Σκέψεις για την σιωπή
Εισαγωγικό Σημείωμα
Στις ψυχοθεραπευτικές συζητήσεις, φαίνεται να εξέχουσας σημασίας είναι η έννοια του διαλόγου, σαν μια διεργασία που διανοίγει πολλαπλές δυνατότητες συνάντησης (στον εξωτερικό διάλογο) με το άλλο άτομο και μετακίνησης (στον εσωτερικό διάλογο). Μοιάζει, ωστόσο, να υποτίθεται – μάλλον αυθαίρετα- πως ο διάλογος προϋποθέτει τη γλώσσα για να υπάρξει (όπου «γλώσσα»: μια πράξη με συνέπειες κατά τον T. Morrison). Πού τοποθετείται, άραγε, η σιωπή μέσα στον διάλογο και τι έχει να μας πει — κάτι που συχνά προσπερνούμε;
Αν στραφούμε στις διαλογικές προσεγγίσεις, η σιωπή δεν εκλαμβάνεται ως απουσία, αλλά ως μέρος του ίδιου του διαλόγου· ως ένας χώρος όπου ο διάλογος συνεχίζει να συμβαίνει, ακόμη και όταν δεν αρθρώνεται.
Στο παρόν άρθρο, ο συγγραφέας παραθέτει ιστορίες και εμπειρίες, μέσα από τις οποίες επιχειρεί να φωτίσει διαφορετικά νοήματα που αποδίδουν οι άνθρωποι στη σιωπή,- νοήματα που συχνά συγκροτούν τον διάλογο την ίδια στιγμή που τον διακόπτουν.
Μαρίνα Κυβελέα, Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

Κείμενο
«Ο άνθρωπος δεν απαλλάσσεται ποτέ από εκείνο για το οποίο σιωπά.» (Karel Čapek)
Η μητέρα μου συνήθιζε να λέει για τον πατέρα της, πως ήταν ένας σιωπηλός άνθρωπος. Αλλά όταν τελικώς έλεγε κάτι, ήταν σωστό.
«Ο άνδρας σιωπά. Και εξακολουθεί να σιωπά. Και μετά σκοτώνει τον εαυτό του», περιγράφει ο Τσέχος θρύλος της Ψυχιατρικής Cyril Höschl, από την εμπειρία του με αρρενωπότητες που παρουσιάζουν σήματα κατάθλιψης.
Δύο Φιλανδοί κάθονται σε ένα μπαρ. Κάθονται σιωπηλά και πίνουν. Όταν ο σερβιτόρος φέρνει την τρίτη μπύρα, ο πρώτος σηκώνει το ποτήρι του και λέει «στην υγειά μας». Τότε ο δεύτερος απαντά «Βρισκόμαστε εδώ για να πιούμε ή για να πιάσουμε την κουβέντα;».
Η σιωπή έχει σημασία
Ο κόσμος είναι γεμάτος από σιωπηλούς άνδρες. Από τα ανερυθρίαστα πρόσωπα των καουμπόηδων και των Ινδιάνων στις ταινίες Γουέστερν, από τους μοναχούς σε μοναστήρια που δεν αρθρώνουν λέξη για εβδομάδες, απ΄π πατέρες και συζύγους που επιβάλλουν ένα «ήσυχο σπιτικό», μέχρι τις ανέκφραστες όψεις των παικτών σκάκι και πόκερ.
Μοιάζει για την κουλτούρα των ανδρών, η ικανότητα του να παραμένει κανείς σιωπηλός, να αποτελεί μια υπερδύναμη, η οποία πηγάζει από σαφείς λόγους, που συχνά εκφράζονται μέσα από σύντομα ρητά: «Μίλα λιγότερο, πράξε περισσότερο». «Μην μιλήσεις μέχρι να έχεις κάτι να πεις». «Σκέψου (πριν μιλήσεις)».
Φυσικά, και οι γυναίκες σιωπούν και ο χρόνος που περνούν στην σιωπή πιθανότατα δεν είναι μικρότερος από των ανδρών. Απέχω όμως πολύ από το να κάνω οποιαδήποτε αντικειμένική σύγκριση μεταξύ των φύλων.
Τουναντίον, επιθυμώ να μοιραστώ την δική μου εμπειρία με την ανδρική σιωπή, η οποία μου φάνηκε εντυπωσιακά διαφορετική από την σιωπή στην οποία μπαίνουν οι θηλυκότητες, μέσα από τις παρατηρήσεις που έκανα από την σέλα του ποδηλάτου μου.
To βλέμμα πίσω από τις ρόδες
Κινούμαι με το ποδήλατο καθημερινά. Στον δρόμο για το γραφείο, για το εμπορικό κέντρο, για να επισκεφτώ φίλους/ες/α, για να παραλάβω τα παιδιά μου από το σχολείο ή από το αθλητικό στάδιο, κάθε μέρος στο Brno είναι προσβάσιμο για εμένα με το ποδήλατο. Στο σακίδιό μου έχω πάντα ένα απλό κατσαβίδι, ένα πανί και ένα εφεδρικό μπλουζάκι. Για λόγους ασφαλείας προσπαθώ να διατηρώ βλεμματική επαφή με τους/τις οδηγούς όσο το δυνατόν περισσότερο. Μπορώ να παρατηρήσω αν με προσέχουν, είτε όταν/τις τους προσπερνώ δεξιά σε μια ουρά αυτοκινήτων, είτε όταν ετοιμάζονται να εξέλθουν από έναν παράδρομο στον κεντρικό δρόμο όπου βρίσκομαι. Σε αυτές ακριβώς τις στιγμές, σε εκείνες τις φευγαλέες ματιές, παρατήρησα ότι προβάλλω πάνω τους διαφορετικά συναισθήματα, ανάλογα με το αν το άτομο που οδηγεί είναι άνδρας ή γυναίκα.
Τις περισσότερες φορές, όταν τα μάτια μου συναντούν εκείνα των ανδρών, νιώθω να με κοιτάζουν με θυμό. Σαν να έχω κάνει κάτι λάθος, σαν να μπαίνω στον δρόμο τους ή να τους ενοχλώ με τον τρόπο που ποδηλατώ. Στην σχέση που αναπτύσσεται σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτό, τη στιγμή που τα βλέμματά μας συναντιούνται, τείνω να τους αντιλαμβάνομαι ως «ανώτερους» (μου), (σαν να έχω την αίσθηση) ότι με αξιολογούν.
Δεν νιώθω το ίδιο όταν, υπό αυτές τις συνθήκες, το βλέμμα μου συναντά εκείνο των γυναικών. Το βλέμμα τους είναι είτε ουδέτερο, είτε διακρίνω σε αυτό ίχνη κατανόησης — κάποιες φορές ακόμα και φροντίδας ή συμπόνοιας (compassion). Αυτή η ηχηρή αντίθεση με προβλημάτισε· μου έγινε σαφές ότι, η διαφορά που παρατηρούσα, δεν είχε να κάνει-τόσο- με τις έμφυλες αποκλίσεις, όσο με τη δική μου προσωπική ιστορία.»

Χάνοντας (Losing)
Πίσω στο 1991, όταν ήμουν δώδεκα έτων μετά την νίκη μου στο τοπικό πρωτάθλημα τέννις, πήρα την πρόκριση για το περιφερειακό στο Havlíčkův Brod. Ο αδελφός μου, δύο χρόνια μεγαλύτερος, είχε ήδη κερδίσει σε αυτόν τον γύρο και προετοιμαζόταν για το πανελλήνιο πρωτάθλημα. Ήθελα να ακολουθήσω τα βήματά του. Όμως, αυτό που επιθυμούσα περισσότερο ήταν η αναγνώριση και η περηφάνια από τον πατέρα μου, που προπονούσε και τους δυο μας. Το να πάω στο Havlíčkův Brod μόνο με τον πατέρα μου ήταν από μόνο του μια νίκη. Συνήθως, πηγαίναμε σε τουρνουά σε διάφορα μέρη της Τσεχοσλοβακίας όλοι μαζί και εκεί χωριζόμασταν σε δύο ομάδες. Ο αδελφός μου και ο πατέρας μου πήγαιναν να εγγραφούν, περπατούσαν στα γήπεδα και ουσιαστικά προετοιμάζονταν για τον αγώνα, ενώ η μητέρα μου κι εγώ πηγαίναμε για περπάτημα στα αξιοθέατα, επισκεπτόμασταν το τοπικό μουσείο ή ανεβαίναμε σε κάποιον πύργο ελέγχου.
Εκείνη τη μέρα, ήμουν επιτέλους στην ομάδα του πατέρα μου.
Στέκομαι στο γήπεδο του τέννις, περιμένονταν το σερβίς του αντιπάλου μου, και μπορώ να ακούσω την καρδιά μου να χτυπάει γρήγορα. Μετά βίας μπορώ να κινηθώ, τα πόδια μου είναι σφιγμένα και βαριά. Πετάω γρήγορα τις δυο πρώτες μπαλιές έξω από το γήπεδο, η καρδιά μου συνεχίζει να ανεβάζει παλμούς και αισθάνομαι το στόμα μου στεγνό. Αλλά τα μάτια μου βουρκώνουν. Στρέφω το κεφάλι μου προς τον πατέρα μου, ο οποίος στέκεται πίσω από τον φράκτη. Με μια γρήγορη κίνηση του χεριού του, μου γνέφει να πάω κοντά του. «Μη στέκεσαι ακίνητος. Πρέπει να κινηθείς», λέει με χαμηλή αλλά ελαφρώς επιτακτική και νευρική φωνή. Γνέφω καταφατικά, αλλά δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη, φοβάμαι ότι θα αρχίσω να κλαίω. Γυρίζω γρήγορα και περπατώ πίσω στη γραμμή του γηπέδου.
Πίσω στην βασική γραμμή, τα πόδια μου μετατρέπονται σε τσιμεντένιες κολώνες, βιδωμένες στο χώμα του γηπέδου. Όταν ο αντίπαλός μου πριν το σερβίς χτυπά την μπάλα στο έδαφος, προσπαθώ να κάνω ένα μικρό άλμα, αλλά είναι περισσότερο μια παρωδία κίνησης. Γρήγορα, στρέφω το βλέμμα μου προς το πρόσωπο του πατέρα μου ο οποίος έχει χαμηλώσει το βλέμμα του. «Είναι θυμωμένος», λέω στον εαυτό μου, «νομίζει ότι δεν τον ακούω». Εκείνη την στιγμή, μου ήταν ξεκάθαρο ότι πρόκειται να χάσω τον αγώνα.
Κι έχασα. Ήταν ένας σύντομος αγώνας. Ο πατέρας μου στεκόταν πίσω από τον φράκτη όλη την ώρα, με πρόσωπο ανέκφραστο, σιωπηλός. Δεν έκανε την παραμικρή κίνηση. Όταν ολοκληρώθηκε το παιχνίδι, ειπε απλώς «Πάμε». Μπήκαμε στο αμάξι και πήραμε την διαδρομή για το σπίτι. Ήμουν κουλουριασμένος στο πίσω κάθισμα, αν και θα προτιμούσα να βρισκόμουν στο πορτπαγκάζ. Δεν ξέρω αν έκλαψα, αλλά σίγουρα το ήθελα. Φοβόμουν ότι ο πατέρας μου θα άρχιζε να ουρλιάζει. Αλλά δεν ούρλιαξε. Δεν είπε τίποτα. Κατανοούσα ότι ήταν τόσο τρομερά θυμωμένος που δεν μπορούσε καν να μιλήσει.
Φτάσαμε σπίτι χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα. Η μητέρα ετοίμασε δείπνο και για τους δυό μας, με κατανόηση, φροντίδα και συμπόνοια.
Το παράδοξο της σιωπής
Το πλεονέκτημα της σιωπής είναι ότι σε απαλλάσσει από το να μιλήσεις. Και όταν δεν μιλάς, είναι δύσκολο να σου επιρρίψουν ευθύνες, να σε κρίνουν ή να διαφωνήσουν μαζί σου. Με απλά λόγια, όταν σωπαίνεις, εκθέτεις τον εαυτό σου λιγότερο από εκείνο(ν) που μιλάει. Αποφεύγεις την σύγκρουση ευκολότερα και μπορεί να δίνεται η εντύπωση ότι διαχειρίζεσαι την κατάσταση καλύτερα επειδή « δεν παρασύρεσαι συναισθηματικά».
Όταν ανακάλυψα αυτά τα πλεονεκτήματα κατά την διάρκεια της εφηβείας μου, άρχισα να υιοθετώ την σιωπή ως την αγαπημένη μου στρατηγική επικοινωνίας. Διαπίστωσα ότι όταν δεν μιλούσα, τα άλλα άτομα -συνήθως- κάλυπταν τον χώρο (του διαλόγου) και στο τέλος, δεν χρειαζόταν να πω τίποτα. Καταφεύγω σε αυτή τη στρατηγική ειδικά, όταν αντιμετωπίζω δυσκολία να διατυπώσω κάτι, όταν δεν βρίσκω τις σωστές λέξεις ή —απλώς— όταν δεν έχω τη διάθεση να τις αναζητήσω.
Πρέπει, ωστόσο, να τονίσω ότι αυτή δεν είναι, συνήθως, μια απόλυτα συνειδητή στρατηγική. Συχνά πρόκειται για στιγμές που με διακατέχει μεγάλη ένταση, όπου οι φωνητικές χορδές, ο λαιμός, τα χείλη… κοντολογίς, όλα τα μέρη του σώματος που επιστρατεύουμε για να μιλήσουμε, είναι σφιγμένα. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορώ ακόμα να εστιάζω στο άλλο άτομο και να το ακούω, αδυνατώ όμως να διατυπώσω τις δικές μου σκέψεις. Δεν βρίσκω τι να πω. Ξεμένω από λέξεις.
Αν αυτό το είδος σιωπής μπορούσε να μιλήσει θα έλεγε: «Σε ακούω, αλλά μόνο γι’αυτό είμαι ικανή τώρα». Στο χειρότερο σενάριο, δεν μπορώ καν να ακούσω πλέον. Αποσυνδέομαι πλήρως, I dissociate όπως λένε στην ψυχιατρική.
Αν αυτή η σιωπή μπορούσε να μιλήσει, θα έλεγε: “Δεν είμαι εδώ”.»
Ακόμη, μένω στη σιωπή όταν φοβάμαι ότι θα πληγώσω το άλλο άτομο. Τις περισσότερες φορές, όταν πληγώνομαι από τις πράξεις κάποιου ατόμου, έχω την τάση να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου ή αντεπιτίθεμαι, αλλά απαγορεύω στον εαυτό μου να ακολουθήσει αυτή την παρόρμηση. Πάντα θεωρούσα ότι αυτό ήταν ένα πλεονέκτημά μου, ίσως μάλιστα- με μια ελαφριά αίσθηση ηθικής ανωτερότητας. Ένιωθα περήφανος για την ικανότητά μου να παραμένω σιωπηλός, να μην «παρασύρομαι από τα συναισθήματά μου» και να παραμένω ήρεμος.
Αν αυτό το είδος σιωπής μπορούσε να μιλήσει θα έλεγε «Αρνούμαι να τσακωθώ μαζί σου»
Κι όμως, αυτό που φαντάζει ως μια ευγενή πράξη ειρήνης, είναι παραδόξως ένα ακόμη πιο ύπουλο και δυνητικά ισχυρό όπλο. Εκείνη την στιγμή δεν δίνω καμία απάντηση, ενώ μπορεί να κρατώ μέσα μου ένα πλήθος σκληρών λέξεων. Και είναι ευρέως γνωστό πως όταν δεν υπάρχει απάντηση, δεν υπάρχει διάλογος. Και όταν δεν υπάρχει διάλογος, δεν υπάρχει ζωή.
Εγκλωβισμένος στην οπτική γωνία αυτού που σιωπά, λησμόνησα την οπτική γωνία αυτού που υφίσταται την σιωπή και που εκείνη την στιγμή μετατρέπεται σε όμηρο της σιωπής. Ξέχασα την προοπτική εκείνου του αγοριού στο γήπεδο του τένις που έλεγε μέσα του: “Είναι τόσο θυμωμένος, που δεν μπορεί καν να ουρλιάξει”».
Η σιωπή ως ένας Λευκός, Κενός Πίνακας.
Η σιωπή μοιάζει με έναν λευκό πίνακα, στον οποίο το κάθε άτομο μπορεί να προβάλλει (project) οτιδήποτε. Όταν ήμουν 12 ετών, προέβαλλα τον δικό μου θυμό, πάνω στον ασπροπίνακα του πατέρα μου. Έναν θυμό τεράστιο, καταστροφικό. Δεν ξέρω πότε αρχίσαμε να μιλάμε ξανά, αλλά δεν άργησε να συμβεί. Ενδεχομένως εκείνο το απόγευμα ή το επόμενο πρωί. Έπειτα από λίγες ημέρες, ο πατέρας μου αστεϊευόταν ξανά, σκαρφιζόταν παιχνίδια και διαγωνισμούς για εμένα και τον αδερφό μου και ήταν απλώς ο «τέλειος μπαμπάς» που ξέραμε πάντα.
Δεν μιλήσαμε όμως ποτέ για το τι είχε συμβεί στο Havlíčkův Brod. Και παρόμοιες περίοδοι ανεξήγητης σιωπής επαναλαμβάνονταν τα επόμενα χρόνια. Μια φορά μάλιστα, δεν είχαμε πει ούτε «γεια» για μισό χρόνο, αφού αρνήθηκα να ολοκληρώσω μια υποχρέωση που μου είχε αναθέσει. Όλο εκείνο τον καιρό, φοβόμουν ότι μια μέρα θα έχανε τον έλεγχο και θα εκρήγνυτο. Ήμουν βέβαιος ότι ξεχείλιζε από οργή και ότι ήξερε γιατί επέλεγε τη σιωπή.
Όταν όμως είμαι εγώ αυτός που σωπαίνει, συνήθως δεν δύναμαι να διατυπώσω αυτό που αισθάνομαι, -και αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος της σιωπής μου. Μέσα μου υπάρχει ένα πλήθος συναισθημάτων και φωνών που προσπαθούν να βγούν έξω, αλλά δεν έχουν που να πάνε, για τον λόγο ότι φοβάμαι τρομερά να τα φέρω στο φως σε μια τέτοια μορφή.
Με αυτό τον τρόπο, γίνομαι άθελά μου, μια οθόνη προβολής κι εγώ.
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το ποια κωμωδία ή θρίλερ οι άλλοι θα αρχίσουν να προβάλλουν σε αυτή την οθόνη.
Ίσως, λοιπόν, εκεί να βρίσκονται οι ρίζες των αντιδράσεών μου όταν είμαι στο ποδήλατο και αντιμετωπίζω τους οδηγούς των αυτοκινήτων. Παρόλο που τα βλέμματά μας συναντιούνται μόνο για λίγα δευτερόλεπτα, η πρώτη μου σκέψη είναι πως οι άνδρες πίσω από το τιμόνι ξέρουν ακριβώς γιατί σωπαίνουν: Είναι θυμωμένοι γιατί κάνω κάτι λάθος. Ή μάλλον: γιατί κάνω κάτι που εκείνοι δεν θέλουν.
Όταν όμως είμαι εγώ ο άνθρωπος που σωπαίνει, μέσα μου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Υπάρχει ένας ωκεανός συναισθημάτων, σκέψεων και ερωτημάτων που παλεύουν και συγκρούονται μεταξύ τους, κι εγώ αδυνατώ να βρω έναν τρόπο να τα ονομάσω ή να μεταφράσω αυτό το χάος σε λέξεις.
Για να το πω ακόμα πιο απλά: ενώ οι άλλοι/ες/α μπορεί να εκλαμβάνουν τη σιωπή ως έναν απλό μονόλογο, αυτό(ς) που σωπαίνει μπορεί να βιώνει έναν εξαιρετικά επώδυνο (εσωτερικό) διάλογο.
Καλωσορίζοντας την σιωπή
Στις διαλογικές προσεγγίσεις, γνωρίζουμε πόσο σημαντική είναι η σιωπή για τον διάλογο. Για όλα τα εμπλεκόμενα άτομα. Στην σιωπή, έχουμε την δυνατότητα να συγκρίνουμε τι ακούμε από τα άλλα άτομα και τι εκφράζουν οι εσωτερικές μας φωνές. Προκειμένου να δημιουργήσουμε χώρο γι’ αυτόν τον εσωτερικό διάλογο, είναι σκόπιμο να αφήσουμε να δράσουν άλλα μέλη του σώματός μας, πέρα από εκείνα που επιστρατεύουμε όταν μιλάμε.
Αν σταματήσουμε να κινούμε τα σαγόνια, τα χείλη και τη γλώσσα μας και ξεκουράσουμε τις φωνητικές μας χορδές, απελευθερώνουμε χώρο για τα μάτια, τα χέρια, τους ώμους, τον οισοφάγο, το στομάχι, τη λεκάνη. Ακόμη και η αναπνοή γίνεται ευκολότερη και πιο καθαρή όταν δεν μιλάμε. Σε στιγμές σιωπής, δεν κυκλοφορεί καλύτερα στο σώμα μας μόνο το αίμα και το οξυγόνο, αλλά και όλες εκείνες οι διεργασίες που χρειαζόμαστε για να απορροφήσουμε ομαλά καθετί που συμβαίνει μέσα μας.
Μέσα από στιγμές σιωπής, μπορούμε αδιαμφισβήτητα να εμπλουτίσουμε τον διάλογο, να τον αναπτύξουμε σε νέα επίπεδα. Αυτό συμβαίνει μόνο αν μοιραστούμε τον εσωτερικό μας διάλογο με άλλα άτομα, αν δεν τον κρατήσουμε μυστικό. Ειδάλλως, ρισκάρουμε να μετατραπούμε σε μια οθόνη προβολής που μπορεί να είναι απειλητική ή τρομακτική για τους/τις/τα γύρω μας. Φυσικά δεν χρειάζεται να εξηγείται κάθε μορφή σιωπής. Υπάρχουν ιδιαίτερες μορφές σιωπής που εμφανίζονται μόνο σε ειδικά σχεσιακά πλαίσια και που δεν χρειάζεται να διαχωριστούν από τον διάλογο. Αντιθέτως, αποτελούν την ύψιστη μορφή του. \
Η Patti Smith το αποτυπώνει το παραπάνω, με μαεστρικό τρόπο στο κείμενο που έγραψε στη μνήμη του αγαπημένου της φίλου:
“We didn’t have to talk then, and that is real friendship. Never uncomfortable with silence, which, in its welcome form, is yet an extension of conversation.”
Το να καλωσορίσουμε τη σιωπή είναι ίσως το είδος του διαλόγου που υποσυνείδητα επιδιώκουμε στις στενές μας σχέσεις. Από αυτή την οπτική γωνία, η σιωπή των ανδρών και των γυναικών δεν θα αποτελούσε ανωμαλία, διαταραχή ή παρέκκλιση, αλλά μια επιθυμητή κατάσταση, στην οποία χρειάζεται πρώτα να φτάσουμε μέσα από τον λόγο.
Μετάφραση & Επιμέλεια: Μαρίνα Κυβελέα, Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Πηγή κειμένου: https://www.dialogicalpractices.net/post/the-silence-of-men
Πηγές φωτογραφιών: https://i.pinimg.com/736x/40/da/fa/40dafaf43331a12f3f34d68e6fabd1c8.jpg https://gr.pinterest.com/pin/11188699075309387/