Δημιουργεί η κουλτούρα το συναίσθημα;
πηγή: Does culture make emotion?
από: Noga Arikha

Μετάφραση: Τσιλίγκου Αμαλία, Ψυχολόγος- Συστημική Θεραπεύτρια
Εισαγωγή μεταφράστριας:
Ο Franz Boas μας βοηθά να λύσουμε το αίνιγμα της προέλευσης της συναισθηματικής μας ζωής: πηγάζει από τον εαυτό μας ή από τον πολιτισμό που μας περιβάλλει; Στο συγκεκριμένο άρθρο η Noga Arikha, κάνοντας μία ιστορική αναδρομή γύρω από το πώς νοηματοδοτούνται όσα αισθανόμαστε από τα πολιτιστικά περιβάλλοντα στα οποία ζούμε, κάνει λόγο για τον ανθρωπολόγο Franz Boaz, ο οποίος υποστήριξε ότι κάθε πολιτισμός είναι μοναδικός και μπορούμε να τον κατανοούμε μόνο μέσα στο δικό του πλαίσιο. Υποστηρίζοντας ότι οι διαφορετικές συμπεριφορές των ανθρώπων οφείλονται στον πολιτισμό στον οποίο μεγαλώνουμε, προσπάθησε να καταρρίψει κάθε ρατσιστική τοποθετηση της εποχής, η οποία είχε υποστήριξη από την ίδια την επιστήμη.
Το κείμενο αυτό μας καλεί να επανεξετάσουμε το πώς συγκροτείται ο εαυτός μας. Συχνά στη θεραπεία αναζητούμε την “αλήθεια” μας κοιτάζοντας αποκλειστικά προς τα μέσα. Ο Boas, όμως, μας θυμίζει ότι ο εαυτός δεν είναι μια στατική οντότητα, αλλά μια διαρκής ροή που διαμορφώνεται από το πολιτισμικό μας περιβάλλον και, κυρίως, από τις πράξεις φροντίδας που προσφέρουμε και δεχόμαστε. Το συναίσθημα πλαισιώνεται, όχι ως μια απομονωμένη εσωτερική κατάσταση, αλλά ως μια ζωντανή διαδικασία που αναδύεται μέσα από τις σχέσεις στη ζωή μας.
Η ταυτότητά μας ολοκληρώνεται και επαναπροσδιορίζεται μέσα στη συνάντησή μας με τους ανθρώπους. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι είναι αδιαχώριστη από το σύνολο στο οποίο ζούμε. Η υποκειμενικότητά μας διαμορφώνεται από την πρώτη στιγμή της ζωής μας μέσα από τη σχέση και την επαφή μας με τους άλλους ανθρώπους. Την ίδια στιγμή όμως, δεν είμαστε απλοί παρατηρητές που δέχονται παθητικά τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, αλλά ενεργά μέλη που συνδιαμορφώνουν την πραγματικότητα, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε σχέση.
Τσιλίγκου Αμαλία, Ψυχολόγος- Συστημική Θεραπεύτρια
Η γαλήνη δύσκολα ανιχνεύεται στους ταραγμένους καιρούς μας. Η ιδιωτική ηρεμία πολιορκείται από τις δημόσιες έγνοιες – σε πολλά μέρη μάλιστα, με τρόπο βάναυσο. Τα συναισθήματα που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και οι συναισθηματικά φορτισμένες απόψεις εκατομμυρίων ανθρώπων χωρούν πλέον στην παλάμη ενός χεριού που κρατά μια συσκευή. Πολλοί επιθυμούν ολοένα και περισσότερο να διαχωρίσουν τον χώρο του εαυτού από τον χώρο του κόσμου. Έτσι, ανακύπτει ένα ερώτημα: Ποιος είμαι εγώ που νιώθω συλλογικά συναισθήματα, τα οποία παρασύρουν πλήθη ανθρώπων σε κατάσταση αμόκ; Ή αλλιώς: Ποιος είμαι εγώ όταν νοιάζομαι; Πάρτε για παράδειγμα την αγανάκτηση, ένα ισχυρό συναίσθημα με μεγάλη αξία σε όλο το πολιτικό φάσμα: Ποιο κομμάτι του εαυτού νιώθει
αγανάκτηση για ένα συγκεκριμένο σύνολο κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων; Και: Ποιο είναι το «Εγώ» που μιλά εκ μέρους ενός δογματικού «Εμείς»;
Ως έκφραση του διαρκούς συντονισμού μας με το μεταβαλλόμενο περιβάλλον στο οποίο είμαστε ενταγμένοι, τα βιωμένα συναισθήματα πληροφορούν τα άτομα και τις ομάδες για τον κόσμο. Αυτά τα συναισθήματα –συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, πολιτικών και ηθικών, όπως ο θαυμασμός, η οργή ή ο φθόνος– αποτελούν επίσης τρόπους αξιολόγησης ερεθισμάτων, πλούσιους σε πληροφορίες και εγγενείς στις γνωστικές μας διαδικασίες. Όμως, ένα ατομικά βιωμένο συναίσθημα διαφέρει από ένα συλλογικό συναίσθημα, το οποίο συνήθως εκδηλώνεται εντός μιας ομάδας, ως απόκριση σε δημόσια γεγονότα και ως αποτέλεσμα ομαδικών κανόνων. Το να αναρωτηθούμε σε ποιο σημείο το ένα γίνεται το άλλο μοιάζει με το αρχαίο παράδοξο της σωρού –που εξετάζει σε ποιο σημείο οι κόκκοι της άμμου γίνονται σωρός– καθώς τα συλλογικά συναισθήματα φαίνονται με την πρώτη ματιά να έχουν μια δική τους ζωή, ξεχωριστή από τα άτομα που τα νιώθουν, είτε αυτή η συλλογικότητα είναι φυσική είτε ψηφιακή.
Το ζήτημα ήταν κεντρικό στις συζητήσεις στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, μια εποχή που μοιάζει με τη δική μας, όταν οι οικονομικές δυσπραγίες, οι κοινωνικοί φόβοι και ένας νέος, εντυπωσιοθηρικός τύπος πυροδοτούσαν το λαϊκό αίσθημα. Και η ιστορία των ιδεών, όπως πάντα, βοηθά να δούμε την εποχή μας με προοπτική. Για τον Γάλλο πολυμαθή, ανθρωπολόγο, κοινωνιολόγο και ψυχολόγο Gustave Le Bon (1841-1931), οι συλλογικές δράσεις και τα συναισθήματα «συνδυάζονται, ακριβώς όπως τα κύτταρα που αποτελούν ένα ζωντανό σώμα σχηματίζουν με την επανένωσή τους ένα νέο ον, το οποίο εμφανίζει χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικά από εκείνα που κατέχει κάθε κύτταρο ξεχωριστά». Έγραψε το επιδραστικό του έργο Η Ψυχολογία των Μαζών (1895), προσθέτοντας: «Υπάρχουν ορισμένες ιδέες και συναισθήματα που δεν αναδύονται ή δεν μετατρέπονται σε πράξεις παρά μόνο στην περίπτωση ατόμων που σχηματίζουν μάζα».
Ο Le Bon, ο οποίος πίστευε σε μια ιεραρχία «φυλών» και στην εξουσία των ελίτ παρά στη δημοκρατία, θα ενέπνεε τον Hitler, τον Joseph Goebbels και τον Benito Mussolini, οι οποίοι βρήκαν στο βιβλίο του μια χρήσιμη ανάλυση για το πώς λειτουργεί η προπαγάνδα. Διατύπωσε έναν «ψυχολογικό νόμο της πνευματικής ενότητας των μαζών», υποστηρίζοντας ότι αυτές διακατέχονται από «ένα είδος συλλογικού νου που τις κάνει να αισθάνονται, να σκέφτονται και να ενεργούν με τρόπο εντελώς διαφορετικό από εκείνον με τον οποίο κάθε άτομο θα αισθανόταν, θα σκεφτόταν και θα ενεργούσε αν βρισκόταν σε κατάσταση απομόνωσης». Μια ψυχολογική μάζα γινόταν ένας ενιαίος, συλλογικός νους, καθοδηγούμενος από την ολέθρια «μετάδοση» του συναισθήματος, η οποία κυριαρχούσε εις βάρος της λογικής. Ο Le Bon αναφέρθηκε στους «νόμους του ασυνειδήτου» ως «μια δύναμη ακόμη άγνωστη», αλλά με μείζονα ρόλο στην κοινωνία, και στις μάζες ως επιδεκτικές σε ύπνωση από έναν ηγέτη που απορροφούσε τη βούληση, τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους.
Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με την άποψη του ιδρυτή της κοινωνιολογίας Émile Durkheim, ότι οι κοινωνικές δομές είναι ξεχωριστές από τα άτομα και ότι μια ομάδα μπορεί να είναι δύναμη καλού. Όταν συνδεόμαστε ως ομάδα σε ένα κοινό τελετουργικό, η προσοχή μας συγχρονίζεται. Στο έργο του Οι Στοιχειώδεις Μορφές της Θρησκευτικής Ζωής (The Elementary Forms of the Religious Life) (1912), ο Durkheim ονόμασε τα ισχυρά συναισθήματα που ανακύπτουν «συλλογικό αναβρασμό» (collective effervescence) – μια κατάσταση φορτισμένη με συναίσθημα που ανήκει στο σύνολο και ενισχύει τη συνοχή και την αλληλεγγύη της ομάδας. Αυτός ο συλλογικός αναβρασμός μελετήθηκε πρόσφατα από τη γνωστική νευροεπιστήμονα Julie Grèzes, τη φιλόσοφο Elisabeth Pacherie και τους συναδέλφους τους, οι οποίοι έδειξαν ότι η «κοινή προσοχή και η συναισθηματική ένταση» προμηνύουν «κοινωνική σύνδεση μεταξύ αγνώστων ατόμων» και ότι «η εμφάνιση προκοινωνικών στάσεων μεταξύ ξένων σχετίζεται με αλλαγές στη φυσιολογία λόγω της πρόκλησης θετικών και αρνητικών συναισθημάτων».
Με άλλα λόγια, η σύνδεση ως ομάδα μπορεί να είναι κάτι καλό. Τα συλλογικά συναισθήματα μπορούν να έχουν εξίσου θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Αυτή την άποψη συμμεριζόταν ο κοινωνιολόγος Gabriel Tarde (1843-1904), για τον οποίο το κοινό διαμορφώνει την κοινωνία, προκαλώντας θετική συλλογική δράση. Η μίμηση και η αντι-μίμηση αποτελούν τον πυρήνα της κοινωνίας, διασφαλίζοντας τη συνοχή, τις ανακαλύψεις και τις καινοτομίες της, ακριβώς όπως οι συνήθειες αποτελούν τη βάση της ατομικής, καθημερινής ζωής, υποστήριξε ο Tarde στο έργο του Οι Νόμοι της Μίμησης (The Laws of Imitation) (1890). Στο μεταγενέστερο έργο του Το Κοινό και η Μάζα (The Public and the Crowd) (1901), ο Tarde ισχυρίστηκε ότι η “μάζα” ή “όχλος” –ως μια ετερογενής ομάδα ατόμων, που μπορεί να είναι χαρούμενη ή βάναυση αλλά διαλύεται με τη γεωγραφική απόσταση– διαφέρει από το «κοινό», ένα διασκορπισμένο, ομοϊδεατικό σύνολο με κοινές πολιτισμικές αναφορές, το οποίο ιστορικά εμφανίστηκε με την τυπογραφία και εδραιώθηκε στη νεωτερικότητα με την έλευση των εφημερίδων. Οι σημερινοί χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχουν γίνει ένα νέο είδος κοινού – παρά ένα νέο είδος μάζας.
διαβάστε επίσης: Ποιες είναι οι βασικές έννοιες στη θεωρία του M. Bowen;
Ο Sigmund Freud εισήλθε επίσης στη συζήτηση. Στο έργο του Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ (Group Psychology and the Analysis of the Ego) (1921), ασχολήθηκε κτενώς και κριτικά με τον Le Bon. Ο Freud υπέθεσε μια ισχυρή συνέχεια μεταξύ ατομικής και κοινωνικής ψυχής: «από την πρώτη στιγμή η Ατομική Ψυχολογία είναι ταυτόχρονα και Κοινωνική Ψυχολογία». Έτσι, σε μια ομάδα, αντί να διαλύεται, όπως είχε ισχυριστεί ο Le Bon, «το άτομο τίθεται υπό συνθήκες που του επιτρέπουν να αποτινάξει τις καταπιέσεις των ασυνείδητων ενστίκτων του» – το Εκείνο απελευθερώνεται από το Υπερεγώ. Η μετάδοση είναι μια μορφή αυτού που ο Φρόυντ ονόμασε υποβολή, παρόμοια με ό,τι συμβαίνει υπό ύπνωση. Δημιουργεί την εννορμητική ώθηση για ταύτιση με έναν ηγέτη υψηλού κύρους και, κατά συνέπεια, για τη μίμησή του.»
Ο Freud προσέφερε μια αιτιολογική, ψυχολογική ιστορία που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τη φύση της ψηφιακής μάζας που εισβάλλει στις ιδιωτικές ζωές. Ωστόσο, δεν εξέτασε πώς ο εαυτός και ο κόσμος, το ιδιωτικό και το δημόσιο, το ατομικό και το συλλογικό, δρουν δυναμικά το ένα πάνω στο άλλο. Όπως παρατήρησε η φιλόσοφος Amia Srinivasan, η φροϋδική ψυχανάλυση είναι «ατομικιστική όχι μόνο στο επίπεδο της πρακτικής… αλλά και στη θεωρητική της εστίαση στην εσωτερική ζωή του ασθενούς». Ωστόσο, οι ιδιωτικές ζωές επηρεάζονταν πάντα από πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Ακόμη και βιολογικά, δεν υπάρχει υποκείμενο χωρίς συλλογικό πλαίσιο και εαυτός χωρίς τους άλλους. Είμαστε εγγενώς διυποκειμενικοί: υποκείμενα στον βαθμό που είμαστε αναγκαστικά συνδεδεμένοι μεταξύ μας, σε αυτό που ο νευροεπιστήμονας Vittorio Gallese ονόμασε «ενσώματη προσομοίωση» (embodied simulation), μέσω της οποίας χαρτογραφούμε τις καταστάσεις, τις κινήσεις και τα συναισθήματα των άλλων στα δικά μας. Η έννοια της διυποκειμενικότητας, που επινοήθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1910 από τον ιδρυτή της φαινομενολογίας Edmund Husserl και τη μαθήτριά του Edith Stein, έχει
γίνει κεντρική στη σύγχρονη νευροεπιστήμη και ψυχολογία. Σχετίζεται με το πλαίσιο της ενσώματης νόησης (embodied cognition), σύμφωνα με το οποίο ο εγκέφαλος, το σώμα και ο κόσμος είναι δυναμικά διασυνδεδεμένοι. Η ίδια η υποκειμενικότητά μας αναδύεται, από τη γέννησή μας, σε σχέση με τους άλλους με τους οποίους μοιραζόμαστε ένα περιβάλλον.
Και ενώ βιώνουμε τα συναισθήματα εντός του εαυτού, αυτά αφορούν πάντα κάτι στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου μου του εαυτού – την ιδιωτική ζωή, μια δημόσια κατάσταση πραγμάτων ή ένα έργο τέχνης (η ίδια η τέχνη, προτείνω, είναι το ενδομύχως επεξεργασμένο που καθίσταται δημόσιο μέσω συλλογικά ανεπτυγμένων μορφών και ιστορικά εξαρτημένων τρόπων έκφρασης). Αυτό που νιώθουμε βρίσκεται επίσης ανάμεσα σε υποκείμενα που μοιράζονται μια κοινή ατμόσφαιρα. Η ατομική και η συλλογική διάσταση τροφοδοτούν η μία την άλλη. Η ιδιωτικότητα, στην πραγματικότητα, δεν είναι συνώνυμη με το να είναι κανείς απομονωμένος.
Η ίδια η λογική, όπως υπέθεσαν οι Hugo Mercier και Dan Sperber στο έργο τους Το Αίνιγμα της Λογικής (The Enigma of Reason ) (2017), ενδέχεται να εξελίχθηκε μέσω και χάριν της κοινωνικά τοποθετημένης επιχειρηματολογίας και πειθούς – όχι ως μέσο για την εξεύρεση της αλήθειας. Οι κοινωνικές επιστήμες βασίζονται σε συναθροίσεις ατόμων που παράγουν ουσιώδη κοινωνικά και ψυχολογικά δεδομένα για τις συλλογικότητες. Όταν συνομιλούμε, σε συνθήκες οικειότητας ή δημόσια, ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα συγχωνεύονται· το άτομο πολλαπλασιάζεται. Όταν καθόμαστε ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους σε μια αίθουσα συναυλιών ή σε ένα θέατρο, συμμετέχουμε σε μια συλλογικά βιωμένη εμπειρία. Όταν διαβάζουμε μυθιστορήματα, βυθιζόμαστε σε κόσμους που φαντάστηκαν άλλοι, για άλλους και μέσω άλλων.
Καθένα από εμάς διαμορφώνεται από το συλλογικό και με τη σειρά του το διαμορφώνει, ως συν-δημιουργός κοινών κόσμων, και όχι ως παθητικός δέκτης μιας εξωτερικής πραγματικότητας.
Ομοίως, τα ατομικά σώματα διαμορφώνονται εν μέρει από το συλλογικό και το πολιτικό σώμα. Η πολιτική είναι ενσώματη υπό την έννοια ότι νιώθουμε το πολιτικό και, με τη σειρά του, το πολιτικό καθορίζει το σώμα που αισθάνεται. Σήμερα, η πολιτική είναι ιδιαίτερα «σπλαχνική», σύμφωνα με τον όρο του ψυχολόγου Μάνου Τσακίρη. Οι φυσιολογικές μας αισθήσεις χρωματίζουν τις πολιτικές μας απόψεις, τις οποίες στη συνέχεια βιώνουμε ενισχυμένες μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό λειτουργεί σε έναν έντονο βρόχο ανάδρασης: οι συλλογικοί παράγοντες του στρες και τα άτομα με στρες πολλαπλασιάζουν το ένα το άλλο.

Έτσι, ξανά: «Ποιά είμαι εγώ όταν νοιάζομαι;» και πώς δεν απορροφώμαι, από μια μάζα, όπως ισχυρίζεται ο Le Bon; Για την ψυχολόγο Lisa Feldman Barrett, τα ατομικά συναισθήματα δεν είναι καθολικά, αλλά κατασκευάζονται και προβλέπονται από τον εγκέφαλο βάσει βασικών αισθημάτων και παρελθοντικών εμπειριών. Η θέση της για τον κονστρουκτιβισμό απευθύνεται στις πολυεπίπεδες συνθήκες που αφορούν την ατομική βιογραφία και το πολιτισμικό περιβάλλον, τις οποίες ασυνείδητα φέρνουμε στις αντιλήψεις και τις κρίσεις μας.
Όπως γράφει ο ανθρωπολόγος Andrew Beatty στο έργο του Οι Συναισθηματικές Ζωές των Άλλων (The Emotional Lives of Others) (2019): “Αν, όπως εγώ, περνάτε χρόνο σε μέρη όπου οι συναισθηματικές ζωές είναι εντελώς διαφορετικές, η πιθανότητα ενός τυποποιημένου ορισμού –μιας παγκόσμιας συνταγής για την ‘οργή’, τη ‘θλίψη’ και την ‘αγάπη’– απομακρύνεται ακόμη περισσότερο. Η ίδια η κατηγορία του συναισθήματος αρχίζει να μοιάζει ασταθής.”»
Έχουμε μια κοινή, ζωική φυσιολογία. Όλοι βιώνουν συναισθήματα που αντιστοιχούν στην ενσωμάτωση σημάτων από το εσωτερικό του σώματός μας, ή ενδοδεκτικότητα (interoception) – αποτέλεσμα της ομοιόστασης του σώματος. Αλλά οι άνθρωποι είναι πολιτισμικοί εκ φύσεως: η παγκόσμια φυσιολογία μας ενσωματώνει πολιτισμικές παραλλαγές. Κάθε άτομο γεννιέται σε έναν κόσμο λέξεων, αξιών και ιστοριών που αποτελούν το συναισθηματικό μας τοπίο. Εδώ στρεφόμαστε στην ανθρωπολογία: αν το πολιτισμικό πλαίσιο καθορίζει «από πάνω προς τα κάτω» το χρώμα της εμπειρίας μας, πόσο βαθιά φτάνει αυτή η επίδραση;
διαβάστε επίσης: Χορεύοντας με τα συστήματα
Η ανθρωπολογία θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος συγκριτικής ψυχολογίας. Ο θεμελιωτής της σύγχρονης αμερικανικής ανθρωπολογίας, Franz Boas (1858-1942) –του οποίου τη βιογραφία συνέγραψα πρόσφατα– δήλωσε ακριβώς αυτό στην ομιλία του “Ψυχολογικά Προβλήματα στην Ανθρωπολογία” (1909):
“Προσπαθούμε επίσης να προσδιορίσουμε τους ψυχολογικούς νόμους που ελέγχουν τον ανθρώπινο νου παντού, και οι οποίοι ενδέχεται να διαφέρουν σε διάφορες φυλετικές και κοινωνικές ομάδες. Στον βαθμό που οι έρευνές μας σχετίζονται με το τελευταίο αυτό αντικείμενο, τα προβλήματά τους είναι προβλήματα ψυχολογίας, αν και βασίζονται σε ανθρωπολογικό υλικό.”
Υπήρχε μια ενότητα στον ανθρώπινο νου, αυτό που ο μέντορας του Boas, Adolf Bastian, είχε ονομάσει “ψυχική ενότητα της ανθρωπότητας”, σύμφωνα με την οποία όλοι οι λαοί μοιράζονταν τις “Elementargedanken” (στοιχειώδεις ιδέες). Ο Boas μελέτησε την τεράστια ποικιλομορφία μεταξύ των ανθρώπινων πολιτισμών ως παραλλαγές αυτών των καθολικών “ψυχολογικών νόμων”, δείχνοντας πώς οι πολιτισμοί αναδύθηκαν και αναπτύχθηκαν μέσα σε συγκεκριμένα περιβαλλοντικά και ιστορικά πλαίσια, μέσα από την εξελιγμένη ανάγκη των ανθρώπων να συσπειρώνονται σε μια ομάδα και να μιμούνται ο ένας τον άλλον – ο Tarde επηρέασε τον Boas. Καμία πολιτισμική ή εθνική ταυτότητα δεν ήταν στατική, ούτε αναγώγιμη σε μυθικά “καθαρές” απαρχές.
Το έργο του Boas στάθηκε ενάντια στην «εξελικτική» άποψη μιας ιεραρχίας πολιτισμών που κυριαρχούσε τότε. Στην ομιλία του “Η Ιστορία της Ανθρωπολογίας” (1904), ο Boas παρατήρησε πώς:
“Η βιβλιογραφία της ανθρωπολογίας βρίθει από προσπάθειες να οριστεί ένας αριθμός σταδίων
πολιτισμού που οδηγούν από τις απλές μορφές στον σημερινό πολιτισμό· από την αγριότητα,
μέσω της βαρβαρότητας, στον πολιτισμό, ή από μια υποτιθέμενη προ-αγριότητα, μέσω των
ίδιων σταδίων, στον διαφωτισμό.”
Ο Le Bon ήταν ένας τέτοιος εξελικτής, και χαρακτηριστικό δείγμα της εποχής του όταν έγραφε:
“Επιπλέον, από το γεγονός και μόνο ότι αποτελεί μέρος μιας οργανωμένης μάζας, ο άνθρωπος
κατεβαίνει αρκετά σκαλιά στην κλίμακα του πολιτισμού. Μεμονωμένος, μπορεί να είναι ένα
καλλιεργημένο άτομο· μέσα στη μάζα, είναι ένας βάρβαρος – δηλαδή, ένα πλάσμα που ενεργεί
με το ένστικτο. Κατέχει τον αυθορμητισμό, τη βία, την αγριότητα, αλλά και τον ενθουσιασμό
και τον ηρωισμό των πρωτόγονων όντων…”
(Ο Freud παρέθεσε αυτό το απόσπασμα ως «μία ακόμη σημαντική παρατήρηση που μας βοηθά να κατανοήσουμε το άτομο μέσα σε μια ομάδα».)
Μόνο μέσω της γνώσης της προκαθορισμένης και φιλτραρισμένης κοσμοθεωρίας μας –των πολιτισμικών μας φακών– θα μπορούσαμε να αναστοχαστούμε πάνω σε αυτήν
Και ο Boas χρησιμοποιούσε τους όρους “φυλή” και “πρωτόγονος” στις διαλέξεις και τα συγγράμματά του, αλλά το έκανε για να ανατρέψει το ευρωκεντρικό τους νόημα: ερχόμενος σε ρήξη με ισχυρούς συναδέλφους του, αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή επιχειρηματολογώντας εμπειρικά ενάντια σε αυτόν τον διαδεδομένο εξελικτισμό, ο οποίος προβληματικά υποστήριζε ότι ορισμένοι λαοί βρίσκονταν σε ένα “κατώτερο” επίπεδο ανάπτυξης από άλλους. Ήθελε να αντικαταστήσει αυτές τις ιεραρχικές παραδοχές με τον πολιτισμικό σχετικισμό και τον ιστορικό ιδιαιτερισμό: υπάρχουν πολλοί συνυπάρχοντες πολιτισμοί, καθένας από τους οποίους μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο μέσω των δικών του μη αναγώγιμων χαρακτηριστικών και της δικής του ιστορίας.
Γερμανός Εβραίος μετανάστης, ο Boas ίδρυσε το πρώτο τμήμα ανθρωπολογίας στις ΗΠΑ στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια το 1899. Οι μαθητές του συγκαταλέγονται στις σπουδαιότερες μορφές του πεδίου (όπως η Margaret Mead). Απέδειξε με εμπειρικές λεπτομέρειες πώς η αξιολόγηση της εμπειρίας μας διαμεσολαβείται πολιτισμικά και ποικίλλει ανάλογα με τη γλώσσα και το κοινωνικό πλαίσιο. Υποστήριξε ότι μόνο γνωρίζοντας την υπό όρους κοσμοθεωρία μας, την οποία ονόμασε Kulturbrille (πολιτισμικά γυαλιά), μπορούμε να αναλογιστούμε πάνω σε αυτήν.
Ο Boas, ο οποίος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις ΗΠΑ, έμεινε στην ιστορία για τα ισχυρά, εμπειρικά τεκμηριωμένα επιχειρήματά του και τον ακτιβισμό του ενάντια στον επιστημονικό ρατσισμό και την ευγονική. Ο πρώτος είναι η πεποίθηση περί βιολογικά διακριτών ανθρώπινων φυλών, ορισμένες εκ των οποίων είναι “κατώτερες” από άλλες – μια θεωρία που αναπτύχθηκε στη θετή πατρίδα του Boas για να δικαιολογήσει τη δουλεία και τον φυλετικό διαχωρισμό (segregation). Αυτή τροφοδοτεί τη δεύτερη: μια ψευδοεπιστημονική, ρατσιστική διαστρέβλωση του Δαρβινισμού, η οποία απαιτούσε μέτρα για τη “βελτίωση” των πληθυσμών μέσω της στείρωσης ή της εξόντωσης όσων θεωρούνταν “ακατάλληλοι” (unfit).
Και οι δύο θεωρίες ήταν εξαιρετικά διαδεδομένες στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. (Και έχουν επιστρέψει δυναμικά). Επιβλήθηκαν περιορισμοί στη μετανάστευση. Βιβλία όπως το The Passing of the Great Race (1916) του Madison Grant έγιναν μπεστ σέλερ με συνεχείς επανεκδόσεις. Μια μεταγενέστερη έκδοση προλογίστηκε από τον Henry Fairfield Osborn, συνιδρυτή της Αμερικανικής Εταιρείας Ευγονικής το 1922 στο Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, του οποίου παρέμεινε δημοφιλής και επιφανής διευθυντής για 25 χρόνια (αφότου ο Boas είχε αποχωρήσει).
Η ευγονική έγινε ακόμη πιο επικίνδυνη, και θανατηφόρα για εκατομμύρια ανθρώπους, όταν εξήχθη στη Γερμανία.
Ο Boas υπήρξε ακτιβιστής κυριολεκτικά μέχρι την τελευταία του πνοή, τον Δεκέμβριο του 1942, ενώ ο πόλεμος μαινόταν στην άλλη πλευρά του ωκεανού – τα τελευταία του λόγια πριν από την ανακοπή καρδιάς ήταν: “Εμείς δεν πρέπει ποτέ να σταματήσουμε να επαναλαμβάνουμε την ιδέα ότι ο ρατσισμός είναι ένα τερατώδες λάθος και ένα αναιδές ψέμα”. Αυτό το “εμείς” αναφερόταν σε όλους εκείνους που πολεμούσαν τον Ναζισμό και τις κακόβουλες πεποιθήσεις που είχαν κυριεύσει τη γενέτειρά του.»
Ο Freud εγκατέλειψε τη ναζιστική Βιέννη για το Λονδίνο το 1938. Αυτός και ο Boas ήταν σχεδόν συνομήλικοι. Δεν υπάρχει καμία καταγραφή ότι οι δυο τους συνομίλησαν ποτέ, όμως οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν μία φορά. Το 1909, ο Boas έδωσε την ομιλία του για τα “Ψυχολογικά Προβλήματα στην Ανθρωπολογία” στο ίδιο ακριβώς συνέδριο όπου ο Φρόιντ, στη μοναδική του επίσκεψη στις ΗΠΑ, έδωσε πέντε σημαντικές διαλέξεις για την “Προέλευση και την Ανάπτυξη της Ψυχανάλυσης”. Αυτή η λαμπρή περίσταση (όπου παρόντες ήταν επίσης οι William James, Carl Jung και Sandor Ferenczi) αφορούσε την 20ή επέτειο του Πανεπιστημίου Clark στη Μασαχουσέτη –του οποίου ο Boas υπήρξε ιδρυτικό μέλος του διδακτικού προσωπικού– και διοργανώθηκε από τον πρώτο πρόεδρο του Clark, τον ψυχολόγο Granville Stanley Hall.
Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι είχαν ακούσει ο ένας τον άλλον, καθώς υπάρχουν ίχνη αμοιβαίας επίδρασης: μετά το συνέδριο, ο Freud έγραψε το Τοτέμ και Ταμπού (Totem and Taboo) (1913). Ο Boas και οι μαθητές του αργότερα θα χλεύαζαν και θα απέρριπταν αυτή την απόπειρα εθνολογίας, όμως υιοθέτησαν τις γενικές θεωρίες του Freud για την ψυχή. Το 1910, ο Boas έδωσε μια σειρά διαλέξεων που τελικά ενσωματώθηκαν στο πιο γνωστό και προσιτό βιβλίο του, Ο Νους του Πρωτόγονου Ανθρώπου (The Mind of Primitive Man) (1911).
Εδώ ενσωμάτωσε τη διορατική ματιά του Freud:
‘Στη μελέτη της συμπεριφοράς μελών ξένων φυλών που εκπαιδεύτηκαν στην ευρωπαϊκή κοινωνία, θα πρέπει επίσης να έχουμε κατά νου την επιρροή των συνηθειών σκέψης, συναισθήματος και δράσης που αποκτήθηκαν στην πρώιμη παιδική ηλικία και των οποίων δεν διατηρείται καμία ανάμνηση… Οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Sigmund Freud το γεγονός ότι κατανοούμε τη σημασία αυτών των ξεχασμένων περιστατικών που παραμένουν μια ζωντανή δύναμη καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής – όσο πιο ισχυρά, τόσο πιο ολοκληρωτικά έχουν ξεχαστεί. Λόγω των διαρκών επιρροών τους, πολλές από τις συνήθειες σκέψης και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που είμαστε όλοι πολύ
έτοιμοι να ερμηνεύσουμε ως αποτέλεσμα της κληρονομικότητας, αποκτώνται υπό την επήρεια του περιβάλλοντος στο οποίο το παιδί περνά τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Όλες οι παρατηρήσεις σχετικά με τη δύναμη της συνήθειας και την ένταση της αντίστασης στις αλλαγές των συνηθειών συνηγορούν υπέρ αυτής της θεωρίας.’
Δενομάστε με ψυχολογικές και πολιτισμικές συνήθειες, οι οποίες είναι φυσιολογικά και νευρολογικά εδραιωμένες από την πιο πρώιμη ηλικία μας και, ως εκ τούτου, είναι δύσκολο, αν και όχι αδύνατο, να σπάσουν στις ατομικές μας ζωές και, κατ’ επέκταση, στις κοινωνίες.
διαβάστε επίσης: Ο διάλογος δεν αρκεί: το ζήτημα της εξουσίας και της πολυπολιτισμικής θεραπείας στην ανθρωπιστική θεωρία και εκπαίδευση
Η ίδια η γλώσσα είναι μια τέτοια περίπτωση δομημένης πρακτικής. Αυτό που ακούω είναι πολιτισμικά καθορισμένο.
Οι περιβαλλοντικά καθορισμένες συνήθειες των ατόμων αποτελούσαν ένα μακροχρόνιο ενδιαφέρον του Boas. Στη Γερμανία, ξεκίνησε ως φοιτητής Γεωγραφίας προτού στραφεί στη Φυσική. Μετά από ένα διδακτορικό πάνω στην απορρόφηση του φωτός από το νερό, στράφηκε στους μηχανισμούς της “ενσυνείδητης αντίληψης” (apperception), μετατοπιζόμενος από τη φυσική γεωγραφία στη μελέτη του πώς οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους. Υιοθέτησε αυτή την αρχικά καντιανή έννοια της ενσυνείδητης αντίληψης με τη σημασία που της έδωσε ο Wilhelm Wundt, πρωτοπόρος της επιστημονικής ψυχολογίας, για να δηλώσει την προσεκτική αντίληψη και την ενσωμάτωση των αισθητηριακών ερεθισμάτων στις υπάρχουσες νοητικές δομές και εμπειρίες.
Αυτό που απασχολούσε τον Boas ήταν η σχέση μεταξύ αισθήσεων, νου και κόσμου. Στο άρθρο του “Περί των Εναλλασσόμενων Ήχων” (On Alternating Sounds) (1899), απέδειξε ότι αυτό που φαινόταν στον ίδιο και σε άλλους ανθρωπολόγους και γλωσσολόγους ως μεταβαλλόμενα φωνήματα στις γλώσσες της Αρκτικής, ήταν στην πραγματικότητα οι υποκειμενικές εντυπώσεις των ακροατών: οι ήχοι “δεν αναγνωρίζονται στην ατομικότητά τους, αλλά ταξινομούνται βάσει της ομοιότητάς τους, και η ταξινόμηση γίνεται σύμφωνα με ήδη γνωστές εντυπώσεις”. Η προηγούμενη έκθεση στην περίπλοκη τοπική γλώσσα επηρέαζε αυτό που άκουγε κανείς. Όπως σχολίασαν το 2010 ο ανθρωπολόγος και νευροεπιστήμονας Andreas Roepstorff και οι συνεργάτες του, αναφερόμενοι σε αυτή την πρώιμη μελέτη του Boas, “η διαδικασία ταξινόμησης των ήχων με συγκεκριμένους τρόπους είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης έκθεσης σε αυτό το συγκεκριμένο πρότυπο ταξινόμησης”.
Αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς τα πολιτισμικά δεδομένα μετατρέπονται σε γνωσιακές και συγκινησιακές “συνήθειες” που υποβαστάζουν τα συλλογικά συναισθήματα, αλλά παράγουν επίσης κατηγορίες, προκαταλήψεις και ιδεολογίες. Ενσωματώνονται στη νοητική μας συγκρότηση και έτσι μπορεί να μοιάζουν σύμφυτες με τον εαυτό μας. Στην πραγματικότητα όμως, είναι δυναμικές, πολιτισμικά “τυποποιημένες πρακτικές” (patterned practices). Η ίδια η γλώσσα είναι ένα τέτοιο παράδειγμα τυποποιημένης πρακτικής. Αυτό που ακούω είναι πολιτισμικά προκαθορισμένο. Αυτή είναι η διαδικασία μέσω της οποίας εσωτερικεύω και στη συνέχεια εκφράζω αυτό που φαίνεται να είναι συλλογικά και κανονιστικά αποδεκτές, “αυθεντικές” συναισθηματικές αποκρίσεις στα κελεύσματα του κόσμου, όπως η οργή, η υπερηφάνεια ή η αποστροφή. Μπορεί να μοιάζουν αυθεντικές, αλλά είναι ακριβώς εκείνες που μπορούν να με τυφλώσουν απέναντι στην πολυπλοκότητα της βιωμένης εμπειρίας και στους φακούς μέσα από τους οποίους αναπόφευκτα κοιτάζω τους άλλους, ή ακόμα και τον καθρέφτη – επειδή η επιβολή “από πάνω προς τα κάτω” (top-down) φτάνει μέχρι το βαθύτερο επίπεδο.
Τα μάτια μας δεν θα προσαρμόζονταν στην όραση χωρίς τους φακούς. Διαθέτουμε όμως τη μεταγνωσιακή ικανότητα να συνειδητοποιήσουμε το σχήμα τους και να κατανοήσουμε τις συνθήκες της δικής μας ενσυνείδητης αντίληψης, όπως έκανε ο Boas και όπως μας προέτρεψε να κάνουμε και εμείς. Το “Εγώ” μπορεί, ως έναν βαθμό, να σταθεί δίπλα στο “Εμείς”, του οποίου ο καθένας μας αποτελεί ένα τόσο περίπλοκο μέρος. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως ανακτήσουμε τα κρυμμένα ή ξεχασμένα στοιχεία του, ίσως ξεπεράσουμε προκαταλήψεις και νευρώσεις, όπως μας βοήθησε να κάνουμε ο Freud, και έτσι να συμβάλουμε στην καλλιέργεια μιας υγιούς, πλουραλιστικής, προσεκτικής και δημοκρατικής συλλογικότητας.»
Πηγή εικόνων: https://gr.pinterest.com/