fbpx

Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Κοινοποίηση

Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Παρουσίαση στα πλαίσια της εκπαίδευσης στη συστημική ψυχοθεραπεία από τις:

Αμαλία Τσιλίγκου, Ψυχολόγος και Συστημική Θεραπεύτρια

Μυρτώ Νοχού, Ψυχολόγος και Συστημική Θεραπεύτρια

Νατάσσα Παπαδοπούλου, Ψυχολόγος και Συστημική Θεραπεύτρια

Πηγή: Pinterest

  Η Harlene Anderson, είναι μία από τις ιδρύτριες του Ινστιτούτου Χιούστον Γκάλβεστον, καθώς και ιδρύτρια τόσο της Access Success όσο και του Taos Institute. Η Δρ. Anderson έχει βοηθήσει χιλιάδες ανθρώπους μέσω της χρήσης της συνεργατικής, η οποία αναπτύχθηκε με τον Goolishian. Στο έργο της εκτός από την ανάπτυξη της μεταμοντέρνας συνεργατικής προσέγγισης στη θεραπεία, συμπεριλαμβάνεται και η διδασκαλία, η επίβλεψη και η συμβουλευτική επιχειρήσεων.

Harlene Anderson

 Η Anderson και ο Goolishian ανέπτυξαν τη συνεργατική θεραπεία ως μια μεταμοντέρνα προσέγγιση, η οποία προσέγγιση δεν αφορά μόνο την ψυχοθεραπεία αλλά και την τέχνη, τη λογοτεχνία και την αρχιτεκτονική στα τέλη του 20ου αιώνα. Ο Μεταμοντερνισμός ήρθε ουσιαστικά να αμφισβητήσει τις θεμελιώδεις αλήθειες και την ιδέα ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει αντικειμενικά γνωστός.

Harry Goolishian

 Βασικό στοιχείο της μεταμοντέρνας συνεργατικής θεραπείας είναι ότι η σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου είναι ισότιμη- ο θεραπευτής δεν βρίσκεται σε θέση εξουσίας έναντι του θεραπευόμενου. Άλλωστε, η γνώση σύμφωνα με τον μεταμοντερνισμό είναι κοινωνικά κατασκευασμένη και πάντα γνώση και γνώστης είναι αλληλοεξαρτώμενοι. Κάτω από την ομπρέλα του μεταμοντερνισμού, η Anderson προσπαθεί να απαλλαχθεί από την έννοια της απόλυτης αλήθειας με την έννοια του κριτικού αναστοχασμού και όχι του μηδενισμού. Η θεραπεία θεωρείται ως μια συνεργασία που επιτρέπει στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο να συνδυάσουν τις γνώσεις τους. Δίνεται μεγάλη έμφαση στο να νιώθει κανείς άνετα με την αβεβαιότητα, συμπεριλαμβανομένης της αβεβαιότητας του ίδιου του θεραπευτή.

 Οι θεραπευόμενοι ενθαρρύνονται να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία παρέχοντας ανατροφοδότηση σχετικά με την ίδια τη διαδικασία και τα αγαπημένα πρόσωπα στη ζωή του θεραπευόμενου δεν στιγματίζονται ή δεν θεωρούνται επιβλαβή. Αντίθετα, καλούνται και αυτοί να συμμετάσχουν στη θεραπευτική διαδικασία. Άλλωστε, η αυτενέργεια σύμφωνα με την Anderson, δηλαδή η αίσθηση ότι κάποιος είναι επαρκής και ικανός να αναλάβει δράση και να δημιουργήσει επιλογές ανοίγει τον δρόμο για τη σημασία που έχουν οι αυτοαφηγήσεις, οι οποίες μπορούν να σταθούν είτε σαν όχημα είτε σαν εμπόδιο για τη θεραπεία.

  Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφέρουμε πώς εννοιολογείται η γλώσσα σε λεκτικό και μη λεκτικό επίπεδο, κάτω από την ομπρέλα του μεταμοντερνισμού. Πρόκειται για ένα όχημα με το οποίο ψάχνουμε το νόημα και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο. Δεν περιγράφει με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει αλλά επιτρέπει να αποδώσουμε νόημα με υποκειμενικό τρόπο σε αυτό που συμβαίνει. Την έννοια του νοήματος έχει επηρεάσει και ο Κοινωνικός Κονστρουξιονισμός, καθώς αποδεχόμαστε ότι τα νοήματα είναι εξαρτώμενα από το πλαίσιο και συμφωνα με τον Gergen είναι πάντα υπό διαπραγμάτευση.

 Κάτι ακόμη που είναι σημαντικό να αναφέρουμε ως χαρακτηριστικό του Μεταμοντερνισμού για την αναπτυξη της συνεργατικής θεραπείας είναι η έννοια του μετασχηματισμού. Υπάρχει διαρκής εμφάνιση του καινούριου στη ζωή μας. Η Anderson διαχωρίζει τη λέξη μετασχηματισμός από αυτή της αλλαγής. Ακόμη και στη θεραπεια δεν είναι αλλαγή αυτό που συμβαίνει αλλά μετασχηματισμός, καθώς η αλλαγή έχει γραμμική ή κυκλική αιτιότητα. H θεραπεύτρια δεν είναι αιτιώδης φορέας ή φορέας αλλαγής. Με τον μετασχηματισμό δεν αλλάζουμε σε κάτι άλλο. Παραμένουμε αυτές/α που ήμασταν και είμαστε αλλά γινόμαστε και κάτι άλλο.

*Δική μας διαπίστωση σχετικά με τη συνεργατική θεραπεία είναι ότι δεν πρόκειται για μία μεθοδολογία ή θεωρία αλλά για έναν γενικότερο φιλοσοφικό τρόπο σκέψης (Αμαλία – Μυρτώ – Νατάσσα, παρουσίαση προσέγγισης στο 3ο έτος εκπαίδευσης στη συστημική ψυχοθεραπεία, 03 Νοεμβρίου 2024)

 Επιπλέον, η προσέγγισης της Anderson τονίζει τη σημασία της αποφυγής της υπερβολικής παθολογικοποίησης των φυσιολογικών χαρακτηριστικών και της συμπεριφοράς των ανθρώπων.

  Πώς όμως οι θεραπευτικές πρακτικές έφτασαν στο σημείο της ανάπτυξης μιας συνεργατικής προσέγγισης της θεραπείας? Η πορεία από τις αρχές της σχολής του Μιλάνου στη μετα-Μιλάνου εποχή και τελικά στον μεταμοντερνισμό, ενέχει πληθώρα μετακινήσεων και αναθεωρήσεων γύρω από τη θεραπευτική διαδικασία αυτή καθαυτή καθώς και το νόημα της υπόθεσης, της κυκλικότητας και της ουδετερότητας. Για την Anderson όλα ξεκίνησαν το 1970, όταν άρχισε να εργάζεται στο παιδιατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου του Τέξας. Εκεί πήρε μέρος σε ένα οικογενειακό σεμινάριο του τμήματος Ψυχιατρικής, στο οποίο δίδασκε ο Harold Goolishian, γεγονός που υπήρξε σταθμός για την εξέλιξη της μεταμοντέρνας σκέψης της. Σε αυτό το σεμινάριο η Anderson πήρε μέρος σε μία καινοτόμα προσπάθεια οικογενειακής θεραπείας της εποχής, τη Θεραπεία Πολλαπλού Αντίκτυπου.

 Έχει σημασία να σταθούμε λίγο στην Θεραπεία Πολλαπλού Αντικτύπου, καθώς για την Anderson υπήρξε η αρχή για να αναπτύξει με τον Goolishian τη σκέψη της γύρω από την συνεργατική θεραπεία.  Η ΘΠΑ ήταν μία βραχεία προσέγγιση θεραπείας για εφήβους με ψυχιατρικά προβλήματα από διαφορετικές κουλτούρες. Η προσπάθεια αφορούσε τόσο τους εφήβους όσο και τις οικογένειες τους και τους τρίτους σημαντικούς άλλους και διαρκούσε 2-3 ημέρες. Η διεπιστημονική ομάδα παρατηρούσε λοιπόν μέσα από τις συνεδριάσεις και τις συζητήσεις ότι οι πραγματικότητες όλων των μελών ήταν διαφορετικές. Η ομάδα προσπαθούσε να βοηθήσει την οικογένεια να αντιμετωπίσει την κρίση-σύμπτωμα του εφήβου με τη διαδικασία της αυτο-αποκατάστασης. Σε κάθε ενέργεια υπήρχε μία κοινή υπόθεση “Αν η ίδια οικογένεια μπορεί να γίνει συνέταιρος στη θεραπεία, απελευθερώνεται περισσότερη ενέργεια για την τρέχουσα επιδίωξη”.
Μέσα από την υπόθεση αυτή και τη διαδικασία γενικά που ακολουθήθηκε στη Θεραπεία Πολλαπλού Αντικτύπου υπήρξαν κάποιες βασικές σκέψεις τις ομάδας.

–   Η ανθρώπινη δημιουργικότητα δεν έχει όρια

–   Είναι σημαντική η κινητοποίηση των δυνάμεων όλων των μελών της οικογένειας

–   Αναστοχασμός και εξέλιξη μαζί με την οικογένεια

–   Υπάρχει πολυπλοκότητα και ποικιλία φωνών στο άτομο

–   Είναι σημαντικό να κατανοούμε μία διαφορετική άποψη και όχι να την απορρίπτουμε ή να προσπαθούμε να την αλλάξουμε

–   Η ομάδα δεν θεωρούσε ότι ενδυναμώνει την οικογένεια αλλά την βοηθά να ανακαλύψει το δικό της εγγενές δυναμικό

–   Όλα τα μέλη της ομάδας συμμετείχαν στην επικοινωνία, γεγονός πρωτόγνωρο για ότι είχαν ζήσει μέχρι τότε στις προηγούμενες θεραπευτικές διαδικασίες.

–   Η οικογένεια δεν έχει μία γλώσσα. Φυσικά έχουν κοινά χαρακτηριστικά αλλά κάθε μέλος έχει τη δική του γλώσσα.

–   Η ίδια η ομάδα παρατήρησε ότι υιοθετούσε στοιχεία της γλώσσας κάθε θεραπευόμενου. Ενώ μιλούσαν για ένα μέλος, χρησιμοποιούσαν λέξεις και περιγραφές που δεν θα χρησιμοποιουσαν υπό άλλες συνθήκες.

–   Η γνώση των θεραπευτών μπήκε σε παρένθεση και δόθηκε η απόλυτη έμφαση στη γνώση του θεραπευομενου

–   Εγκατάλειψη αυθεντίας και ανάγκης για παρεμβάσεις καθώς η αναζήτηση δεν ήταν πλέον μονόδρομη από την πλευρά της θεραπεύτριας αλλά αμφίδρομη από την πλευρά όλων των μελών.

–       Αποδοχή αβεβαιότητας και ο αναστοχασμός άρχισε να έχει κομβικό ρόλο σε όλη τη διαδικασία.

  Για την Anderson η ΘΠΑ ήταν η ένα μέρος μιας ολόκληρης μετακίνησης της θεραπευτικής διαδικασίας η οποία μέχρι τότε προσέγγιζε την ανθρώπινη συμπεριφορά ως ενδοψυχικό φαινόμενο, ενώ σταδιακά άρχισε να μετακινείται η προσέγγιση αυτή στα πλαίσια των διαπροσωπικών σχέσεων, δηλαδή στην οικογένεια. Μέσα από τη Θεραπεία αυτή σε συνδυασμό με την εμπειρία, τις αναθεωρήσεις και την επιρροή από τον Μπαχτίν και τον Βιτγκενστάιν, η Anderson καταλήγει ότι τα θεραπευτικά συστήματα είναι γλωσσικά συστήματα, δηλαδή ρευστά εξελισσόμενα επικοινωνούντα συστήματα.

  Σε ένα άρθρο που μελετά την ιστορικότητα για την εξέλιξη μέχρι τη συνεργατική – διαλογική θεραπεία, η Judith M. Brown αναρωτιέται αν αυτός ο τρόπος σκέψης είναι το τέλος ή αρχή για νέες εξελίξεις στον τρόπο που στεκόμαστε. Αναφέρει ότι για κάθε ερώτηση που γίνεται, υπάρχει μία άλλη που δεν γίνεται, τονίζοντας έτσι μια περαιτέρω ανάπτυξη της διαλογικής οικογενειακής θεραπείας που μπορεί να έρθει να αποκαλύψει μια νέα φάση στην οικογενειακή θεραπεία -ίσως απλώς βρισκόμαστε στη διαδικασία της “ανακάλυψης”.

Η Anderson ,λοιπόν, φαίνεται να εισάγει μια βαθύτερη φιλοσοφία πίσω από τη συνεργατική θεραπεία και τη στάση που καλούμαστε να υιοθετήσουμε ως θεραπεύτριες σε αυτή την προσέγγιση ή τρόπο σκέψης. Η φιλοσοφική στάση είναι ουσιαστικά η βάση της συνεργατικής σκέψης και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο η θεραπεύτρια βλέπει και αλληλεπιδρά με τα θεραπευόμενα. Πυρήνας της στάσης αυτής είναι το «μη γνωρίζειν», δηλαδή η ανοιχτή στάση της θεραπεύτριας αναφορικά με τη γνώση – η αναστοχαστική και διαλογική προσέγγιση στη γνώση. Αλλά πυρήνα αποτελεί και αυτό που αναφέρει ο Seikkula για τη συνεργασία της Anderson, για «διαλογικό τρόπο ζωής μαζί με», δηλαδή αναφέρεται σε ένα είδος αναστοχαστικής αλληλεπίδρασης που περιλαμβάνει το να είμαστε σε ζωντανή επαφή με τη μοναδική ύπαρξη του άλλου.

Αν θα μπορούσαμε να απομονώσουμε κάποιες βασικές αρχές, θα ήταν οι εξής:

1. Ισοτιμία και Μη-Ιεραρχία

Η Anderson τονίζει ότι η θεραπεύτρια δεν είναι η «ειδικός» που κατέχει όλες τις απαντήσεις. Αντίθετα, θεραπεύτρια-θεραπευόμενο συναντιούνται σε ένα διάλογο με ισότιμη συμμετοχή. Αυτή η βάση απομακρύνει την ιεραρχία και βοηθά το θεραπευόμενο να αισθάνεται ότι η δική του γνώση και εμπειρία έχουν αξία και συμβάλλουν στη διαδικασία της θεραπείας.

2. Διάλογος ως εργαλείο συνδημιουργίας

Αποτελεί την καρδιά της συνεργατικής θεραπείας, και ορίζεται ως διαδικασία συν-δημιουργίας νοημάτων και λύσεων.

3. Ανοιχτότητα και Μη-Κατευθυντικότητα

Η θεραπεύτρια δεν ακολουθεί ένα προκαθορισμένο πλάνο για τη θεραπεία, αλλά είναι έτοιμη να προσαρμοστεί στις ανάγκες και στις συνθήκες του θεραπευόμενου. Η μη-κατευθυντικότητα επιτρέπει στο θεραπευόμενο να καθοδηγεί τη συζήτηση και να αναδεικνύει τις δικές του ιδέες.

4. Σεβασμός στη Μοναδικότητα του ατόμου

Η θεραπεύτρια αναγνωρίζει ότι το κάθε θεραπευόμενο φέρει τις δικές του ιστορίες, γνώσεις και αξίες, οι οποίες είναι σημαντικό να γίνονται αποδεκτές και να ενσωματώνονται στη θεραπευτική διαδικασία.

5. Αμοιβαία επιρροή και εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του θεραπευόμενου

Εμπιστοσύνη δηλαδή ότι το άτομο μπορεί να βρει τον τρόπο να λύσει τα προβλήματά του. Αυτό βασίζεται σε αυτό που λέει η Anderson ότι ο θεραπευόμενος είναι ο «ειδικός» της ζωής του.

6. Αναγνώριση της πολλαπλότητας των νοημάτων

Αμφισβητεί την ιδέα ότι υπάρχει μία μόνο αλήθεια και ότι η πραγματικότητα δεν είναι μία και απόλυτη. Αυτό ανοίγει δυνατότητες να εξερευνηθούν τα πολλαπλά νοήματα που μπορεί να δώσει το θεραπευόμενο στα γεγονότα και τις εμπειρίες του.

  Αν θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συνεργατική προσέγγιση δίνει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για το πως να την εφαρμόσουμε στις συναντήσεις μας, η πιο βασική θα ήταν η ενεργητική ακρόαση. Μια προσπάθεια να ακούσουμε και να αντιληφθούμε αυτό που λέει το άλλο άτομο από τη δική του σκοπιά, απαλλαγμένες από δικές μας προκαταλήψεις ή σκέψεις για το τι είναι καλύτερο για εκείνο. Έπειτα, θα πρόσθετα τη σημασία που έχει η διατύπωση ερωτήσεων εξερεύνησης, δηλαδή ερωτήσεις που προσκαλούν το θεραπευόμενο να σκεφτεί σε βάθος και να ανακαλύψει τα δικά του νοήματα.
Και τέλος, οι αντανακλάσεις που εστιάζουν στην ενίσχυση της κατανόησης και στην ενθάρρυνση της αυτο-εξερεύνησης του θεραπευόμενου.

  Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε τι σημαίνει το να ξέρει κανείς πώς να είναι μέσα στη σχέση και τη συζήτηση. Συνδιαμορφώνει μαζί, κινείται μαζί, εξερευνά μαζί, στοχεύοντας σε μια κατανόηση και αμοιβαία αναζήτηση που χτίζει και εξελίσσει θεραπεύτρια-θεραπευόμενο.

Μεταφορά οικοδεσπότη – φιλοξενούμενου για νομιμοποίηση

  ‘Ένας τρόπος να κατανοήσουμε καλύτερα την συγκεκριμένη προσέγγιση είναι η ιδέα του θεραπευόμενου ατόμου ως φιλοξενούμενου και των θεραπευτών ως οικοδεσπότη. Πιο συγκεκριμένα, η ιδέα είναι πως η θεραπεύτρια να είναι οικοδεσπότης που ανοίγει και υποδέχεται το άτομο, όπως υποδεχόμαστε έναν φιλοξενούμενο. Ενώ παλιότερα η θεραπεύτρια ήταν φιλοξενούμενη στη ζωή του θεραπευόμενου.

  Η γνώση του θεραπευόμενου έχει προτεραιότητα. Δεν θεωρείται ο ειδικός στη ζωή του, αλλά είναι ο δάσκαλος. Αυτό δεν σημαίνει πως παραιτούμαστε ως θεραπευτές από την ευθύνη ή πως δεν κατέχουμε τη γνώση που μπορεί να βοηθήσει τη διαδικασία. Σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι το να χτιστεί συλλογικά νέο νόημα και κατανόηση. Απλώς η στάση αυτή χρησιμοποιεί την ιδιαίτερη γνώση του άλλου ως οδηγό.

  Επίσης, δημιουργεί μια ισχυρή αίσθηση ασφάλειας, αφού ο ένας μπαίνει στον κόσμο του άλλου. Η Anderson την περιγράφει ως μια αμοιβαία διαλογική διαδικασία. Η απάντηση προκύπτει σε συνεργασία → ισοτιμία → κοινή ευθύνη.

  Δύο σημαντικές διαστάσεις, επίσης, της συνεργατικής θεραπείας είναι η δημοσιοποίηση των ιδιωτικών σκέψεων (στο οποίο μας προσκαλεί ο Maturana). Σε αντίθετη περίπτωση κινδυνεύουμε να παγιδευτούμε σε εσωτερικές μονολογικές φωνές →  τέλμα.

  Όπως καταλαβαίνουμε, το να διατηρούμε μια θέση μη-γνωρίζειν και να ζούμε με την αβεβαιότητα που τη συνοδεύει, είναι μεγάλης σημασίας για την ελευθερία της έκφρασης και του αυτοσχεδιασμού στο διάλογο.

  Κρατήσαμε, τέλος, πως η φιλοσοφική στάση είναι θεμελιώδης για την επίτευξη ενός αυθεντικού θεραπευτικού διαλόγου. Ενθαρρύνει το θεραπευόμενο να αισθάνεται ότι έχει έναν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία, δημιουργώντας ένα περιβάλλον ασφάλειας και αμοιβαιότητας. Η Anderson φαίνεται να τονίζει ότι η φιλοσοφική στάση δεν είναι απλώς μια τεχνική ή ένα εργαλείο, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης που σχετίζεται με το πώς η θεραπεύτρια αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη φύση και την ίδια τη διαδικασία της θεραπείας.

Η Συνεργατική Προσέγγιση στην Ψυχοθεραπεία

  Συνοψίζοντας, η συνεργατική προσέγγιση, όπως διαμορφώθηκε από τη Harlene Anderson, δεν αποτελεί απλώς μία ψυχοθεραπευτική θεωρία, αλλά μια φιλοσοφική στάση και έναν τρόπο ύπαρξης και σκέψης μέσα στη θεραπευτική σχέση. Δίνεται έμφαση στη μοναδικότητα της στιγμής και όχι στη γενίκευση. Ο τίτλος του βιβλίου της Anderson «Συνεργατική Προσέγγιση – Σχέσεις και Συζητήσεις που Κάνουν τη Διαφορά» καταδεικνύει τον πυρήνα της προσέγγισης, που είναι σχεσιακή, διαλογική και όπου η αλλαγή δεν προκύπτει από τεχνικές ή ερμηνευτικά σχήματα, αλλά από τη ζωντανή αλληλεπίδραση που μετασχηματίζει όλα τα εμπλεκόμενα άτομα.

  Η συνεργατική προσέγγιση, όπως είδαμε και παραπάνω, συνδέεται με τη μεταμοντέρνα σκέψη και τον κοινωνικό κονστρουξιονισμό. Στο πλαίσιο αυτό, η γνώση δεν θεωρείται αντικειμενική, σταθερή ή καθολικά έγκυρη, αλλά κοινωνικά κατασκευασμένη, τοπική και σχεσιακή. Η κατανόηση διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά και γλωσσικά πλαίσια και αποκτά αξία μέσα από τη χρησιμότητά της για τα πρόσωπα που τη συν-δημιουργούν. Ο επαγγελματικός εαυτός είναι παρών κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής συνάντησης, όπως και ο προσωπικός, και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους αλλά και με το θεραπευόμενο άτομο με αυθεντικότητα και φυσικότητα.

Η γλώσσα και η κατασκευή νοήματος

  Η γλώσσα δεν αντιμετωπίζεται ως ουδέτερο μέσο περιγραφής της πραγματικότητας, αλλά ως το όχημα μέσω του οποίου οι άνθρωποι κατασκευάζουν και νοηματοδοτούν την εμπειρία τους. Οι λέξεις αποκτούν σημασία με τη χρήση τους μέσα στη σχέση. Το νόημα δεν μεταφέρεται από τον έναν στον άλλον· αναδύεται στη διαλογική διεργασία.

  Με αυτή την έννοια, η θεραπευτική συνάντηση αποτελεί έναν χώρο όπου, μέσω της γλώσσας, δημιουργούνται νέες δυνατότητες κατανόησης. Η γνώση που παράγεται είναι συμμετοχική και συν-κατασκευασμένη.

Η θεραπευτική σχέση ως φιλοξενία και συν-δημιουργία

  Η θεραπεύτρια υποδέχεται το θεραπευόμενο άτομο ως φιλοξενούμενο, δημιουργώντας ένα πλαίσιο που ευνοεί τη συνεργασία και τον διάλογο. Η υποδοχή —τόσο ως φυσικός χώρος όσο και ως στάση— έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς διαμορφώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί η σχέση.

  Δεν υπάρχει προκαθορισμένη ατζέντα ούτε εκ των προτέρων γνώση του τι «πρέπει» να ειπωθεί. Κεντρική θέση κατέχει η αναγνώριση της σπουδαιότητας της γνώσης του ίδιου του θεραπευόμενου: του ρυθμού του, της γλώσσας του, των σημείων που εκείνος θεωρεί σημαντικά. Η θεραπεύτρια γίνεται, με έναν τρόπο, φιλοξενούμενη και μαθητευόμενη στον κόσμο του άλλου, ακούει ενεργητικά και με περιέργεια, συμπαρασύροντας το θεραπευόμενο στη δημιουργία νέων νοημάτων.

  Η σχέση νοείται ως μια αλληλοσχεσιακή διεργασία, όπου θεραπεύτρια και θεραπευόμενο άτομο συν-κατασκευάζουν τη συζήτηση και το νόημα που αναδύεται από αυτήν. Μια βασική ιδέα της προσέγγισης είναι η θέση «είμαι μαζί με», όπου θεραπεύτρια και θεραπευόμενο εξετάζουν, αμφισβητούν, αναστοχάζονται η μία με το άλλο και όχι η μία προς το άλλο, δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση ανήκειν.

Ο διάλογος σε πολλαπλά επίπεδα

   Ο διάλογος ξεκινά από τη στιγμή της συνάντησης. Παράλληλα με τον εξωτερικό διάλογο, τη φανερή συνομιλία, συνυπάρχουν οι εσωτερικοί διάλογοι της θεραπεύτριας και του θεραπευόμενου. Οι εσωτερικές σκέψεις, προσδοκίες και υποθέσεις επηρεάζουν και επηρεάζονται από την κοινή συζήτηση.

  Η θεραπεύτρια υιοθετεί μια αποκριτική και σχεσιακή στάση. Η κατανόηση δεν είναι παθητική ή ουδέτερη· μέσα από τις αποκρίσεις της, επιβεβαιώνει, διευκρινίζει και προσκαλεί σε περαιτέρω διερεύνηση. Ο επαγγελματικός και ο προσωπικός εαυτός συνυπάρχουν, και με σεβασμό στο θεραπευτικό πλαίσιο μπορούν να γίνουν ορατές ορισμένες σκέψεις και από τα δύο επίπεδα. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η παγίδευση σε πρόωρα συμπεράσματα ή προκατασκευασμένες ερμηνείες· η σκέψη αφήνεται και το νόημα διαμορφώνεται στο «εδώ και τώρα» της σχέσης. Με την απόκρισή της επιβεβαιώνεται η ορθή κατανόηση, παραμένει σε ενεργητική θέση με δυναμικό τρόπο, οργανώνεται η σκέψη της έχοντας επηρεαστεί από την αφήγηση του θεραπευόμενου και δίνοντας του την ευκαιρία να αποκριθεί εκ νέου.

Η στάση του μη γνωρίζειν

  Κεντρική έννοια της συνεργατικής προσέγγισης είναι η «στάση του μη γνωρίζειν». Η θεραπεύτρια διατηρεί μια στοχαστική στάση απέναντι στη βεβαιότητα ότι «γνωρίζει» την αλήθεια του άλλου. Οι δύο πλευρές βρίσκονται ισότιμα στον διάλογο και αναζητούν από κοινού τη γνώση, το νόημα, αλληλεπηρεάζονται και αλλάζουν.

  Η μη-γνώση δεν ταυτίζεται με άγνοια ή ουδετερότητα. Η θεραπεύτρια δεν είναι κενό χαρτί ούτε άκαμπτη· προσέρχεται στη συνάντηση με τις εμπειρίες, τις εσωτερικές φωνές και τη γνώση της, οι οποίες μπορούν να επηρεαστούν, να αναθεωρηθούν και να μετασχηματιστούν μέσα στη σχέση.

Ο μετασχηματισμός ως σχεσιακή διεργασία

  Στο συνεργατικό πλαίσιο, ο μετασχηματισμός δεν νοείται ως αποτέλεσμα γραμμικής αιτιότητας. Κανένα άτομο δεν «αλλάζει» το άλλο με προκαθορισμένο τρόπο. Η αλλαγή αναδύεται μέσα στη σχεσιακή και διαλογική διεργασία και δεν μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων.

  Νέες ταυτότητες και νέες αφηγήσεις διαμορφώνονται καθώς οι άνθρωποι συμμετέχουν σε διαφορετικούς διαλόγους. Ο μετασχηματισμός είναι συνεχής και σχεσιακός, προσφέροντας τη δυνατότητα επανανοηματοδότησης της εμπειρίας.

Σχέση με τον Ανοιχτό Διάλογο

  Η συνεργατική προσέγγιση έχει επηρεάσει και επηρεαστεί από την πρακτική του Ανοιχτού Διαλόγου, όπως αναπτύχθηκε από τον Jaakko Seikkula στη Φινλανδία. Στο πλαίσιο αυτό, η θεραπευτική εργασία περιλαμβάνει το ευρύτερο δίκτυο του θεραπευόμενου ατόμου και έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική σε περιπτώσεις ψύχωσης.

  Η συνάντηση οργανώνεται με μη ιεραρχικό τρόπο, δίνοντας χώρο σε πολλαπλές φωνές. Αναδύεται έτσι μια πολυφωνική συζήτηση, έννοια που συνδέεται με τον Mikhail Bakhtin, όπου διαφορετικές οπτικές συνυπάρχουν και συνδιαμορφώνουν κοινές κατανοήσεις. Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια κοινή γλώσσα, που θα δώσει φωνή και έκφραση σε πιθανές κρυφές κατανοήσεις, καθώς και χώρο για τη δημιουργία νέων.

Βιβλιογραφία

Anderson, H., & Gehart, D. (2014). Συνεργατική θεραπεία: Σχέσεις και συζητήσεις που κάνουν τη διαφορά (Ε. Σαμαρά & Ε. Σιλβιστοπούλου, Μετ.; Β. Καφταντζή, Επιμ.). University Studio Press. ISBN 978-960-12-2185-4. 

Κοινοποίηση

Ρωτήστε μας ότι σας ενδιαφέρει συμπληρώνοντας την παρακάτω φόρμα

Κλείστε ραντεβού

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα για να κλείσετε ραντεβού: