαιη κοινωνία μπορεί να περιγραφεί ως τέτοια όπου όλες οι ομάδες ανθρώπων, ανεξαρτήτως υπόβαθρου, συμμετέχουν στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αποφάσεις της (Orlowski, 2009).
Οι δεοντολογικές ανταποκρίσεις στους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι σύμβουλοι LGBT2SQ απαιτούν άμεση δράση. Ως κλινικοί επόπτες και μελετητές της δεοντολογίας, η εργασία μας είναι ατελής αλλά αναγκαία, και δεν μπορούμε να πούμε στους συμβούλους από κοινότητες LGBT2SQ: «Συνεχίστε απλώς να κάνετε αυτό που κάνετε».
Αναγνωρίζουμε ότι οι τρόποι με τους οποίους ανταποκρινόμαστε σε καταπιεστικές καταστάσεις θα είναι αναγκαστικά ατελείς. Θα δράσουμε και στη συνέχεια θα αναστοχαστούμε, θα αναλύσουμε και θα επαναδιαμορφώσουμε τις παρεμβάσεις μας (Freire, 1970). Οι σύμβουλοι δεν μπορούν να περιμένουν καλύτερη εκπαίδευση, την άφιξη του «σωστού» δασκάλου ή την ανακάλυψη του κατάλληλου βιβλίου. Ως επαγγελματικές κοινότητες αξιοποιούμε όσα έχουμε μάθει από τις ακτιβιστικές παραδόσεις, από προοδευτικές εκπαιδευτικές πρακτικές, καθώς και από τις οικογένειες και τις πολιτισμικές μας παραδόσεις, ώστε να ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες μέσα από τη δράση.
Κρατάμε κοντά μας μια διδαχή του Chomsky (2005):
Η κοινωνική δράση δεν μπορεί να περιμένει μια πλήρως θεμελιωμένη θεωρία για τον άνθρωπο και την κοινωνία, ούτε μπορεί η εγκυρότητα μιας τέτοιας θεωρίας να καθορίζεται από τις ελπίδες και τις ηθικές μας κρίσεις. Και τα δύο — η θεωρητική διερεύνηση και η δράση — πρέπει να προχωρούν όσο καλύτερα μπορούν, προσβλέποντας στην ημέρα κατά την οποία η θεωρητική έρευνα θα προσφέρει μια σταθερή καθοδήγηση στον αδιάκοπο, συχνά σκληρό, αλλά ποτέ χωρίς ελπίδα αγώνα για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη (σ. 116).
Οι συνέπειες της αρνητικής αυτοεπιτήρησης
Η φύση του κινδύνου για τους συμβούλους LGBT2SQ δεν αφορά τόσο την πιθανότητα να παραπεμφθούν σε μια επιτροπή δεοντολογίας ή να βρεθούν αντιμέτωποι με τον εργοδότη τους, παρότι αυτό είναι πιθανό και ιδιαίτερα τρομακτικό. Περισσότερο, οι σύμβουλοι αυτοί ανησυχούν βάσιμα ότι αντιμετωπίζονται ως λιγότερο αξιόπιστοι επαγγελματικά. Συχνά εμπλέκονται σε μια μορφή τιμωρητικής αυτοεπιτήρησης (Simon, 2010, σ. 322) και βιώνουν παραλυτικές αμφιβολίες σχετικά με τη συμμετοχή τους στις κοινότητες που τους στηρίζουν.
Ο Foucault (1991, σ. 197) αναφέρθηκε σε αυτές τις πρακτικές ως «πειθαρχικούς μηχανισμούς» που ευδοκιμούν μέσα σε κουλτούρες διαρκούς κριτικής και αξιολόγησης. Οι σύμβουλοι ανησυχούν ότι, υπό το βάρος των κυρίαρχων δεοντολογικών κωδίκων, μπορεί να βλάψουν τους πελάτες τους και συχνά καταλήγουν να συρρικνώνουν τον δικό τους κόσμο, κάτι που δεν ωφελεί ούτε τους πελάτες ούτε τη διατήρηση και τη βιωσιμότητα των ίδιων των επαγγελματιών (Reynolds, 2009).
Οι σύμβουλοι LGBT2SQ δεν επινοούν αυτές τις αρνητικές κριτικές. Η καταπίεση υπάρχει στον πραγματικό κόσμο, όχι μόνο στη φαντασία. Οι σύμβουλοι ανταποκρίνονται με οξυδέρκεια σε πολύ πραγματικές αρνητικές κοινωνικές αντιδράσεις (A. Wade, προσωπική επικοινωνία, 12 Ιανουαρίου 2007) που αντιμετωπίζουν τόσο οι κοινότητές τους γενικότερα όσο και οι ίδιοι προσωπικά ως επαγγελματίες.
Οι ζωές των συμβούλων LGBT2SQ συρρικνώνονται ως απόκριση σε αυτές τις αρνητικές κρίσεις. Σε συζητήσεις εποπτείας, σύμβουλοι που συνδέονται με το Prism 2ήταν ιδιαίτερα ανοιχτοί στο να μοιραστούν ότι αισθάνονται πως δεν μπορούν να συμμετέχουν στις κοινότητές τους και ταυτόχρονα να αισθάνονται ασφαλείς στην εργασία τους.
Πολλοί έπαιρναν οδυνηρές αποφάσεις να απομακρυνθούν από την κοινωνική τους ζωή: να σταματήσουν να πηγαίνουν σε μπαρ, σε πάρτι ή σε συγκεντρώσεις σε σπίτια φίλων, από φόβο μήπως συναντήσουν πελάτες. Ορισμένοι σκέφτονταν επίσης να αποχωρήσουν από εθελοντικούς ρόλους και ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να συμβάλουν στις κοινότητές τους πέρα από την αμειβόμενη εργασία τους ως σύμβουλοι.
Οι φόβοι τους ήταν ότι οι επόπτες/επόπτριες, οι διευθυντές ή τα συνάδελφά τους θα θεωρούσαν ότι έχουν ανεπαρκή επαγγελματικά όρια ή ότι συμπεριφέρονται ανήθικα, και ότι αυτό θα μπορούσε να έχει άμεσες ή μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εργασία, την επαγγελματική τους πορεία και την εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους.
Έχουν επίσης τεθεί ερωτήματα σχετικά με το αν πελάτες και ενδεχομένως άλλα μέλη της κοινότητας θα πρέπει να εμποδίζονται από τη συμμετοχή σε επιτροπές και συνεργατικούς σχηματισμούς στους οποίους οι σύμβουλοι χρειάζεται να συμμετέχουν λόγω των εργασιακών τους ευθυνών, προκειμένου να αποφευχθούν πολλαπλές σχέσεις. Ωστόσο, η συμμετοχή σε τέτοιες επιτροπές και συνεργασίες δημιουργεί ευκαιρίες για τους πελάτες να αναπτυχθούν, να εξελιχθούν και να συμβάλουν ενεργά οι ίδιοι. Η αποφυγή των πολλαπλών σχέσεων μπορεί τελικά να μας εμποδίζει να δημιουργήσουμε πιο ισχυρές, υγιείς και ανθεκτικές κοινότητες.
Ως επαγγελματίες που υποστηρίζουμε τις κοινότητες αυτές, ανησυχούμε ότι οι προσπάθειες των συμβούλων να αποφύγουν αυτές τις αρνητικές αξιολογήσεις μεταθέτουν στους ίδιους την ευθύνη να αντισταθούν στις μορφές καταπίεσης που βιώνουν. Θεωρούμε πιο υπεύθυνη στάση από την πλευρά της ευρύτερης κοινωνίας τη δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες όλοι οι άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως queer, Two Spirit και/ή trans μπορούν να αισθάνονται αρκετά ασφαλείς ώστε να ζουν με πληρότητα και να συμμετέχουν ενεργά στις κοινότητές τους.
Ελλείψει μιας δίκαιης κοινωνίας, είμαστε υποχρεωμένα ως επαγγελματίες να σταθούμε αλληλέγγυα προς τους συμβούλους LGBT2SQ και να βρούμε τρόπους ώστε οι πολλαπλές σχέσεις τους να γίνονται κατανοητές μέσα στο πλαίσιο των μικρών και περιθωριοποιημένων κοινοτήτων στις οποίες ζουν (Reynolds, 2010b).
Οι προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές μας και το δεοντολογικό τους σκεπτικό
Αναπτύξαμε δεοντολογικές κατευθυντήριες γραμμές που στοχεύουν όχι μόνο στην προστασία των συμβουλευόμενων, αλλά και στη μείωση κατηγοριών ή αρνητικών κρίσεων σχετικά με έλλειψη επαγγελματισμού εκ μέρους των συμβούλων, ως απάντηση στους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι σύμβουλοι LGBT2SQ όταν εργάζονται μέσα στις ίδιες τους τις κοινότητες.
Ο ρόλος μας ως μελετητριών της δεοντολογίας είναι να παρέχουμε στους συμβούλους καθοδήγηση σχετικά με το πώς να πλοηγούνται σε αυτές τις —όχι απρόσμενες— πολλαπλές σχέσεις και να διασφαλίζουν ότι εξυπηρετούνται τα βέλτιστα συμφέροντα των συμβουλευόμενων. Η ορθή δεοντολογική ανάλυση απαιτεί τη στάθμιση των ωφελειών και των πιθανών βλαβών μεταξύ τους, ενώ η δεοντολογική πράξη απαιτεί οι βλάβες να περιορίζονται σε εύλογα επίπεδα.
Είναι επίσης σημαντικό να αναγνωριστεί το επιχείρημα ότι οι διπλές σχέσεις μπορούν να «δημιουργήσουν χώρο για βαθύτερη σύνδεση, περισσότερη ανταλλαγή, μεγαλύτερη ειλικρίνεια, περισσότερη προσωπική ακεραιότητα, αυξημένη υπευθυνότητα, ενισχυμένη κοινωνική ένταξη, πληρέστερη θεραπεία και πιο ισότιμη ανθρώπινη αλληλεπίδραση» (Tomm, 2002, σ. 41).
Στο πλαίσιο των κοινοτήτων LGBT2SQ, οι πολλαπλές σχέσεις μπορούν επίσης να προσφέρουν ελπίδα, μέσα από την παρουσία θετικών προτύπων και την ενίσχυση των δυνατοτήτων της κοινότητας (capacity building), στοιχεία απαραίτητα για τη στήριξη και τον εμπλουτισμό κοινοτήτων που συχνά βρίσκονται στο περιθώριο και βιώνουν κοινωνικό και θεσμικό αποκλεισμό.
Οι κατευθυντήριες γραμμές του VCH για τις πολλαπλές σχέσεις διαμορφώθηκαν μέσα από μια διετή διαδικασία από μια διεπιστημονική ομάδα επαγγελματιών (MacFarlane κ.ά., 2010). Στα αρχικά στάδια της διαδικασίας προσκαλέσαμε μέλη του προσωπικού του Prism να μοιραστούν παραδείγματα δεοντολογικών διλημμάτων και προκλήσεων που αντιμετώπιζαν στην επαγγελματική τους πρακτική.
Διαπιστώσαμε ότι οι ανησυχίες σχετικά με τις πολλαπλές σχέσεις αποτελούσαν ένα από τα συχνότερα ζητήματα για τους συμβούλους και ότι είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή τους. Η ομάδα εργασίας που ανέπτυξε τις κατευθυντήριες γραμμές του VCH (MacFarlane κ.ά., 2010) επικοινώνησε με προσωπικό από διάφορα προγράμματα και οργανισμούς στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες που δραστηριοποιούνται στη συμβουλευτική με άτομα LGBT2SQ, προκειμένου να διερευνήσει αν υπήρχαν υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες θα μπορούσε να προσαρμόσει.
Άλλοι οργανισμοί δεν διέθεταν παραδείγματα κατευθυντήριων γραμμών από τα οποία θα μπορούσε να αντλήσει η ομάδα εργασίας και εξέφρασαν έντονο ενδιαφέρον και ελπίδα για τις κατευθυντήριες γραμμές που βρίσκονταν σε διαδικασία διαμόρφωσης. Η ομάδα εργασίας του VCH προσάρμοσε ένα μοντέλο που αναπτύχθηκε από τους Αμερικανούς ψυχολόγους Kessler και Waehler (2005) του Πανεπιστημίου του Akron.
Καθώς η ομάδα εργασίας ανέπτυσσε τα αρχικά προσχέδια, συνειδητοποίησε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές θα μπορούσαν να είναι εξίσου σχετικές και για άλλες πυκνά διασυνδεδεμένες και περιθωριοποιημένες κοινότητες. Για τον λόγο αυτό, επιδίωξε ευρύτερη συμμετοχή και ανατροφοδότηση στη διαδικασία. Τον Φεβρουάριο του 2010, το Vancouver Addiction Clinical Practice Council ενέκρινε τις κατευθυντήριες γραμμές.
Έκτοτε, οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν αναθεωρηθεί και αναμένουν την τελική έγκριση για το VCH στο σύνολό του.
Η έκκληση των συμβούλων μας —«όχι εις βάρος μας»— απαιτεί μια απάντηση. Οι κατευθυντήριες γραμμές του VCH επιδιώκουν να προσφέρουν ένα δεοντολογικό πλαίσιο προσανατολισμού για την υποστήριξη των συμβούλων LGBT2SQ καθώς διαχειρίζονται τα ζητήματα που ανακύπτουν από τις πολλαπλές σχέσεις (MacFarlane κ.ά., 2010). Η διαδικασία που προτείνουμε προϋποθέτει τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων μερών (συμβούλων, συμβουλευομένων και εποπτών), τη διαφάνεια και την πλήρη ενημέρωση όλων των εμπλεκομένων. Παράλληλα, απαιτεί την εκπόνηση ενός σαφούς σχεδίου και μιας τεκμηριωμένης αιτιολόγησης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο σύμβουλος θα ανταποκριθεί στις δεοντολογικές του ευθύνες σε κάθε συνάντηση με τον συμβουλευόμενο, τόσο εντός όσο και εκτός του κλινικού πλαισίου.
Η μελέτη περίπτωσης του Sam και μια δεοντολογική προσέγγιση
Η παρούσα μελέτη περίπτωσης αποτελεί μια μυθοπλαστική αφήγηση βασισμένη σε ιστορίες οδύνης και ψυχικής δυσφορίας των οποίων έχουμε υπάρξει μάρτυρες στο έργο μας δίπλα σε συμβούλους LGBT2SQ.
Ο Sam είναι μια άτυπη ηγετική φυσιογνωμία της trans κοινότητας και είναι ευρέως γνωστός, αν όχι προσωπικά, τουλάχιστον μέσω της φήμης του. Όταν αναζητά βοήθεια, απευθύνεται στον Glen, έναν άνθρωπο που ήδη γνωρίζει, καθώς ο Glen είναι ο μοναδικός trans σύμβουλος εξαρτήσεων που γνωρίζει.
Οι δυο τους βρίσκονταν στο ίδιο στάδιο φυλομετάβασης και γνωρίζονται από τη συμμετοχή τους στη μοναδική ομάδα υποστήριξης γυναικών-σε-άνδρες (female-to-male) στην πόλη. Τόσο ο Sam όσο και ο Glen συμμετέχουν στην ίδια διαδικτυακή λίστα συζητήσεων. Συναντιούνται επίσης τακτικά σε κοινοτικές εκδηλώσεις και γνωρίζονται σε όλη τη διάρκεια της φυλομετάβασής τους.
Ο Sam βιώνει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «υποτροπή», έπειτα από δύο χρόνια αποχής από τη χρήση ουσιών, και αναζητά βοήθεια. Βρίσκεται σε απόγνωση για τη σταθεροποίηση της ζωής του και φοβάται ότι μπορεί να καταλήξει ξανά «στην κόλαση».
Ο Sam είναι σαφής ότι η υποτροπή του συνδέεται με την ταυτότητα φύλου του και με τους πολλαπλούς φραγμούς και αγώνες για αξιοπρέπεια, εργασία και αποφυγή της φτώχειας. Εκφράζει επίσης ότι είναι σημαντικό για τον ίδιο να έχει έναν trans σύμβουλο, επειδή, όπως λέει: «Δεν μπορώ να εκπαιδεύω τους άλλους γύρω από αυτά τα ζητήματα αυτή τη στιγμή. Πραγματικά χρειάζομαι κάποιον που να μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο».
Ο Glen δεν μπορεί να παραπέμψει τον Sam σε άλλον trans σύμβουλο εξαρτήσεων, επειδή δεν υπάρχει άλλος διαθέσιμος, ενώ απαιτείται άμεση ανταπόκριση. Ο Sam δεν διαθέτει οικονομικούς πόρους για να αναζητήσει ιδιωτική βοήθεια.
Στο παράδειγμα του Sam και του Glen, οι Κατευθυντήριες Γραμμές του VCH για τις Πολλαπλές Σχέσεις (MacFarlane κ.ά., 2010) καλούν τον σύμβουλο, Glen, να προχωρήσει στα ακόλουθα:
1. Να συζητήσει ανοιχτά με τον Sam όλες τις πτυχές της πολλαπλής τους σχέσης και να τον ενημερώσει για το πώς θα προστατευθεί η εμπιστευτικότητα όταν συναντιούνται εκτός του συμβουλευτικού πλαισίου.
2. Να ζητήσει την συναίνεση του Sam κατόπιν ενημέρωσης για όλες τις πτυχές του σχεδίου.
3. Να εμπλέξει τον/την κλινικό/ή επόπτη/επόπτριά του και να τον/την ενημερώσει για την ύπαρξη της πολλαπλής σχέσης, ζητώντας καθοδήγηση για τη διαχείριση όλων των πτυχών της.
4. Να αναπτύξει, μαζί με τον/την επόπτη/επόπτρια, ένα σαφές σχέδιο και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση για τις ευθύνες του Glen σε κάθε συνάντηση με τον Sam, τόσο εντός όσο και εκτός του κλινικού πλαισίου.
Το σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει:
(α) την αναγνώριση των συναισθημάτων και των αντιδράσεων του Glen,
(β) την αναγνώριση πτυχών της πολλαπλής σχέσης που έχουν ήδη προκύψει ή ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον,
(γ) τον προσδιορισμό των ζητημάτων και των πλαισίων που σχετίζονται με την πολλαπλή σχέση,
(δ) τον εντοπισμό των πιθανών βλαβών και ωφελειών για τον Sam, τον Glen και άλλους (π.χ. συντρόφους, φίλους, επόπτες, άλλους συμβούλους),
(ε) την αξιολόγηση του κατά πόσο και με ποιον τρόπο ο κίνδυνος βλάβης μπορεί να μειωθεί σε εύλογο επίπεδο (Everett, 2005, 2008),
(στ) την αναζήτηση πρόσθετης συμβουλευτικής ή εποπτείας, όπου είναι απαραίτητο, από άλλους επαγγελματίες με εμπειρία στη συγκεκριμένη κοινότητα,
(ζ) τη λήψη απόφασης για το αν η συμβουλευτική σχέση μπορεί να συνεχιστεί ή αν θα πρέπει να τερματιστεί και ο Sam να παραπεμφθεί σε άλλον σύμβουλο (συμπεριλαμβανομένης, εφόσον χρειάζεται, της παραπομπής σε επείγουσες υπηρεσίες).
5. Να αναπτύξει, μαζί με τον/την επόπτη/επόπτρια, ένα σχέδιο συνεχούς παρακολούθησης της πολλαπλής σχέσης και προσαρμογής του σχεδίου, σε περίπτωση που ο Glen δεν μπορεί πλέον να διατηρεί ως πρώτη προτεραιότητα το συμφέρον του Sam.
6. Να ενθαρρύνει τον Sam να συμμετέχει στη διαπραγμάτευση της πολλαπλής σχέσης και στον καθορισμό των διαπροσωπικών ορίων. Να συζητηθούν ανοιχτά οι εμπειρίες και οι γνώσεις τόσο του Sam όσο και του Glen σχετικά με τη μικρή και/ή περιθωριοποιημένη κοινότητα στην οποία ανήκουν και να εξεταστεί από κοινού πώς η κοινή τους εμπλοκή στην κοινότητα μπορεί να επηρεάσει τη δυναμική της θεραπείας.
7. Να ενημερώσει τον Sam ότι μπορεί να τερματίσει τη συμβουλευτική σχέση οποιαδήποτε στιγμή και ότι μια τέτοια απόφαση δεν θα εμποδίσει τη συνέχιση της φροντίδας από άλλους επαγγελματίες ούτε, στο μέτρο του δυνατού, θα επηρεάσει αρνητικά την ευημερία του σε άλλα πλαίσια.
8. Να καταγράψει τη διαδικασία, το σχέδιο και την επακόλουθη παρακολούθηση στον φάκελο υγείας του Sam.
Αν και η τήρηση της παραπάνω διαδικασίας δεν εγγυάται ότι δεν θα προκύψει καμία βλάβη για τον Glen και τον πελάτη του, συμβάλλει σημαντικά στη μείωση των πιθανών βλαβών σε εύλογο επίπεδο, έτσι ώστε τα οφέλη που αποκομίζει ο Sam —λαμβάνοντας συμβουλευτική από τον πιο κατάλληλο και εξειδικευμένο επαγγελματία— να υπερβαίνουν τις προβλέψιμες βλάβες.
Συμπεράσματα, επόμενα βήματα και προτάσεις
Οι κατευθυντήριες γραμμές που προτείνουμε αποτελούν ένα έργο σε εξέλιξη, σαφώς ατελές και σε διαρκή διαμόρφωση. Χρειάστηκε να ανταποκριθούμε στους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι σύμβουλοι LGBT2SQ. Γι’ αυτό αναπτύξαμε αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές και υποστηρίξαμε τους εργαζομένους μας. Ωστόσο, αναγνωρίζουμε ότι οι προσεγγίσεις μας χρειάζονται περαιτέρω κριτική και αναστοχασμό και ότι θα ενισχυθούν μέσα από τις συνεχιζόμενες συλλογικές μας προσπάθειες να δημιουργήσουμε περισσότερους χώρους δικαιοσύνης για αυτό το απαιτητικό έργο.
Ελπίζουμε ότι η εργασία αυτή θα συμβάλει στη δημιουργία περισσότερων χώρων αντίστασης και σχετικής ασφάλειας για τους συμβούλους LGBT2SQ που εργάζονται μέσα στις ίδιες τους τις κοινότητες. Αν και το έργο των συμβούλων LGBT2SQ έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δεν είναι μοναδικό.
Σύμβουλοι που ανήκουν σε διάφορες περιθωριοποιημένες κοινότητες αντιμετωπίζουν παρόμοιους κινδύνους και προκλήσεις. Οι διερμηνείς σε κοινότητες προσφύγων προέρχονται συχνά από τις ίδιες εκτεταμένες οικογένειες ή κοινότητες και μπορεί να έχουν επιβιώσει από τα ίδια φρικτά γεγονότα πολιτικής βίας με τους πελάτες για τους οποίους διερμηνεύουν σε δικαστικές διαδικασίες και συμβουλευτικά πλαίσια.
Παρομοίως, σύμβουλοι εξαρτήσεων των Πρώτων Εθνών που προσλαμβάνονται από συμβούλια κοινοτήτων σε καταυλισμούς συχνά δεν είναι άγνωστοι στους πελάτες τους και μπορεί να έχουν εκτεταμένους οικογενειακούς δεσμούς μαζί τους. Ελπίζουμε ότι αυτή η εργασία, η οποία αμφισβητεί την αντίληψη ότι οι διπλές σχέσεις είναι κατ’ ανάγκην εκμεταλλευτικές, μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη και να υπηρετήσει τη δικαιοσύνη και σε άλλες περιθωριοποιημένες κοινότητες.
Στόχος μας είναι να αμφισβητήσουμε την κανονικοποιημένη αντίληψη ότι οι σύμβουλοι σε περιθωριοποιημένες κοινότητες, ιδιαίτερα στις queer, Two Spirit και trans κοινότητες, θέτουν τους πελάτες τους σε κίνδυνο αποκλειστικά και μόνο λόγω των πολλαπλών σχέσεων που ενδέχεται να έχουν μαζί τους. Προσκαλούμε άλλους επαγγελματίες να επεκτείνουν και να προσαρμόσουν αυτές τις ιδέες, καθώς και το προτεινόμενο πλαίσιο και τις κατευθυντήριες γραμμές μας, ώστε να ανταποκρίνονται στα ιδιαίτερα συμφραζόμενα εργαζομένων από άλλες «μειονοτικές» κοινότητες. Θα μας ενδιέφερε επίσης να μάθουμε πώς άλλοι επαγγελματίες έχουν αξιοποιήσει αυτές τις ιδέες.
Ελπίζουμε ότι η εργασία αυτή θα συμβάλει στη δημιουργία περισσότερων χώρων δικαιοσύνης και ότι θα προσθέσει τη συλλογική μας φωνή στις πολλές φωνές που αμφισβητούν την ετεροκανονικότητα και άλλους λόγους που νομιμοποιούν το υπάρχον καθεστώς, το οποίο διαιρεί και απομονώνει τους ανθρώπους. Οι υποεξυπηρετούμενες κοινότητες πρέπει να υποστηριχθούν, και η συμμετοχή σε αυτές τις κοινότητες αποτελεί σημαντικό προσόν για αυτό το έργο.
Σε ομάδες εστίασης, οι πελάτες μάς έχουν πει ότι επιθυμούν να αναγνωρίζουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου τους στους συμβούλους που τους εξυπηρετούν. Ο ρόλος του συμμάχου είναι να προσπαθεί να διασφαλίσει ότι το έργο των συμβούλων LGBT2SQ δεν προχωρά εις βάρος αυτών των περιθωριοποιημένων εργαζομένων.
Προσκαλέσαμε την Harlene Anderson να σχολιάσει το άρθρο
Προσκαλέσαμε την Harlene Anderson, PhD, να μοιραστεί μια κριτική και έναν αναστοχασμό πάνω στο άρθρο μας. Η Harlene είναι μια διεθνώς αναγνωρισμένη στοχάστρια και επαγγελματίας των μεταμοντέρνων συνεργατικών πρακτικών και είναι βαθιά αφοσιωμένη στη διεύρυνση της κριτικής σκέψης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τη δεοντολογία στην πρακτική της συμβουλευτικής (Anderson, 1997).
Harlene Anderson: σκέψεις διαβάζοντας το «Όχι εις βάρος μας»
Το άρθρο αυτό ενδέχεται να έχει ευρύτερες συνέπειες από όσες ίσως είχαν κατά νου οι συγγραφείς του. Πρώτον, μας καλεί να εξετάσουμε και να επανεξετάσουμε τα επαγγελματικά δεοντολογικά μας πρότυπα και τις ψυχοθεραπευτικές έννοιες που συνδέονται με αυτά, όχι μόνο την έννοια των διπλών σχέσεων.
Δεύτερον, το άρθρο υποδηλώνει, αν και δεν το συζητά εκτενώς, ότι η αμφισβήτηση των διπλών σχέσεων από τους συγγραφείς βασίζεται εν μέρει σε παραδοχές που σχετίζονται με μεταμοντέρνες και κοινωνικοκατασκευαστικές προσεγγίσεις, παραδοχές που μας προσκαλούν να σκεφτούμε διαφορετικά τη δεοντολογία.
Από αυτή την οπτική, στον σύγχρονο, ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο μας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, τα πρότυπα δεοντολογικής συμπεριφοράς δεν μπορούν να είναι σταθερά, απόλυτα και αυτονόητα. Αντίθετα, τα πρότυπά μας χρειάζεται να παραμένουν ρευστά και ανοιχτά σε ανάλυση, ώστε να ανταποκρίνονται στις αλλαγές και στις προκλήσεις της καθημερινής μας ζωής.
Ζούμε σε έναν κόσμο πολλαπλών σχέσεων. Το ζήτημα δεν είναι αν συμμετέχουμε σε αυτές ή όχι, ούτε αν θα έπρεπε να το κάνουμε, αλλά πώς συμπεριφερόμαστε μέσα σε κάθε σχέση. Οι συγγραφείς αυτού του άρθρου καλούν σε μια εναλλακτική μορφή δεοντολογίας, η οποία περιλαμβάνει διάφορες πτυχές που συνάδουν με παραδοχές και πρακτικές βασισμένες σε μεταμοντέρνες ή κοινωνικοκατασκευαστικές φιλοσοφίες.
Οι πρακτικές αυτές συχνά αναφέρονται ως διαλογική, συνομιλιακή, συνεργατική ή αφηγηματική θεραπεία. Μια σημαντική πτυχή τους είναι, για παράδειγμα, η σημασία της φωνής του πελάτη. Ο πελάτης, ως ειδικός στη δική του ζωή, θα πρέπει να έχει λόγο στις απαντήσεις στα ερωτήματα «ποιος», «τι», «πότε», «γιατί» και «πώς» που επηρεάζουν τη θεραπεία του.
Αυτό περιλαμβάνει και τη διαπραγμάτευση της σχέσης πελάτη–θεραπευτή. Το αποτέλεσμα είναι ότι η θεραπεία γίνεται μια πιο ισότιμη, εσωτερική διεργασία και όχι μια ιεραρχική παρέμβαση από έναν εξωτερικό «ειδικό». Η συμμετοχή των πελατών στη λήψη αποφάσεων υποδηλώνει ότι η θεραπεία είναι μια αμοιβαία προσπάθεια ή, όπως πρότεινε ο ψυχολόγος των κοινωνικών κατασκευών Kenneth Gergen (1991), ότι είμαστε σχεσιακά όντα και σχεσιακά υπεύθυνοι ο ένας απέναντι στον άλλον.
Η έννοια των διπλών σχέσεων είναι μόνο μία από τις πολλές έννοιες που οι σύγχρονοι θεραπευτές έχουν κληρονομήσει χωρίς ιδιαίτερη αμφισβήτηση. Τι συμβαίνει, όμως, με έννοιες όπως τα όρια ή η αυτοαποκάλυψη;
Συνολικά, το άρθρο αυτό καλεί σε μια διαδικασία αμφισβήτησης και επαναστοχασμού πάνω σε κληρονομημένες έννοιες που θεωρούνται αυτονόητες. Οι έννοιες αυτές ενδέχεται να μη συμβαδίζουν με τον κόσμο που αλλάζει και, όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, μπορεί ακόμη και να μας οδηγήσουν, άθελά μας, σε πρακτικές που βλάπτουν τους πελάτες μας ή, τουλάχιστον, τους στερούν την καλύτερη δυνατή υποστήριξη που θα μπορούσαμε να τους προσφέρουμε.
Ευχαριστίες
Τιμούμε με ευγνωμοσύνη τις διδασκαλίες όλων των πελατών και συμβούλων που ανήκουν οι ίδιοι στις κοινότητες LGBT2SQ (insider clients and counsellors) και συνέβαλαν σε αυτό το έργο, επωμιζόμενοι συχνά μεγάλο μέρος του βάρους που αυτό συνεπάγεται. Ευχαριστούμε ιδιαίτερα τους συμβούλους που μας καθοδήγησαν και μας δίδαξαν τόσα πολλά, συχνά με προσωπικό κόστος και προς δικό μας όφελος, και οι οποίοι πρέπει να παραμείνουν ανώνυμοι για λόγους ασφάλειας.
Οι ιδέες που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις θέσεις του Prism ή του VCH. Ευχαριστούμε τους διευθυντές του VCH για τη σταθερή ηγεσία και τη δέσμευσή τους στην υπηρεσία των κοινοτήτων μας: Denise Bradshaw, Reg Daggitt, Lorraine Grieves, Mary Marlow και Robena Sirett. Ευχαριστούμε επίσης την Anita Hutchings και τον Dr. Jim Brown για τη συμβολή τους σε αυτό το έργο.
Εκφράζουμε ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη στη Dr. Harlene Anderson για τις οξυδερκείς παρατηρήσεις, την κριτική της ματιά και τον αναστοχασμό της πάνω σε αυτό το κείμενο. Η επιστημονική εργασία του Dr. Karl Tomm υπήρξε σημαντική πηγή έμπνευσης για το παρόν έργο και του είμαστε ευγνώμονες για τις συμβουλές και τις υποδείξεις του κατά τη συγγραφή του. Τέλος, ευχαριστούμε τον ανώνυμο κριτή για την εποικοδομητική κριτική του, η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στο να γίνει το άρθρο αυτό πιο χρήσιμο.
References
Anderson, H. (1997). Conversation, language, and possibilities: A postmodern approach to therapy. New York, NY: Basic.
Anzaldϊa, G. (1991). “To(o) Queer the Writer—Loca, escritora y chicana.” In B. Warland (Ed.),
InVersions: Writings by dykes, queers and lesbians (pp. 249–264). Vancouver, BC: Press Gang.
BC Association of Clinical Counsellors. (2008). Code of ethical conduct. Retrieved from http://bccounsellors.
org/wp-content/uploads/2011/02/2011BCACC-CodeGuidelinesApprovedJun181.Pdf
Brown, L. S. (1989). Beyond thou shalt not: Thinking about ethics in the lesbian therapy community.
Women and Therapy, 8(1/2), 13–25. doi:10.1300/J015v08n01_02
Butler, J. (1990). Gender trouble: Feminism and the subversion of identity. New York, NY: Routledge.
Canadian Association of Social Workers. (2005). Guidelines for ethical practice. Retrieved from http://www.casw-acts.ca/sites/default/files/attachements/CASW_Guidelines_for%20Ethical_Practice_e.pdf
Canadian Counselling and Psychotherapy Association. (2007). Code of ethics. Retrieved from http://www.ccacc.ca/_documents/CodeofEthics_en_new.pdf
Canadian Psychological Association. (2000). Canadian code of ethics for psychologists (3rd ed.).
Retrieved from http://www.cpa.ca/cpasite/userfiles/Documents/Canadian%20Code%20of%20Ethics%20for%20Psycho.pdf
Chomsky, N. (2005). Chomsky on anarchism. Edinburgh, UK: AK Press.
Crenshaw, K. (1995). Mapping the margins: Intersectionality, identity politics, and violence agains women of colour. In K. Crenshaw, G. Gotanda, G. Peller, & K. Thomas (Eds.), Critical race theory: The key writings that formed the movement (pp. 357–383). New York, NY: New Press.
Deleuze, G. (1981). Nietzsche and philosophy. New York, NY: Columbia University Press.
Dworkin, S. H. (1992). Some ethical considerations when counselling gay, lesbian, and bisexual
clients. In S. H. Dworkin & F. I. Gutierrez (Eds.), Counselling gay men and lesbians: Journey to the end of the rainbow (pp. 325–324). Alexandria, VA: American Association of Counselling and Development.
Everett, B. (2005). This is not a whorehouse! Sexual activity in long-term care. Unpublished manuscript,
University of British Columbia, Vancouver, Canada.
Everett, B. (2008). Supporting sexual activity in long-term care. Nursing Ethics, 15(1), 87–96. doi:10.1177/0969733007083937
Fassinger, R., &Arsenau, J. (2007). “I’d rather get wet than be under the umbrella”: Differentiating the experiences and identities of lesbian, gay, bisexual, and transgendered people. In K.
Bieschke, R. Perez, & K. Debord (Eds.), Handbook of counselling and psychology with lesbian, gay, bisexual and transgendered clients (2nd ed., pp. 19–50). Washington, DC: American Psychological Association.
Foucault, M. (1991). Discipline and punish: The birth of the prison. Harmondsworth, UK: Penguin.
Freire, P. (1970). Pedagogy of the oppressed. New York, NY: Continuum.
Gergen, K. (1991). The saturated self. New York, NY: Basic.
Jenkins, A. (2006). Shame, realisation and restitution: The ethics of restorative practice. Australia and New Zealand Journal of Family Therapy, 27(3), 153–162.
Kakkad, D. (2005). A new ethical praxis: Psychologists’ emerging responsibilities in issues of social justice. Ethics and Behavior, 15(4), 293–308. doi:10.1207/s15327019eb1504_2
Kessler, E., & Waehler, C. (2005). Addressing multiple relationships between clients and therapists in lesbian, gay, bisexual and transgendered communities. Professional Psychology: Research & Practice 36(1), 66–72. doi:10.1037/0735-7028.36.1.66
Lacey, A. (2005a). Networked communities: Social centres and activist spaces in contemporary
Britain. Space and Culture, 8(3), 286–299. doi:10.1177/1206331205277350
Lacey, A. (2005b). Spaces of justice: The social divine of global anti-capital activists’ sites of resistance.
Canadian Review of Sociology, 42(4), 403–420. doi:10.1111/j.1755-618X.2005.tb00847.x
MacFarlane, D. (2003). LGBT communities and substance use: What health has to do with it! Vancouver, BC: LGBT Health Association.
MacFarlane, D., Everett, B., Marlow, M., Hutchings, A., Spicer, B., Clifford, D., … Barlow, R. (2010). Multiple relationships: Establishing professional relationships and maintaining appropriate boundaries when working with clientele from small and or marginalized communities. Unpublished document, Vancouver Coastal Health, Vancouver, BC.
Morrow, S. L. (2000). First do no harm: Therapist issues in psychotherapy with lesbian, gay and bisexual clients. In R. M. Perez, K. A. DeBord, & K. J. Bieschke (Eds.), Handbook of counselling and psychotherapy with lesbian, gay and bisexual clients (pp. 137–156). Washington, DC: American Psychological Association.
Nataf, Z. (1996). Lesbians talk transgendered. London, UK: Scarlet Press.
O’Brien-Teengs, D. (2008). Two spirit women (2nd ed.). Retrieved from http://www.2spirits.com/Two%20Spirit%20Women.pdf
Orlowski, P. (2009). “That would certainly be spoiling them”: Liberal discourses of social studies teachers and concerns about Aboriginal students. Canadian Journal of Native Education, 31(2),110–129.
Reynolds, V. (2009, December). Collective ethics as a path to resisting burnout. Insights: The Clinical Counsellor’s Magazine & News, 6–7.
Reynolds, V. (2010a). Fluid and imperfect ally positioning: Some gifts of queer theory. Context:
Journal of the Association for Family and Systemic Therapy, 111, 13–17.
Reynolds, V. (2010b). A supervision of solidarity. Canadian Journal of Counselling, 44(3), 246–257.
Richardson, C. (2005). Mιtis identity and tactical responses to oppression and racism. Variegations,2, 56–71.
Simon, G. (2010). Self-supervision, surveillance and transgression. Journal of Family Therapy, 32,308–325. doi:10.1111/j.1467-6427.2010.00505.x
Tomm, K. (2002). The ethics of dual relationships. In A. A. Lazarus (Ed.), Dual relationships and psychotherapy (pp. 32–43). New York, NY: Springer.
- Ο όρος Two-Spirit (κυριολεκτικά «δύο πνεύματα») χρησιμοποιείται από ορισμένες αυτόχθονες κοινότητες της Βόρειας Αμερικής για να περιγράψει άτομα που ενσωματώνουν ή εκφράζουν διαφορετικές διαστάσεις του φύλου και της κοινωνικής ταυτότητας στο πλαίσιο των δικών τους πολιτισμικών παραδόσεων. ↩︎
- Το Prism είναι ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα/υπηρεσία για θέματα εξαρτήσεων που απευθύνεται σε LGBT2SQ πληθυσμούς και λειτουργεί στο πλαίσιο του Vancouver Coastal Health. ↩︎