fbpx

Το φίδι

Κοινοποίηση

Το φίδι

Δημοσίευση από Ηλία Γκότσης

Αποσπάσματα από το βιβλίο: “Μια μικρή άγνωστη λύπη

Το βιβλίο Μια μικρή Άγνωστη Λύπη αποτελεί μια σύνθεση μυθοπλασίας και πραγματικών γεγονότων που συνέβησαν στην προσωπική ή την επαγγελματική μου ζωή. Ο στόχος μου ήταν οι αναγνώστες/τριες να αφεθούν σε μια πολυφωνική αφήγηση, η οποία χαρακτηρίζεται από τον σουρεαλισμό και την αυτόματη γραφή! Το θέμα του βιβλίου είναι η απώλεια και η αναζήτηση της ταυτότητας και της ενηλικίωσης! Ορισμένα σημεία, όπως αυτά που μοιράζομαι εδώ αποτελούν μεταφορές των ονείρων που έβλεπα κατά την διάρκεια της συγγραφής του. Ακολουθώντας πιστά το παράδειγμα του Στήβενσον, του συγγραφέα του μυθιστορήματος Dr. Jekyll and Mr. Hyde, ξυπνούσα κάθε φορά που έβλεπα ένα όνειρο-εφιάλτη και ξεκινούσα να γράφω και να συνδέω όσα είδα στον ύπνο μου με το βιβλίο! Αυτή η πρακτική ενδεχομένως μοιάζει παράξενη αλλά για μένα ήταν σημαντικό να ακολουθήσω το ασυνείδητό μου !

Πίσω στο σπίτι πια, κάθισα μηχανικά, σχεδόν ανακλαστικά, μπροστά στο μοναδικό πράγμα στον κόσμο που φαινόταν ακόμη ζωντανό, ικανό να αναδύει αληθινό φως: τον υπολογιστή μου. Κοίταξα για λίγο την οθόνη, τα πλήκτρα, έκανα να απλώσω τα χέρια και σε δευτερόλεπτα είχα κοιμηθεί, αποκαμωμένος από τις μπίρες, τη ζέστη και το περπάτημα.
Ξύπνησα από τον θόρυβο που ακουγόταν καθώς αυτό σερνόταν. Η μπαταρία του υπολογιστή είχε αρχίσει να εξαντλείται και το φως της οθόνης δεν ήταν αρκετό για να φωτίσει ολόκληρο το δωμάτιο, παρ’ όλα αυτά μπόρεσα να διακρίνω την κυματιστή του κίνηση πάνω στο τραπέζι. Πήγαινε πέρα-δώθε, και όταν έφτανε στην άκρη, σαν να αποδεχόταν ότι αυτό ήταν το όριο του κόσμου του, γυρνούσε πάλι πίσω, ώσπου κάποια στιγμή έστρεψε το κεφάλι του και με κοίταξε.
Ήμουν τρομοκρατημένος, σκέφτηκα ότι θα πηδούσε στο πάτωμα και μετά ότι θα του ήταν εύκολο να με δαγκώσει τυλίγοντας απαλά το σώμα του γύρω από το πόδι μου, σφίγγοντάς με, παγώνοντάς με ολόκληρο με το ψυχρό του σώμα όση ώρα του χρειαζόταν για να επιτεθεί με μια σαγηνευτική χορευτική κίνηση του κεφαλιού του στη γάμπα μου.
Έστρεψα το κεφάλι μου να βρω ένα όπλο να αμυνθώ, αλλά το φως ήταν πια ελάχιστο, δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα, θολωμένος από το αλκοόλ − μονάχα το ανασηκωμένο του κεφάλι διακρινόταν, που ζύγιζε την απόσταση ανάμεσά μας.
Τη στιγμή που ένιωθα πως θα παρέλυα εντελώς, αυτό μαζεύτηκε κουβάρι, ίσως γιατί φοβήθηκε να δραπετεύσει από τον κόσμο του. Έμεινε έτσι λίγα δευτερόλεπτα και μετά εξαφανίστηκε απαλά μέσα στο χοντρό ξύλο απ’ όπου είχε αναδυθεί: ένα τεράστιο πανέμορφο καφετί φίδι, ένας μαγικός αστρίτης.
Από τη μεριά μου, έχοντας αποκτήσει ξανά την ψυχραιμία μου, έτρεξα γρήγορα προς το τραπέζι κρατώντας στο χέρι μου το γκλoμπ που έπαιρνα μαζί μου στις νυχτερινές εξόδους μου, αλλά πλέον δεν φαινόταν τίποτα.
Χτύπησα μανιασμένα πολλές φορές τα πόδια και την επιφάνεια του τραπεζιού, διερωτώμενος πού στο διάβολο είχε χωθεί, αφού το τραπέζι δεν είχε καμία τρύπα, όμως μετά σκέφτηκα ότι το πλάσμα πιθανά θα έγινε εκατομμύρια κομματάκια και ακολούθως θα εξαφανίστηκε διαλυόμενο στο κενό που υπήρχε ανάμεσα στα μόρια που συγκροτούσαν αυτό το αντικείμενο που μονάχα χάρη σε μια ανόητη, άρρητη συμφωνία ονομάζουμε και περιγράφουμε ως τραπέζι, παρότι θα μπορούσαν να υπάρξουν χιλιάδες διαφορετικές ονομασίες.
Χτύπαγα λοιπόν όχι το τραπέζι αλλά αυτό το μάτσο από άψυχα ξύλα, μπας και προλάβω να το πετύχω προτού ξαναεμφανιστεί ξαφνικά. Εκείνη τη στιγμή ήμουν σίγουρος πως, αργά ή γρήγορα, θα ανασυνθετόταν, θα έπαιρνε ξανά μορφή, ένα φίδι ή κάτι άλλο, δεν είχε σημασία για εμένα, εγώ θα ήξερα ότι στον πυρήνα του θα ήταν το ίδιο και θα ξαναφαινόταν πιο δυνατό, πιο αποφασισμένο τούτη τη φορά, να επιτεθεί και να με πάρει μαζί του στο σκοτεινό σύμπαν που ζούσε.
Στάθηκα λοιπόν όρθιος, με το γκλομπ αγκαλιά, περιμένοντας να ξεμυτίσει· ήμουν αποφασισμένος να ξεμπερδεύω μαζί του όποτε κι αν ερχόταν, όσες φορές και να ξαναγεννιόταν· ήμουν αποφασισμένος να νικήσω στη μάχη που με προκαλούσε. Θα επιζούσα πάση θυσία, ακόμα και αν χρειαζόταν να αποσυντεθώ κι εγώ μαζί με αυτό, να χαθώ μέσα στην άψυχη ύλη και να πολεμήσω μέχρι τέλους.

Το φίδι για μια ακόμα φορά

Αν κάτι είναι αληθινό στο μυαλό σου, τότε οι συνέπειές του στην πραγματικότητα είναι εξίσου αληθινές.

Δεν είχαν περάσει ούτε δυο-τρεις μέρες από τη στιγμή που είδα το φίδι να βολτάρει ανενόχλητο στο τραπέζι του σαλονιού μου κι είχα αρχίσει να αμφιβάλλω: το είχα δει άραγε πραγματικά, ήταν μια φαντασίωση, μια νυχτερινή ενόραση, μια επαφή με τις μορφές και τα σχήματα που κατοικούν στην περιοχή της παράνοιας ή απλώς ένας νυχτερινός εφιάλτης;
Στην πραγματικότητα ελάχιστη σημασία είχε τι ακριβώς συνέβη, γιατί ελόγου μου ήξερα καλά πως αφού πίστευα με προσήλωση ότι το φίδι υπήρχε στ’ αλήθεια, τότε αυτό δεν ήταν κάτι που μπορούσε να αμφισβητηθεί ακόμα κι αν όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι στον πλανήτη με διαβεβαίωναν για το αντίθετο.
Με δυο λόγια, όπως εγώ το αντιλήφθηκα πολύ αργότερα, είχα πέσει θύμα μιας έμμονης σκέψης ότι κάπου μέσα στο σπίτι μου (ή μήπως κάπου μέσα μου;) κατοικούσε ένας τεράστιος μαύρος αστρίτης, ικανός να με στείλει στον άλλο κόσμο με ένα απαλό μικρό δάγκωμα που θα πάγωνε μεμιάς το αίμα μου. Είναι προφανές ότι δεν ήμουν ακόμη παντελώς έτοιμος για ένα τέτοιο ενδεχόμενο κι έτσι η ιδέα εξακολουθούσε όχι μόνο να με τρομοκρατεί αλλά και να καθορίζει τις πράξεις και τη ζωή μου μέσα στο σπίτι.
Μάταια προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είχα δει πραγματικά το ερπετό και ότι ήταν μοναχά ένα όνειρο, μια ανάμνηση από την εποχή που ζούσα στη φύση, ή μια ασυνείδητη επιρροή από την εποχή που διάβαζα με μανία τον Μικρό Πρίγκιπα και τις συνομιλίες που είχε με το φίδι στην έρημο.
Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι πολλές ώρες από τον λιγοστό χρόνο που μου απέμενε προκειμένου να ασχοληθώ με τα κατ’ ευφημισμόν λογοτεχνικά πονήματά μου τις κατανάλωνα διαβάζοντας εκλαϊκευμένα βιβλία και περιοδικά, όπως το Τρίτο μάτι ή τα Φαινόμενα, που έχουν στόχο να εξηγήσουν τις παράλληλες πραγματικότητες που ζούμε και που, ενδεχομένως, θα με βοηθούσαν να καταλάβω τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ.
Επίσης σπαταλούσα πολύ χρόνο εξερευνώντας προσεκτικά ένα προς ένα τα έπιπλα του διαμερίσματος. Από το κρεβάτι και το σαλόνι μου ως τις βιβλιοθήκες και τα βιβλία, όλα τύχαιναν εξονυχιστικού ελέγχου από τον φόβο ότι μπορεί στο εσωτερικό τους να ζούσαν μαγικά πλάσματα. Ευτυχώς μέχρι τώρα περιοριζόμουν μονάχα στην εξωτερική παρατήρηση και τα έπιπλα είχαν γλιτώσει το ξεκοίλιασμα, αλλά αν δεν σταματούσα έγκαιρα, σε λίγο μέσα στο σπίτι δεν θα υπήρχαν παρά μονάχα πριονίδια και σωροί από σπασμένα ξύλα, σοβάδες και τούβλα.
Στον λιγοστό χρόνο που μου απέμενε όταν δεν είχα δουλειά στο γραφείο, ασχολιόμουν με δυο-τρία σημαντικά θέματα που άπτονταν της φιλοδοξίας μου να ολοκληρώσω επιτέλους το βιβλίο που ονειρευόμουν.
Παρόλο που όλα αυτά φαίνονται αφύσικα, για μένα δεν ήταν έτσι. Καθώς περνούσαν οι μέρες, ήλπιζα ότι όλα θα επέστρεφαν σε μια φυσιολογική επανάληψη και μάλιστα, αφού το φίδι έκανε μέρες να φανεί ξανά, μπορούσα, αποκτούσα το δικαίωμα δηλαδή, να είμαι αισιόδοξος ότι είχε αναζητήσει αλλού στέγη.

Τι βλάκας ήμουν που νόμιζα ότι θα ξεμπέρδευα έτσι εύκολα! Μάλλον το αντίθετο θα έπρεπε να περιμένω, ένα τεράστιο μπλέξιμο…

Ξαφνικά λοιπόν, εκεί που ήμουν ανυποψίαστος, ξυπνάω ένα πρωί και αντί για ένα είναι δύο. Τώρα δεν είναι όπως την πρώτη φορά. Δεν είναι μόνο ότι είναι δύο, είναι που κυκλοφορούν στο πάτωμα, γυρνούν γύρω γύρω στο δωμάτιο, κάνουν βόλτες στο ταβάνι, δείχνουν να μη με φοβούνται καθόλου.
Η αντίδρασή μου είναι αναμενόμενη, πνίγομαι από την ίδια μου τη φωνή, όλα είναι βουβά, ακόμα και την ώρα που τα φίδια τυλίγονται γύρω από τα πόδια μου. Πετάγομαι όρθιος, όλα είναι ένα όνειρο, κάνω να τρέξω στην κουζίνα, αλλά… τα φίδια δεν ξέρουν να τρέχουν, μονάχα να γλιστρούν, έτσι κουλουριάζομαι και σιγά σιγά αρχίζω να σέρνομαι στο πάτωμα…

Κοινοποίηση

Ρωτήστε μας ότι σας ενδιαφέρει συμπληρώνοντας την παρακάτω φόρμα

Κλείστε ραντεβού

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα για να κλείσετε ραντεβού: