Η ομάδα φύλου στο Peak House: Δημιουργώντας χώρο πέρα από τη συμπερίληψη αντιστεκόμενοι στην cis- και ετεροκανονικότητα — ένας αναστοχασμός

Κοινοποίηση

Η ομάδα φύλου στο Peak House: Δημιουργώντας χώρο πέρα από τη συμπερίληψη αντιστεκόμενοι στην cis- και ετεροκανονικότητα — ένας αναστοχασμός

Εισαγωγή μεταφράστριας

Στο άρθρο για το Peak House η ομάδα φύλου συγκροτεί έναν χώρο όπου τα νεαρά άτομα μπορούν να μιλήσουν πέρα από τα κυρίαρχα πλαίσια της cis- και ετεροκανονικότητας. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ είναι ότι ο χώρος αυτός δεν λειτουργεί μόνο ως πλαίσιο “έκφρασης”, αλλά και ως πλαίσιο αναστοχασμού: τα άτομα δεν περιγράφουν απλώς τις εμπειρίες τους αλλά αποκτούν μια διαφορετική οπτική σε αυτές μέσα από τις συλλογικές σχέσεις που διαμορφώνονται και διαταράσσουν το αρχείο τους επανατοποθετώντας τις. Ο αναστοχασμός, με αυτή την έννοια, γίνεται μια διαδικασία που επιτρέπει να πάρουν απόσταση από την άμεση εμπειρία δίνοντας την δυνατότητα νέας κατανόησης και δράσης. Στο άρθρο της Semeschuk (που αποτελεί απάντηση- αναστοχασμό στο παραπάνω άρθρο) ο αναστοχασμός εμφανίζεται ως κεντρικός μηχανισμός αλλαγής. Μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων, η εμπειρία δεν παραμένει “κλειδωμένη” στο τραύμα, αλλά γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και νοηματοδότησης.

Εδώ εισέρχεται και η έννοια της μαρτυρίας στην αφηγηματική προσέγγιση: ο θεραπευτής δεν είναι απλός παρατηρητής, αλλά μάρτυρας που αναγνωρίζει, επικυρώνει και “κρατά” τις ιστορίες, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στο να αποκτήσουν κοινωνική και ηθική υπόσταση. Έτσι, όπως στο Peak House οι ιστορίες αποκτούν συλλογικό ακροατήριο, στη θεραπεία αποκτούν “χώρο ύπαρξης” μέσα από τη μαρτυρία.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει και η έννοια των εξαιρέσεων (unique outcomes). Και στα δύο κείμενα υπονοείται ότι η κυρίαρχη αφήγηση (τραύμα, καταπίεση, παθολογία, σιωπή, περιθώριο) δεν είναι ποτέ πλήρης. Στο Peak House, τα νεαρά άτομα αναδεικνύουν στιγμές αντίστασης στην κανονικότητα — στιγμές όπου η ταυτότητα, η επιθυμία ή η εμπειρία τους δεν χωρά στα κυρίαρχα σχήματα. Στη θεραπευτική πρακτική της Semeschuk, οι εξαιρέσεις εμφανίζονται όταν οι άνθρωποι μιλούν για στιγμές αντίστασης ή φροντίδας άλλων. Αυτές οι στιγμές ανοίγουν χώρο για νέες αφηγήσεις που δεν οργανώνονται γύρω από την ανεπάρκεια.

Στενά συνδεδεμένη με αυτό είναι και η έννοια των αποθεμάτων, δηλαδή των δεξιοτήτων, σχέσεων, αξιών και εμπειριών που οι άνθρωποι διαθέτουν στην φαρέτρα τους αλλά συχνά επισκιάζονται από το πρόβλημα. Στο Peak House, τα αποθέματα εμφανίζονται συλλογικά: μέσα από την ομάδα, τα νεαρά άτομα αναγνωρίζουν ότι δεν είναι μόνα και ότι διαθέτουν κοινές εμπειρίες, γνώσεις και μορφές αντίστασης. Στη θεραπευτική πρακτική της Semeschuk, τα αποθέματα αναδύονται όταν οι άνθρωποι συνδέουν την εμπειρία τους με την φροντίδα για άλλους, με ηθικές θέσεις (“να μην συμβεί σε κανένα άλλο άτομο”) ή με σχέσεις που τα στηρίζουν. Έτσι, η αφήγηση μετατοπίζεται από το “τι μου συνέβη” στο “τι γνωρίζω, τι μπορώ και τι ήδη κάνω”.

Είτε πρόκειται, λοιπόν, για μια ομάδα φύλου που αντιστέκεται στην cis- και ετεροκανονικότητα είτε για τη θεραπευτική συνάντηση όπου αναδύονται ιστορίες τραύματος και αντίστασης, το ζητούμενο παραμένει η ανάδυση φωνών που είχαν προηγουμένως περιθωριοποιηθεί ή σιωπήσει. Έτσι, και στα δύο κείμενα, η “σιωπή” δεν αντιμετωπίζεται ως απουσία λόγου, αλλά ως πεδίο που μπορεί να μετασχηματιστεί. Το να “σπάει” η σιωπή δεν αποτελεί μόνο πράξη έκφρασης, αλλά πράξη αντίστασης, σχέσης και ανασυγκρότησης νοήματος.

Τελικά, αυτό που αναδύεται είναι μια κοινή ηθική δέσμευση: η αναγνώριση ότι οι άνθρωποι δεν είναι τα προβλήματά τους, αλλά φορείς σωμάτων- αρχείων, ιστοριών, σχέσεων και δυνατοτήτων που μπορούν να γίνουν ορατές, όταν υπάρξει ο κατάλληλος χώρος για να ειπωθούν και να ακουστούν. Η θεραπεία και πρακτική της ομάδας δεν αφορούν μόνο τη “διόρθωση” του τραύματος, αλλά και την αναγνώριση όσων έχουν ήδη διασωθεί μέσα στο σώμα: μορφές αντοχής, αντίστασης, επιβίωσης, επιθυμίας και δημιουργίας νοήματος.”

Φωτεινή Διακουμάκου, Ψυχολόγος – Εκπαιδευόμενη Συστημική Θεραπεύτρια

To άρθρο «Ομάδα φύλου στο Peak House: Δημιουργώντας χώρο πέρα από τη συμπερίληψη, αντιστεκόμενοι στην cis- και ετεροκανονικότητα» των Bhupie Dulay, Graeme Sampson, Stefanie Krasnow και Vikki Reynolds (2019) βρίσκεται μεταφρασμένο εδώ !

Η Kelsi Semeschuk ζει στην Αδελαΐδα της Νότιας Αυστραλίας, όπου εκπονεί διδακτορική διατριβή για το αρχείο των βίντεο του Michael White. Εργάζεται επίσης ως αφηγηματική θεραπεύτρια στην οργάνωση Uniting Communities, υποστηρίζοντας άτομα με εμπειρίες παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης.

Περίληψη

Στο άρθρο «Ομάδα φύλου στο Peak House: Δημιουργώντας χώρο πέρα από τη συμπερίληψη, αντιστεκόμενοι στην cis- και ετεροκανονικότητα» των Bhupie Dulay, Graeme Sampson, Stefanie Krasnow και Vikki Reynolds (2019), υπάρχουν πολυάριθμες έννοιες, ιδέες και πρακτικές που βρήκα συναρπαστικές και που τράβηξαν την προσοχή μου. Εδώ θα επικεντρωθώ σε ένα απόσπασμα που σχετίζεται με το πλαίσιο της δικής μου πρακτικής. Οι προσεγγίσεις των νεαρών ατόμων στο Peak House, καθώς και των Dulay και συνεργατών, σχετικά με «τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ κατάχρησης ουσιών, φύλου και σεξουαλικότητας, συστημικής καταπίεσης και αντίστασης» περιγράφονταν με τόση λεπτομέρεια που ένιωσα την ανάγκη να εστιάσω σε συγκεκριμένες πτυχές που συνδέονται με το δικό μου πλαίσιο. Θεώρησα ότι μπορούσα να λειτουργήσω καλύτερα ως μάρτυρας[1] των ιστοριών που αφηγούνται σε αυτό το άρθρο, μέσα από τη σκοπιά της θεραπευτικής μου πρακτικής και μέσα από την γνώση που έχω αποκτήσει από τους ανθρώπους που με συμβουλεύονται.


Σύνδεση με την πρακτική

Καθώς σκεφτόμουν πώς το άρθρο των Dulay και συνεργατών σχετίζεται με τη δική μου θεραπευτική πρακτική, το ακόλουθο απόσπασμα της Kayley αναδύθηκε:

«Οι άλλες γυναίκες εδώ έχουν σπάσει τη σιωπή και με βοήθησαν να συνειδητοποιήσω ότι μπορώ κι εγώ· μπορώ να μιλήσω κι εγώ. Θέλω να σπάσω τη σιωπή για τις γυναίκες που σιώπησαν πριν από μένα, και για τις γυναίκες και τα κορίτσια που θα έρθουν μετά από μένα και θα έχουν την ευκαιρία να μιλήσουν. Θέλω να ξέρουν ότι δεν είναι μόνες.»

Αυτό το απόσπασμα τράβηξε την προσοχή μου γιατί γίνομαι μάρτυρας παρόμοιων συναισθημάτων σχεδόν καθημερινά από ανθρώπους που με συμβουλεύονται σχετικά με εμπειρίες παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Κάθε φορά που ακούω μια τέτοια δήλωση συγκινούμαι από το πώς άνθρωποι που έχουν υποστεί φρικτή κακομεταχείριση γνωρίζουν τη σημασία του σεβασμού των φωνών των άλλων ανθρώπων. Αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα συγκινητικό είναι ότι συχνά αναλαμβάνουν πρωτοβουλία να μιλήσουν (με όποιον τρόπο επιλέγουν) όχι για τους ίδιους, αλλά με την ελπίδα να αποτρέψουν την κακοποίηση ή την άσκηση βίας σε άλλα άτομα ή να τα ενθαρρύνουν να μιλήσουν. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πολλοί άνθρωποι βιώνουν και αρνητικές συνέπειες όταν μιλούν: αποξένωση από αγαπημένα πρόσωπα, δυσπιστία, κατηγορίες, επανεμφάνιση έντονων αναμνήσεων της κακοποίησης και εφιάλτες.

Πρόσφατα, μια γυναίκα που με συμβουλεύεται με το όνομα Kathleen είπε ότι βλέπει την απόφασή της να μιλήσει για την κακοποίηση ως μια έκφραση του «να στέκεσαι στα κενά για άλλες γυναίκες» (‘standing in the gaps for other women’). Καθώς διάβαζα τα λόγια της Kayley, αυτή η φράση της Kathleen επαναλαμβανόταν στο μυαλό μου. Αναρωτήθηκα τι εννοούσε με τη λέξη «κενό» και τι σήμαινε για εκείνη το να στέκεται μέσα σε αυτό για άλλες γυναίκες. Αναλογιζόμενη εκ των υστέρων, θα ήθελα να την είχα ρωτήσει περισσότερα: τι νόημα είχε αυτό το «κενό» για εκείνη, τι έλεγε για την ίδια το γεγονός ότι μπορούσε να σταθεί εκεί, ποιες δεξιότητες και γνώσεις της το επέτρεπαν, και αν αυτές συνδέονταν με εμπειρίες ζωής ή με ανθρώπους που τη στήριζαν (και την στηρίζουν). Συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν τόσα πολλά που θα μπορούσα να ρωτήσω, αλλά εκείνη τη στιγμή είχα μείνει σιωπηλή από την ομορφιά αυτής της φράσης[2].


Σύνδεση με τη βιβλιογραφία της αφηγηματικής θεραπείας

Μετά από αυτή τη συζήτηση με την Kathleen και άλλες παρόμοιες, άρχισα να σκέφτομαι την έννοια του “να μιλά κάποιο άτομο για τα άτομα που δεν μπορούν[3] ή με την ελπίδα να αποτρέψει την κακοποίηση σε άλλα άτομα”. Αρχικά, σκέφτηκα ότι αυτό ίσως αντικατοπτρίζει το πώς άνθρωποι με εμπειρίες κακοποίησης υιοθετούν αρνητικές αντιλήψεις για τους εαυτούς τους  γεμάτες ενοχή και αίσθημα αναξιότητας. Αναρωτήθηκα αν είναι πιο δύσκολο να μιλήσουν για τ@ εαυτ@ τους παρά για άλλα άτομα. Όμως, όσο στοχαζόμουν περισσότερο και άκουγα ιστορίες, άρχισα να παρατηρώ πώς αυτές οι “αφηγήσεις ανεπάρκειας” προσπαθούσαν να γίνουν οι κυρίαρχες αφηγήσεις στις συνεδρίες μου. Όταν συνέβαινε αυτό, έστρεφα την προσοχή μου μακριά από αυτές τις παθολογικοποιητικές αντιλήψεις και επέστρεφα σε έννοιες της αφηγηματικής θεραπείας.

 

Η συνεισφορά και ο πόνος ως μαρτυρία

Ιδιαίτερα βοηθητική ήταν η έννοια της «συνεισφοράς» (Denborough, 2008): η πρακτική που επιτρέπει σε ανθρώπους που υποφέρουν να συμβάλλουν ουσιαστικά στη ζωή άλλων που επίσης δυσκολεύονται. Μέσα από αυτή τη συνεισφορά, ενισχύεται η αίσθηση προσωπικής και συλλογικής δράσης.

Μια άλλη σημαντική έννοια ήταν αυτή του «πόνου ως μαρτυρία». Ο ψυχολογικός πόνος και η συναισθηματική δυσφορία μπορούν να θεωρηθούν ως στοιχεία μαρτυρίας ή μιας κληρονομιάς (White, 2003).

«Ο ψυχολογικός πόνος και η συναισθηματική οδύνη μπορούν να γίνουν κατανοητά ως στοιχεία μιας κληρονομιάς που εκφράζεται από ανθρώπους οι οποίοι, παρά την απάθεια του κόσμου γύρω τους, παραμένουν ακλόνητοι στην αποφασιστικότητά τους ότι το τραύμα που οι ίδιοι και άλλοι έχουν βιώσει δεν θα πάει χαμένο — ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν εξαιτίας όσων έχουν περάσει.» (σ. 43)

Με αυτές τις έννοιες στο μυαλό, έγινε πιο ξεκάθαρο ότι το να μιλά ένα άτομο για άλλα άτομα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μπορεί να μιλήσει για τ@ εαυτ@ τ@. Αν δούμε αυτή τη δράση ως κάτι που γίνεται τόσο για άλλα άτομα όσο και για το ίδιο, τότε προκύπτει μια διαφορετική αφήγηση. Από μια κοινωνικο-κατασκευαστική οπτική δεν είμαστε εαυτ@ που υπάρχουν στο κενό, αλλά διαμορφωνόμαστε μέσα από τις σχέσεις μας. Δεν είμαστε ξεχωριστά άτομα από αυτά που θέλουμε να προστατεύσουμε και “να σταθούμε στο κενό γι’αυτά”. Όπως διατύπωσε εύστοχα η ομάδα Silent Too Long[4]: «Οι συζητήσεις μας μέσα στην ομάδα δεν βοηθούν μόνο εμάς. Κανένα μας δεν είναι νησί. Δεν ζούμε απομονωμένα. Αυτό που δημιουργούμε μεταξύ μας διαχέεται προς τα έξω.»


Μορφοποίηση της εμπειρίας

Συμπληρωματικά στις έννοιες της συνεισφοράς και του πόνου ως μαρτυρίας, τα λόγια της Kayley και της Kathleen με οδήγησαν να σκεφτώ τις ιδέες του Geertz:

«Όλοι οι άνθρωποι έχουμε πολύ περισσότερο υλικό από αυτό που ξέρουμε πώς να το χρησιμοποιήσουμε, και αν αποτυγχάνουμε να του δώσουμε μια απτή μορφή, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη περιεχομένου αλλά η έλλειψη μέσων.» (Geertz, 1986, p. 373)

Υπό αυτό το πρίσμα, η προθυμία της Kathleen να «σταθεί στα κενά» για τις άλλες γυναίκες μπορεί να ιδωθεί ως μια πράξη που δείχνει πόσο πλούσια είναι η εμπειρία της — και πώς αυτή η πράξη αποτελεί έναν τρόπο να δώσει απτή μορφή σε αυτή την εμπειρία. Έτσι, μπορούμε είτε να ερμηνεύσουμε το να μιλά το άτομο για άλλα άτομα ως ένδειξη αδυναμίας να μιλήσει για το ίδιο, είτε ως επιλογή να εκφράσει αυτή την ικανότητα με έναν συγκεκριμένο, «απτό» τρόπο. Αν και όσο διαβάζω αυτή την φράση του Geertz μου φαίνεται όλο και πιο περίπλοκη, νομίζω ότι περιλαμβάνει μια κεντρική ηθική αρχή της αφηγηματικής προσέγγισης: «Το άτομο δεν είναι το πρόβλημα — το πρόβλημα είναι το πρόβλημα (White, 2007)». Το πρόβλημα μπορεί να συσκοτίσει το “υλικό” ή την “ουσία” του ατόμου. Και αυτό το “υλικό” δεν είναι εγκλωβισμένο στην ατομική ταυτότητα· διαμορφώνεται μέσα από τις σχέσεις και είναι συνδεδεμένο με την ιστορία του ανθρώπου, τους δεσμούς του, τα αποθέματά του, τις αξίες του, και ούτω καθεξής.


Vygotsky: Υποστήριξη και συνεργασία

Ορισμένες τελικές έννοιες από τη βιβλιογραφία της αφηγηματικής προσέγγισης που αναδύθηκαν καθώς αναλογιζόμουν τα λόγια της Kayley και της Kathleen, ήταν οι έννοιες της σκαλωσιάς/πλαισίωσης (scaffolding) και της ζώνης επικείμενης ανάπτυξης (Vygotsky, 1986)[5]. Περιγράφοντας το έργο του Lev Vygotsky για τη ζώνη επικείμενης ανάπτυξης, οι White και Morgan (2006) σημείωσαν ότι προκειμένου οι άνθρωποι να ταξιδέψουν από αυτό που είναι “γνωστό και οικείο προς αυτό που θα ήταν δυνατόν να γνωρίζουν και να κάνουν” (σελ. 45), απαιτείται να πάρουν κάποια απόσταση από την αμεσότητα της ίδιας τους της εμπειρίας. Αυτή η “απόσταση” επιτυγχάνεται σε συνεργασία με άλλα άτομα, όταν παρέχεται η δυνατότητα του αναστοχασμού (επιφάνειες αναστοχασμού), η οποία επιτρέπει στους ανθρώπους να κάνουν ένα βήμα πίσω και να αναλογιστούν τη ζωή τους (White, 2007).

Σύμφωνα με τον White (2007), η απόσταση από την άμεση εμπειρία κάποιου μπορεί να επιτευχθεί μέσω “ερωτήσεων αξιολόγησης” ή “γιατί”, οι οποίες “προσκαλούν τους ανθρώπους να αναλογιστούν συγκεκριμένες εξελίξεις στη ζωή τους, να αναγνωρίσουν και να μιλήσουν για την εμπειρία τους γύρω από αυτές, και να καταλήξουν σε μια κρίση γι’ αυτές” (σελ. 236). Αυτοί οι τύποι ερωτήσεων συχνά οδηγούν σε μια διεύρυνση (stretching) των τρεχουσών αντιλήψεων του ατόμου για τη ζωή του, και ως εκ τούτου θεωρείται ότι απαιτούν μια σκαλωσιά (scaffolding). Ένας τρόπος παροχής αυτής της σκαλωσιάς είναι μέσω των “editorial” (εισαγωγικών σημειωμάτων), τα οποία “προλογίζουν τις ερωτήσεις αξιολόγησης με μια σύντομη σύνοψη του αντίκτυπου των μοναδικών εκβάσεων (unique outcomes, εξαιρέσεις) που έχουν ήδη αναδειχθεί” (σελ. 237). Είναι ενδιαφέρον ότι, μέσω αυτής της διαδικασίας απόκτησης απόστασης από την άμεση εμπειρία, οι άνθρωποι συχνά γίνονται πιο ικανοί να “κατοικήσουν στη δική τους ζωή” (White, όπως αναφέρεται στο Duvall & Young, 2009, σελ. 5)[6].

Για να κατανοήσω περαιτέρω αυτές τις έννοιες, μου αρέσει να σκέφτομαι περιπτώσεις από τις θεραπευτικές μου συνεδρίες όπου οι άνθρωποι περιγράφουν ένα πρόβλημα στη ζωή τους το οποίο είναι πολύ κοντά στη δική μου εμπειρία. Καθώς ακούω κάποιο άλλο άτομο να περιγράφει τις επιπτώσεις αυτού του προβλήματος και τους τρόπους με τους οποίους ανταποκρίνεται σε αυτό, αποκτώ μια διαφορετική οπτική για παρόμοια προβλήματα στη δική μου ζωή και στις ζωές άλλων ανθρώπων που με συμβουλεύονται. Ως αποτέλεσμα, αντιλαμβάνομαι διαφορετικές πτυχές αυτών των συλλογικών προβλημάτων: μπορώ να δω πιο ζωντανά τα χαρακτηριστικά τους, τις τακτικές τους, τα δυνατά τους σημεία, τα αδύνατα σημεία τους. Αυτό, με τη σειρά του, μου επιτρέπει να έχω μια αυξημένη αίσθηση προσωπικής ισχύος (agency) πάνω στα προβλήματα της δικής μου ζωής και εμπλουτίζει τις ερωτήσεις μου όταν άλλοι άνθρωποι με συμβουλεύονται για ένα παρόμοιο πρόβλημα. Όπως έγραψε η Sue Mann σχετικά με το έργο της με επιζήσασες σεξουαλικής κακοποίησης: “Θέλω να ακούω με τρόπους που επικεντρώνονται στο πώς οι γυναίκες που με συναντούν συνεισφέρουν και διαμορφώνουν τη ζωή μου” (2004b, σελ. 6). Επιπλέον, οι White και Epston κατέγραψαν παρόμοιες εμπειρίες, περιγράφοντας την αμφίδρομη φύση της θεραπείας (White, 1997), την πρακτική του να συμβουλεύεσαι αυτούς που σε συμβουλεύονται (Epston & White, 1992), την αξία της εκ των έσω γνώσης (insider knowledge) (White & Epston, 2004) και την έννοια της προβολής επιφανειών αναστοχασμού (White, 2007).

Η εφαρμογή των ιδεών του Vygotsky σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο φαίνεται ιδιαίτερα καίρια καθώς εξετάζουμε τις ιστορίες της Kayley και της Kathleen. Υποδηλώνουν ότι η απόκτηση κάποιας απόστασης από την αμεσότητα των δικών τους εμπειριών συνέβαλε στην ετοιμότητά τους να μεταβούν σε αυτό που ήταν πλέον δυνατόν να γνωρίσουν, να πουν και να πράξουν. Ευρύτερα, θεωρώ ότι αυτό αποδεικνύει πως όταν οι άνθρωποι αναλογίζονται πώς μπορεί να είναι για κάποιο άλλο άτομο το να βιώνει το είδος της κακοποίησης που υπέστησαν και οι ίδιοι, αποκτούν μια απόσταση από τις δικές τους εμπειρίες κακοποίησης.

Τι μπορεί να καταστήσει εφικτό αυτή η απόσταση, μου έχει γίνει φανερό επανειλημμένα στις θεραπευτικές μου συζητήσεις, για παράδειγμα όταν ρωτάω τους ανθρώπους πώς θα ήταν αν κάποιο άτομο που αγαπούν (αντί για τους ίδιους) είχε περάσει τις εμπειρίες κακοποίησης που υπέστησαν εκείνοι. Ως απάντηση, οι άνθρωποι συχνά λένε ότι θα του έλεγαν πως δεν φταίει, ότι ήταν μόνο παιδιά, ότι το εξαπάτησαν και ότι επρόκειτο για ένα ξεκάθαρο παράδειγμα κατάχρησης εξουσίας. Μπορούν να δουν αυτά τα πράγματα τόσο καθαρά όταν σκέφτονται ότι συμβαίνουν σε κάποιο άλλο άτομο, αλλά μπορεί να μην είναι σε θέση να τα δουν για τα ίδια τη δεδομένη στιγμή. Επίσης,  λένε: “αν αυτό είχε συμβεί στο παιδί μου, θα το έλεγα παντού και θα πάλευα για να λάβει υποστήριξη, αλλά επειδή συνέβη σε μένα, είναι πιο δύσκολο να κάνω αυτά τα βήματα[7]“. Παρομοίως, οι ιστορίες της Kathleen και της Kayley αναδεικνύουν το τι μπορεί να επιτευχθεί σε σχέση με τα άλλα άτομα– ακόμα και αν εκείνα δεν είναι φυσικά παρόντα, αλλά ανακαλούνται στη σκέψη.


Τελικές σκέψεις

Σε αυτόν τον αναστοχασμό μου στο άρθρο των Dulay και συνεργατών, προσπάθησα να λειτουργήσω ως μάρτυρας, συνδέοντας την εμπειρία μου με έννοιες της αφηγηματικής θεραπείας. Θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου σε όλους όσους συνέβαλαν στο άρθρο των Dulay και συνεργατών, καθώς και στις Kayley και Kathleen για τα λόγια τους. Επίσης, να αναγνωρίσω όλους τους ανθρώπους που με τη φωνή τους «σπάνε τη σιωπή», εμπνέοντας και άλλους να κάνουν το ίδιο. Το «να σπάει ένα άτομο την σιωπή» δεν απαιτεί απαραίτητα δημόσια έκφραση. Μπορεί να παίρνει πολλές μορφές, όπως:

  • το καθημερινό γράψιμο σε ένα ημερολόγιο· όπως είπε πρόσφατα ένα άτομο: «είναι απλώς η διαδικασία της γραφής που βοηθάει και το να ξέρω ότι αυτό [που ένιωθα] βρίσκεται πλέον εκεί έξω»
  • την άρνηση να αφαιρέσουν τη ζωή τους, έτσι ώστε εκείνοι (το άτομο που διέπραξε τη βλάβη/κακοποίηση/βία) να μην κερδίσουν
  • ανθρώπους (γονείς, φροντιστές, δασκάλους, αδέρφια) που πιστεύουν τα παιδιά όταν/αν αποκαλύψουν εμπειρίες κακοποίησης· ανθρώπους που ανταποκρίνονται και δεν τα εξαναγκάζουν στη σιωπή
  • οικογένειες (δίκτυα υποστήριξης, ομάδες φίλων) που δεν διασπώνται μεταξύ τους ως αποτέλεσμα της κακοποίησης· που δεν αλληλοκατηγορούνται, αλλά ενώνονται για να αντιμετωπίσουν την κακοποίηση/βία/βλάβη
  • μια πρωινή πρακτική επαναφοράς του εαυτού «στην παρούσα στιγμή» μετά από την εμπειρία νυχτερινών τρόμων
  • μια σχολαστική αφοσίωση στον διαχωρισμό (ξεδιάλυμα) των «πρακτικών αγάπης» από τις «πρακτικές κακοποίησης» (Mann, 2004a; White, 1995)
  • μια δέσμευση στην εκπαίδευση των παιδιών σχετικά με τη συναίνεση, το σώμα τους, τα δικαιώματά τους και τη σημασία του σεβασμού

Καθώς αναλογίζομαι τα λόγια της Kayley και της Kathleen, καθώς και τους διάφορους τρόπους για να “σπάει η σιωπή” που αναφέρθηκαν παραπάνω, ο όρος που μου έρχεται στον νου είναι η “αντίσταση”. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον όρο, βασίζομαι στην περιγραφή των Reynolds, “Bahman”, Hammoud-Beckett, Haworth και Sanders (2014) για την αντίσταση, η οποία “αναφέρεται σε όλες τις αντιδράσεις ενός ατόμου ή λαών ενάντια στις καταχρήσεις εξουσίας και την καταπίεση, καθώς και στους πολλούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωπου διατηρούν την αξιοπρέπειά τους και προσπαθούν να διεκδικήσουν τη δικαιοσύνη” [8](2014, σελ. 6).

Στην εργασία μου με ανθρώπους που έχουν εμπειρίες σεξουαλικής κακοποίησης, ακούω ιστορίες για την αξιοπρέπεια, για τη δικαιοσύνη, για τη δυνατότητα προσφοράς, για κοινωνικά ζητήματα αντί για ιδιωτικά ζητήματα, και για την επαναδιεκδίκηση του δικαιώματος να “στέκονται στα κενά” – με οποιοδήποτε τρόπο.

Μετάφραση & Επιμέλεια: Φωτεινή Διακουμάκου, Ψυχολόγος – Εκπαιδευόμενη Συστημική Θεραπεύτρια

Βιβλιογραφία

Denborough, D. (2001). The narrative metaphor in family therapy: An interview with Michael White. InD. Denborough (Ed.), Family therapy: Exploring the past, present and possible futures (pp. 131–138). Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications.

Denborough, D. (2008). Collective narrative practice: Responding to individuals, groups, and communities who have experienced trauma. Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications.

Dulay, B., Sampson, G., Krasnow, S., & Reynolds, V. (2019). Gender group at Peak House: Making space beyond inclusion, resisting cis- and heteronormativity. International Journal of Narrative Therapy and Community Work.

Duvall, J., & Young, K. (2009). Keeping faith: A conversation with Michael White. Journal of systemic therapies, 28(1), 1–18.

Epston, D., & White, M. (1992). Consulting your consultants: The documentation of alternative knowledges. In D. Epston & M. White (Eds.), Experience, contradiction, narrative and imagination (pp. 11–26). Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications.

Geertz, C. (1986). Making experiences, authoring selves. In V. W. Turner & E. M. Bruner (Eds.), The anthropology of experience (pp. 373–380). Urbana, IL: University of Illinois Press.

Long, S. T. (2000). Embracing the old, nurturing the new. Dulwich Centre Journal, 3(1–2), 62–71. Mann, S. (2004a). Deconstructing love in the context of sexual abuse. International Journal of Narrative Therapy and Community Work, (3), 12–13.

Mann, S. (2004b). The questions posed by our work with women who have experienced sexual abuse. International Journal of Narrative Therapy and Community Work, (4), 3–12.

Reynolds, V., ‘Bahman’, Hammoud-Beckett, S., Haworth, G., & Sanders, C. J. (2014). Poetic resistance: Witnessing Bahman’s resistance to torture and political violence. International Journal of Narrative Therapy and Community Work, (2), 1–15.

Vygotsky, L. S. (1986). Thought and language (A. Kozulin, trans.). Cambridge, MA: MIT Press.

White, M., & Epston, D. (2004). Narrative practice and exotic lives: Resurrecting diversity in everyday life. Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications.

White, M. K., & Morgan, A. (2006). Narrative therapy with children and their families. Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications.

White, M. (1992). Family therapy training and supervision in a world of experience and narrative. In D. Epston & M. White (Eds.), Experience, contradiction, narrative and imagination. Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications. (Original work published 1989)

White, M. (1995). Re-authoring lives: Interviews and essays. Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications.

White, M. (1997). Narratives of therapists’ lives. Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications.

White, M. (2003). Narrative practice and community assignments. International Journal of Narrative Therapy and Community Work, (2), 17–55.

White, M. (2007). Maps of narrative practice. New York, NY: Norton.


[1] Σε σχέση με την πρακτική της μαρτυρίας, οι Vikki Reynolds, ‘Bahman’, Sekneh Hammoud-Beckett, Gwen Haworth και Colin James Sanders (2014) σημείωσαν ότι “η μαρτυρία προσκαλεί σε μια αντίδραση, κάτι που δεν απαιτείται από ένα ακροατήριο”, και ότι οι μάρτυρες “αντιστέκονται στην ιδιωτικοποίηση του πόνου και προσκαλούν σε συλλογικές, δίκαιες αντιδράσεις” (σελ. 5). Ελπίζω, μέσα από αυτό το κείμενο, να υιοθετήσω αυτόν τον προσανατολισμό προς τη “μαρτυρία”.

[2] Έκτοτε επανήλθα σε αυτές τις απορίες στις θεραπευτικές μας συζητήσεις  με την Kathleen. Η Kathleen έλαβε, επίσης, ένα προσχέδιο αυτού του άρθρου για να το διαβάσει και να προτείνει αλλαγές πριν από τη δημοσίευσή του.

[3] Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι όταν αναφέρομαι σε «εκείν@ που δεν μπορούν να σταθούν στο κενό», δεν πρόκειται για αξιολογική κρίση βασισμένη σε ουσιοκρατικές αντιλήψεις περί δύναμης ή ικανότητας. Αντίθετα, αναγνωρίζεται ότι οι άνθρωποι δεν «μιλούν» ή «υψώνουν τη φωνή τους» με τον ίδιο τρόπο. Μερικοί άνθρωποι το κάνουν με διακριτικούς τρόπους που μπορεί να είναι αόρατοι στους άλλους. Επίσης, αναγνωρίζονται οι συνέπειες της καταπίεσης και του περιθωριοποιημένου βιώματος που σχετίζονται με τις έμφυλες ταυτότητες και τις κοινωνικές θέσεις των ανθρώπων.

[4] Η ομάδα Silent Too Long είναι μια ομάδα δράσης για γυναίκες που έχουν επιβιώσει από παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί τους μέσω του Dulwich Centre Publications.

[5] Ο Michael White σημείωσε ότι αρχικά εισήχθη στην έννοια της “σκαλωσιάς” μέσω της ενσωμάτωσης “μεταφορών δόμησης” στη θεραπεία από τον David Epston. Ωστόσο, σε μεταγενέστερα χρόνια, ο White εξήγησε ότι άρχισε να ενδιαφέρεται “για άλλες προελεύσεις αυτού του όρου, και ιδιαίτερα για το έργο συγγραφέων που έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη του Vygotsky” (όπως αναφέρεται στο Denborough, 2001, σελ. 137).

[6] Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι οι έννοιες της αποστασιοποίησης, της σκαλωσιάς, του καθρεφτίσματος (mirroring) κ.λπ., δεν περιορίζονται στην εργασία με μικρά παιδιά. Αντιθέτως, ο White τις μετέφερε στο θεραπευτικό του έργο με ανθρώπους όλων των ηλικιών.

[7] Σημειώνεται ότι αυτές οι περιγραφές δεν αντιπροσωπεύουν όλους τους ανθρώπους, και δεν υπάρχει πρόθεση να ομαδοποιηθούν όλοι οι επιζώντες κακοποίησης σε μία ενιαία κατηγορία.

[8] Στον ορισμό της «αντίστασης», οι Reynolds, ‘Bahman’, Hammoud-Beckett, Haworth και Sanders (2014) αναφέρουν ότι βασίζονται στο έργο και τις ιδέες των Allan Wade (Καναδός σύμβουλος), Erving Goffman (κοινωνιολόγος γεννημένος στον Καναδά) και James C. Scott (Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας).

Κοινοποίηση

Ρωτήστε μας ότι σας ενδιαφέρει συμπληρώνοντας την παρακάτω φόρμα

Κλείστε ραντεβού

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα για να κλείσετε ραντεβού: