Πρόλογος
Με την αλλαγή από τη μία μετεκπαίδευση στην άλλη, ρωτήθηκα αν θα μπορούσα να γράψω ένα άρθρο για ένα καινούργιο βιβλίο με θέμα φεμινιστικές προοπτικές στη συστημική. Χάρηκα πολύ και συμφώνησα αμέσως, μη υπολογίζοντας τη μεγάλη δουλειά που με περίμενε. Ήταν χαρά μου να διαβάσω το βιβλίο, αλλά την ίδια στιγμή αναδύθηκαν πολλές κοινές αναμνήσεις ως γυναίκα, μαζί με ντροπή για τα τυφλά σημεία μου, με θυμό για τον πατριαρχικό κόσμο. Οπότε δεν ήταν εφικτή μια απλή κριτική, που αγνοεί τις δικές μου εμπειρίες και τον αναστοχασμό μου. Όποι@ δεν ενδιαφέρεται για αυτά τα κομμάτιa του άρθρου μπορεί να τα παρακάμψει: είναι γραμμένα με πλάγια στοιχεία. Και προσοχή: Το διάβασμα αυτού του βιβλίου εγκυμονεί τον κίνδυνο να ανακατέψει τον συστημικό σου κόσμο!
Katharina Strutynski M.Ed., Αθήτική Θεραπεύτρια με εξειδίκευση στην κουηρ ψυχολογία, Εκπαιδευόμενη Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Ευχαριστούμε την εκπαιδευόμενη Καταρίνα για τη συνεισφορά της στο site μας! Μπορείτε να τη βρείτε εδώ: https://mindmovers.gr/

Συστημική, η – μια σύσταση
Στην αρχή έσκασε μια ερώτηση:
Nikola Siller: «Ποιες γυναίκες αναφέρεις όταν ερωτάσαι στη μετεκπαίδευση για την ιστορία της συστημικής;»
Tanja Kuhnert: (Σιωπή) «Ναι, χμ, … Virginia Satir; Insoo Kim Berg; Mara Selvini Palazzoli; … Εκτός από αυτές δεν μου έρχεται καμία… και εσύ;»
Με αυτά τα λόγια ξεκινάει το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου «Συστημική, η» (Systemik, die), με υπότιτλο: «Φεμινιστικές οπτικές στη συστημική θεωρία και πρακτική». Και ας είμαστε ειλικρινείς: Δεν μας έρχονται πολλές άλλες.
Στη βασική βιβλιογραφία που μας δόθηκε με την έναρξη του προγράμματος, από τ@ 23 συγγραφέ@ ή εκδότ@, 5 είναι γυναίκες : Harlene Anderson, Dianne R. Gehart, Insoo Kim Berg, Jill Freedman και Sheila McNamee. Από τα ονόματα όμως που θυμάμαι από τα σεμινάρια, έχουν μείνει τα 3 που αναφέρθηκαν (στο παραπάνω απόσπασμα) και αυτό της Anderson, επειδή είχε καλεστεί για ένα ονλάιν σεμινάριο. Αναστοχαζόμενη το γεγονός, μπορώ να φανταστώ διάφορους παράγοντες για αυτό το φαινόμενο:
Κατ’ αρχάς, από την αρχή ήταν λίγες οι γυναίκες στη βασική βιβλιογραφία – ένα φαινόμενο που θα εξηγηθεί παρακάτω –, η οποία συχνά αποτελεί και πυξίδα για τ@ καλούμεν@ καθηγητ@. Δηλαδή, ετοιμάζοντας τα μαθήματά τους, μπορεί να προσανατολίστηκαν από αυτή.
Δεύτερον, η χρήση του αρσενικού ως «γενικού» αντωνυμικού τύπου μάς κάνει να σκεφτόμαστε ανδρικές φιγούρες. Είναι ο θεραπευτής , και όχι η θεραπεύτρια – και ιδιαίτερα όταν μιλάμε στον πληθυντικό.
Τρίτον, ούτε εγώ το είχα ψάξει ιδιαίτερα. Δεν είχα ιδέα τότε ότι πολλές ερευνητικές και πειραματικές ομάδες, αν και συμπεριλάμβαναν και γυναίκες, δεν τις ανέφεραν στην έκδοση ή έγιναν αόρατες μέσα στο «και άλλοι».
Και κάτι που με απασχολεί, εκτός από αυτό: Όλα τα άτομα είναι cis, και εκτός από ένα, όλα είναι από την κεντρική Ευρώπη ή τη βόρεια Αμερική.
Οι εκδοτριες Nikola Siller και Tanja Kuhnert εξερευνούν την ιστορία της συστημικής προσέγγισης με το βλέμμα στραμμένο στις θηλυκότητες, ανακαλύπτοντας τα τυφλά σημεία της, αναγνωρίζοντας ερευνήτριες και πρωτοπόρες γυναίκες της έρευνας και πράξης, τονίζοντας τη σημασία μιας φεμινιστικής προοπτικής στη θεραπευτική δουλειά και προχωρώντας ακόμη παραπέρα, με τη συμπερίληψη της διαθεματικότητας στο συστημικό πεδίο.
Ήδη στην εισαγωγή, συναντάμε μια εκπληκτική προσέγγιση, αφού ορίζεται ο όρος «συστημικός» πολυφωνικά από τις γυναίκες στις οποίες πήραν συνέντευξη, πράξη που έρχεται ως απάντηση στην τάση των τελευταίων χρόνων να χρησιμοποιείται το «συστημικό» τόσο χαλαρά στην καθημερινή γλώσσα. Ταυτόχρονα, εντοπίζουν τις εαυτές τους (self-positioning), προσφέροντας μια καλύτερη εκτίμηση στ@ αναγνωστ@ από ποια θέση μιλάνε, πού βάζουν προτεραιότητες, ποιοι όροι χρησιμοποιούνται, γιατί και πώς είναι δομημένο το βιβλίο.
Το πρώτο κομμάτι του βιβλίου ακολουθεί την κλασική συστημική μέθοδο της περιγραφής προτύπων. Πιο αναλυτικά, καταπιάνεται με το ερώτημα της σημασίας εξουσιαστικών δυναμικών σε κοινωνικά συστήματα, διερωτώμενο τι (δεν) έχει σημασία, ποια συστήματα τάξης επηρεάζουν το βίωμά μας στο τι έχει σημασία· τι (δεν) βλέπεται; Η παρατήρηση της παρατήρησης παίζει ιδιαίτερο ρόλο στον αναστοχασμό της θέσης μας σε οποιαδήποτε συστήματα, οπότε συμβουλεύουν μια συνειδητή απόφαση για το πώς παρατηρούμε τι, και πώς η εμπλοκή μας σχετίζεται με τα θέματα των πελατών μας.
Εκεί προσφέρονται, όπως σε πολλά σημεία του βιβλίου, ασκήσεις που επιτρέπουν στ@ αναγνωστ@ την αντιμετώπιση των αναφερόμενων θεμάτων· στο συγκεκριμένο σημείο, την εξουσία τους στη σχέση με τ@ πελάτ@:
«Ποι@ έχει πρόσβαση σε αποθέματα;»,
«Ποι@ έχει ελεύθερη κυκλοφορία – από τι θα μπορούσε να είναι περιορισμέν@;»,
«Σε ποι@ στην ομάδα δίνω προσοχή, σε ποι@ όχι;» κ.ά.
Έτσι παρακινούμαστε να πάρουμε έναν ενεργό ρόλο και να ζήσουμε άμεσα την επιρροή του γραπτού στις σκέψεις και – ας ελπίσουμε – και στις θεραπευτικές πράξεις μας.
Η πατριαρχία περιγράφεται από τις συγγραφείς ως μέτα-πρότυπο, με τα κοινωνικά σχήματα, την ιστορία και τα πραγματικά αποτελέσματα στις ζωές μας. Έτσι γίνεται θέμα και η βία κατά των γυναικών, αλλά και άλλα, ίσως πιο ασυνείδητα ή σιωπηλά φαινόμενα, όπως η οικονομική αδικία, η αόρατη δουλειά, η ανισορροπία όσον αφορά τις ευκαιρίες για συμμετοχή και σύμπραξη στην κοινωνία.
Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η συστημική ταξινόμηση αυτών των φαινομένων, και πιο συγκεκριμένα το πεδίο έντασης της συναισθηματικής και της γνωστικής δυσαρμονίας. Εκεί μιλούν για τη διήγηση της ισότητας ανάμεσα στα φύλα που ακούμε συνέχεια και τα πραγματικά εμπόδια και ρόλους που αντιμετωπίζουν οι θηλυκότητες. Αυτό το δίλημμα του να είμαστε δυνατές και δημιουργικές, αλλά από την άλλη να είμαστε ακόμα σεμνές και ήσυχες, μπορεί να προκαλέσει το βίωμα της μη-επάρκειας και συναισθήματής ενοχής. Συνεπώς, υπάρχει μια καθαρή τοποθέτηση:
Η συστημική είναι πολιτική, και χρειάζεται ευαισθησία για το θέμα του φύλου. Και για αυτή τη δουλειά προσφέρονται άμεσα εργαλεία για θεραπευτ@.
Με αυτές τις σκέψεις προχωράμε στο δεύτερο κομμάτι του βιβλίου, όπου μας παρουσιάζονται παραδείγματα από τη συστημική πράξη και θεωρία για το πώς εφαρμόζονται τέτοιες και άλλες τεχνικές. Από τη θεραπεία ζευγαριών μέχρι τον κόσμο της επιστήμης, συναντάμε σπουδαία άρθρα από γυναίκες, τρανς και μη δυαδικά ειδικ@.
Μεγαλύτερη εντύπωση μού έκαναν δύο άρθρα. Το πρώτο, με τίτλο «Θηλυκή ιστορία και θηλυκές ιστορίες μετανάστευσης και ο συστημικός κόσμος», αφορά την πρακτική δουλειά με μετανάστριες. Κάτι που τράβηξε την προσοχή μου ήταν η περιγραφή συλλογικών συστημάτων που θα μπορούσαν να παίξουν σημαντικό ρόλο για τις μετανάστριες.
Εγώ πάντα βρίσκομαι στο δίλημμα ότι, από τη μία, θέλω να συναντώ τους ανθρώπους χωρίς προκαταλήψεις, με σεβασμό και περιέργεια, από την άλλη όμως πρέπει να κάνω υποθέσεις και να λάβω υπόψη τα διαφορετικά περιβάλλοντα στα οποία ζούμε και τις πολλαπλές εμπειρίες που βιώνουμε..
Η Asiye Balikci-Schmidt, συστημική θεραπεύτρια και εκπαιδεύτρια στο ινστιτούτο Praxis Süd, περιγράφει κανόνες και αξίες που θα μπορούσαμε να προσέχουμε στην εργασία με μετανάστριες από χώρες που χαρακτηρίζονται από πιο συλλογικές νοοτροπίες ως εξής: Η κοινότητα είναι πάνω απ’ όλα. Το κοινό είναι πιο σημαντικό από το ατομικό. Το συλλογικό πνεύμα είναι το μόνο που στηρίζει την κοινότητα. Το «εμείς» είναι το μοναδικό αληθινό. Όταν ρωτάμε ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει με τις παραπάνω προτάσεις πίστης, ερωτήσεις όπως
«Πότε νομίζετε ότι είστε αρκετά μεγάλ@ για να σταθείτε στα δικά σας πόδια;»,
«Είστε ενήλικ@, δεν μπορείτε να το αποφασίσετε μόν@ σας;»
ή ενθαρρυντικές συμβουλές όπως
«Προσέχετε (επιτέλους!) τον εαυτό σας!»
μπορεί να τους κάνουν να νιώσουν ότι απορρίπτονται ή ότι δεν τους καταλαβαίνουμε.
Μια υπόθεση για αυτές τις προτάσεις είναι ότι είναι αντιφατικές σε «προσωπικές ιδέες για θηλυκότητα, φεμινισμό και ισότητα, αν και η βασική στάση είναι σφραγισμένη από εκτίμηση, περιέργεια και ουδετερότητα.» (BALIKCI-SCHMIDT 2025, σ. 198)
Εκεί ακριβώς βρίσκω τον εαυτό μου, ως Λευκή Γερμανίδα με το αναφερόμενο δίλημμα, αλλά επίσης με τη φεμινιστική στάση μου, που δεν αναγνωρίζει πάντα την ανάγκη για συλλογικότητα και δέσμευση – κάτι που συχνά, στα μάτια μου, φαίνεται σαν εξάρτηση. Μια παρέμβαση δεν πρέπει να ακολουθεί τη δική μου ιδέα της ελευθερίας προς την αυτονομία και αυτοδιαχείριση, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει τη συλλογική ζωή με τα καλά και τα κακά της. Προσπαθώ να βρω ίχνη της δικής μου συλλογικής ζωής μέσα από τη συγκατοίκηση σε καταλήψεις και ενοικιαζόμενα σπίτια, όπου το περιβάλλον μου αναρωτιόταν συχνά γιατί αναλαμβάνω ευθύνη για τόσα άτομα, γιατί τσακώνομαι μαζί τους αλλά δεν φεύγω, γιατί δεν τους εγκαταλείπω όταν έχουν γίνει τόσα ακραία πράγματα μαζί τους. Αλλά είχα επιλέξει αυτόν τον τρόπο ζωής και πίστευα – και ακόμα πιστεύω – σε αυτόν. Δεν συγκρίνονται αυτοί οι τρόποι συλλογικότητας, αλλά προσπαθώ να βρω κάποιο τρόπο ενσυναίσθησης. Επίσης, αυτό στηρίζει την άποψη της Balikci-Schmidt, ότι «η αυτονομία, η αυτο-αποτελεσματικότητα και η αυτοέκφραση δεν αποκλείονται […].» (ο.π.)
Οι ερωτήσεις που ακολουθούν, όσο βασικές κι αν φαίνονται, είναι πολύ πονηρές και χρήσιμες:
Ποια ατομική διαχείριση μπορώ να εξελίξω μέσα στη συλλογικότητα;
Ποιες δυνατότητες πράξης βρίσκονται μέσα στη συλλογικότητα;
Πού υπάρχουν εκεί ελεύθεροι χώροι και πεδία δράσης για εσάς;
Το άρθρο κλείνει πάλι με πολλαπλές ερωτήσεις για αναστοχασμό, που θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είναι υποχρεωτικές σε κάθε εκπαίδευση ή εποπτεία για θεραπευτ@ που στοχεύουν να δουλέψουν με ανθρώπους που έχουν μεταναστεύσει.
Το δεύτερο άρθρο που έχει μείνει στο μυαλό μου λέγεται «System.Macht.Rassismus.» Πρόκειται για λογοπαίγνιο, γιατί η λέξη Macht αντιστοιχεί και στο ρήμα «κάνει», σημαίνει όμως και «εξουσία». Έτσι διαβάζουμε: «Σύστημα.Εξουσία.Ρατσισμός.» ή «Το σύστημα.Κάνει.Ρατσισμό.»
Στην ιστορία του φεμινισμού ακούγονται συχνά λευκές φωνές, ενώ – όπως μας θυμίζουν οι συγγραφέες Jessie Mmari και Eliza-Maïmouna Sarr, και με το γνωστό απόφθεγμα «Ain’t I a woman?» της Sojourner Truth το 1851 (!) – πολλές άλλες εμπειρίες μένουν στο περιθώριο.
Στην εκπαίδευση και στην πράξη της συστημικής κυριαρχεί μια ρατσιστική άγνοια, δηλαδή η απουσία Μαύρων φωνών αλλά και η λανθασμένη μεταφορά των ίδιων, ενώ η επίδραση του ρατσισμού στην ψυχική υγεία είναι πραγματικότητα. Το θέμα της κριτικής της εξουσίας στη συστημική – όπως περιγράφεται και στο άρθρο – αναλύεται. Στην πράξη όμως κινείται κυρίως σε μία μόνο κατεύθυνση: όταν περιθωριοποιημένες γνώσεις προσφέρονται δωρεάν και είναι «χρήσιμες», αλλά όχι όταν μιλάμε για τη φροντίδα ενός χώρου όπου όλ@ νιώθουν ευπρόσδεκτ@.
Οι Jessie Mmari και η Eliza-Maïmouna Sarr βλέπουν την ευθύνη του θεραπευτικού και συμβουλευτικού προσωπικού όχι μόνο στην απασχόληση με το θέμα του ρατσισμού, αλλά και σε μια πολιτική στάση, διότι το σύστημα της συστημικής δεν βρίσκεται εκτός της κοινωνικής πραγματικότητας και των ρατσισμών της – και χρειάζεται δομικές αλλαγές που συνοδεύονται από ειδικό προσωπικό που αμοίβεται οικονομικά για τη δουλειά που προσφέρει. Αντίθετα, βλέπουμε συχνά:
- είτε την πρόσκληση Μαύρων[1] ατόμων για τη δημιουργία ενός εγχειριδίου σε εθελοντική βάση
- είτε το άνοιγμα μιας επιτροπής λευκών ατόμων χωρίς καμία ιδιαίτερη ειδίκευση, με τον ίδιο στόχο – και με δήθεν αποτέλεσμα.
Το άρθρο εξετάζει επίσης συστημικές μεθόδους και στάσεις στο πλαίσιο του θέματος.
Παραδείγματος χάριν, αναφέρεται η στάση του «μη γνωρίζειν», η οποία – στην περίπτωση που δεν αναγνωρίζονται η ρατσιστική συνέχεια και τα αποτελέσματά της – μπορεί να οδηγήσει στην
«(ανα-)παραγωγή βίας και παραβίαση αρμοδιοτήτων» (MMARI & SARR 2025, σ. 217). Επομένως, γίνεται ευθύνη των πελατών να εκπαιδεύσουν το ειδικό (!) θεραπευτικό προσωπικό, πράγμα που τους κλέβει χρόνο, δύναμη και εμπιστοσύνη. Στη φαντασιακή εργασία ως συστημική μέθοδο δίνουν οι συγγραφέες μεγάλη σημασία: «[Το] μέλλον της Μαύρης ζωής πολύ συχνά [δεν θα ήταν] καθόλου νοητό χωρίς αφροφουτουριστική εικόνιση (imagination). Δεν είναι λοιπόν μόνο εργαλείο, αλλά στρατηγική επιβίωσης σε μια συλλογική ιστορική και παροντική εμπειρία βίας, εκμετάλλευσης και εξάλειψης.»[2] (MMARI & SARR 2025, σ. 219-220)
Ως αναγνώστρια επιστημονικής φαντασίας – ανάμεσά τους και αφροφουτουριστικά έργα – μου έρχονται αρκετές ιδέες για τη χρήση τους σε θεραπευτικές διαδικασίες.
Το άρθρο κλείνει με ερωτήσεις προς τη συστημική, που απαιτούν χρόνο, θέληση και όρεξη για βαθύ αναστοχασμό – και την επιθυμία για διατάραξη του συστημικού χώρου,
με έκκληση από μια κλασικά φεμινιστική προοπτική, για μεγάλα, συλλογικά βήματα.
Ένα κενό όμως παρέμενε για εμένα διαβάζοντας την εκτενή συλλογή των Siller και Kuhnert και τα συμπεράσματά τους: Τι κάνουμε με τους δράστες; Η βία κατά των γυναικών είναι πραγματικότητα:
«Κατά τη χρονική περίοδο από την 1η Νοεμβρίου του 2019 έως την 31η Οκτωβρίου του 2020 συνολικά 4.872 γυναίκες στράφηκαν για βοήθεια στις υπηρεσίες και τις δομές της Γενικής Γραμματείας Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων. … [Η] επικρατέστερη μορφή βίας … είναι η ενδοοικογενειακή βία σε ποσοστό 84%.» (ΚΡΙΘΑΡΆ 2022, σ. 53) Αυτά τα νούμερα αντιστοιχούν μόνο στις γυναίκες (στην Ελλάδα) που ζητάνε βοήθεια. Ο άγνωστος αριθμός κυμαίνεται στα 50-90%.
Επίσης, το 9 % των ΛΟΑΤΚΙ+ στην Ελλάδα είχαν δεχθεί κάποια μορφή επίθεσης την τελευταία πενταετία. (βλ. EU LGBTI survey II, 2020) Οπότε, τι κάνουμε με τους cis ανδρές που κάνουν stalking, που καταπιέζουν ψυχολογικά ή/και σωματικά γυναίκες που ζουν μαζί τους;
Τι κάνουμε με οικογένειες στις οποίες ασκείται βία;
Η μετασχηματιστική δικαιοσύνη (transformative justice) ως εργαλείο καταπιεσμένων κοινoτήτων φαίνεται να είναι πολύ κατάλληλο εργαλείο που θα μπορούσε να βρει πρόσβαση στην συστημική δουλειά. Βασιζόμενο στην βαθιά πίστη ότι η τιμωρία όχι μόνο δεν αλλάζει τους ανθρώπους, αλλά επίσης δεν βοηθάει τα θύματα και δεν αλλάζει τον κόσμο που επιτρέπει και ενθαρρύνει άνδρες για σεξιστικές, παραβιαστικές, βίαιες πράξεις, το κονσεπτ περιλαμβάνει τα μέλη της κοινότητας — δηλαδή του συστήματος — που εμπλέκονται άμεσα και έμμεσα στο «πρόβλημα». Από Μαύρες κοινότητες, που έχουν όλο τον λόγο του κόσμου να μην καλέσουν την αστυνομία στην περίπτωση ασκήσεως βίας, έχει βρει είσοδο σε LGBTIQ* και αντιεξουσιαστικές κοινότητες. Για μια πραγματική φεμινιστική πράξη σε συστημικές διαδικασίες εγώ θα έλεγα δεν πρέπει να λείπει το πνεύμα αυτής της κατεύθυνσης.[3]
Άλλη μια έμπνευση μας δίνει η bell hooks στο αντιπατριαρχικό κείμενο αφύπνισης της, «The will to change – Men, masculinity and love», που δηλώνει: «When men embrace feminist thinking and practice, which emphasizes the value of mutual growth and self-actualization in all relationships, their emotional well-being will be enhanced.» (HOOKS, 2004, σ. 123-124) Μια τέτοια κουλτούρα ξεκινάει στην οικογένεια, την οποία βλέπει ως βασικό παράγοντα αγάπης, δίνοντας την δυνατότητα στα παιδιά όλων των φύλων να μάθουν τις ικανότητες για την δημιουργία κοινοτήτων (βλ. ο.π.). Εκεί θα μπορούσε να ξεκινήσει η δουλειά μας, με μια ψυχοεκπαίδευση που περιλαμβάνει τους μηχανισμούς της πατριαρχίας, και που αποδομεί τους ίδιους μαζί με τ@ πελατ@. Ιδιαίτερη σημασία δίνει η hooks στους άνδρες που βρίσκονται σε περιόδους κρίσης, που ζητάνε βοήθεια, και αναγνωρίζει: «The work of male relational recovery, of reconnection, of forming intimacy and making community can never be done alone. … In a world where boys and men are daily losing their way we must create guides, signposts, new paths. … We need to stand ready to hold them, … as they exercise the will to change.» (ο.π., σ. 187-188)
Το επόμενο κομμάτι του βιβλίου με τίτλο «Βιωμένη ιστορία» είναι αφιερωμένο σε πρωτοπόρους της συστημικής προσέγγισης και περιλαμβάνει, εκτός από βιογραφικές και επιστημονικές πληροφορίες, πολλές συνεντεύξεις με τις ίδιες. Δεν τους ενώνει μόνο το πάθος για την εξέλιξη της ειδικότητάς τους, αλλά και η κοινή εμπειρία στα εμπόδια που αντιμετώπιζαν γενικά στις ζωές τους, και πιο αναλυτικά στο επιστημονικό, εκπαιδευτικό και επαγγελματικό τους περιβάλλον.
Οι γυναίκες αυτές, έδωσαν αγώνες ώστε να φαίνεται το όνομά τους σε κοινά γραπτές δημοσιεύσεις, να δημοσιεύονται οι ιδέες τους αντί να οικειοποιούνται από άνδρες, να μην αναγνωρίζονται μόνο ως «η γυναίκα του…», να προσκαλούνται σε συνεδρίες και σεμινάρια ως ειδικές, να τους παίρνουν σοβαρά ως συναδέλφισσες, να σχολιάζεται η δουλειά και όχι η εμφάνισή τους, να μην δέχονται παρενοχλήσεις στο πλαίσιο της εκπαίδευσης και της δουλειάς τους.
Ταυτόχρονα αγωνιζόταν για μια φεμινιστική προοπτική, ιδιαίτερα στη σφαίρα της οικογενειακής θεραπείας, κατακρίνοντας για παράδειγμα το κόνσεπτ της ουδετερότητας σε μια κοινωνία βίας και καταπίεσης γυναικών και σε μισογύνικες θεωρίες, όπως αυτή του διπλού δεσμού, με την ιδέα της υπερβολικής εμπλοκής της μητέρας ως αφορμή ή συμβολή στην «τρέλα» του παιδιού. (βλ. π.χ. για την πρωτοβουλία „The women’s project“, KUHNERT & SILLER 2025, σ. 321)
Φυσικά αυτό το θέμα με αγγίζει, προκαλώντας πολλές αναμνήσεις σχετικών βιωμάτων. Η πρώτη μου επαφή με την εκπαίδευση στην Συστημική Θεραπεία και Συμβουλευτική δυστυχώς συνεχίζει την παράδοση αποκλεισμού κριτικών φωνών στον τομέα μας, όπως περιγράφεται από πολλές συμμαχήτριες στο κλάδο μας. Είχα ξεκινήσει με μεγάλο ενθουσιασμό στην εκπαίδευση και νόμιζα ότι σε ένα φροντιστικό πλαίσιο με θέληση για συζήτηση και εξέλιξη θα χώραγε και η επιθυμία για μια πιο συμπεριληπτική γλώσσα όσον αφορά το φύλο, με αφορμή την αποκλειστική χρήση του αρσενικού φύλου από την καθηγήτρια και από πολλ@ συμμαθητ@, ιδιαίτερα όταν μιλούσαν για ειδικ@ στον τομέα μας. Η αντίδραση της διδάσκουσας καθηγήτριας ήταν θετική, ενώ της υπεύθυνης του προγράμματος πολύ αμυντική, μέχρι και επιθετική, μην παίρνοντας υπόψη τις πολλαπλές φωνές, γνώσεις, γνώμες στο χώρο από μαθητ@ που είναι πτυχιούχ@ διαφόρων ειδικοτήτων. Επειδή μέσα στη συζήτηση είχα βρει συμμαχήτ@ για μια κουίρ-φεμινιστική προσέγγιση, ρώτησα αν θα μπορούσα να μείνω σε αυτήν την ομάδα (που είχα μπει τυχαία αφού είχα χάσει μια μέρα στη δική μου). Στη διάρκεια της συνομιλίας, σε αυτό το πρακτικό κομμάτι, με συμβούλεψε ξαφνικά η υπεύθυνη καθηγήτρια να αλλάξω πρόγραμμα, θέτοντας ότι ίσως βρίσκομαι στη λάθος εκπαίδευση, και προτείνοντας να κάνω ένα μονοετές πρόγραμμα για φεμινιστική ψυχολογία. Πέρα από το γεγονός ότι έχω πιστοποιητικό στην κουίρ ψυχολογία μετά από την παρακολούθηση ενός χρόνου εκπαίδευσης στο πανεπιστήμιο Ludwigsburg της Γερμανίας, έμενα με το συναίσθημα ότι ο φεμινισμός φτάνει μέχρι την διοργάνωση και συμμετοχή γυναικών στην εκπαίδευση, αντε και στην παράθεση 5 γυναικών στην βιβλιογραφία. Ένιωσα ότι μειώθηκα από το να είμαι συναδέλφισσα, απόφοιτη 2 ειδικοτήτων με μεγάλη επαγγελματική, πρακτική και μετεκπαιδευτική εμπειρία, σε μια ενοχλητική φεμινίστρια, που δεν χωράει στην ουδέτερη επιστημονική σπουδαιότητα της συστημικής.
Από τις προσωπικές πορείες των γυναικών λοιπόν πήρα έμπνευση και δύναμη, με το μεγάλο προνόμιο ότι έχω παραπάνω επιλογές τουλάχιστον όσο αφορά την εκπαίδευση, ενώ παλιά υπήρχαν 3 κατευθύνσεις: Το να επικεντρωθείς στην πρακτική, ανεξάρτητα από τις πολλαπλές αρσενικές απόψεις και ιστορίες, το να αγωνιστείς συνέχεια για τη θέση σου, ή το ψάξιμο για συμμαχήτριες, ώστε να ενωθούν οι φωνές σας. Την τελευταία επιλογή δεν την βρήκα άμεσα στο κοντινό μου περιβάλλον, και κατάλαβα επίσης ότι δεν πρέπει πάντα να παίρνω τον δύσκολο δρόμο. Όλη την ζωή μου, από το σχολείο, την κατάρτιση ως ξυλουργός, το πανεπιστήμιο, την μετεκπαίδευση, τα σχολεία ξανά ως καθηγήτρια, αγωνιζόμουν. Οπότε η ευκαιρία να αλλάξω το μέρος εκπαίδευσης σε ένα κέντρο που με καλύπτει περισσότερο από την άποψη την φεμινιστική, αλλά και την φροντιστική, μου φάνηκε μια πιο σωστή λύση.
Ας προχωρήσουμε όμως και στο τέταρτο κομμάτι του βιβλίου, που μας χαρίζει «χώρο εξέλιξης» φεμινιστικών προοπτικών. Εκεί καταλήγουν οι Kuhnert και Siller στην διαπίστωση ότι ο κοινωνικός κονστρουξιονισμός και η αφηγηματική προσέγγιση φαίνονται περισσότερο κατάλληλα για την ενσωμάτωση των σκέψεών τους. Ο πρώτος επειδή βλέπει την εξουσία ως ευέλικτο φαινόμενο, που υπάρχει σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, όπως και η κατασκευή του εαυτού, δηλαδή μας αφήνει και στην αποδόμηση των ίδιων. Η δεύτερη γιατί ανοίγει χώρο για πολυπλοκότητα μέσ’τις φωνές του κόσμου.
Και αυτό μας οδηγεί σε άλλη μια έκκληση στον ευρύτερο χώρο της Συστημικής:
• Η συμπερίληψη των διαστάσεων εξουσία και συμμετοχή
• Η αναδρομικότητα ατομικευμένων και ιδιωτικοποιημένων φαινομένων στη σφαίρα μεγαλύτερων κοινωνικών συστημάτων και των δυναμικών τους (σ. 449)
• Η κοινοτικοποίηση και κοινωνικοποίηση της ψυχικής υγείας
• Η συμφραζόμενη ονομασία προβλημάτων και προσκλήσεων, δηλαδή η επανατοποθέτηση της παρατήρησης στο πλαίσιο και στις συνθήκες
Ακολουθούν διαφορετικές ασκήσεις για αναστοχασμό, αυτοσυμπερίληψη, επικοινωνία και διάδραση, με στόχο την στερέωση μιας κριτικής προς την εξουσία πράξης. Αυτός ο θησαυρός ασκήσεων, ερωτήσεων, εκκλήσεων κάνει το βιβλίο τόσο δυνατό, επειδή δεν σε αφήνει να το διαβάσεις και να πεις, αχ, άλλη μια ενδιαφέρουσα θεωρία, μήπως κάτι μου κάνει. Σε σπρώχνει να προχωρίσεις στη δράση!
Οπότε η συμβουλή μου δεν είναι ακριβώς να διαβάσετε – μόνο – αυτό το βιβλίο (εκτός από το γεγονός ότι μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί μόνο στα Γερμανικά). Κλείνω απευθύνοντάς σας μια έκκληση: Ασχολείστε με την πατριαρχία και το αντίδοτό της, τον φεμινισμό. Βρείτε τη στάση σας σε αυτά και εφαρμόστε την στην καθημερινότητα και στην θεραπευτική πράξη σας. Σήμερα πήρατε μια έμπνευση τι θα μπορούσε να σήμαινε αυτό και είμαι σίγουρη ότι θα βρείτε και τον δικό σας τρόπο!
Πηγές
Balikci-Schmmidt, Asiye: Weibliche Migrationsgeschichte(n) und die systemische Welt. In: Kuhnert, Tanja & Siller, Nikola: Systemik, die. Feministische Perspektiven systemischer Theorie und Praxis, Vandenhoeck & Ruprecht 2025
European Union Agency for fundamental Rights: EU LGBTI survey II, 2020. Country sheet Greece, https://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_uploads/lgbtiq_survey-2024-country_sheet-greece.pdf, ανακτήθηκε στις 20/08/2025
hooks, bell (2004): The will to change. Men, Masculinity and Love, Simon & Schuster
Κριθαρά, Τζένυ: Είμαι γυναίκα, γι’ αυτό με σκοτώνεις. Έρευνα και μαρτυρίες για τη γυναικοκτονία και την έμφυλη βία, ΚΨΜ 2022
Mmari, Jessie & Sarr, Eliza- Maïmouna: System. Macht. Rassismus. In: Kuhnert, Tanja & Siller, Nikola: Systemik, die. Feministische Perspektiven systemischer Theorie und Praxis, Vandenhoeck & Ruprecht 2025
Kuhnert, Tanja & Siller, Nikola: Systemik, die. Feministische Perspektiven systemischer Theorie und Praxis, Vandenhoeck & Ruprecht 2025
[1]Στο παρόν κείμενο η λέξη «Μαύρ@» γράφεται με κεφαλαίο, επειδή αναφέρεται σε κοινωνικοπολιτισμική ταυτότητα και όχι απλώς ως περιγραφικός όρος χρώματος, ακολουθώντας σχετικές πρακτικές που έχουν καθιερωθεί στον διεθνή αντιρατσιστικό λόγο.
[2] Μεταφρασμένα από τα Γερμανικά: [D]ie Zukunft Schwarzen Lebens [wäre] ohne eine afrofuturistische Imagination oft gar nicht denkbar. Sie ist also nicht nur Werkzeug, sondern Überlebensstrategie in einer kollektive historischen und gegenwärtigen Erfahrung von Gewalt, Ausbeutung und Auslöschung.
[3]Μια εισαγωγή στο θέμα μπορεί να δώσει η έκδoση „The Revolution starts at home – Confronting Partner Abuse in Activist Communities“ από Ching-In Chen. Jai Dulani, Leah Lakshmi Piepzna-Samarasinha (εκδ.), AK Press 2016.