fbpx

Αναστοχασμός για την φύση της ψυχοθεραπείας στην μετανεωτερικότητα

Κοινοποίηση

Αναστοχασμός για την φύση της ψυχοθεραπείας στην μετανεωτερικότητα

Δημοσίευση από Γκότση Ηλία

«It is the relationship that heals.» I. Yalom


Το παρόν κείμενο, περιέχεται στο υπό έκδοση βιβλίο μου με τίτλο: “Η γραμματική του Αναστοχασμού: Η διαλογικότητα, οι συνηχήσεις, τα συναισθήματα και η ηθική στην θεραπευτική σχέση“.


Στη μετανεωτερικότητα, η ψυχοθεραπεία συχνά συνδέεται με πρωτόκολλα, τεχνικές και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Στο κείμενο που ακολουθεί προτείνω μια διαφορετική οπτική: Αντιλαμβάνομαι τη θεραπεία ως διαλογική συνάντηση που μετασχηματίζει αμοιβαία τα μέρη του θεραπευτικού συστήματος. Εξετάζω τις δυναμικές ισχύος, την ηθική ευθύνη του θεραπευτή και τον κίνδυνο «θεραπισμού», όταν ο ψυχικός πόνος αποσυνδέεται από το κοινωνικό του πλαίσιο. Παράλληλα, επιχειρώ να φωτίσω τα όρια της τεχνητής νοημοσύνης όταν παρουσιάζεται ως ισοδύναμος θεραπευτικός συνομιλητής. Στόχος μου είναι να παραμείνει στο κέντρο του διαλόγου η σημασία που έχει η συν-κατασκευή ενός ασφαλούς τόπου, η σχέση με τα θεραπευόμενα άτομα και η δυνατότητα χειραφέτησης και κριτικού αναστοχασμού.

Αναστοχασμός για τη φύση της ψυχοθεραπείας στη μετανεωτερικότητα

Στη σύγχρονη ψυχοθεραπευτική πρακτική, η εργασία του θεραπευτή οργανώνεται συχνά γύρω από προκαθορισμένα μοντέλα παρέμβασης, πρωτόκολλα και τεχνικές που στοχεύουν στη ρύθμιση συμπτωμάτων ή στη διόρθωση δυσλειτουργικών τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, η θεραπευτική διαδικασία τείνει να αξιολογείται κυρίως με βάση τη μετρησιμότητα των αποτελεσμάτων και την ταχύτητα ανακούφισης της ψυχικής δυσφορίας.
Η οπτική αυτή δεν είναι αβάσιμη. Όταν όμως κυριαρχεί, μετατοπίζει το ενδιαφέρον από όσα συμβαίνουν μέσα στη θεραπευτική σχέση και περιορίζει τον χώρο του αναστοχασμού όσον αφορά τη ζωντανή διεργασία του θεραπευτικού διαλόγου. Η θεραπευτική πράξη κινδυνεύει τότε να αποσυνδεθεί από τη βιωμένη εμπειρία της σχέσης και από την ίδια τη δυναμική του διαλόγου.
Από μια άλλη οπτική, η ψυχοθεραπεία προσεγγίζεται εδώ ως μια ιδιαίτερη συνθήκη συνάντησης, μέσα στην οποία η αλλαγή δεν συνδέεται απαραίτητα με την επίτευξη ενός στόχου ή δεν θεωρείται «επίτευγμα», αλλά διαρκές γεγονός που συντελείται μέσω της διαλογικής διεργασίας.
Κάθε ανταλλαγή λόγου, κάθε σιωπή, κάθε συναισθηματική και σωματική απόκριση συμμετέχει στη δημιουργία ενός καινούριου νοήματος και στη διαμόρφωση νέων τρόπων κατανόησης του σχετίζεσθαι.
Ο αναστοχασμός, σε αυτό το πλαίσιο, αφορά τη συμμετοχή της θεραπεύτριας στον διάλογο και την επίγνωση του τρόπου με τον οποίο η δική της παρουσία, οι λέξεις της, οι παύσεις της και οι συναισθηματικές της αποκρίσεις, οι πυροδοτήσεις της, οι συνηχήσεις της και οι πεποιθήσεις ή οι προκαταλήψεις της συνδιαμορφώνουν τη θεραπευτική εμπειρία.
Υπό αυτή την έννοια, το ερώτημα «τι είναι η ψυχοθεραπεία» παραμένει ανοιχτό όσο ο θεραπευτικός διάλογος συνεχίζεται και καινούριες θεματικές ή σχεσιακές ποιότητες εισέρχονται στο πεδίο.
Αυτό σημαίνει ότι, ανάλογα τη δυναμική του θεραπευτικού διαλόγου, άλλοτε η ψυχοθεραπεία αφορά μια ερμηνευτική συνθήκη, άλλοτε επικεντρώνεται στις συναισθηματικές διεργασίες και στην αισθητική του σχετίζεσθαι, άλλοτε εστιάζει στις πράξεις και την παραγωγή νοήματος, άλλοτε αφορά μια διερεύνηση των ηθικών αρχών που διέπουν τον βίο μας, άλλοτε τις ηθικές αρχές και άλλοτε τις διαλογικές και σχεσιακές συναλλαγές και αλληλεπιδράσεις μας.
Προσωπικά, εκτιμώ ότι η ψυχοθεραπεία στην εποχή μας αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια επίλυση προβλημάτων και διαχείριση συμπτωμάτων, όπως θα οριζόταν από γνωσιακές προσεγγίσεις, ή μια αναπλαισίωση και επαναδιατύπωση αφηγήσεων, όπως ορίζεται λόγου χάρη, από κονστρουξιονιστικές ή αφηγηματικές προσεγγίσεις.
Πολύ περισσότερο από αυτές τις διαστάσεις, σε μια διαλογική/συνεργατική οπτική, αποτελεί μια συνθήκη στην οποία η νόησή μας, το σώμα μας, το συναίσθημά μας, ο λόγος και οι σιωπές μας ως θεραπευτών συναντιούνται μέσω ενός διαρκούς γενεσιουργού διαλόγου, με εκείνα των θεραπευόμενων και συγκροτούν μια καινούρια εμπειρία, η οποία μετασχηματίζει αμοιβαία όλα τα μέρη του θεραπευτικού συστήματος.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη δίνεται η δυνατότητα να απελευθερωθούν και να ακουστούν φωνές, μνήμες, αφηγήσεις, σωματικές και συναισθηματικές καταγραφές που έως τώρα παρέμεναν στον χώρο του άρρητου, του κρυφού, του «απαγορευμένου».
Η έμφαση δίνεται έτσι σε ό,τι συμβαίνει μέσα στην ψυχοθεραπευτική εμπειρία και όχι στην αποκάλυψη μιας κεντρικής αιτίας ή μιας αλήθειας που πρέπει να «αποκαλυφθεί». Ως συνέπεια, οι δυνατότητες για την αλλαγή αναδύονται στο παρόν της σχέσης και εκφράζονται μέσα από νοητικές, συναισθηματικές και σωματικές μετατοπίσεις – μια καινούρια σκέψη, ένα απελευθερωτικό νόημα, το βίωμα ενός πρωτόγνωρου συναισθήματος, ένας διαφορετικός ρυθμός στη φωνή και στη ροή της αφήγησης, μια σωματική αντίδραση (Nichterlein & Barbetta, 2012· Nichterlein, 2021) αποτελούν γραμμές διαφυγής και στοιχεία αυτής της διεργασίας.
Αυτές οι μετατοπίσεις δεν είναι επιμέρους αλλαγές, αλλά συνδέονται με μια βαθύτερη ανάγκη να δοθούν απαντήσεις στο πώς κατανοούμε τον εαυτό μας και τη σχέση μας με τους άλλους σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από τον κατακερματισμό, από την απουσία μιας λειτουργικής διαφοροποίησης και από τη θραυσματικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, η θεραπευτική ατομική ή ομαδική συνάντηση προσφέρει έναν χώρο για σύνθεση των φωνών και για τον συντονισμό των ιστοριών που ακούγονται, μεταξύ των συμμετεχόντων.
Η προσπάθεια για την άρση του κατακερματισμένου εγώ δεν επιδιώκει την επιστροφή σε μια άκαμπτη, μονολιθική ενότητα, ούτε σε ασφυκτικούς κοινωνικούς δεσμούς ή σε μια καταπιεστική ομοιομορφία, όπως συχνά υποστηρίζεται από τη ρετροτοπία, αλλά τη συγκρότηση μιας «δυναμικής πολυφωνικής ολότητας», στην οποία τα θραύσματα της ταυτότητας του ατόμου αρχίζουν να συνομιλούν ξανά μεταξύ τους, προσκαλώντας σε ένα πολυφωνικό εγώ και σε έναν πολυφωνικό κόσμο.
Η κατανόηση της ψυχοθεραπείας ως μιας συνθήκης διαλογικής συνάντησης δεν έχει μόνο κλινικές ή επιστημολογικές συνέπειες. Έχει και πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις.
Κάθε θεραπευτική σχέση, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του θεραπευτή, συγκροτεί ένα πεδίο στο οποίο παράγονται ορισμοί για το τι θεωρείται έγκυρη εμπειρία, ποια αφήγηση νομιμοποιείται κοινωνικά και πολιτισμικά, ποια συναισθηματική αντίδραση αναγνωρίζεται ως αποδεκτή και ποια μεταφράζεται σε σύμπτωμα, ποιο σώμα και ποια ταυτότητα φύλου συμπεριλαμβάνεται ή καταδικάζεται σε αορατότητα.

Υπό αυτή την έννοια, η ψυχοθεραπεία δεν είναι ποτέ ουδέτερη.

Έτσι, όταν η θεραπευτική πρακτική εστιάζει αποκλειστικά στο άτομο, αποσυνδέοντας τη δυσφορία από το κοινωνικό, ιστορικό και υλικό της πλαίσιο, η ψυχοθεραπεία κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μια νέα μεταφυσική.
Σύμφωνα με αυτή, ο θεραπευτής εμφανίζεται ως φορέας μιας ιδιαίτερης, σχεδόν «μαγικής», ικανότητας κατανόησης, αποκάλυψης ή λύτρωσης ή ως ένας εξομολόγος. Η ικανότητα αυτή υποτίθεται ότι θα υπερκεράσει την κρίση που διαπερνά τις κοινωνικές σχέσεις ή την απουσία κοινωνικών ή θεσμικών υποστηρικτικών δικτύων, και συνοδεύεται από τη συστηματική αποσιώπηση των ορίων της ίδιας της ψυχοθεραπείας.
Επιπλέον, ο ψυχικός πόνος μεταφράζεται σε ατομικό φαινόμενο, ενώ οι συστημικές συνθήκες που τον παράγουν παραμένουν εκτός του πεδίου του κριτικού αναστοχασμού. Σε αυτή την περίπτωση, η θεραπεία –και ακόμα περισσότερο η θεραπεία μέσω φαρμάκων–, δεν περιορίζεται στην ανακούφιση της δυσφορίας, αλλά συμβάλλει άθελά της στη σταθεροποίηση του υπάρχοντος πλαισίου, ενθαρρύνοντας την προσαρμογή και τη συμμόρφωση αντί για τη διαφοροποίηση και την αναζήτηση μιας νέας αφήγησης για το ζην και το σχετίζεσθαι.
Από αυτή την οπτική, ο αναστοχασμός αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν αφορά μόνο τη δεξιότητα του θεραπευτή να παρατηρεί τον εσωτερικό του διάλογο εντός της θεραπευτικής διεργασίας, αλλά και την ικανότητά του να αναγνωρίζει τις επιδράσεις που ασκούν τα συστήματα στις ζωές των ανθρώπων, έτσι ώστε να διευκολύνει τη μετάβαση των ανθρώπων με τους οποίους εργάζεται από μια ατομική σε μια συστημική συνείδηση.
Ο αναστοχασμός μάς επιτρέπει ακόμα να έχουμε επίγνωση ότι οι θεωρίες που χρησιμοποιούμε, οι έννοιες που προκρίνουμε ως σημαίνουσες, ακόμα και οι σιωπές μας ή η απουσία μας από τον δημόσιο λόγο, συνιστούν πολιτισμικές, πολιτικές και κοινωνικές παρεμβάσεις. Όταν αυτές δεν γίνονται αντικείμενο αναστοχασμού, υπάρχει ο κίνδυνος να παραχθεί μια μορφή επιστημολογικής βίας, δηλαδή η επιβολή ενός ερμηνευτικού πλαισίου που παρουσιάζεται ως αυτονόητο ή καθολικό, ενώ αποκλείει άλλους τρόπους κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας, ιδιαίτερα όταν αυτή είναι συνδεδεμένη με τον ψυχικό πόνο.
Θα καταθέσω σε αυτό το σημείο ένα παράδειγμα από το θεραπευτικό πεδίο για να καταδείξω τους κινδύνους που αναδύονται από τις παρεμβάσεις μας, ακόμα και όταν αυτές χαρακτηρίζονται από την επιθυμία μας και τις καλές μας προθέσεις να φροντίσουμε τους θεραπευόμενούς μας!
Κατά τη διάρκεια μιας ομαδικής θεραπευτικής διεργασίας, μοιράστηκα δημόσια ένα στοιχείο το οποίο μου είχε εμπιστευτεί ένα μέλος της ομάδας μου σε μια ατομική συνεδρία.
Η παρέμβαση αυτή, αποσκοπούσε στην άρση ενός αδιεξόδου, το οποίο στηριζόταν στη σιωπή και στο συναίσθημα της ντροπής του θεραπευόμενου για το βίωμά του. Ωστόσο, σε έναν αναστοχασμό σχετικά με αυτή την εμπειρία, κατανόησα ότι η παρέμβασή μου συνιστούσε μια μορφή παραβίασης του θεραπευτικού πλαισίου. Το μέλος της ομάδας αντέδρασε αρχικά με θυμό, αλλά στη συνέχεια δήλωσε ότι ένιωσε ανακούφιση, καθώς ειπώθηκε κάτι που το ίδιο δεν μπορούσε ακόμη να αρθρώσει.
Στην επόμενη ατομική μας συνάντηση επανέφερα το ζήτημα, αναγνώρισα ρητά την αστοχία μου και ανέλαβα την ηθική ευθύνη της πράξης μου. Τότε, αυτός ο άνθρωπος μου είπε: «Ευτυχώς που είπες αυτό που ετοιμαζόμουν να πω, γιατί αλλιώς θα θύμωνα πολύ μαζί σου».
Η φράση του ανέδειξε ένα κρίσιμο ερώτημα:


Τι σημαίνει να παραχωρούμε σε άλλους ανθρώπους τη δυνατότητα να μιλούν για εμάς, να αποκαλύπτουν ή να «χειραφετούν εμάς» για λογαριασμό μας;


Τι σημαίνει, δηλαδή, να ενισχύουμε μια συνθήκη ετερονομίας. Και επιπλέον, ποιο είναι το κόστος αυτής της παραχώρησης, ακόμα και όταν το υποκειμενικό βίωμα που ακολουθεί είναι ανακουφιστικό. Ποιο είναι, εντέλει, το κόστος της παραχώρησης της αυτονομίας μας σε κάποιον «σοφό» άλλον, και τι συμβαίνει όταν, εκτός από μια ατομική πρακτική, αυτή συνιστά και μια συλλογική πρακτική στο κοινωνικό/πολιτικό πεδίο;
Κατέθεσα εδώ αυτό το παράδειγμα ως έναν αναστοχασμό γύρω από τα όρια, την ισχύ και την ευθύνη μέσα στη θεραπευτική σχέση. Ωστόσο, αυτό καθαυτό το παράδειγμα αναδεικνύει επίσης τον κίνδυνο που αναδύεται όταν η θεραπευτική ισχύς επιτρέπει στον λόγο του θεραπευτή να υποκαθιστά τη φωνή της θεραπευόμενης.
Μία κρίσιμη διάσταση που αναδεικνύεται είναι η αναγνώριση των σχέσεων ισχύος εντός της θεραπευτικής συνθήκης, η οποία αποτελεί ένα αναπόφευκτο και διαρκώς μεταβαλλόμενο φαινόμενο. Όπως επιβεβαιώνεται από την έρευνα της Zenobia Morrill (2021), οι ψυχοθεραπευτικές πρακτικές μπορούν είτε να αναπαράγουν είτε να διαταράσσουν αυτές τις σχέσεις, ανάλογα με το αν η σχέση λειτουργεί κανονιστικά ή επιτρέπει την ανάπτυξη κριτικής συνείδησης.
Η Morrill, μελετώντας τη δυναμική της ισχύος, οργάνωσε την κατανόηση αυτής γύρω από πέντε βασικούς άξονες, οι οποίοι προσφέρουν έναν δομημένο χάρτη για μια υπεύθυνη θεραπευτική πρακτική.Αυτοί είναι οι ακόλουθοι:

Οι δυναμικές ισχύος στη θεραπευτική σχέση και η ηθική της απελευθέρωσης

  • Νοηματοδότηση του στόχου της ψυχοθεραπείας:
    Η θεραπεία ως διεργασία απελευθέρωσης που στοχεύει στην ενδυνάμωση και την κοινωνική χειραφέτηση. Η ισχύς εδώ χρησιμοποιείται για να προσφέρει στον θεραπευόμενο την ασφάλεια, ώστε να αναγνωρίσει τις εσωτερικευμένες καταπιεσμένες φωνές.
  • Η θεραπευτική σχέση ως πολιτικό πεδίο:
    Αναγνώριση της μη ουδετερότητας της θεραπευτικής σχέσης. Η αποδοχή του γεγονότος ότι η ισχύς είναι διαρκώς παρούσα στη σχέση προσκαλεί τον θεραπευτή να είναι διάφανος ως προς αυτή και ως προς τη χρήση της.
  • Διαχείριση της επιστημονικής αυθεντίας:
    Η αποφυγή της «επιστημολογικής βίας» (Teo, 2008) και της επιβολής αυστηρών ερμηνευτικών πλαισίων. Αυτή η διαπίστωση οδηγεί στην υιοθέτηση συνεργατικών, μη κατευθυντικών πρακτικών στη θεραπεία.
  • Κριτικός αναστοχασμός του θεραπευτή:
    Η επίγνωση των προσωπικών προκαταλήψεων και της κοινωνικής θέσης του θεραπευτή. Αυτή, με τη σειρά της, συμβάλλει στη συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο οι προκαταλήψεις του επηρεάζουν τη θεραπευτική σχέση και την αναπαράστασή του για τον θεραπευόμενο.
  • Σύνδεση με το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο:
    Η μετάβαση από την ατομική στη συστημική συνείδηση. Αυτή επιτρέπει να συνδεθεί το ατομικό βίωμα με τον τρόπο ζωής, ο οποίος, λ.χ., μπορεί να εντείνει το άγχος, τον ανταγωνισμό, την αλλοτρίωση και την αποξένωση.

Επίσης, εδώ χρειάζεται να επισημανθεί ότι τα κενά και οι «μαύρες τρύπες» που υφίστανται σε επίπεδο κρατικής οργάνωσης ως προς τη φροντίδα των ατόμων τα οποία αντιμετωπίζουν ψυχικά προβλήματα, οδηγούν και αναπαράγουν ένα συστημικό τραύμα, όπως άλλωστε και ο ρατσισμός, η ομοφοβία και κάθε προκατάληψη που συμβάλλει στην αορατότητα.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο αποτυπώνει την αναγκαιότητα να συζητηθούν αυτά τα ζητήματα είναι το ακόλουθο:
Ένας άντρας με επισκέπτεται με στόχο να διαχειριστεί τη ματαίωση που έχει βιώσει από μια προηγούμενη θεραπευτική σχέση και να κατανοήσει την ένταση με την οποία αποτυπώθηκαν στο βίωμά του ορισμένες «παραβιαστικές», όπως χαρακτηρίζονται, πρακτικές του προηγούμενου θεραπευτή του. Μια τέτοια πρακτική προέκυψε όταν ο θεραπευτής του άρχισε να εργάζεται θεραπευτικά τόσο με αυτόν τον άντρα όσο και με τη σύντροφό του. Όταν μετά από κάποια χρόνια η θεραπευτική σχέση έφτασε σε αδιέξοδο, η θεραπεύτρια μετέφερε την ευθύνη στον θεραπευόμενο λέγοντάς του πως θα μπορούσε να είχε διακόψει όταν αυτή ξεκίνησε ψυχοθεραπεία με τη σύντροφό του.
Εδώ παρατηρούμε την πλήρη απουσία του κριτικού αναστοχασμού, εκ μέρους του θεραπευτή και μια αναπαραγωγή της επιστημολογικής βίας, καθώς επιχειρείται να παραμείνει εκτός πεδίου κριτικής το θεραπευτικό πλαίσιο.
Παρατηρούμε, επίσης, ότι όχι μόνο υπάρχει μια μετατόπιση της ευθύνης προς τον συναισθηματικά ευάλωτο, αλλά και μια χειριστική αξιοποίηση της σημασίας που έχει η ατομική ευθύνη!


Σε αυτό το πλαίσιο σκέψης τα ερωτήματα για το πού οδηγείται η ψυχοθεραπεία, σε έναν κόσμο που αλλάζει ή που συχνά παλινδρομεί σε προηγούμενες ιστορικές φάσεις, είναι πολλαπλά.
Συχνά εκφράζονται με πόλωση αντί της αποδοχής ενός φάσματος στο οποίο άλλοτε αναζητάμε την επιστημονική εγκυρότητα και άλλοτε τη σύνδεση με τη φαντασία, τη συναισθηματικότητα και την αισθητική της σχέσης.

Κεντρικά ερωτήματα που αναδύονται είναι τα ακόλουθα:

  • Εάν η ψυχοθεραπεία είναι επιστήμη ή τέχνη και πώς –ή αν– μπορεί να συνομιλήσει με άλλα πεδία, όπως εκείνα της ψυχιατρικής επιστήμης (Larner, 2011), της νευροψυχολογίας, της φιλοσοφίας, της τέχνης ή της κοινωνιολογίας. Η Telfener (στο Barbetta, et al., 2022) υποστηρίζει –και συμφωνώ μαζί της– ότι η ψυχοθεραπεία είναι «επιστήμη» στον βαθμό που αξιοποιεί μία ερευνητική μέθοδο παρατήρησης και αναστοχασμού, αλλά είναι και «τέχνη» στον βαθμό που κάθε θεραπευτική συνεδρία είναι μοναδική και δεν μπορεί να αναπαραχθεί εργαστηριακά. Στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού, η «ψυχοθεραπεία ως τέχνη» εισέρχεται στο προσκήνιο, καθώς αναγνωρίζεται η σημασία που έχει η ικανότητα του «συντονισμού» της θεραπεύτριας με την ιστορία και το βίωμα του θεραπευόμενου, και συνακόλουθα η δημιουργία μιας «διαλογικής χορογραφίας», θεραπευτή και θεραπευόμενου, στην οποία το αποτέλεσμα είναι πάντα απρόβλεπτο, μοναδικό και αναδυόμενο μέσα στο διαλογικό τοπίο!
  • Εάν η ψυχοθεραπεία μπορεί να συνομιλήσει με άλλα πολιτισμικά παραδείγματα, όπως ο διαλογισμός ή οι κοινοτικές πρακτικές που συναντώνται σε πολιτισμούς πέραν του δυτικού κόσμου, για το τι σημαίνει γνώση του εαυτού ή ψυχική υγεία (Tobert, 2022).
  • Εάν, και με ποιο τρόπο, εμείς ως άτομα που εργαζόμαστε στο πεδίο της ψυχοθεραπείας, μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να αναστοχαστούμε τις σχέσεις ισχύος που τη διαπερνούν, τόσο στο επίπεδο της θεραπευτικής σχέσης όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών, θεσμικών και πολιτισμικών πλαισίων μέσα στα οποία αυτή ασκείται.
  • Εάν μπορούμε να συνδέσουμε το ψυχικό πεδίο και τον ψυχοθεραπευτικό λόγο με τον πολιτικό και κοινωνικό λόγο, χωρίς ο ψυχοθεραπευτικός λόγος να μετατρέπεται σε ηθικιστικό, κανονιστικό ή ιδεολογικό εργαλείο (Cooper, 2025).
  • Εάν τα σημαντικά στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν στη μετασχηματιστική διεργασία συνδέονται με μια θεωρητική προσέγγιση ή με τις ποιότητες της θεραπευτικής σχέσης.
  • Εάν υπάρχει κίνδυνος να αποσυνδεθεί η ψυχοθεραπευτική σχέση και η ψυχοθεραπευτική εμπειρία από τον πρωταρχικό της στόχο, που είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς χώρου για την υποδοχή του ψυχικού πόνου.
  • Εάν η ψυχοθεραπεία εξακολουθεί να συνιστά ένα πρόταγμα αυτονομίας, το οποίο δεν περιορίζεται στην ατομική μετάβαση προς την επίγνωση των ασυνείδητων διεργασιών, αλλά επεκτείνεται και στο κοινωνικό πεδίο, επιτρέποντας στο υποκείμενο να αναστοχάζεται πάνω στις κυρίαρχες κοινωνικές «φαντασιακές θεσμίσεις» και να διεκδικεί τη δική του φωνή και θέση μέσα σε αυτές (Καστοριάδης, 1985).

Ο ασφαλής χώρος, ή τα τοπία διαλογικής ασφάλειας, όπως τα ονομάζουμε στην καταξιωτική συστημική προσέγγιση (Γκότσης, 2019), περιγράφεται από τον Leston Havens (2012) ως μια συνθήκη στην οποία η θεραπευτική σχέση θεμελιώνει με έγκυρο τρόπο ένα θεραπευτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να αντέξει να μιλήσει, να σιωπήσει, να συγκρουστεί, να αναδιπλωθεί και να επιστρέψει σε μέρη του εαυτού του με τα οποία έχει αποσυνδεθεί, και κυρίως να συμφιλιωθεί και να χωρέσει την ψυχική οδύνη και τα «σκοτεινά» μέρη του εαυτού του.


Σε αυτή την οπτική, ο πρωταρχικός στόχος της ψυχοθεραπείας δεν είναι, όπως προαναφέρθηκε, η εφαρμογή μιας «σωστής» τεχνικής, αλλά η συγκρότηση των όρων μιας σχέσης αρκετά ασφαλούς ώστε να επιτρέψει την ανάδυση ενός επανορθωτικού βιώματος, μιας επαναπλαισίωσης του τραύματος, ενός κριτικού αναστοχασμού και εν τέλει την ανάδυση ενός νέου υπαρξιακού νοήματος.


Κάτι αντίστοιχο εκτιμώ πως συναντάμε και στην υπαρξιακή ψυχοθεραπεία και στον Irving Yalom, ο οποίος στο βιβλίο το «Δώρο της ψυχοθεραπείας», περιγράφει τη θεραπευτική σχέση ως έναν τόπο στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να φέρει εμπειρίες που αλλού παραμένουν ανείπωτες. Η ασφάλεια δεν ταυτίζεται με την άρση του άγχους, αλλά με τη δυνατότητα να παραμείνει κανείς σε αυτό χωρίς να καταρρεύσει ή να παθολογικοποιηθεί.
Η θεραπευτική παρουσία, όταν είναι αυθεντική και αναστοχαστική, συγκροτεί έναν χώρο στον οποίο το ρίσκο της αλήθειας καθίσταται βιώσιμο. Με αυτή την έννοια, ο «ασφαλής τόπος» δεν είναι τεχνική αλλά σχέση, και προηγείται κάθε μεθόδου (Yalom, 2004).

Η σχέση της ψυχοθεραπείας με την τεχνητή νοημοσύνη

Η κρίση της φαντασιακής διεργασίας

Μία ακόμη θεματική που με απασχολεί αφορά το κατά πόσο η ψυχοθεραπεία, ένα πεδίο που είναι διακριτό από –αν και συνδεδεμένο με– την επιστήμη της ψυχολογίας, είναι απαλλαγμένη από το καπιταλιστικό φαντασιακό που μετατρέπει τις ανθρώπινες σχέσεις σε εμπόρευμα και ορίζει την αξία τους με βάση την αποτελεσματικότητα ή την ανακούφιση που συνδέεται με την εκτόνωση ή την απόλαυση. Η διάκριση που προτείνει ο Massimo Recalcati (2018) μεταξύ απόλαυσης και επιθυμίας αποκαλύπτει κάτι θεμελιώδες για τη φύση της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Αν η ψυχοθεραπεία λειτουργούσε με τη λογική της απόλαυσης, δηλαδή της άμεσης ικανοποίησης και της στιγμιαίας «επίλυσης», θα παρέμενε επιφανειακή και περιορισμένη. Αντίθετα, όταν διατηρεί ζωντανή την επιθυμία, δηλαδή το άνοιγμα προς το άγνωστο, την αναζήτηση νοήματος και τον προσανατολισμό σε κάτι πέρα από την άμεση ικανοποίηση, διατηρεί ανοιχτό το πεδίο της έρευνας και της μετασχηματιστικής συνάντησης.
Αυτό σημαίνει ότι η ψυχοθεραπεία δεν είναι μια τεχνική που παράγει προκαθορισμένα αποτελέσματα, αλλά μια πρακτική που επιτρέπει στα νοήματα να αναδύονται μέσα από τη διαλογική διαδικασία, η οποία στηρίζεται όχι μόνο σε υφιστάμενες θεωρίες αλλά και σε όσα δημιουργούνται και παράγονται μέσα στη θεραπευτική συνάντηση. Κάθε θεραπευτική συνάντηση καθίσταται έτσι μια μοναδική στιγμή δημιουργίας, στην οποία η αβεβαιότητα και το ημιτελές δεν αποτελούν εμπόδια αλλά τις ίδιες τις προϋποθέσεις για αυθεντικό διάλογο και αλλαγή (Nichterlein, 2021).
Επιπρόσθετα τα ερωτήματα για το τι συνιστά ψυχοθεραπεία οδηγούν, κατά την άποψή μου, σε μια κρίσιμη διάκριση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.


Θα χρησιμοποιήσω εδώ έναν νεολογισμό, τον όρο «θεραπισμό» (therapism), όπως τον εισάγει η Ffion Murphy (2011), για να περιγράψω τη μεταφορά της θεραπευτικής κουλτούρας και πρακτικής έξω από το πλαίσιο στο οποίο ανήκει (δηλαδή στο θεραπευτικό δωμάτιο). Η Murphy διερωτάται τι συμβαίνει όταν η ψυχική δυσφορία αποσυνδέεται από τις κοινωνικές, ιστορικές και πολιτικές της συνθήκες και αναγνωρίζεται κυρίως ως ένα ατομικό πρόβλημα το οποίο χρειάζεται να διευθετηθεί.


Σε αυτή τη συνθήκη, η ψυχοθεραπεία κινδυνεύει να μετατραπεί σε κανονιστικό μηχανισμό προσαρμογής και ανακούφισης, αντί να λειτουργήσει ως πεδίο διαλογικής συνάντησης, αναστοχασμού και χειραφέτησης.
Τον ίδιο όρο χρησιμοποιεί και η Tanna Dineen (2001) προκειμένου να ασκήσει κριτική στον τρόπο που η ψυχοθεραπεία ως «πολιτισμικό φαινόμενο» έχει απομακρυνθεί από τον αρχικό της στόχο, ο οποίος, ενώ ήταν συνδεδεμένος με τη φροντίδα, έχει συνδεθεί με τη λογική της εμπορευματοποίησης του ανθρώπινου πόνου. Σύμφωνα με την Dineen, πολλές πρακτικές διαχείρισης του τραύματος μπορούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε παιδοποίηση και να τους αποσυνδέσουν από τους δικούς τους πόρους και τα αποθέματα που διαθέτουν για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής .
Ο όρος στο παρόν κείμενο χρησιμοποιείται τόσο σε αντιδιαστολή με την απελευθερωτική διάσταση της ψυχοθεραπείας, η οποία αναδεικνύεται όταν η θεραπευτική σχέση δεν συμβάλει στην αναπαραγωγή κανονιστικών προτύπων αλλά ανοίγει χώρους για νέες μορφές του σχετίζεσθαι (Nichterlein, 2021), όσο και σε αντιδιαστολή με την κουλτούρα της pop ψυχολογίας και των λογικών της αυτοβελτίωσης.
Η Pollard (2011), από τη μεριά της, διακρίνει την ψυχοθεραπεία ως πρακτική που δίνει έμφαση στην ανθρώπινη σχέση, από την επιστήμη που δίνει έμφαση στη θεωρία. Μια βασική διάκριση που προτείνει αφορά τη διαφορά μεταξύ του «επαγγελματία της σχέσης» και του «επαγγελματία της επιστήμης».
Έτσι, μια ψυχοθεραπεύτρια που έχει εκπαιδευτεί στο σχετίζεσθαι και στις συνεργατικές, διαλογικές πρακτικές θα δώσει έμφαση στη ροή ενός γενεσιουργού διαλόγου, στη διατάραξη και τη διεύρυνση μιας παγιωμένης συνθήκης, στις συναισθηματικές συναλλαγές και στην ενίσχυση καταξιωτικών εκδοχών της ταυτότητας.
Αντίθετα, μια θεραπεύτρια που έχει εκπαιδευτεί κυρίως στη χρήση δομημένων τεχνικών ή διαγνωστικών εργαλείων ενδέχεται να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στα συμπτώματα και τα ταξινομικά διαγνωστικά συστήματα.
Σε αυτό το σημείο, ο αναστοχασμός στρέφεται αναπόφευκτα και προς τον εσωτερικό διάλογο του ίδιου του θεραπευτή. Οι «πυροδοτήσεις» του δεν αντιμετωπίζονται ως θόρυβος ή απώλεια της ουδετερότητας, αλλά ως πολύτιμες συνηχήσεις της θεραπευτικής συνάντησης. Η ικανότητα του θεραπευτή να αναγνωρίζει τι κινητοποιεί μέσα του η αφήγηση του θεραπευόμενου τη στιγμή που σχετίζεται με αυτόν μετατρέπει την πυροδότηση από πιθανό εμπόδιο σε μονοπάτι που βαθαίνει τον γενεσιουργό διάλογο και την κατανόηση του άλλου.
Ωστόσο, παρά τη δυνατότητα εμβάθυνσης της κατανόησης, όσα άτομα εργαζόμαστε στο πεδίο οφείλουμε να έχουμε μια επίγνωση του μυστηρίου της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η Pollard (2011) παραπέμπει, σε αυτό το σημείο, στον R. D. Laing, ο οποίος υπογράμμιζε ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν μπορεί να κατανοηθεί στην πληρότητά της από κάποιον άλλο. Τελικά, αυτό που παρατηρείται ως μια μικρή μετατόπιση στην εμπειρία ενός θεραπευόμενου δεν είναι παρά ένα στιγμιότυπο, το οποίο επιτρέπει την οργάνωση του διαλόγου και τη διατήρηση ανοιχτού του πεδίου της συνάντησης.

Κοινοποίηση

Ρωτήστε μας ότι σας ενδιαφέρει συμπληρώνοντας την παρακάτω φόρμα

Κλείστε ραντεβού

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα για να κλείσετε ραντεβού: