Ο διάλογος δεν αρκεί: το ζήτημα της εξουσίας και της πολυπολιτισμικής θεραπείας στην ανθρωπιστική θεωρία και εκπαίδευση
Πηγή: South of therapy. Dialogue is not enough: the issue of power and multicultural therapy in humanistic theory and training. – South of Therapy
Η Συγγραφέας: Lucia Sarmiento Verano

Cristina Martinez,”2 Sides to Every Story”
Μετάφραση & Επιμέλεια: Μυρτώ Μπουγάτσου , Εκπαιδευόμενη Συστημική Θεραπεύτρια
Εισαγωγή μεταφράστριας:
Διαβάζοντας το κείμενο της Lucia Sarmiento Verano, βρέθηκα να αναστοχάζομαι πάνω σε ζητήματα που συχνά παραμένουν λιγότερο ορατά μέσα στην ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και πρακτική. Ως εκπαιδευόμενη συστημική θεραπεύτρια, ένιωσα ότι το κείμενο ανοίγει έναν σημαντικό διάλογο γύρω από τη σχέση της θεραπείας με την εξουσία, τα πολιτισμικά προνόμια, τη διαφορετικότητα και τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνονται οι ανθρώπινες εμπειρίες.
Η συγγραφέας δεν περιορίζεται μόνο σε μια θεωρητική κριτική της ανθρωπιστικής παράδοσης, αλλά περιγράφει και τη δυσκολία να αναγνωριστούν, μέσα στην εκπαίδευση, οι τρόποι με τους οποίους οι πολιτισμικές ιεραρχίες, οι αποικιοκρατικές παρακαταθήκες και οι δομικές ανισότητες ενδέχεται να επηρεάζουν τη θεραπευτική σχέση. Το στοιχείο αυτό με άγγιξε ιδιαίτερα, καθώς θεωρώ ότι η θεραπευτική πρακτική δεν αναπτύσσεται έξω από το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, αλλά βρίσκεται διαρκώς σε διάλογο με αυτό.
Παρότι το κείμενο τοποθετείται κυρίως απέναντι στην ανθρωπιστική ψυχοθεραπεία, πιστεύω ότι οι προβληματισμοί που αναδεικνύει αφορούν ευρύτερα το πεδίο της ψυχικής υγείας και μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για αναστοχασμό σχετικά με τις θεωρητικές γλώσσες που χρησιμοποιούμε, τις θέσεις από τις οποίες μιλάμε και τις εμπειρίες που τελικά γίνονται ορατές ή αόρατες μέσα στη θεραπεία και την εκπαίδευση.
Εισαγωγή συγγραφέως:
Η ολοκλήρωση μιας εκπαίδευσης στην ανθρωπιστική ψυχοθεραπεία, σε έναν αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό οργανισμό, την ίδια στιγμή που προσωπικά διερευνούσα ζητήματα καταπίεσης, λευκής υπεροχής και αποικιοκρατίας, αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη διαδικασία απ’ όσο περίμενα. Συχνά βρέθηκα να αμφιβάλλω για την επιλογή των σπουδών μου και να εύχομαι να υπήρχαν περισσότερες ουσιαστικές συζητήσεις σχετικά με την πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί άνθρωποι. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως οι εμπειρίες της λευκής μεσαίας τάξης καταλάμβαναν επανειλημμένα κεντρική θέση τόσο στη θεωρία όσο και στις συζητήσεις μας.
Δεν κατάφερα να εντοπίσω, στα θεραπευτικά μοντέλα στα οποία εκπαιδεύομαι, θεωρητικά πλαίσια που να περιγράφουν —χωρίς να παθολογικοποιούν— εμπειρίες που με απασχολούν ιδιαίτερα: την εμπειρία της μικτής εθνοτικής και πολιτισμικής ταυτότητας καθώς και το αποικιακό τραύμα.
Στο τελευταίο έτος της εκπαίδευσής μας, και ύστερα από τη δολοφονία του George Floyd και την ανάδυση του κινήματος Black Lives Matter, το εκπαιδευτικό μας ίδρυμα αποφάσισε τελικά να αφιερώσει περισσότερο από μισή ημέρα σε ζητήματα πολυμορφίας, συμπληρώνοντάς τα με βασικές έννοιες γύρω από την εξουσία και τα προνόμια.
Όπως ήταν αναμενόμενο, πολλά από όσα παρουσιάστηκαν εκείνη την ημέρα μου προκάλεσαν σοβαρό προβληματισμό.
διάβασε επίσης: Πλουραλιστική προσέγγιση στη θεραπεία
Η εξουσία στην ανθρωπιστική ψυχοθεραπεία
Εκπαιδεύομαι σε τρεις διαφορετικές ανθρωπιστικές προσεγγίσεις. Επέλεξα αυτή την κατεύθυνση επειδή εκτιμώ βαθιά τη φιλοσοφία της: την ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει εγγενή αξία, τον σεβασμό προς όλες τις οπτικές και την επιδίωξη αμοιβαιότητας και όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ισότητας στη θεραπευτική σχέση. Οι αρχές αυτές συνάδουν με τις προσωπικές μου αξίες και αρχές. Επιπλέον, έχω βιώσει και η ίδια τα οφέλη μιας τέτοιας θεραπευτικής διαδικασίας.
Ωστόσο, τα τελευταία τρία χρόνια διαπίστωσα ότι κάτι ουσιώδες απουσιάζει από τον τρόπο με τον οποίο διδάσκονται αυτές οι θεωρίες. Δεν υπήρξε ποτέ μια σαφής, συστηματική συζήτηση για την ύπαρξη της κοινωνικής εξουσίας και των προνομίων και για το πώς αυτά επηρεάζουν τη σχέση θεραπευτή–θεραπευόμενου, αλλά και των πιθανών κινδύνων που μπορεί να προκύψουν. Αυτό το κενό γνώσης, επηρεάζει αναπόφευκτα και την εφαρμογή των θεωριών στην πράξη, ιδίως στη διαπολιτισμική θεραπεία.
Ας εξηγήσω τι εννοώ. Δεν ισχυρίζομαι ότι η ανθρωπιστική ψυχοθεραπεία αγνοεί πλήρως το ζήτημα της εξουσίας. Καθώς η ανθρωπιστική θεωρία εστιάζει στις έννοιες της ισότητας και αμοιβαιότητας, δίνεται μεγάλη έμφαση στον αναστοχασμό γύρω από το πώς ο θεραπευτής μπορεί να απομακρυνθεί από τη θέση του «ειδικού» και να αποφύγει την ερμηνεία της εμπειρίας του θεραπευόμενου,, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για την αυτόνομη διερεύνηση του τελευταίου. Πιστεύω πώς το ηθικό αυτό πλαίσιο είναι πολύτιμο και ουσιώδες ώστε να αποφεύγεται η κατάχρηση της εξουσίας στο θεραπευτικό δωμάτιο.
Έτσι, λοιπόν, δίνεται μεγάλη έμφαση στο ηθικό πλαίσιο, και δικαίως. Για μένα, το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συζητούνται τα ζητήματα εξουσίας στην εκπαίδευση και γενικότερα μέσα στο επάγγελμα ή, ακριβέστερα, στο ότι δεν συζητούνται ποτέ.
Θα ήθελα να σημειώσω ότι όταν αναφέρομαι σε ζητήματα εξουσίας στη θεραπεία, αξιοποιώ κυρίως την κατηγοριοποίηση της Gill Proctor (2017), η οποία διακρίνει την εξουσία ρόλου, την κοινωνική εξουσία και την ιστορική εξουσία. Η εξουσία ρόλου και η κοινωνική εξουσία συνιστούν μορφές δομικής εξουσίας, δηλαδή της εξουσίας που αποδίδεται σε ένα άτομο λόγω της κοινωνικής του θέσης και της σχέσης του με θεσμούς.
Η δομική εξουσία, ωστόσο, συχνά απουσιάζει πλήρως από τη συζήτηση στην ανθρωπιστική εκπαίδευση, σύμφωνα με την εμπειρία μου. Σαν να θεωρείται ότι η ηθική δέσμευση στην αμοιβαιότητα αρκεί για να εξουδετερώσει τις ανισότητες που υπάρχουν και να τις αποκλείσει από τη θεραπεία. Μια τέτοια παραδοχή, κατά τη γνώμη μου, εγείρει ηθικά ζητήματα και ενέχει κινδύνους.
Οι πολιτικές ιδέες του Carl Rogers και η προσωποκεντρική προσέγγιση υπήρξαν πράγματι ριζοσπαστικές για την εποχή τους. Ωστόσο, στην πράξη φαίνεται να λειτουργούν ως «επαρκής εγγύηση» απέναντι στην κατάχρηση εξουσίας για εμάς τους ανθρωπιστικά εκπαιδευμένους θεραπευτές, χωρίς να συνοδεύονται από ουσιαστικό προβληματισμό για τις κοινωνικές ανισότητες. Αντίστοιχα, η θεωρία του πεδίου (Lewin, 1951) και η έμφαση στη συν-δημιουργία στη Gestalt παρουσιάζονται ως μηχανισμοί εξισορρόπησης της σχέσης εξουσίας ανάμεσα σε θεραπευτή και το θεραπευόμενο, ιδιαίτερα όταν η πρακτική είναι σχεσιακή.
Κι όμως, στη δική μου διερεύνηση του ανθρωπιστικού πλαισίου συνάντησα στη βιβλιογραφία ισχυρές κριτικές απέναντι σε αυτή την οπτική (Masson, 1989· Fish, 1999· Waterhouse, 1993). Όλες τους αναδεικνύουν σημαντικά ζητήματα. Η κατάχρηση εξουσίας, το gaslighting1 και η αποεστίαση από το βίωμα του ατόμου δεν είναι φαινόμενα που απουσιάζουν από την ανθρωπιστική πρακτική. Το ερώτημα είναι: πώς μπορούμε να περιορίσουμε τον κίνδυνο όταν δεν συζητούμε ρητά τις αιτίες;
Άλλοι έχουν γράψει πιο αναλυτικές μελέτες σχετικά με την εξουσία στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία (Parker, 1999· Proctor, 2007). Δεν θα επαναλάβω εδώ όσα έχουν ήδη αναφέρει. Θα ήθελα να επικεντρωθώ σε μία από τις συνέπειες αυτής της παράλειψης. Ο τρόπος με τον οποίο μας παρουσιάστηκε η εργασία με την πολιτισμική πολυμορφία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, καθώς και η βιβλιογραφία που έπρεπε να διαβάσουμε, μου φαίνονται, αν το σκεφτώ καλά, επιπόλαιοι και προβληματικοί.
Πολυπολιτισμική εργασία και διάλογος
Για να αναπτύξω το επιχείρημά μου, θα ήθελα να χρησιμοποιήσω το άρθρο που μας δόθηκε ως προτεινόμενη ανάγνωση για την εκπαιδευτική ημέρα με θέμα το προνόμιο, την εξουσία και τη διαφορετικότητα.
Αναφέρομαι στο άρθρο του Gordon Wheeler «Culture, Self and Field: A Gestalt Guide to the Age of Complexity», που δημοσιεύθηκε το 2005.
Το πρώτο μέρος του κειμένου αποτελεί μια τεκμηριωμένη αναδρομή στις ρατσιστικές και ευρωκεντρικές2 απαρχές της ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης καθώς και στην εξέλιξη της μελέτης άλλων πολιτισμών από δυτικούς θεωρητικούς. Ορθά επισημαίνει ότι, ήδη από τη γέννησή τους, αυτές οι επιστήμες λειτούργησαν ως τρόποι μέσω των οποίων η δυτική σκέψη θεωρητικοποίησε και δικαιολόγησε την ανωτερότητά της και την ανωτερότητα των λευκών ευρωπαϊκών πληθυσμών.
Στο δεύτερο μέρος, ωστόσο, ο Wheeler περιγράφει πώς η θεωρία και η πρακτική της Gestalt είναι ιδανικά προσαρμοσμένες στις πολυπολιτισμικές συναντήσεις. Η πρώτη ασυνέπεια που παρατήρησα αφορά τη μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο μέρος, η οποία μοιάζει να υπονοεί μια σαφή τομή ανάμεσα σε ένα «ρατσιστικό παρελθόν» αυτών των επιστημών και σε ένα πιο ανοιχτό και ισότιμο παρόν. Δεν υπάρχει καμία συζήτηση για τις ρατσιστικές στάσεις που ενδέχεται να εξακολουθούν να επηρεάζουν ακόμη τη σύγχρονη παραγωγή γνώσης. Μια τέτοια συζήτηση θα έπρεπε βεβαίως να περιλαμβάνει και τη γνώση που παράγεται στο πλαίσιο της Gestalt.
Επιπλέον, ο Wheeler φαίνεται να χρησιμοποιεί δύο διαφορετικούς ορισμούς της κουλτούρας ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος του άρθρου του. Πράγματι, επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει την έννοια της κουλτούρας μέσα από μια Gestalt οπτική, ως εισαγωγή στο δεύτερο μισό του άρθρου. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί αυτό είναι τόσο προβληματικό.
Ξεκινά εξηγώντας πώς η κοινωνία διαχωρίζεται πάντοτε σε διαφορετικές ομάδες συμφερόντων και πώς κάθε άτομο ανήκει ταυτόχρονα σε πολλές κοινωνικές ομάδες, χρειάζεται δηλαδή να διαπραγματεύεται αυτές τις διαφορετικές υπαγωγές. Υποστηρίζει ότι οι ηλικιακές ομάδες, οι κοινωνικές τάξεις και οι επαγγελματικές ομάδες αποτελούν πολιτισμικές ομάδες, εξισώνοντας ουσιαστικά κάθε κοινωνική ομάδα στην οποία μπορεί να ανήκουμε με μια κουλτούρα. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί προχωρά σε αυτόν τον παραλληλισμό. Αν παραμείνουμε στον ορισμό της κουλτούρας ως «των συνηθισμένων πεποιθήσεων, κοινωνικών μορφών και υλικών χαρακτηριστικών μιας φυλετικής, θρησκευτικής ή κοινωνικής ομάδας» (λεξικό Merriam-Webster), αντί για τον ορισμό του Wheeler, τότε αρχίζουμε να βλέπουμε πως η κουλτούρα συνδέεται συνήθως με την εθνοτική και φυλετική καταγωγή. Αυτό εισάγει ένα ολόκληρο σύνολο ιστορικών και γεωγραφικών παραμέτρων, συμπεριλαμβανομένων σχέσεων εξουσίας, οι οποίες δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο ανάμεσα σε διαφορετικές ηλικίες, κοινωνικές τάξεις ή επαγγελματικές ομάδες. Η εξίσωση πολιτισμού με κάθε μορφή κοινωνικής ένταξης (ηλικία, επαγγελματική ομάδα, κοινωνική τάξη) αποσιωπά το γεγονός ότι ο πολιτισμός συνδέεται συχνά με εθνοτική και φυλετική ταυτότητα και συνεπώς με ιστορικά εδραιωμένες σχέσεις εξουσίας.
Η επίκληση της διαλογικής σχέσης Εγώ–Εσύ του Martin Buber ως επαρκούς μέσου γεφύρωσης των πολιτισμικών διαφορών παραγνωρίζει ότι οι θεραπευτικές συναντήσεις δεν λαμβάνουν χώρα σε κοινωνικό κενό. Οι πολιτισμοί δεν συνυπάρχουν σε ισότιμο έδαφος αλλά εντός ιεραρχημένων συστημάτων που έχουν διαμορφωθεί ιστορικά μέσα από αποικιακές και φυλετικές δομές.
Υποστηρίζοντας ότι «κάθε επαφή είναι πολιτισμική επαφή», ότι «κάθε κουλτούρα είναι πολυπολιτισμική» ή ακόμη ότι «καθένας μας είναι εγγενώς πολυπολιτισμικός», συγχέει λανθασμένα την πολυπολιτισμική εργασία με κάθε άλλη κατηγορία ομοιότητας και διαφοράς, όπως το φύλο, η κοινωνική τάξη, η επαγγελματική ταυτότητα κ.λπ. Αυτή η σύγχυση δεν είναι αθώα. Εξυπηρετεί την υποβάθμιση της ιδιαιτερότητας της πολυπολιτισμικής εργασίας και ενισχύει τη θεωρία του συγγραφέα ότι δεν απαιτούνται επιπλέον δεξιότητες ή γνώσεις, παρά μόνο ο συνηθισμένος σχεσιακός και διαλογικός τρόπος εργασίας μας. Είναι σαν μια πολιτισμική συνάντηση να λαμβάνει χώρα μέσα σε κενό, αποκομμένη από το ευρύτερο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. Έχω συναντήσει επανειλημμένα αυτή την οπτική μέσα στην εκπαίδευσή μας και από διαφορετικούς εκπαιδευτές.
Αν συνεχίσουμε με αυτό το παράδειγμα, μπορούμε να θεωρήσουμε χρήσιμη την περιγραφή της κουλτούρας ως του Υποβάθρου που προσδίδει νόημα στη Μορφή και το οποίο μπορεί να μην είναι συνειδητό3. Ωστόσο, αυτή η οπτική αγνοεί την ύπαρξη ενός ευρύτερου, παγκόσμιου συστήματος πολιτισμικής ιεράρχησης. Πώς αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας αυτό το παγκόσμιο πολιτισμικό Υπόβαθρο μέσα στο οποίο όλες οι κουλτούρες καταλαμβάνουν μια θέση σε σχέση με την εγγύτητά τους προς τον κυρίαρχο λευκό δυτικό πολιτισμό; Γιατί επιλέγει, ως λευκός δυτικός άνδρας, να το αγνοεί αυτό; Φυσικά δεν μπορώ να απαντήσω εγώ σε αυτό το ερώτημα. Γνωρίζω όμως το εξής: το προνόμιο συνήθως δεν βλέπει πέρα από τη δική του άνετη πραγματικότητα. Και αυτό με οδηγεί στο ευρύτερο ζήτημα της πολυπολιτισμικής εργασίας και της διαφορετικότητας μέσα στο επάγγελμα.
Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα αποκλειστικά της θεωρίας Gestalt. Ο λόγος που ασκώ κριτική σε αυτό το άρθρο είναι επειδή εκφράζει τη στάση και τον λόγο που έχω ακούσει πολλές φορές κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής μου. Η προσωποκεντρική θεωρία και οι σχετικές συζητήσεις διαποτίζονται επίσης από αυτή τη στάση.
Όπως ήδη ανέφερα, αυτό που παραλείπεται πλήρως και μας εκθέτει στον κίνδυνο πρόκλησης βλάβης είναι ότι η κουλτούρα, στον κόσμο μας, είναι σχεδόν πάντοτε συνυφασμένη με την εθνοτική ή φυλετική ταυτότητα. Αυτό προσθέτει αναγκαστικά ένα ακόμη επίπεδο δεδομένων που χρειάζεται να ληφθεί υπόψη στη σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Μια συγκεκριμένη μορφή σχέσης εξουσίας είναι αναπόφευκτα παρούσα σε μια σχέση που δεν εκτυλίσσεται μέσα σε κενό, αλλά σε έναν κόσμο όπου οι κουλτούρες ιεραρχούνται και όπου η αποικιοκρατία έχει δημιουργήσει σχέσεις ισχύος ανάμεσά τους. Αυτές οι ιεραρχίες είναι βαθιά εγγεγραμμένες στον ψυχισμό μας και επηρεάζουν τις σχέσεις μας με ανθρώπους από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η εμφανής μετατόπιση στον ορισμό της κουλτούρας που χρησιμοποιεί ο Wheeler τον εξυπηρετεί, καθώς του επιτρέπει να αποφεύγει κάθε αναφορά στο δικό του προνόμιο και τη δική του εξουσία, καθώς και στις επιδράσεις που αυτά μπορεί να έχουν σε μια πολυπολιτισμική συνάντηση.
Η πολυπολιτισμική εργασία στην ψυχοθεραπεία απαιτεί διαφορετικές δεξιότητες και ένα συγκεκριμένο σώμα γνώσεων που περιλαμβάνει τις δυναμικές εξουσίας, επίγνωση της παγκόσμιας αποικιακής εξουσίας, του ρατσισμού, της γλώσσας, του πολιτισμικού υπόβαθρου κ.λπ. Είναι επικίνδυνο να προσποιούμαστε το αντίθετο, επειδή αυξάνει τον κίνδυνο βλάβης μέσω μικροεπιθέσεων4, παράβλεψης, gaslighting, λανθασμένων ερμηνειών κ.ά. Ο θεραπευτής χρειάζεται να αναπτύξει οξεία ευαισθησία απέναντι στα πολιτισμικά σημάδια και παράλληλα να διαθέτει ένα ουσιαστικό γνωστικό υπόβαθρο σχετικά με την κουλτούρα του θεραπευόμενου, ώστε να περιορίζονται αυτοί οι κίνδυνοι. Χρειάζεται επίσης μια διαρκής επίγνωση της ύπαρξης αυτών των δομικών σχέσεων εξουσίας και των συνεπειών της καταπίεσης και του προνομίου. Όλα αυτά έχουν ήδη θεωρητικοποιηθεί και παρουσιαστεί από πολλούς συγγραφείς (Lago, 1996· Mackenzie-Mavinga, 2009). Αυτές οι θεωρίες υπάρχουν διαθέσιμες, αλλά παραδόξως δεν περιλαμβάνονται στην ίδια την εκπαίδευση, η οποία εξακολουθεί να είναι βαθιά ανεπαρκής ως προς το ζήτημα της πολυπολιτισμικής θεραπείας.
διαβάστε επίσης: Πλουραλιστική πρακτική στην ψυχοθεραπεία: Από την οπτική της ανθρωπολογίας της υγείας
Μια καταπιεστική στάση
Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής μου υπονοήθηκε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν βιώσει απόρριψη ή ταπείνωση και επομένως μπορούμε όλοι να αρχίσουμε να κατανοούμε τις εμπειρίες διάκρισης των θεραπευόμενων. Όταν τέτοιες δηλώσεις προέρχονται από λευκά άτομα, απλουστεύουν και παραβλέπουν τις εμπειρίες ολόκληρων κοινοτήτων που περιθωριοποιούνται από την κοινωνία μας. Είτε αυτό πηγάζει από αμέλεια είτε από άγνοια, είναι ανησυχητικό να βλέπει κανείς τέτοια αδιαφορία απέναντι στις πραγματικές συνέπειες που έχει η διαφορετικότητα στις ζωές των ανθρώπων. Ιδιαίτερα επειδή εκπαιδεύει τους νέους θεραπευτές να θεωρούν αποδεκτή μια τέτοια στάση μέσα στη δουλειά τους. Η ιδέα ότι «όλοι έχουμε βιώσει απόρριψη ή ταπείνωση, άρα μπορούμε να κατανοήσουμε τις εμπειρίες διακρίσεων» εξομοιώνει ανόμοιες εμπειρίες και αποσιωπά τις συστημικές διαστάσεις του ρατσισμού και της περιθωριοποίησης.
Ως άνθρωπος που μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κουλτούρες και έζησε σε διαφορετικές χώρες κατά την ενήλικη ζωή του, γνωρίζω βαθιά τις ουσιαστικές μεταβολές και τα ζητήματα ταυτότητας που μπορεί να επιφέρει η πολυπολιτισμική εμπειρία. Το να διαβάζω ή να ακούω λευκούς δυτικούς ανθρώπους να υποστηρίζουν ότι οι πολιτισμικές διαφορές είναι απλώς ίδιες με τις διαφορές ηλικίας ή κοινωνικής τάξης, αγγίζει για μένα τα όρια της προσβολής. Όπως ακριβώς εγώ, ως λευκή γυναίκα, δεν θα ισχυριζόμουν ποτέ ότι η πολιτισμική μετατόπιση που έχω βιώσει μπορεί να με βοηθήσει να κατανοήσω την εμπειρία κάποιου που υφίσταται ρατσισμό. Πρόκειται για διαφορετικές εμπειρίες, που δεν μπορούν να συγκριθούν, ιδιαίτερα όταν το άτομο που κάνει αυτή τη σύγκριση κατέχει εξουσία και προνόμιο. Το να προσποιείται κανείς το αντίθετο συνιστά μια αποικιοκρατική στάση.
Γι’ αυτό οι όροι και οι έννοιες έχουν σημασία, αν θέλουμε να κατανοούμε με ακρίβεια για τι ακριβώς μιλάμε. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να σεβόμαστε τους ορισμούς, ιδιαίτερα όταν αναφέρονται σε βιωμένες εμπειρίες ανθρώπων. Ορισμένες φορές επαναπροσδιορίζονται ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες ενός συγκεκριμένου θεωρητικού πλαισίου, όπως συνέβη στο άρθρο που μόλις συζήτησα. Χρειάζεται να έχουμε επίγνωση αυτού του φαινομένου και να το αμφισβητούμε, ιδιαίτερα όταν προέρχεται από ανθρώπους που κατέχουν σημαντικό προνόμιο και όταν αλλοιώνει το νόημα εννοιών όπως η κουλτούρα, οι οποίες είναι θεμελιώδεις για την κατανόηση της ποικιλίας των εμπειριών και των μορφών καταπίεσης. Η υποβάθμιση και διαστρέβλωση της έννοιας της πολυπολιτισμικής εργασίας στην ψυχοθεραπεία, ώστε να προσαρμόζεται σε ένα λευκό δυτικό πλαίσιο, είναι από τη φύση της μια αποικιοκρατική πρακτική.
Αυτή η στάση είναι παρούσα στον ανθρωπιστικό λόγο με τον οποίο ήρθα σε επαφή κατά την εκπαίδευσή μου και είμαι βέβαιη ότι δεν αποτελεί το μοναδικό πεδίο όπου συμβαίνει αυτό. Και σίγουρα δεν ήταν ο μοναδικός προβληματικός τρόπος σκέψης που συνάντησα μέσα στο επάγγελμα. Άλλα παραδείγματα αποικιοκρατικών στάσεων είναι η οικειοποίηση από λευκούς ανθρώπους εννοιών που αρχικά δημιουργήθηκαν για να περιγράψουν την εμπειρία φυλετικοποιημένων ανθρώπων, όπως η «διπλή συνείδηση» του W.E.B. Du Bois (1903), ή η τάση να γράφεται και να διδάσκεται η πολυπολιτισμική εργασία, καθώς και τα ζητήματα ρατσισμού, εξουσίας και προνομίου, αποκλειστικά μέσα από αναφορές σε λευκούς δυτικούς συγγραφείς. Έχω επίσης συναντήσει βαθιές παρανοήσεις γύρω από την έννοια της διαθεματικότητας (intersectionality), η οποία χρησιμοποιείται από προνομιούχους ανθρώπους για να εξηγήσουν πώς και οι ίδιοι μπορούν να κατανοήσουν εμπειρίες καταπίεσης. Όμως όλα αυτά ξεφεύγουν από το πεδίο αυτού του συγκεκριμένου κειμένου.
Χρειάζονται περισσότερα
Ο κυρίαρχος λόγος στην ανθρωπιστική πρακτική είναι ένας λόγος που υποβαθμίζει, με ιδιαίτερα ύπουλους τρόπους, τις ιδιαιτερότητες της διαπολιτισμικής και διαφυλετικής εργασίας. Υπάρχει διαθέσιμο ένα σημαντικό σώμα θεωρητικής δουλειάς πάνω σε αυτό το θέμα, αλλά με κάποιο τρόπο δεν έφτασε ποτέ σε πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα. Από τη δική μου εμπειρία, ο λόγος που μας παρουσιαζόταν από εκπαιδευτές και συναδέλφους συμβούλους ήταν ένας λόγος «ανθρωπισμού που δεν βλέπει». Ένας λόγος που αποφεύγει να μιλήσει για την εξουσία και τις δομικές ανισότητες. Ένας λόγος που ελαχιστοποιεί τη δυνατότητά μας να προκαλέσουμε βλάβη από οποιαδήποτε προνομιούχα θέση κι αν κατέχουμε, αρκεί να παραμένουμε δήθεν «ανοιχτόμυαλοι» και να εμπλεκόμαστε σε μια Διαλογική Σχέση5.
Η ανθρωπιστική θεωρία προσφέρει πράγματι ένα πλαίσιο που επιχειρεί να απομακρύνει τον θεραπευτή από τη θέση του ειδικού, προσπαθώντας να εξισορροπήσει τη σχέση και να διαχειριστεί τα ζητήματα εξουσίας. Όμως η αποφυγή της ρητής αναγνώρισης της εξουσίας δημιουργεί τον κίνδυνο να συμβεί ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: τη διαιώνιση αόρατων ιεραρχιών μέσα στη θεραπευτική σχέση.
Η εκπαίδευση οφείλει να εξελιχθεί, ώστε να ενσωματώσει ουσιαστικά τη μελέτη της δομικής εξουσίας, της αποικιοκρατικής κληρονομιάς και των πολιτισμικών ιεραρχιών. Μόνο έτσι μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος να παράγει γενιές επαγγελματιών που, μέσα από διαπολιτισμικές πρακτικές, ακούσια ακυρώνουν και διαστρεβλώνουν την εμπειρία των άλλων.
Σχόλια μεταφράστριας
- Εδώ ως υπονόμευση, ακύρωση ή διαστρέβλωση της εμπειρίας του θεραπευόμενου
- Αναφέρεται σε μια θεώρηση, προσέγγιση ή ιδεολογία που εστιάζει στην Ευρώπη ή στους Ευρωπαίους, θεωρώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα, την ιστορία και τις αξίες ως το κέντρο ή το ανώτερο σημείο αναφοράς του κόσμου
- Οι όροι «Υπόβαθρο» και «Μορφή» χρησιμοποιούνται εδώ με την ειδική θεωρητική σημασία που έχουν στη Gestalt Therapy και στη θεωρία Gestalt γενικότερα. Στη θεωρία Gestalt, η «Μορφή» (Figure) είναι αυτό που αναδύεται κάθε στιγμή στο προσκήνιο της εμπειρίας μας, δηλαδή αυτό στο οποίο στρέφεται η προσοχή, το ενδιαφέρον ή η ανάγκη μας. Το «Υπόβαθρο» (Ground) είναι το ευρύτερο πλαίσιο μέσα από το οποίο αναδύεται αυτή η μορφή: το περιβάλλον, οι προηγούμενες εμπειρίες, οι πολιτισμικές παραδοχές, τα συναισθήματα, οι σχέσεις, οι κοινωνικές συνθήκες κ.λπ.
- «Microaggresion» Πρόκειται για καθημερινές, συχνά ακούσιες, λεκτικές ή μη λεκτικές συμπεριφορές, σχόλια ή ενέργειες που μεταφέρουν εχθρικά, υποτιμητικά ή αρνητικά μηνύματα προς άτομα περιθωριοποιημένων ομάδων
- Θεωρητική έννοια που παραπέμπει στη φιλοσοφία του Martin Buber και ιδιαίτερα στη σχέση «Εγώ–Εσύ» (I–Thou)
Βιβλιογραφικές αναφορές
Buber, M. (1958). I and Thou. Εδιμβούργο: T&T Clark Ltd.
Du Bois, W.E.B. (1903). The Souls of Black Folk. Σικάγο: A. G. McClurg.
Fish, V. (1999). «Clementi’s Hat: Foucault and the Politics of Psychotherapy». Στο Parker, I. (επιμ.), Deconstructing Psychotherapy (σσ. 54-70). Λονδίνο: Sage.
Lago, C. (1996). Race, Culture and Counselling. Milton Keynes: Open University Press.
Lewin, K. (1951). Field Theory in Social Science. Νέα Υόρκη: Harper & Brothers.
Masson, J. (1989). Against Therapy. Λονδίνο: Fontana.
McKenzie-Mavinga, I. (2009). Black Issues in the Therapeutic Process. Λονδίνο: Palgrave Macmillan.
Parker, I. (1999). Deconstructing Psychotherapy. Λονδίνο: Sage.
Proctor, G. (2017). The Dynamics of Power in Counselling and Psychotherapy. Monmouth: PCCS Books.
Rogers, C. (1978). Carl Rogers on Personal Power: Inner Strength and Its Revolutionary Impact. Λονδίνο: Constable.
Waterhouse, R. (1993). «Wild Women Don’t Have the Blues: A Feminist Critique of Person-Centred Counselling and Therapy». Feminism and Psychology, 3, 55-71.
Wheeler, G. (2005). Culture, Self and Field: A Gestalt Guide to the Age of Complexity. Gestalt Institute Press. Διαθέσιμο στο: Gestalt Institute Press (πρόσβαση: 14 Δεκεμβρίου 2020).