Το κρυφό κόστος του να είσαι ο «καλός φίλος»
Εισαγωγή
“Υπάρχουν άνθρωποι που είναι πάντα εκεί για τους άλλους. Που θυμούνται, που φροντίζουν, που ανταποκρίνονται, που δεν λείπουν. Και όμως, συχνά είναι οι ίδιοι άνθρωποι που, κάποια στιγμή, μιλούν για μια αίσθηση μοναξιάς που δεν ταιριάζει με τον αριθμό των σχέσεών τους. Ίσως γιατί αυτό που σταδιακά αρχίζει να γίνεται ορατό δεν είναι απλώς μια στάση υπερβολικής φροντίδας, αλλά ένας τρόπος να βρίσκεται κανείς μέσα στις σχέσεις χωρίς να σέβεται τις ανάγκες της εαυτής/του εαυτού. Το παρακάτω κείμενο φωτίζει αυτή την εμπειρία μέσα από την έννοια της αυτο-εγκατάλειψης, προσφέροντας έναν τρόπο να σκεφτούμε διαφορετικά τη θέση της «καλής φίλης».”
Παπαδοπούλου Νατάσσα, Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου από το PsychologyToday :
Η Σοφία ήταν μια καλή φίλη. Προσπαθούσε διαρκώς να είναι καλή φίλη, ή τουλάχιστον αυτό πίστευε, εστιάζοντας αποκλειστικά στο πώς θα μπορούσε να είναι πιο βοηθητική, πιο φροντιστική, πιο «παρούσα». Για τους φίλους της, παλιούς και νέους, ήταν πάντοτε προσεκτική, αξιόπιστη και ακούραστα διαθέσιμη. Θυμόταν γενέθλια, ξενυχτούσε για φίλους σε κρίση και διαρκώς έβαζε στην άκρη τις δικές της επιθυμίες, ανάγκες και όρια για να καλύψει τις ανάγκες των άλλων, ακόμη και εις βάρος της. Ωστόσο, παρά την προσπάθειά της να είναι καλή φίλη, συχνά ένιωθε μια επίμονη και βαθιά μοναξιά που δυσκολευόταν να εξηγήσει. Η Σοφία, όπως αποδεικνύεται, δεν προσέφερε τον εαυτό της στις φιλίες της· τον εγκατέλειπε μέσα σε αυτές.
Τι είναι η αυτο-εγκατάλειψη;
Η αυτο-εγκατάλειψη είναι η χρόνια τάση να παρακάμπτει κανείς τις δικές του ανάγκες, τα όρια, τις προτιμήσεις και τις συναισθηματικές εμπειρίες, προκειμένου να επιτύχει έναν στόχο, όπως η διατήρηση μιας σχέσης ή η αίσθηση του ανήκειν. Αν και μπορεί να εκλαμβάνεται ως καλοσύνη τόσο από τους άλλους όσο και από το ίδιο το άτομο, η αυτο-εγκατάλειψη συνιστά ουσιαστικά μια αποσύνδεση από τον εαυτό, που επιτελείται με έναν συγκεκριμένο σκοπό. Στο παράδειγμα της Σοφίας, όπως και σε άλλους ανθρώπους που ταυτίζονται με τον ρόλο του «καλού φίλου» παρά τη βαθιά αίσθηση μοναξιάς, ο στόχος αυτός είναι η διατήρηση των σχέσεων. Για παράδειγμα, το να μένει ξύπνια όλη νύχτα για έναν φίλο που περνά έναν χωρισμό, ενώ την επόμενη ημέρα έχει δουλειά και χρειάζεται να είναι παρούσα και στη δική της σχέση, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παραγκωνισμού των προσωπικών αναγκών και κατάργησης υγιών ορίων προς όφελος του να είναι «καλή φίλη».
Από πού προέρχεται η αυτο-εγκατάλειψη;
Όπως πολλές ψυχολογικές τάσεις που σχετίζονται με τις σχέσεις, η αυτο-εγκατάλειψη έχει τις ρίζες της στους τρόπους με τους οποίους συνδεθήκαμε με τους φροντιστές μας στη βρεφική ηλικία. Άτομα με αγχώδη ή αποδιοργανωμένο τύπο προσκόλλησης, που μεγάλωσαν μέσα σε ασυνέπεια, κριτική ή απόσυρση, μπορεί να προσαρμόστηκαν δίνοντας προτεραιότητα στις ανάγκες των άλλων έναντι των δικών τους. Με την πάροδο του χρόνου, διαμορφώνεται ένα εσωτερικό μοντέλο σύμφωνα με το οποίο το αίσθημα του ανήκειν σε μια φιλία, μια σχέση ή μια ομάδα επιτυγχάνεται μόνο μέσω της αυτο-καταστολής.
