Γλώσσα και Θεωρία του Νου: δύο ξεχωριστά συστήματα στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο
“Υπάρχουν στιγμές στην ψυχοθεραπεία όπου γίνεται φανερό ότι η δυνατότητα ενός ανθρώπου να μιλά για τον εαυτό του δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορεί και να αναγνωρίζει τι αισθάνεται ή τι συμβαίνει μέσα στις σχέσεις του. Άλλες φορές, αντίθετα, κάποι@ μπορεί να δυσκολεύεται να βρει λέξεις, αλλά να διαθέτει έντονη ευαισθησία απέναντι στον εσωτερικό κόσμο των άλλων. Διαβάζοντας τη μελέτη των Hiersche, Osher και Saygin, σκέφτηκα πόσο βαθιά ανθρώπινο είναι τελικά το ερώτημα που επιχειρεί να διερευνήσει, αν η γλώσσα και η δυνατότητα κατανόησης των σκέψεων, των προθέσεων και των συναισθημάτων των άλλων αναπτύσσονται μέσα από ένα κοινό σύστημα ή αν αποτελούν από πολύ νωρίς διαφορετικές λειτουργίες του νου. Η έρευνα, χρησιμοποιώντας λειτουργική μαγνητική τομογραφία σε μικρά παιδιά και ενήλικες, φαίνεται να υποστηρίζει το δεύτερο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η γλώσσα και η Θεωρία του Νου ακολουθούν ήδη από την παιδική ηλικία διαφορετικές νευρωνικές διαδρομές, παρότι αργότερα συνεργάζονται στενά στις ανθρώπινες σχέσεις και στην κοινωνική ζωή. Αυτό που μου φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη μελέτη είναι ότι ανοίγει έναν διάλογο ανάμεσα στη νευροεπιστήμη και σε ερωτήματα που συναντάμε συχνά στην ψυχοθεραπευτική πράξη, τι σημαίνει πραγματικά να κατανοούμε έναν άλλον άνθρωπο; Και πόσο συνδέεται αυτή η δυνατότητα με τις λέξεις που διαθέτουμε για να μιλήσουμε γι’ αυτό;“
Εισαγωγή: Παπαδοπούλου Νατάσσα, Ψυχολόγος – Συστημική Θεραπεύτρια
Πηγή άρθρου: neurosciencenews.com – Functional dissociation of language and theory of mind in the developing superior temporal lobe
Περίληψη
Τι είναι αυτό που μας καθιστά ανθρώπους; Για δεκαετίες, οι επιστήμονες συζητούσαν αν η ικανότητά μας για ομιλία και η ικανότητά μας να κατανοούμε τα συναισθήματα και τις προθέσεις των άλλων (Θεωρία του Νου) αναπτύχθηκαν από το ίδιο γνωστικό υπόστρωμα. Μια νέα μελέτη φαίνεται να δίνει σαφέστερη απάντηση στο ερώτημα.
Χρησιμοποιώντας λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI) σε παιδιά ακόμη και τριών ετών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτές οι δύο σύνθετες ικανότητες προέρχονται από πλήρως διακριτές, μη επικαλυπτόμενες εγκεφαλικές περιοχές. Αυτή η «διακριτή αρχιτεκτονική» υποδηλώνει ότι ο εγκέφαλος εξελίχθηκε με εξειδικευμένη οργάνωση για τη γλώσσα και την κατανόηση των άλλων ήδη από πολύ νωρίς, αντί οι δεξιότητες αυτές να διαφοροποιούνται αργότερα από μια κοινή γνωστική βάση.
Βασικά ευρήματα
Ημισφαιρικός διαχωρισμός: Η μελέτη εντόπισε τον άνω κροταφικό λοβό ως βασική περιοχή και για τις δύο λειτουργίες, αλλά με σαφή γεωγραφικό διαχωρισμό. Η γλώσσα εδράζεται κυρίως στο αριστερό ημισφαίριο, ενώ η Θεωρία του Νου στο δεξί.
Απουσία αναπτυξιακής επικάλυψης: Σε αντίθεση με παλαιότερες θεωρίες που υποστήριζαν ότι ο παιδικός εγκέφαλος είναι αρχικά λιγότερο εξειδικευμένος και οργανώνεται αργότερα, η έρευνα έδειξε ότι ακόμη και στα παιδιά τριών ετών οι περιοχές αυτές είναι ήδη σαφώς διαφοροποιημένες.
Αποτύπωμα συνδεσιμότητας: Μέσω αναλύσεων εγκεφαλικής δραστηριότητας σε κατάσταση ηρεμίας, εντοπίστηκαν διαφορετικά πρότυπα επικοινωνίας για κάθε περιοχή. Τα «αποτυπώματα συνδεσιμότητας» δείχνουν ότι τα δύο συστήματα συνδέονται με τον υπόλοιπο εγκέφαλο με διαφορετικό τρόπο.
Σταθερή νευρωνική οργάνωση: Διαχρονικά δεδομένα, που παρακολούθησαν τα ίδια παιδιά σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, έδειξαν ότι αυτός ο διαχωρισμός παραμένει σταθερός κατά την παιδική ηλικία. Δεν εμφανίζεται σταδιακά με την ηλικία, αλλά αποτελεί βασικό στοιχείο της εγκεφαλικής οργάνωσης.
Ενοποίηση στην ενήλικη ζωή: Παρότι οι περιοχές είναι διακριτές στα παιδιά, στους ενήλικες τα δίκτυα αρχίζουν να αλληλεπιδρούν περισσότερο. Αυτό πιθανόν σημαίνει ότι με την ωρίμανση μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε από κοινού τη γλώσσα και την κοινωνική κατανόηση.
Μια νέα μελέτη είναι η πρώτη που δείχνει ότι δύο από τις πιο σύνθετες γνωστικές λειτουργίες του ανθρώπου — η χρήση και κατανόηση της γλώσσας και η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε τι αισθάνονται ή σκέφτονται οι άλλοι — έχουν διακριτές νευρωνικές αφετηρίες ήδη στα μικρά παιδιά, όπως συμβαίνει και στους ενήλικες.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι αυτές οι δύο διαφορετικές αλλά συγγενείς μορφές επεξεργασίας σύνθετων εννοιών, οι οποίες θεωρούνται κατεξοχήν ανθρώπινες ικανότητες, δεν ξεκινούν από κοινές εγκεφαλικές περιοχές που αργότερα εξειδικεύονται. Αντίθετα, ο εγκέφαλος φαίνεται να διαθέτει εξαρχής ξεχωριστή αρχιτεκτονική για κάθε λειτουργία.
Χρησιμοποιώντας fMRI, οι ερευνητές παρακολουθούσαν τον εγκέφαλο παιδιών ενώ τα άκουγαν να συνομιλούν (να παράγουν δηλαδή προφορικό λόγο) και ενώ παρακολουθούσαν μια σύντομη ταινία. Διαπίστωσαν ότι οι περιοχές που σχετίζονται με τη γλώσσα και με τη νοηματοδότηση των ψυχικών καταστάσεων των άλλων, γνωστή ως Θεωρία του Νου, είναι χωριστές και δεν επικαλύπτονται.
«Φαίνεται ότι οι μηχανισμοί που μας βοηθούν να κατανοούμε τους άλλους και εκείνοι που μας βοηθούν να μιλάμε και να κατανοούμε τη γλώσσα είχαν διαχωριστεί πολύ νωρίς στην εξελικτική πορεία, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην βλέπουμε σήμερα ίχνη επικάλυψης στην ανθρώπινη ανάπτυξη», δήλωσε η Zeynep Saygin, κύρια συγγραφέας της μελέτης και αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Ohio State University.
«Είναι ένα θεμελιώδες ερώτημα που θέτουν οι άνθρωποι: τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους; Πώς αναδύεται η ανθρώπινη νόηση; Νομίζω ότι η μελέτη αυτή φωτίζει κάπως το ζήτημα.»
Η Kelly Hiersche, υποψήφια διδάκτωρ στο εργαστήριο της Saygin, ήταν η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 23 Απριλίου στο Communications Biology.
Οι δύο υπό μελέτη λειτουργίες εντοπίζονται στον άνω κροταφικό λοβό, κοντά στους κροτάφους: η γλώσσα κυρίως στο αριστερό ημισφαίριο και η Θεωρία του Νου στο δεξί.
Οι ερευνητές επιβεβαίωσαν αρχικά σε 28 ενήλικες ότι ξεχωριστές περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται έντονα από ερεθίσματα που σχετίζονται με τη γλώσσα ή με τη Θεωρία του Νου.
Στη συνέχεια μελέτησαν 42 παιδιά ηλικίας 3 έως 9 ετών, πραγματοποιώντας δύο εξετάσεις fMRI: μία ενώ άκουγαν προτάσεις και μία ενώ παρακολουθούσαν ένα βουβό κινούμενο σχέδιο. Παρατηρήθηκε ποιες περιοχές ενεργοποιούνταν σε κάθε δοκιμασία. Ως συνθήκες ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν άνευ νοήματος λέξεις για τη γλώσσα και εικόνες πόνου σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων για την κοινωνική κατανόηση, ώστε να διαφοροποιηθεί η απλή συναισθηματική αντίδραση από τη Θεωρία του Νου.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι περιοχές που ανταποκρίνονταν στη γλώσσα και εκείνες που ανταποκρίνονταν στη Θεωρία του Νου ήταν χωριστές, χωρίς επικάλυψη.
«Αυτό ήταν το πρώτο μας ερώτημα: είναι αυτές οι δεξιότητες διακριτές τόσο ως προς τη λειτουργία όσο και ως προς τη θέση τους; Και η απάντηση είναι σαφώς ναι», δήλωσε η Hiersche.
Για να εξετάσουν περαιτέρω το εξελικτικό ζήτημα, οι ερευνητές μελέτησαν και εγκεφαλικές σαρώσεις σε κατάσταση ηρεμίας, ώστε να δουν με ποιες άλλες περιοχές συνδέονται οι περιοχές της γλώσσας και της Θεωρίας του Νου.
Η ανάλυση έδειξε ότι κάθε σύστημα διαθέτει δικό του πρότυπο συνδεσιμότητας, ενισχύοντας την άποψη ότι πρόκειται για δύο ανεξάρτητους λειτουργικούς μηχανισμούς.
Επιπλέον, η παρακολούθηση των ίδιων παιδιών με την πάροδο του χρόνου έδειξε ότι ο διαχωρισμός αυτός δεν αλλάζει ουσιαστικά κατά την παιδική ανάπτυξη.
Συγκρίνοντας παιδιά και ενήλικες, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στους ενήλικες εμφανίζεται κάποια μεγαλύτερη αλληλεπίδραση ανάμεσα στα δύο δίκτυα, ένδειξη ότι ώριμες κοινωνικές και γλωσσικές δεξιότητες λειτουργούν περισσότερο συντονισμένα.
Τα αποτελέσματα αμφισβητούν την ιδέα ότι η γλώσσα προέρχεται από εγκεφαλικούς μηχανισμούς που αρχικά υπηρετούσαν γενικότερα την κοινωνική επικοινωνία και υποστηρίζουν ότι γλώσσα και Θεωρία του Νου έχουν εξαρχής διαφορετικές νευρωνικές αφετηρίες.
Συμπερασματικές σκέψεις μιας θεραπεύτριας…
“Ίσως, λοιπόν, ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία αυτής της έρευνας είναι ότι μας βοηθά να σκεφτούμε πιο προσεκτικά τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και στην ανθρώπινη κατανόηση. Το γεγονός ότι η γλώσσα και η Θεωρία του Νου φαίνεται να οργανώνονται μέσα από διαφορετικά νευρωνικά συστήματα ήδη από πολύ νωρίς στην ανάπτυξη δείχνει ότι το να μιλά κανείς και το να κατανοεί τον εσωτερικό κόσμο του άλλου δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η διάκριση αυτή μου φαίνεται ιδιαίτερα σημαντική, γιατί συχνά υπάρχει η αίσθηση ότι όταν κάποιος μπορεί να περιγράψει κάτι με λόγια, τότε το έχει ήδη κατανοήσει ή το έχει επεξεργαστεί συναισθηματικά. Ωστόσο, στην κλινική πράξη συναντάμε πολλές φορές ανθρώπους που διαθέτουν έναν πολύ ανεπτυγμένο λόγο, αλλά δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τι αισθάνονται τα ίδια ή τι μπορεί να συμβαίνει στον άλλον μέσα στη σχέση. Αντίστροφα, υπάρχουν στιγμές στις οποίες ένας άνθρωπος μπορεί να μην βρίσκει εύκολα λέξεις, αλλά να διαθέτει έντονη ευαισθησία απέναντι στις συναισθηματικές καταστάσεις των άλλων.
Αυτό με οδηγεί να σκέφτομαι ότι η θεραπευτική διαδικασία δεν αφορά μόνο τη δημιουργία μιας πιο συνεκτικής αφήγησης. Αφορά επίσης την ανάπτυξη της δυνατότητας να αναγνωρίζουμε τις εσωτερικές καταστάσεις, τις προθέσεις, τις αντιφάσεις και τις διαφορετικές οπτικές που υπάρχουν μέσα στις σχέσεις αλλά και μέσα στον ίδιο τον εαυτό. Η γλώσσα ασφαλώς έχει κεντρική θέση στη θεραπεία, όμως από μόνη της δεν αρκεί. Οι λέξεις μπορούν να περιγράφουν, αλλά δεν εγγυώνται πάντοτε τη συνάντηση με τον άλλον ή με την εαυτή.
Επιπλέον, σκέφτομαι πως οι εσωτερικές φωνές, οι εσωτερικευμένοι άλλοι και οι διαφορετικές θέσεις του εαυτού δεν συγκροτούνται μόνο μέσα από τη γλώσσα, αλλά και μέσα από βιωμένες σχέσεις, συναισθηματικές εμπειρίες και τρόπους παρουσίας απέναντι στους άλλους. Ίσως γι’ αυτό πολλές φορές στη θεραπεία προηγείται η εμπειρία του να αισθανθεί κάποιος ότι γίνεται κατανοητός και ακολουθούν αργότερα οι λέξεις που μπορούν να δώσουν μορφή σε αυτή την εμπειρία.
Τελικά, θεωρώ προσωπικά ότι η σημασία αυτής της διάκρισης βρίσκεται ακριβώς εκεί, μας υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη σχέση δεν εξαντλείται στον λόγο. Η δυνατότητα να αναγνωρίζουμε ότι πίσω από τις λέξεις υπάρχει ένας άλλος νους, μια άλλη εμπειρία και μια διαφορετική εσωτερική πραγματικότητα, φαίνεται να αποτελεί έναν από τους πιο ουσιαστικούς πυρήνες της ανθρώπινης συνάντησης.“
Μετάφραση και επιμέλεια άρθρου: Παπαδοπούλου Νατάσσα, Ψυχολόγος – Συστημική Θεραπεύτρια
Πηγή εικόνας: https://gr.pinterest.com/