Πώς εκδηλώνεται στις φιλίες;
Στις ενήλικες φιλίες, η αυτο-εγκατάλειψη συχνά εμφανίζεται με τρόπους που κοινωνικά ενισχύονται. Για παράδειγμα, τα άτομα που τείνουν να εγκαταλείπουν τον εαυτό τους μπορεί να αναλαμβάνουν τον ρόλο του «αξιόπιστου» φίλου, να είναι πάντα διαθέσιμα και να προσφέρουν στήριξη. Μπορεί να απολαμβάνουν αυτόν τον ρόλο και να νιώθουν άνετα με τη συνεχή προσφορά, μέχρις ότου γίνει εμφανές το προσωπικό κόστος. Καθώς η σχέση εξελίσσεται, το άτομο που αυτο-εγκαταλείπεται έχει ήδη εγκαθιδρύσει ένα μοτίβο δυσκολίας στη θέσπιση ορίων, αποφυγής σύγκρουσης και δισταγμού στην έκφραση των δικών του αναγκών ή προτιμήσεων. Έτσι, μπορεί να αρχίσει να αισθάνεται ότι δεν λαμβάνει επαρκή στήριξη, ότι θεωρείται δεδομένο ή ότι βιώνει μοναξιά. Παρότι βιώνει αυτά τα συναισθήματα, δυσκολεύεται να τα αναγνωρίσει ή να τα εκφράσει και ενδέχεται να θεωρεί σχεδόν αδύνατο να τα μοιραστεί με τους φίλους του. Ίσως γιατί, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αναγνωρίζει την ασυμμετρία της σχέσης και φοβάται την εγκατάλειψη αν εκφράσει τις ανάγκες του.
Το βασικό πρόβλημα της αυτο-εγκατάλειψης στις σχέσεις είναι ότι περιορίζει το βάθος της σύνδεσης, καθώς σπάνια επιτρέπει την αυθεντικότητα, η οποία είναι θεμελιώδης για μια ουσιαστική σχέση. Αντί για αυτό, ο «καλός φίλος» ενσαρκώνει έναν ρόλο για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένας καλός φίλος, αντί να δρα αυθεντικά και να γίνεται ορατό και αποδεκτό για αυτό που πραγματικά είναι. Επιπλέον, τα άτομα που τείνουν να αυτο-εγκαταλείπονται μπορεί να βιώνουν άγχος όταν προσπαθούν να διεκδικήσουν τις ανάγκες τους, φοβούμενα ότι θα θεωρηθούν δύσκολα και θα απορριφθούν. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, όπου όσο περισσότερο εγκαταλείπει κανείς τον εαυτό του, τόσο περισσότερο η σχέση βασίζεται στην «εκτέλεση» του ρόλου του καλού φίλου και τόσο περισσότερο αυτή η συμπεριφορά ενισχύεται από την επιβεβαίωση ότι είναι πράγματι ένας καλός φίλος. Έτσι, αντί η σχέση να βασίζεται στη συνάντηση αυθεντικών εαυτών, στηρίζεται σε μια μονόπλευρη υπερπροσφορά, ενώ το άτομο βιώνει όλο και περισσότερο μοναξιά και αίσθηση ότι δεν γίνεται ορατό.

Πώς μπορούμε να μείνουμε πιστές στις εαυτές μας
Η αντιμετώπιση της αυτο-εγκατάλειψης δεν απαιτεί την εγκατάλειψη των σχέσεων, αλλά την αναπροσαρμογή τους και τη σταδιακή εξοικείωση με το να θέτει κανείς όρια και να αντέχει την πιθανή απογοήτευση των άλλων. Δεδομένου ότι η αλλαγή προκύπτει μέσα από μικρές αλλά σταθερές μετατοπίσεις, ένα πρώτο βήμα είναι η παρατήρηση των στιγμών υπερπροσφοράς και των συναισθημάτων που τις συνοδεύουν. Είναι αυτά συναισθήματα χαράς ή μεταμέλειας; Όταν κάποιος παρακάμπτει τις ανάγκες του, συνήθως αναδύονται αρνητικά συναισθήματα. Η συνεργασία με έναν θεραπευτή/μια θεραπεύτρια μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση προτιμήσεων, ορίων και εσωτερικών σημάτων που μέχρι τώρα να είχαν παραμεληθεί.
Σκέψεις με αφορμή το κείμενο από τη μεταφράστρια
Διαβάζοντας το παραπάνω κείμενο, αυτό που αισθάνομαι να αναδύεται δεν είναι απλώς μια περιγραφή μιας γνώριμης συμπεριφοράς, αλλά μια ολόκληρη σχεσιακή οργάνωση. Η «καλή φίλη» δεν είναι μόνο ένας τρόπος να φέρομαι στους άλλους, είναι ένας τρόπος να υπάρχω μέσα στις σχέσεις.
Στην εμπειρία της θεραπείας, αυτή η θέση δεν εμφανίζεται μόνο ως αφήγηση, αλλά και ως τρόπος παρουσίας μέσα στη θεραπευτική σχέση. Άνθρωποι που περιγράφουν τον εαυτό τους ως «πάντα διαθέσιμο» συχνά δυσκολεύονται να σταθούν σε ερωτήματα που τους αφορούν άμεσα: «τι θέλω;», «τι χρειάζομαι;», «τι δεν αντέχω;». Όχι επειδή δεν έχουν απαντήσεις, αλλά επειδή αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν μάθει να αποτελούν σημείο αναφοράς.
Έτσι, η φροντίδα προς τα άλλα άτομα, ενώ φαίνεται να δημιουργεί εγγύτητα, συχνά λειτουργεί και ως ένας τρόπος απομάκρυνσης από τον εαυτό. Και σε αυτό το σημείο, η μοναξιά που περιγράφεται στο κείμενο παύει να είναι παράδοξη. Δεν είναι η απουσία σχέσεων που τη γεννά, αλλά η απουσία του εαυτού μέσα σε αυτές.
Από μια συστημική και διαλογική οπτική, ίσως έχει σημασία να μετακινηθούμε από την ιδέα ότι η αυτο-εγκατάλειψη είναι ένα «χαρακτηριστικό» του ατόμου, προς την κατανόησή της ως μιας θέσης που διαμορφώνεται και διατηρείται μέσα στις σχέσεις. Η «καλή φίλη» δεν υπάρχει στο κενό, υπάρχει πάντα σε σχέση με κάποιον που δέχεται, περιμένει ή και ενισχύει αυτή την προσφορά. Με αυτόν τον τρόπο, η σχέση οργανώνεται γύρω από μια ασυμμετρία που σταδιακά σταθεροποιείται.
Κάτι που συχνά μένει αθέατο είναι ότι αυτή η θέση δεν βιώνεται απαραίτητα ως καταπίεση από την αρχή. Αντίθετα, μπορεί να συνοδεύεται από αίσθηση νοήματος, αξίας, ακόμα και ταυτότητας: «είμαι αυτός που φροντίζει», «είμαι αυτή που είναι εκεί». Το κόστος αρχίζει να γίνεται ορατό αργότερα, όταν η σχέση, ενώ διατηρείται, δεν προσφέρει την αίσθηση της αμοιβαιότητας ή της συνάντησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της αυθεντικότητας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όχι ως μια αφηρημένη ιδέα «να είμαι ο εαυτός μου», αλλά ως η δυνατότητα να γίνομαι ορατή μέσα στη σχέση, ακόμη και όταν αυτό εμπεριέχει ρίσκο. Γιατί το να εκφράσω μια ανάγκη, ένα όριο ή μια διαφωνία δεν απειλεί μόνο τη σχέση απειλεί και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο έχω μάθει να υπάρχω μέσα σε αυτή
Η μετακίνηση αυτή δεν αφορά μόνο το να θέτει κανείς όρια ή να αλλάζει συμπεριφορές. Αφορά κάτι πιο λεπτό και, συχνά, πιο απαιτητικό: το να μπορεί να παραμείνει μέσα σε μια σχέση χωρίς να αποσύρει τον εαυτό του από αυτή. Γιατί το να εκφράσω μια ανάγκη ή μια δυσκολία δεν είναι απλώς μια πράξη διεκδίκησης· είναι μια στιγμή έκθεσης. Είναι η πιθανότητα να μην συναντηθώ όπως θα ήθελα. Και ίσως αυτό είναι που καθιστά την αλλαγή τόσο δύσκολη: όχι η πράξη, αλλά το ρίσκο που τη συνοδεύει.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι πώς να είμαι «καλή φίλη», αλλά αν μπορώ να υπάρχω μέσα στις σχέσεις μου χωρίς να χρειάζεται να εξαφανίζομαι για να ανήκω.
Μετάφραση & Επιμέλεια: Παπαδοπούλου Νατάσσα, Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια